Η μεγάλη πτώση που κατεγράφη στο δεύτερο τρίμηνο του 2020 κατά 15,2% σε ετήσια βάση (14% σε τριμηνιαία βάση) αντανακλά την πρωτοφανή επίπτωση της πανδημικής κρίσης στην εγχώρια οικονομία, μετά την αναστολή της οικονομικής δραστηριότητας στην πλειονότητα των κλάδων τον Απρίλιο, αλλά και την «υπολειτουργία» ενός μεγάλου μέρους των επιχειρήσεων τον Μάιο και τον Ιούνιο, σύμφωνα με το εβδομαδιαίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων της Alpha Bank.
Η συρρίκνωση του ΑΕΠ στο δεύτερο τρίμηνο του 2020, ως αποτέλεσμα του lockdown, είναι υψηλότερη ακόμη και σε σχέση με την αντίστοιχη πτώση που κατεγράφη στο τρίτο τρίμηνο του 1974 (-12,9%) και συνδεόταν με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και την επιστράτευση τον Ιούλιο του 1974.
Το δεύτερο, αλλά κυρίως το τρίτο τρίμηνο είναι ιδιαίτερα σημαντικά από πλευράς συμβολής στο ΑΕΠ. Ως εκ τούτου, θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό, το μέγεθος και το τελικό σχήμα της υφεσιακής διαταραχής, μέσω των επιπτώσεων των έκτακτων, περιοριστικών μέτρων που εφαρμόσθηκαν για να αντιμετωπιστεί η πανδημική κρίση και τα οποία οδήγησαν σε σημαντική πτώση των εισερχόμενων τουριστικών αφίξεων και εισπράξεων. Ωστόσο, σημαντική αντισταθμιστική επίδραση αναμένεται ότι θα έχουν τα εκτενή δημοσιονομικά μέτρα στήριξης της Κυβέρνησης, παρά την αβεβαιότητα σχετικά με την πορεία της πανδημίας το φθινόπωρο.
Η πτώση της οικονομικής δραστηριότητας συνεχίστηκε το δεύτερο τρίμηνο του 2020 και στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ-27), ενώ οι ρυθμοί μεταβολής του ΑΕΠ που σημειώθηκαν, τόσο σε τριμηνιαία, όσο και σε ετήσια βάση, ήταν για την πλειονότητα των χωρών, οι χαμηλότεροι που έχουν καταγραφεί από το 1995 . Συγκεκριμένα στην ΕΕ-27, το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 11,7%, σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο και κατά 14,1% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του 2019, ενώ στην Ευρωζώνη τα αντίστοιχα ποσοστά συρρίκνωσης του ΑΕΠ διαμορφώθηκαν σε 12,1% και 15%. Πιο αναλυτικά, το ΑΕΠ μειώθηκε ηπιότερα, σε ετήσια βάση, σε σύγκριση με την Ελλάδα, στη Γερμανία (-11,3%) και στην Κύπρο (-11,9%), ενώ στις υπόλοιπες χώρες, η συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας ήταν εντονότερη (Ιταλία: -17,7%, Γαλλία: -18,9%, Ισπανία: -22,1%, Πορτογαλία: -16,3%). Η επίπτωση των περιοριστικών μέτρων με σκοπό τη συγκράτηση της εξάπλωσης της πανδημίας ήταν έντονα αρνητική και στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 21,7% το δεύτερο τρίμηνο του 2020, σε σύγκριση με το ίδιο τρίμηνο του 2019.
Όπως παρατηρείται, η σχέση μεταξύ της αυστηρότητας των περιοριστικών μέτρων και της μεταβολής του ΑΕΠ στο δεύτερο τρίμηνο, σε σύγκριση με το ίδιο τρίμηνο του 2019, ήταν αρνητική. Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι, όσο πιο αυστηρά ήταν τα μέτρα που υιοθετήθηκαν στο διάστημα αυτό, προκειμένου να περιοριστεί η εξάπλωση της πανδημίας, τόσο μεγαλύτερη ήταν η πτώση του ΑΕΠ του δεύτερου τριμήνου, σε ετήσια βάση. Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι υπάρχουν πρόσθετοι παράγοντες που σχετίζονται με την υγειονομική κρίση και επηρέασαν το μέγεθος της συρρίκνωσης της οικονομικής δραστηριότητας, όπως η σφοδρότητα με την οποία επλήγη κάθε χώρα από την πανδημία (π.χ. η Ιταλία, η Ισπανία, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο είναι μεταξύ των χωρών με το μεγαλύτερο αριθμό καταγεγραμμένων κρουσμάτων παγκοσμίως), ή η υποδομή του συστήματος υγείας (π.χ. στη Γερμανία το ποσοστό θνητότητας είναι συγκριτικά χαμηλό, λόγω -μεταξύ άλλων- του υψηλού αριθμού κλινών ΜΕΘ που διαθέτει η χώρα).
Τα μέτρα περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας, με σκοπό την αντιμετώπιση της πανδημικής κρίσης τα οποία ήταν σε εφαρμογή στη χώρα μας τον Απρίλιο, αλλά και μέχρι την 4η Μαΐου όταν ξεκίνησε η σταδιακή άρση τους, είχαν ως αποτέλεσμα την κατακόρυφη πτώση της ιδιωτικής κατανάλωσης στο δεύτερο τρίμηνο του 2020, κατά 11,6%, σε ετήσια βάση, η οποία συνέβαλλε στη συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 7,8 εκατοστιαίες μονάδες.
Εξετάζοντας τους βραχυχρόνιους δείκτες οικονομικής συγκυρίας, αξίζει να αναφερθεί ότι, ο δείκτης όγκου στο λιανικό εμπόριο (εξαιρουμένων των καυσίμων), σημείωσε πτώση, σε ετήσια βάση, κατά 22,2% τον Απρίλιο, 2,4% τον Μάιο και 3,8% τον Ιούνιο. Επιπλέον, οι πωλήσεις επιβατηγών οχημάτων μειώθηκαν κατά 35,5% συνολικά το πρώτο εξάμηνο του έτους, έναντι αύξησης 9,2% το αντίστοιχο διάστημα πέρυσι, γεγονός που οφείλεται, πρωτίστως, στον περιορισμό των πωλήσεων κατά το δεύτερο τρίμηνο του έτους.