ΗΠΑ: Πτώση 1,6% του ΑΕΠ το α΄ τρίμηνο

Ελαφρά συρρίκνωση παρουσίασε στο α΄ τρίμηνο η αμερικανική οικονομία, λίγο περισσότερο απ’ ό,τι είχε προηγουμένως ανακοινωθεί, σύμφωνα με τα τελικά στοιχεία που ανακοινώθηκαν σήμερα.
Ειδικότερα, η αμερικανική οικονομία συρρικνώθηκε με ετήσιο ρυθμό 1,6% όπως έδειξαν τα τελικά στοιχεία, με το ΑΕΠ να υποχωρεί για πρώτη φορά από το ξέσπασμα της πανδημίας στις αρχές του 2020. Η αρχική μέτρηση ήταν για πτώση 1,5% του ΑΕΠ.
Alpha Bank: Προβλέπει πτώση του ΑΕΠ μεταξύ 9% και 10,5% για το 2020

ι πρόσφατες ανακοινώσεις της ΕΛΣΤΑΤ σχετικά με την εξέλιξη της οικονομικής δραστηριότητας το τρίτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους επιβεβαιώνουν ότι: (α) η πανδημική κρίση στην Ελλάδα έγινε αισθητή, κυρίως, ως μία διαταραχή της εξωτερικής ζήτησης και (β) η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική που υιοθετήθηκε, σε συνδυασμό με την ισχυρή πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις, οδήγησε σε σημαντική άμβλυνση των επιπτώσεων στη συνολική δαπάνη και στις θέσεις απασχόλησης. Τα κύρια συμπεράσματα από την ανάλυση των εθνικολογιστικών στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ για την πορεία του ΑΕΠ και των συνιστωσών του, σύμφωνα με το εβδομαδιαίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων της Alpha Bank, έχουν ως ακολούθως:
Πρώτον, μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων στη χώρα μας, τον Μάϊο και τον Ιούνιο, η οικονομική δραστηριότητα, σταδιακά, έτεινε, κατά το τρίτο τρίμηνο του έτους, προς μία “ατελή κανονικότητα”, με έναν ασύμμετρο τρόπο μεταξύ των κλάδων δραστηριότητας. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώθηκε στην αύξηση του ΑΕΠ του τρίτου τριμήνου κατά 2,3% σε τριμηνιαία, εποχικά διορθωμένη βάση, έναντι αντίστοιχης μείωσης κατά 14,1% στο δεύτερο τρίμηνο, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (Γράφημα 1). Αξίζει να σημειωθεί ότι η άνοδος του ΑΕΠ της Ευρωζώνης, το τρίτο τρίμηνο του 2020, σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο, διαμορφώθηκε σε 12,6%, σημαντικά υψηλότερη από την αντίστοιχη του ΑΕΠ της Ελλάδας, εξέλιξη που συνδέεται πιθανώς με την πιο επιτυχή διαχείριση της υγειονομικής κρίσης στη χώρα μας στο δεύτερο τρίμηνο, αλλά και τη μεγαλύτερη εξάρτησή της από τον τουρισμό στο τρίτο τρίμηνο.
Δεύτερον, η πτώση του ΑΕΠ, στο τρίτο τρίμηνο του 2020, σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2019, διαμορφώθηκε στο 11,7%, ελαφρώς μικρότερη συγκριτικά με τη συρρίκνωση του δευτέρου τριμήνου σε ετήσια βάση (14,2%) που ήταν αποτέλεσμα του καθολικού lockdown. Η μεγάλη υποχώρηση, σε ετήσια βάση, κατά το τρίτο τρίμηνο, αντικατοπτρίζει την άνευ προηγουμένου πτώση των τουριστικών εισπράξεων άνω του 70%, σε ετήσια βάση, σε αυτό το χρονικό διάστημα. Το επιχείρημα της ισχυρής εξάρτησης της οικονομίας από τον τουρισμό ενισχύεται, περαιτέρω, από δύο διαρθρωτικά χαρακτηριστικά: (α) τη σημαντική, άμεση συνεισφορά του κλάδου στο ΑΕΠ (περίπου 7%, το 2019) αλλά και τη συνολική συνεισφορά (συμπεριλαμβανομένης της έμμεσης και της επαγόμενης), η οποία βάσει υπολογισμών του World Travel and Tourism Organization αντιπροσώπευε άνω του 20% του ΑΕΠ, το 2019, (β) το εποχικό πρότυπο του ελληνικού τουρισμού, αφού ο μεγαλύτερος όγκος των τουριστικών εισπράξεων συγκεντρώνεται στο τρίτο τρίμηνο (59%, κατά μέσο όρο, την τριετία 2017-2019).
Τρίτον, η επίδραση της πανδημίας στους κλάδους του τουρισμού και των μεταφορών αντανακλάται στο γεγονός ότι ο κύριος παράγοντας της πτώσης του ΑΕΠ το τρίτο τρίμηνο, σε ετήσια βάση, ήταν η κατακόρυφη πτώση των εξαγωγών υπηρεσιών κατά 80%.
Τέταρτον, σε αντίθεση με την εξωτερική ζήτηση, η εγχώρια ιδιωτική και η δημόσια κατανάλωση, σημείωσαν άνοδο, στο τρίτο τρίμηνο, κατά 1% και 4,4%, σε ετήσια βάση, έναντι πτώσης κατά 12% και 2,7%, αντίστοιχα, στο δεύτερο τρίμηνο, εξέλιξη που οφείλεται στη στήριξη των εισοδημάτων μέσω των έκτακτων, δημοσιονομικών μέτρων, καθώς και της υποστηρικτικής πιστωτικής πολιτικής.
Πέμπτον, οι επενδύσεις μειώθηκαν οριακά, κατά 0,3%, στο τρίτο τρίμηνο του 2020, ενώ συμπεριλαμβανομένων των αποθεμάτων, αυξήθηκαν κατά 31,5%. Ως αποτέλεσμα, η συνεισφορά των επενδύσεων στη μεταβολή του ΑΕΠ του τρίτου τριμήνου ήταν σχεδόν μηδενική, ενώ η θετική συμβολή των αποθεμάτων (συμπεριλαμβανομένων των στατιστικών διαφορών) αντίστοιχα, διαμορφώθηκε σε 2,5 ποσοστιαίες μονάδες. Είναι αξιοσημείωτο ότι -εν μέσω πανδημίας- οι επενδύσεις σε μηχανολογικό και τεχνολογικό εξοπλισμό αυξήθηκαν κατά 6,3% και οι επενδύσεις σε κατοικίες κατά 32,3%.
Συνολικά, στο πρώτο εννεάμηνο, παρατηρείται συρρίκνωση του ΑΕΠ της τάξης του 8,5%. Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις, το εύρος της πτώσης του ΑΕΠ, για το 2020 συνολικά, εκτιμάται μεταξύ 9% και 10,5% (Γράφημα 1).
Η επίδραση της καθίζησης του ελληνικού τουρισμού στον εξωτερικό τομέα και στο ΑΕΠ
Η πτώση του ΑΕΠ, σε ετήσια βάση, στο τρίτο τρίμηνο του 2020, προήλθε, σχεδόν εξ ολοκλήρου, από τις χαμηλές επιδόσεις του εξωτερικού τομέα της οικονομίας και, συγκεκριμένα, από τη σημαντική υποχώρηση των εξαγωγών υπηρεσιών. Πιο αναλυτικά, η αρνητική συμβολή των καθαρών εξαγωγών διαμορφώθηκε σε 15,6 ποσοστιαίες μονάδες (Γράφημα 2), καθώς οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών μειώθηκαν κατά 44,9%, σε ετήσια βάση, ενώ οι αντίστοιχες εισαγωγές σημείωσαν ηπιότερη ετήσια πτώση, ύψους 6,4%. Η μείωση των εξαγωγών προήλθε από τη συρρίκνωση των εξαγωγών υπηρεσιών κατά 80%, σε σύγκριση με το τρίτο τρίμηνο του 2019, ενώ, αντίθετα, οι εξαγωγές αγαθών σημείωσαν άνοδο κατά 3,5%. Παρά τη σταδιακή επαναλειτουργία του κλάδου του τουρισμού (αποτελεί το μεγαλύτερο τμήμα των εξαγωγών υπηρεσιών), από τις αρχές Ιουνίου, οι επιδόσεις του κλάδου, στο τρίτο τρίμηνο του έτους, διαμορφώθηκαν σε σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα από τα αντίστοιχα περυσινά. Συγκεκριμένα, η εισερχόμενη τουριστική κίνηση ήταν μειωμένη κατά 79%, σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2019. Το γεγονός αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων, στην άνοδο του αριθμού των κρουσμάτων της πανδημίας COVID-19 στο τέλος του καλοκαιριού και στα έκτακτα μέτρα που έλαβε σε ορισμένες τουριστικές περιοχές η Κυβέρνηση, με σκοπό τον περιορισμό τους.
Η αρνητική συμβολή των καθαρών εξαγωγών αντισταθμίστηκε, εν μέρει, από την άνοδο της τελικής καταναλωτικής δαπάνης κατά 1,6%, η οποία συνέβαλε θετικά στη μεταβολή του ΑΕΠ του τρίτου τριμήνου κατά 1,5 μονάδα. Ειδικότερα, η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 1%, σε ετήσια βάση, ενώ η δημόσια κατανάλωση, αντίστοιχα, κατά 4,4%. Όπως αναφέρθηκε εισαγωγικά, το γεγονός αυτό οφείλεται, πρωτίστως, στα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης που τέθηκαν σε εφαρμογή, με σκοπό τη στήριξη της ελληνικής οικονομίας και την αντιμετώπιση των αρνητικών οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας. Αξίζει να αναφερθεί, ωστόσο, ότι παρά την ανάκαμψη της ιδιωτικής κατανάλωσης, στο τρίτο τρίμηνο (+15,3%, σε τριμηνιαία βάση), η πτώση που σημειώθηκε, στο δεύτερο τρίμηνο, ήταν κατακόρυφη (-12%) και, ως εκ τούτου, συνολικά στο πρώτο εννεάμηνο του 2020, η ιδιωτική κατανάλωση μειώθηκε, σε ετήσια βάση, κατά 3,6%.
Η οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας είναι συνυφασμένη, διαχρονικά, με την ανάπτυξη του τουρισμού. Κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας, η χώρα μας σημείωσε εντυπωσιακή και συνεχή τουριστική ανάπτυξη, αφού η ελκυστικότητά της ως ταξιδιωτικού προορισμού παρέμεινε σε πολύ υψηλό επίπεδο. Παρά την ελληνική κρίση χρέους, ο αριθμός των εισερχόμενων τουριστών, κατά τη διάρκεια της περιόδου 2010-2019, υπερδιπλασιάστηκε, ενώ οι αντίστοιχες τουριστικές εισπράξεις σχεδόν διπλασιάστηκαν. Ο τουρισμός ήταν από τους λίγους κλάδους που συνέβαλαν καθοριστικά στην έξοδο της Ελλάδας από την προηγούμενη ύφεση. Ωστόσο, η μεγάλη εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από το συγκεκριμένο κλάδο την καθιστά ευάλωτη σε εξωτερικές διαταραχές, όπως η τρέχουσα, πανδημική κρίση. Τέτοιου είδους απροσδόκητα γεγονότα οδηγούν σε κατακόρυφη πτώση της εξωτερικής ζήτησης και, επομένως, σε καίριο πλήγμα ενός από τους σημαντικότερους κλάδους της εγχώριας οικονομίας.
Στο Γράφημα 3, απεικονίζεται η διαχρονική συσχέτιση μεταξύ του ΑΕΠ και των εσόδων από τον εισερχόμενο τουρισμό. Οι τουριστικές εισπράξεις κατέγραψαν κάθετη πτώση, στο δεύτερο τρίμηνο, κατά 97%, σε ετήσια βάση, εξαιτίας του lockdown και στο τρίτο τρίμηνο αντίστοιχη πτώση, κατά 74%, όπως προαναφέρθηκε, λόγω της τεράστιας υποχώρησης της εξωτερικής ζήτησης, εξέλιξη που είχε αξιοσημείωτη αρνητική επίδραση στο ΑΕΠ.
Τα βασικά συμπεράσματα είναι, πρώτον, ότι η ζήτηση για τουριστικές υπηρεσίες παρουσιάζει αξιοσημείωτες διακυμάνσεις σε περίπτωση αρνητικής, εξωτερικής διαταραχής, λόγω της έντονης εξωστρέφειας του τουριστικού κλάδου, ενώ παραμένει σχεδόν ανεπηρέαστη σε περίπτωση εσωτερικής, οικονομικής διαταραχής, όπως συνέβη κατά τη διάρκεια της ύφεσης την περασμένη δεκαετία. Δεύτερον, οι έντονες διακυμάνσεις της τουριστικής κίνησης και, επομένως, των ταξιδιωτικών εισπράξεων που προκύπτουν επηρεάζουν ανάλογα την πορεία του ΑΕΠ, επιβεβαιώνοντας την εξάρτηση της εγχώριας οικονομίας από τον τουρισμό και, συνεπώς, τη σχετικά, υψηλή έκθεσή της σε εξωγενείς διαταραχές.
Η πορεία και η ταχύτητα ανάκαμψης για χώρες, όπως η Ελλάδα, που παρουσιάζουν έντονη εξάρτηση από τον εισερχόμενο τουρισμό και τις αεροπορικές συνδέσεις αναμένεται να είναι διαφορετική από την αντίστοιχη άλλων χωρών. Μεσοπρόθεσμα, θα πρέπει να επιδιωχθεί, εν μέρει, υποκατάσταση της εξωτερικής ζήτησης από την εσωτερική, ώστε να καλυφθεί, μερικώς, η ζημία και έως ότου παρέλθει ένα εύλογο χρονικό διάστημα που οι επισκέπτες θα μπορούν να ταξιδέψουν και πάλι με ασφάλεια.
Επιπλέον, δεν θα πρέπει να αγνοηθεί το γεγονός ότι η χώρα μας δεν διαθέτει άλλη “βαριά βιομηχανία” εκτός από τον τουρισμό, για να αναλάβει το βάρος της ανάκαμψης στο άμεσο μέλλον. Προκειμένου, όμως, να μετριαστεί ο βαθμός εξάρτησής της από έναν και μόνο κλάδο, σε μακροχρόνιο ορίζοντα, θα πρέπει να διαφοροποιηθεί η παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ κλάδων και, παράλληλα, να διαφοροποιηθούν οι επιμέρους αγορές εντός του τουριστικού κλάδου (π.χ. αγροτουρισμός, χειμερινός, πολιτισμικός, εκθεσιακός τουρισμός κ.λπ.).
ΕΛΣΤΑΤ: Στο -11,7% η ετήσια πτώση του ΑΕΠ το 2020

Αύξηση κατά 2,3% παρουσίασε το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) σε όρους όγκου, κατά το 3ο τρίμηνο του 2020 σε σχέση με το 2ο τρίμηνο 2020, ενώ σε σύγκριση με το 3ο τρίμηνο του 2019 παρουσίασε μείωση κατά 11,7%, με βάση τα διαθέσιμα εποχικά διορθωμένα στοιχεία που ανακοίνωσε σήμερα η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ).
Με βάση τα μη εποχικά διορθωμένα στοιχεία το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) σε όρους όγκου, κατά το 3ο τρίμηνο 2020 παρουσίασε μείωση κατά 9,6% σε σχέση με το 3ο τρίμηνο 2019.
Η ΕΛΣΤΑΤ επισημαίνει παράλληλα, ότι το ΑΕΠ των τριμήνων των προηγούμενων δέκα ετών καθώς και των προηγούμενων δύο τριμήνων του τρέχοντος έτους (1ο τρίμηνο 2010 – 2ο τρίμηνο 2020) έχει αναθεωρηθεί λόγω προσαρμογής (benchmarking) των τριμηνιαίων εθνικών λογαριασμών στα αναθεωρημένα ετήσια στοιχεία με έτος βάσης 2015, που ανακοινώθηκαν στο Δελτίο τύπου της ΕΛΣΤΑΤ στις 16/10/2020.
Όπως ανακοίνωσε, τα στοιχεία για το 3ο τρίμηνο 2020 αντανακλούν τις επιπτώσεις στο ΑΕΠ της πανδημίας COVID-19 και των περιοριστικών μέτρων που τέθηκαν σε ισχύ.
Σημειώνει ταυτόχρονα ότι τα στοιχεία για το 3ο τρίμηνο 2020 αναμένεται να αναθεωρηθούν, όταν καταρτιστούν και ανακοινωθούν τα προσωρινά στοιχεία για το 4ο τρίμηνο 2020 με βάση επικαιροποιημένα πρωτογενή στοιχεία που θα έχουν, σε εκείνον το χρόνο, καταστεί διαθέσιμα (π.χ. τριμηνιαίοι μη χρηματοοικονομικοί λογαριασμοί Γενικής Κυβέρνησης, βραχυχρόνιοι δείκτες, στοιχεία απασχόλησης, κ.λπ.).
Οι μεταβολές των κυριότερων μακροοικονομικών μεγεθών σε όρους όγκου με εποχική διόρθωση έχουν ως εξής:Τριμηνιαίες μεταβολές
– Η συνολική τελική καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε κατά 14,0% σε σχέση με το 2o τρίμηνο του 2020.
– Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου μειώθηκαν κατά 0,4% σε σχέση με το 2o τρίμηνο του 2020.
– Oι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών παρουσίασαν μείωση κατά 10,4% σε σχέση με το 2o τρίμηνο του 2020. Οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν κατά 6,5%, ενώ οι εξαγωγές υπηρεσιών μειώθηκαν κατά 39,2%.
– Οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών παρουσίασαν αύξηση κατά 9,6% σε σχέση με το 2o τρίμηνο του 2020. Οι εισαγωγές αγαθών αυξήθηκαν κατά 12,2%, ενώ οι εισαγωγές υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 3,4%.Ετήσιες μεταβολές
– Η συνολική τελική καταναλωτική δαπάνη παρουσίασε αύξηση κατά 1,6% σε σχέση με το 3o τρίμηνο του 2019.
– Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου μειώθηκαν κατά 0,3% σε σχέση με το 3o τρίμηνο του 2019.
– Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών παρουσίασαν μείωση κατά 44,9% σε σχέση με το 3o τρίμηνο του 2019. Οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν κατά 3,5%, ενώ οι εξαγωγές υπηρεσιών μειώθηκαν κατά 80,0%.
– Οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών παρουσίασαν μείωση κατά 6,4% σε σχέση με το 3o τρίμηνο του 2019. Οι εισαγωγές αγαθών μειώθηκαν κατά 2,7% και οι εισαγωγές υπηρεσιών μειώθηκαν κατά 18,1%.
Alpha Bank: Η πτώση του ΑΕΠ β΄ τριμήνου αντανακλά την επίπτωση της πανδημίας

Η μεγάλη πτώση που κατεγράφη στο δεύτερο τρίμηνο του 2020 κατά 15,2% σε ετήσια βάση (14% σε τριμηνιαία βάση) αντανακλά την πρωτοφανή επίπτωση της πανδημικής κρίσης στην εγχώρια οικονομία, μετά την αναστολή της οικονομικής δραστηριότητας στην πλειονότητα των κλάδων τον Απρίλιο, αλλά και την «υπολειτουργία» ενός μεγάλου μέρους των επιχειρήσεων τον Μάιο και τον Ιούνιο, σύμφωνα με το εβδομαδιαίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων της Alpha Bank.
Η συρρίκνωση του ΑΕΠ στο δεύτερο τρίμηνο του 2020, ως αποτέλεσμα του lockdown, είναι υψηλότερη ακόμη και σε σχέση με την αντίστοιχη πτώση που κατεγράφη στο τρίτο τρίμηνο του 1974 (-12,9%) και συνδεόταν με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και την επιστράτευση τον Ιούλιο του 1974.
Το δεύτερο, αλλά κυρίως το τρίτο τρίμηνο είναι ιδιαίτερα σημαντικά από πλευράς συμβολής στο ΑΕΠ. Ως εκ τούτου, θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό, το μέγεθος και το τελικό σχήμα της υφεσιακής διαταραχής, μέσω των επιπτώσεων των έκτακτων, περιοριστικών μέτρων που εφαρμόσθηκαν για να αντιμετωπιστεί η πανδημική κρίση και τα οποία οδήγησαν σε σημαντική πτώση των εισερχόμενων τουριστικών αφίξεων και εισπράξεων. Ωστόσο, σημαντική αντισταθμιστική επίδραση αναμένεται ότι θα έχουν τα εκτενή δημοσιονομικά μέτρα στήριξης της Κυβέρνησης, παρά την αβεβαιότητα σχετικά με την πορεία της πανδημίας το φθινόπωρο.
Η πτώση της οικονομικής δραστηριότητας συνεχίστηκε το δεύτερο τρίμηνο του 2020 και στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ-27), ενώ οι ρυθμοί μεταβολής του ΑΕΠ που σημειώθηκαν, τόσο σε τριμηνιαία, όσο και σε ετήσια βάση, ήταν για την πλειονότητα των χωρών, οι χαμηλότεροι που έχουν καταγραφεί από το 1995 . Συγκεκριμένα στην ΕΕ-27, το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 11,7%, σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο και κατά 14,1% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του 2019, ενώ στην Ευρωζώνη τα αντίστοιχα ποσοστά συρρίκνωσης του ΑΕΠ διαμορφώθηκαν σε 12,1% και 15%. Πιο αναλυτικά, το ΑΕΠ μειώθηκε ηπιότερα, σε ετήσια βάση, σε σύγκριση με την Ελλάδα, στη Γερμανία (-11,3%) και στην Κύπρο (-11,9%), ενώ στις υπόλοιπες χώρες, η συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας ήταν εντονότερη (Ιταλία: -17,7%, Γαλλία: -18,9%, Ισπανία: -22,1%, Πορτογαλία: -16,3%). Η επίπτωση των περιοριστικών μέτρων με σκοπό τη συγκράτηση της εξάπλωσης της πανδημίας ήταν έντονα αρνητική και στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 21,7% το δεύτερο τρίμηνο του 2020, σε σύγκριση με το ίδιο τρίμηνο του 2019.
Όπως παρατηρείται, η σχέση μεταξύ της αυστηρότητας των περιοριστικών μέτρων και της μεταβολής του ΑΕΠ στο δεύτερο τρίμηνο, σε σύγκριση με το ίδιο τρίμηνο του 2019, ήταν αρνητική. Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι, όσο πιο αυστηρά ήταν τα μέτρα που υιοθετήθηκαν στο διάστημα αυτό, προκειμένου να περιοριστεί η εξάπλωση της πανδημίας, τόσο μεγαλύτερη ήταν η πτώση του ΑΕΠ του δεύτερου τριμήνου, σε ετήσια βάση. Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι υπάρχουν πρόσθετοι παράγοντες που σχετίζονται με την υγειονομική κρίση και επηρέασαν το μέγεθος της συρρίκνωσης της οικονομικής δραστηριότητας, όπως η σφοδρότητα με την οποία επλήγη κάθε χώρα από την πανδημία (π.χ. η Ιταλία, η Ισπανία, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο είναι μεταξύ των χωρών με το μεγαλύτερο αριθμό καταγεγραμμένων κρουσμάτων παγκοσμίως), ή η υποδομή του συστήματος υγείας (π.χ. στη Γερμανία το ποσοστό θνητότητας είναι συγκριτικά χαμηλό, λόγω -μεταξύ άλλων- του υψηλού αριθμού κλινών ΜΕΘ που διαθέτει η χώρα).
Τα μέτρα περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας, με σκοπό την αντιμετώπιση της πανδημικής κρίσης τα οποία ήταν σε εφαρμογή στη χώρα μας τον Απρίλιο, αλλά και μέχρι την 4η Μαΐου όταν ξεκίνησε η σταδιακή άρση τους, είχαν ως αποτέλεσμα την κατακόρυφη πτώση της ιδιωτικής κατανάλωσης στο δεύτερο τρίμηνο του 2020, κατά 11,6%, σε ετήσια βάση, η οποία συνέβαλλε στη συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 7,8 εκατοστιαίες μονάδες.
Εξετάζοντας τους βραχυχρόνιους δείκτες οικονομικής συγκυρίας, αξίζει να αναφερθεί ότι, ο δείκτης όγκου στο λιανικό εμπόριο (εξαιρουμένων των καυσίμων), σημείωσε πτώση, σε ετήσια βάση, κατά 22,2% τον Απρίλιο, 2,4% τον Μάιο και 3,8% τον Ιούνιο. Επιπλέον, οι πωλήσεις επιβατηγών οχημάτων μειώθηκαν κατά 35,5% συνολικά το πρώτο εξάμηνο του έτους, έναντι αύξησης 9,2% το αντίστοιχο διάστημα πέρυσι, γεγονός που οφείλεται, πρωτίστως, στον περιορισμό των πωλήσεων κατά το δεύτερο τρίμηνο του έτους.