O Γιώργος Παπαδημητρίου νέος Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΥ Ελλάδος από 1/2023

Καθήκοντα νέου Διευθύνοντος Συμβούλου της ΕΥ Ελλάδος αναλαμβάνει από την 1η Ιανουαρίου 2023 ο κος Γιώργος Παπαδημητρίου, διαδεχόμενος τον κο Παναγιώτη Παπάζογλου.
Ο κος Γιώργος Παπαδημητρίου ξεκίνησε την καριέρα του το 2000, και εντάχθηκε στην EY Ελλάδος το 2002. Το 2007 έγινε ο νεότερος Εταίρος στην ιστορία της ΕΥ Ελλάδος. Διετέλεσε Επικεφαλής του Τμήματος Συμβουλευτικών Υπηρεσιών της EY Ελλάδος και Νοτιοανατολικής Ευρώπης από το 2008 μέχρι τα τέλη του 2014, θέτοντας τις βάσεις για την πολύ σημαντική ανάπτυξη του τμήματος αυτού στην ελληνική αγορά. Από τις αρχές του 2015 ανέλαβε επικεφαλής του Financial Services Sector στην ευρύτερη περιοχή της Κεντρικής, Ανατολικής, Νοτιοανατολικής Ευρώπης και Κεντρικής Ασίας (CESA), ενώ από τον Ιανουάριο του 2021, είναι ο EY Markets and Accounts Leader για την περιοχή αυτή.
Μοιράζεται συχνά την πολύχρονη εμπειρία του και τις γνώσεις του για το επιχειρείν, συμμετέχοντας ως ομιλητής σε συνέδρια, καθώς και ως εισηγητής σε εξειδικευμένα εκπαιδευτικά σεμινάρια της EY. Στο παρελθόν, έχει διατελέσει πρώτος Περιφερειακός Διευθυντής του ελληνικού παραρτήματος του Professional Risk Managers’ International Association, του οποίου ήταν και ιδρυτής. Είναι πιστοποιημένος Chartered Financial Analyst (CFA), Professional Risk Manager (PRM), Financial Risk Manager (FRM), καθώς και Certified Financial Services Auditor (CFSA). Είναι κάτοχος πτυχίου στη Διοίκηση Επιχειρήσεων από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, μεταπτυχιακού τίτλου στη Λογιστική και Χρηματοοικονομική από το London School of Economics (LSE) και έχει δύο γιους. 
Ο απερχόμενος Διευθύνων Σύμβουλος, ο οποίος θα ολοκληρώσει τη θητεία του στις 31 Δεκεμβρίου 2022, κος Παναγιώτης Παπάζογλου, εργάζεται στην EY από το 1988 και ανέλαβε τη σημερινή του θέση τον Ιούλιο του 2010. Τον Ιανουάριο του 2011, ανέλαβε, επίσης, τον ρόλο του επικεφαλής της ΕΥ στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Έχει διατελέσει, επίσης, EY Markets and Accounts Leader για την περιοχή της CSE/CESA, από τον Ιανουάριο του 2015 έως και τον Δεκέμβριο του 2020, Διευθύνων Σύμβουλος και επικεφαλής Ελεγκτικών Υπηρεσιών της EY στη Βουλγαρία για τρία χρόνια (2006-2008), καθώς και επικεφαλής Ελεγκτικών Υπηρεσιών της EY στη Ρουμανία για δύο χρόνια (2009-2010).
Στη διάρκεια της θητείας του ως Διευθύνοντος Συμβούλου, η ΕΥ Ελλάδος αναπτύχθηκε δυναμικά, με γραφεία στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και, πιο πρόσφατα, στην Πάτρα, πολλαπλασιάζοντας τα μεγέθη της και κατακτώντας κορυφαία θέση στην ελληνική αγορά, ενώ το ανθρώπινο δυναμικό της αυξήθηκε κατά περίπου 250%, ξεπερνώντας πλέον τους 1900 εργαζόμενους, από 540.
Ο κος Παναγιώτης Παπάζογλου δήλωσε: «Είμαι εξαιρετικά υπερήφανος που παραδίδω τα ηνία της εταιρείας στον Γιώργο Παπαδημητρίου. Ο Γιώργος εκπροσωπεί τη νέα γενιά των άξιων στελεχών της ΕΥ, που ανδρώθηκαν σε μια δύσκολη περίοδο για τη χώρα μας, και στα οποία οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, η εντυπωσιακή ανάπτυξή της τα τελευταία χρόνια. Συνδυάζει την κατανόηση της σύγχρονης τεχνολογίας, που βρίσκεται σήμερα στην αιχμή των υπηρεσιών μας, με την προσήλωση σε αρχές και αξίες που είναι απαραίτητες για να αναπτυχθεί μια εταιρεία και να κερδίσει την εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων μερών. Είμαι βέβαιος ότι, υπό την καθοδήγησή του, η ΕΥ θα συνεχίζει να παρέχει το κορυφαίο επίπεδο υπηρεσιών που αναμένουν οι πελάτες μας και να προσελκύει το ανθρώπινο δυναμικό που χρειαζόμαστε για να σταθούμε άξιοι της εμπιστοσύνης τους και να υλοποιούμε το όραμά μας για τη δημιουργία ενός καλύτερου εργασιακού κόσμου».
Ο κος Γιώργος Παπαδημητρίου δήλωσε: «Θέλω να ευχαριστήσω τους Εταίρους της ΕΥ Ελλάδος για την εμπιστοσύνη τους στο πρόσωπό μου, καθώς επίσης και τον Πάνο Παπάζογλου, για την καθοριστική συμβολή του στο να καταστεί η ΕΥ Ελλάδος η ταχύτερα αναπτυσσόμενη, αλλά και πρωτοπόρος εταιρεία στον κλάδο της. Μέσω των ελεγκτικών και συμβουλευτικών μας υπηρεσιών, με τη βοήθεια όλης της ηγετικής ομάδας της ΕΥ και των στελεχών μας, θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε με αφοσίωση τους πελάτες μας, για να αντιμετωπίσουν τις πολύπλευρες προκλήσεις της σημερινής εποχής, ούτως ώστε να μπορέσουν να διαδραματίσουν τον κρίσιμο ρόλο τους για τη βιώσιμη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Παράλληλα, θα συνεχίσουμε να εξασφαλίζουμε στους ανθρώπους μας, τις προϋποθέσεις, το πλέον κατάλληλο περιβάλλον και τη συνεχή υποστήριξή μας, για να αναπτύσσουν τις δεξιότητές τους, να εξελίσσονται και να ικανοποιούν τις φιλοδοξίες και τους στόχους τους!».

EY: Η Κυριακή Κατσάνη νέα επικεφαλής υπηρεσιών ειδικών ερευνών και εταιρικής συμμόρφωσης στην Ελλάδα

Η κα Κυριακή Κατσάνη αναλαμβάνει νέα Επικεφαλής Υπηρεσιών Ειδικών Ερευνών και Εταιρικής Συμμόρφωσης της ΕΥ Ελλάδος.
Η κα Κατσάνη είναι, μέχρι σήμερα, Director στο τμήμα υπηρεσιών Διασφάλισης & Ειδικών Ερευνών και Εταιρικής Συμμόρφωσης της EY Ελλάδος. Με πάνω από 20 χρόνια επαγγελματική εμπειρία στην παροχή ελεγκτικών και λογιστικών υπηρεσιών, καθώς και υπηρεσιών διασφάλισης, ακεραιότητας και κανονιστικής συμμόρφωσης, η κυρία Κατσάνη έχει συμμετάσχει σε ένα ευρύ φάσμα υποχρεωτικών και ειδικών ελέγχων, ερευνών κατά της εταιρικής απάτης, εταιρικής διακυβέρνησης και υπηρεσιών εσωτερικού ελέγχου σε οργανισμούς υψηλού προφίλ που δραστηριοποιούνται τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην περιοχή της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, σε διάφορους τομείς. Είναι πιστοποιημένη ερευνητής εταιρικής απάτης από το Παγκόσμιο Ινστιτούτο κατά της Απάτης (CFE by ACFE).
Επιπλέον, η κυρία Κατσάνη έχει σημαντική εμπειρία σε έργα εξωτερικού ελέγχου, έχοντας δωδεκαετή εμπειρία στο ελεγκτικό τμήμα της ΕΥ. Είναι κάτοχος του διπλώματος IFRS από το ACCA, καθώς και του Μεταπτυχιακού τίτλου κατάρτισης Ελεγκτών Λογιστών (ΜΕΤΚΕΛ) από το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών Ελλάδος. Διαθέτει άδεια λογιστή Α’ τάξης, ενώ είναι μέλος του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών Ελλάδος και μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδος.
Η κα Κατσάνη θα αναλάβει τα νέα της καθήκοντα την 1η Οκτωβρίου 2022.
Καλωσορίζοντας την κα Κατσάνη στα νέα της καθήκοντα, ο κος Ανδρέας Χατζηδαμιανού, Εταίρος και Επικεφαλής Ελεγκτικών Υπηρεσιών της EY Ελλάδος, δήλωσε: «Εύχομαι στην Κυριακή καλή επιτυχία στον νέο της ρόλο. Είμαι βέβαιος ότι με την ευρεία εμπειρία της στον κλάδο και τη βαθιά της γνώση του αντικειμένου, σε συνδυασμό με τους ανθρώπους, τις τεχνολογίες, τις διαδικασίες και τα εργαλεία του τμήματος, θα βοηθήσει τις ελληνικές επιχειρήσεις να ενσωματώσουν μια κουλτούρα ακεραιότητας στο στρατηγικό τους όραμα και στις καθημερινές τους λειτουργίες, για να ενισχύσουν το μακροπρόθεσμο ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα και να προσφέρουν μεγαλύτερη αξία στους μετόχους».

EY: Αυξημένη διάθεση για επενδύσεις στην τεχνολογία

Οι ηγεσίες των επιχειρήσεων προετοιμάζονται για μια νέα εποχή, όπου οι επιχειρησιακές λειτουργίες, οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων και η αλληλεπίδραση με τους πελάτες και τους εργαζόμενους, θα τροφοδοτούνται από τα δεδομένα. Αυτό προκύπτει από την παγκόσμια έρευνα EY Tech Horizon 2022, στην οποία συμμετείχαν περισσότερα από 1.600 ανώτατα στελέχη επιχειρήσεων από επτά κλάδους της οικονομίας.
Περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες (53%) δήλωσαν ότι τα δεδομένα και τα analytics αποτελούν την πρώτη επενδυτική τους προτεραιότητα, πάνω στην οποία θα δομήσουν τη στρατηγική μετασχηματισμού του οργανισμού τους κατά τα επόμενα δύο χρόνια – το ποσοστό αυτό διαμορφωνόταν στο 35% στην αντίστοιχη έρευνα του 2020. Επικεντρωνόμενες στα δεδομένα, σε συνδυασμό με νέες τεχνολογικές υποδομές cloud (49%), internet of things (42%) και τεχνητής νοημοσύνης (35%), οι ηγεσίες των επιχειρήσεων θέτουν τα ψηφιακά θεμέλια που θα επιτρέψουν στις επενδύσεις τους σε τεχνολογία, να αποδώσουν τη μέγιστη αξία.
Οι επιχειρήσεις σκοπεύουν να παραγάγουν αξία μέσα από αυτές τις επενδύσεις, προβλέποντας τις καταναλωτικές τάσεις και ανάγκες (44%), δημιουργώντας νέα προϊόντα (42%) και βελτιώνοντας υφιστάμενα προϊόντα και επιχειρησιακές λειτουργίες (34%). Ταυτόχρονα, τα ανώτατα στελέχη εκτιμούν ότι υπάρχουν σημαντικά τεχνολογικά εμπόδια στην υλοποίηση των μετασχηματιστικών τους σχεδίων. Περισσότεροι από το ένα τρίτο όσων συμμετείχαν στην έρευνα (35%) ανέφεραν το υψηλός κόστος της τεχνολογίας ως την κορυφαία πρόκληση, ακολουθούμενη από τις περίπλοκες απαιτήσεις ασφαλείας και ιδιωτικότητας (27%) και την πολυπλοκότητα της ενοποίησης πολλαπλών συστημάτων (25%).
Το ανθρώπινο στοιχείο παραμένει στο επίκεντρο της τεχνολογικής αλλαγής
Σύμφωνα με την έρευνα, οι ελλείψεις σε δεξιότητες περιορίζουν τις επιχειρήσεις που θέλουν να κάνουν το επόμενο βήμα και να μετατραπούν σε οργανισμούς τροφοδοτούμενους από τα δεδομένα (data-centric enterprise), με το 71% των ερωτηθέντων να δηλώνουν ότι αυξάνουν τις δαπάνες για την ανάπτυξη τεχνολογικών δεξιοτήτων.
Εμπόδια
Την ίδια στιγμή, όσοι συμμετείχαν στην έρευνα κατέδειξαν ως πρωταρχικά εμπόδια στην πρόσκτηση ψηφιακών δεξιοτήτων, τις προκλήσεις που αφορούν την επιτυχημένη αναβάθμιση των δεξιοτήτων (30%), τη δυσκολία διατήρησης εξειδικευμένου ταλέντου (29%) και τις υψηλές μισθολογικές απαιτήσεις (25%). Δεδομένης της δομικής έλλειψης ταλέντου, η αναβάθμιση των δεξιοτήτων και η διατήρηση εξειδικευμένου ανθρώπινου κεφαλαίου έρχονται στο προσκήνιο, με το 70% των ερωτηθέντων να δηλώνουν ότι επικεντρώνονται στην επανακατάρτιση (re-skilling), παρά στις προσλήψεις.
Σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας, ο κος Λάμπρος Γκόγκος, Εταίρος στο Τμήμα Συμβουλευτικών Υπηρεσιών και Επικεφαλής Τεχνολογικών Λύσεων της EY Ελλάδος, δήλωσε: «Στο αναδυόμενο νέο περιβάλλον, όπου τα δεδομένα θα αποτελούν την κινητήρια δύναμη της οικονομίας, η διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής για τον ψηφιακό μετασχηματισμό, αποτελεί μονόδρομο για τις επιχειρήσεις. Η υλοποίηση, όμως, της στρατηγικής αυτής, απαιτεί την προσέλκυση του κατάλληλου ανθρώπινου δυναμικού και την ενίσχυση των ψηφιακών δεξιοτήτων των σημερινών εργαζόμενων. Αυτή θα αποτελέσει μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις των επόμενων ετών».

EY: Οι Έλληνες καταναλωτές ανήσυχοι και με νέες αγοραστικές συνήθειες, σε ένα διαρκώς πιο αβέβαιο περιβάλλον

Τις επιπτώσεις της εκτίναξης του πληθωρισμού παγκοσμίως, της αβεβαιότητας που προκαλεί ο πόλεμος στην Ουκρανία, σε συνδυασμό με τις παρατεταμένες συνέπειες της πανδημίας στις αγοραστικές συνήθειες, τις αντιλήψεις και τις προσδοκίες των Ελλήνων καταναλωτών καταγράφει η δεύτερη έρευνα, Future Consumer Index Ελλάδα 2022, που παρουσίασε η ΕΥ Ελλάδος. Η έρευνα διεξήχθη, με τη συνεργασία της MRB, σε δείγμα 500 Ελλήνων καταναλωτών, μεταξύ 28 Απριλίου και 5 Μαΐου 2022 και εντάσσεται στην ευρύτερη παγκόσμια έρευνα της ΕΥ, Future Consumer Index, η οποία παρακολουθεί τις καταναλωτικές τάσεις στις σημαντικότερες αγορές του κόσμου από την έναρξη της πανδημίας, και βρίσκεται ήδη στον 10ο κύκλο της.
Η έρευνα αναλύει, μεταξύ άλλων, την πίεση της αύξησης των τιμών στις αγοραστικές συνήθειες και τις προσπάθειες μείωσης και εξορθολογισμού της καταναλωτικής δαπάνης, τον αυξανόμενο ρόλο των μεγάλων εκπτωτικών γεγονότων, την τάση απομάκρυνσης από τις μάρκες και τη στροφή σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, αλλά και τις αυξημένες προσδοκίες των καταναλωτών από τις μάρκες για ηθικές συμπεριφορές, και τη σχετική υποχώρηση των ανησυχιών για την υγεία. Παρακολουθεί, επίσης, τη συνεχιζόμενη στροφή προς τις διαδικτυακές αγορές, την αναζήτηση βελτιωμένων εμπειριών από μεγάλες μερίδες του πληθυσμού, καθώς και τις ανησυχίες για το περιβάλλον και τη βιώσιμη ανάπτυξη, και την επίδρασή τους στα κριτήρια αγορών των καταναλωτών.
Συμπίεση εισοδημάτων και κατανάλωσης
Η έρευνα αποτυπώνει με σαφήνεια την πίεση που ασκούν στην αγοραστική δύναμη, αλλά και την ψυχολογία των καταναλωτών, η σημαντική αύξηση του πληθωρισμού στις παγκόσμιες αγορές και οι ανησυχίες που προκαλεί η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία.
Έχοντας μόλις αφήσει πίσω τους μια δεκαετή περίοδο δημοσιονομικής προσαρμογής, οι Έλληνες καταναλωτές φαίνεται να βιώνουν έντονα τις οικονομικές επιπτώσεις της παρούσας συγκυρίας. Επτά στους δέκα (70% φέτος, από 60% πέρσι) δηλώνουν ότι ξοδεύουν λιγότερα χρήματα σε προϊόντα που δεν είναι πρώτης ανάγκης, ενώ πάνω από τους μισούς καταναλωτές (51% φέτος, από 43% πέρσι) δηλώνουν ότι αγοράζουν μόνο τα απαραίτητα. Σχεδόν στο σύνολο των επιμέρους κατηγοριών προϊόντων, τα ποσοστά όσων δηλώνουν ότι έχουν περιορίσει τις δαπάνες τους εμφανίζονται αυξημένα σε σχέση με το 2021, ενώ το ίδιο ισχύει και για τις εκτιμήσεις σχετικά με την εξέλιξη των δαπανών τους στους επόμενους τέσσερις μήνες. Αντίθετα, οι Έλληνες καταναλωτές εμφανίζονται πιο αισιόδοξοι για το μεσοπρόθεσμο μέλλον, καθώς το ποσοστό όσων προβλέπουν βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης κατά το επόμενο δωδεκάμηνο (29%) συμπίπτει με αυτούς που αναμένουν επιδείνωση.
Είναι σαφές, δηλαδή, ότι η ελληνική κοινωνία υιοθετεί μία συνολική στάση “αναμονής” και “αυτοπεριορισμού”, επιλέγοντας να μειώσει την κατανάλωση, τουλάχιστον προσωρινά, μέχρι να ξεκαθαρίσει το θολό τοπίο και να λήξει η φάση της παγκόσμιας αβεβαιότητας που βιώνει.
Στο περιβάλλον αυτό, η τιμή αναδεικνύεται και φέτος, με διαφορά, ως το σημαντικότερο αγοραστικό κριτήριο, τόσο για το σήμερα (78%), όσο και για την επόμενη τριετία (78%). Ωστόσο, και παρά τις δυσκολίες, συγκεκριμένες ομάδες καταναλωτών εμφανίζονται πρόθυμες να πληρώσουν περισσότερα για επιλεγμένες κατηγορίες προϊόντων και, μάλιστα, σε μεγαλύτερο βαθμό από τους καταναλωτές διεθνώς. Οι νεότερες γενιές είναι πρόθυμες να πληρώσουν περισσότερο για προϊόντα ή υπηρεσίες που προσφέρουν άνεση, πρακτικότητα και ευκολία, η παραγωγική ηλικία 30-49 ετών για καλή εξυπηρέτηση πελατών και εμπειρία, ενώ οι μεγαλύτερης ηλικίας καταναλωτές ακολουθούν πιο συναισθηματικά κριτήρια, δείχνοντας προθυμία να πληρώσουν περισσότερα σε καταστήματα λιανικής της περιοχής τους ή για προϊόντα που παράγονται στη χώρα μας.
Εν αναμονή του επόμενου μεγάλου εκπτωτικού γεγονότος
Στο περιβάλλον αυτό, μεγάλα εκπτωτικά γεγονότα, όπως η Black Friday, οι έκτακτες εκπτώσεις, ή οι στοχευμένες μειώσεις τιμών σε προϊόντα β’ διαλογής, αποκτούν μεγαλύτερη σημασία στη συνείδηση των καταναλωτών, καθώς σημαντικά ποσοστά εναποθέτουν τις ελπίδες τους, ή και το άλλοθι για αυξημένη κατανάλωση, σε παρόμοια γεγονότα.
Δύο στους τρεις (67%), και περισσότεροι μεταξύ των νεότερων ηλικιών, σκοπεύουν να πραγματοποιήσουν αγορές την επόμενη φορά που θα λάβει χώρα ένα μεγάλο αγοραστικό / εκπτωτικό γεγονός, ενώ οκτώ στους δέκα (83%) από αυτούς αναβάλλουν κάποιες αγορές που θέλουν να πραγματοποιήσουν μέχρι τότε. Ωστόσο, μόλις το 15% δηλώνουν ότι θα ξοδέψουν περισσότερα στις εκπτώσεις σε σχέση με πέρσι, έναντι 53% που θα ξοδέψουν τα ίδια και 32% που θα ξοδέψουν λιγότερα.
Οι μάρκες (brands) σε υποχώρηση
Η έρευνα καταγράφει την περαιτέρω αποδυνάμωση της σχέσης του καταναλωτή με τις μάρκες που παρατηρήθηκε στη διάρκεια της πανδημίας. 47% των καταναλωτών δηλώνουν ότι οι μάρκες αποτελούν σήμερα λιγότερο σημαντικό κριτήριο κατά τις αγοραστικές τους αποφάσεις, ενώ το 56% των ερωτώμενων, από 41% πριν έναν χρόνο, αναφέρουν ότι έχουν αλλάξει τα brands που αγοράζουν, είτε για να μειώσουν τα έξοδά τους, είτε γιατί επιλέγουν προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, είτε για να υποστηρίξουν την τοπική οικονομία ή καταστήματα της γειτονιάς τους. Επιπλέον, μόλις το 17% των Ελλήνων καταναλωτών δηλώνουν διατεθειμένοι να πληρώσουν περισσότερα για brands που εμπιστεύονται.
Την ίδια ώρα, αλλάζουν δραστικά οι προσδοκίες από τα brands. Οι καταναλωτές δεν απαιτούν πλέον μόνο προσιτή τιμή, καλή ποιότητα και εξυπηρέτηση, αλλά και μία ισχυρή ηθική υπόσταση που θα ακολουθεί τις κοινωνικές επιταγές, μέσα από τον ισχυρό περιβαλλοντικό και κοινωνικό αντίκτυπο της επιχείρησης. Χαρακτηριστικά, το 72% των ερωτώμενων πιστεύουν ότι τα brands πρέπει να συμπεριφέρονται με ηθικό τρόπο και σύμφωνα με τις προσδοκίες της κοινωνίας, ενώ το 69% θεωρούν ότι η συμπεριφορά μίας επιχείρησης είναι τόσο σημαντική, όσο και τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που προσφέρει, ευρήματα που δημιουργούν για τις επιχειρήσεις και τα brands νέες ευθύνες και προκλήσεις.
Ωστόσο, μόλις 19%, έναντι 38% παγκοσμίως, δηλώνουν ικανοποιημένοι από τις σχετικές δράσεις και πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουν οι μάρκες. Επιπλέον, σε μεγάλα ποσοστά, οι καταναλωτές εμφανίζονται έτοιμοι να “τιμωρήσουν” τα brands που δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες τους, διακόπτοντας ή μειώνοντας τις αγορές τους, ή δημοσιοποιώντας το παράπονό τους.
Το θέμα της υγείας ανησυχεί, αλλά πολύ λιγότερο
Οι Έλληνες καταναλωτές δηλώνουν ότι είναι, πλέον, πολύ πιο σημαντικό αγοραστικό κριτήριο το να είναι ένα προϊόν υγιεινό (61%) και είναι πιο πρόθυμοι να πληρώσουν περισσότερα για προϊόντα που προωθούν την υγεία και την ευεξία (35%), σε σχέση με τους καταναλωτές στον υπόλοιπο κόσμο. Παράλληλα, όμως, εμφανίζονται πιο έτοιμοι από το παγκόσμιο δείγμα να επισκεφτούν ξανά τα φυσικά καταστήματα, υποδηλώνοντας ότι η κοινωνία έχει εξοικειωθεί περισσότερο με την πανδημία.
Τα ζητήματα της υγείας εξακολουθούν να προβληματίζουν τους Έλληνες καταναλωτές, οι ανησυχίες, όμως, έχουν υποχωρήσει, καθώς επισκιάζονται σε μεγάλο βαθμό από τα οικονομικά προβλήματα. Οι ανησυχίες για την υγεία βρίσκονται πλέον στην τρίτη θέση (55%), μετά το κόστος διαβίωσης (74%) και τα οικονομικά (60%), ενώ η ψυχική υγεία ανησυχεί εξίσου με τη σωματική.
Οι online αγορές ήρθαν για να μείνουν
Οι Έλληνες καταναλωτές εξοικειώθηκαν εξ ανάγκης απότομα με το ηλεκτρονικό εμπόριο. Στη φετινή έρευνα, πάνω από τους μισούς (57%) τοποθετούνται θετικά απέναντι στις διαδικτυακές αγορές, και το ποσοστό αυτό κατανέμεται ισομερώς σε όλες τις ηλικιακές ομάδες και κοινωνικές τάξεις. Όταν ρωτήθηκαν πώς θα κάνουν τις αγορές τους, ή θα αναζητήσουν προσφορές κατά το επόμενο μεγάλο εκπτωτικό γεγονός, μόλις 7% απάντησαν “κυρίως ή μόνο σε φυσικά καταστήματα”. Ωστόσο, μια ισχυρή μειοψηφία εξακολουθεί να τηρεί επιφυλακτική στάση απέναντι στις διαδικτυακές αγορές, περισσότερο στα τρόφιμα και είδη σουπερμάρκετ και, σε μικρότερο βαθμό, στα αγαθά διαρκείας.
Την ίδια ώρα, η αγορά φαίνεται να ξεπερνά πολλά από τα αρχικά προβλήματα που προβλημάτιζαν τους καταναλωτές σε σχέση με τις online αγορές. Ιδιαίτερα, οι αργοί χρόνοι παράδοσης και η ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων, που προβλημάτιζαν πέρσι το 49% και 37% των καταναλωτών αντίστοιχα, ανησυχούν σήμερα μόλις έναν στους πέντε. Εξακολουθούν, όμως, να λειτουργούν αποτρεπτικά το υψηλό κόστος παράδοσης (42%) και η δυσκολία στην αλλαγή προϊόντων (29%, με έντονη, όμως, μείωση από το 49% της περσινής έρευνας).
Η αναζήτηση της εμπειρίας μέσα στην κρίση
Σημαντικά μερίδια των Ελλήνων καταναλωτών, ιδιαίτερα στις ηλικίες 30-49 ετών, δηλώνουν ότι θα ήταν πρόθυμοι να πληρώσουν περισσότερα για προϊόντα προσαρμοσμένα στις ατομικές τους ανάγκες και γούστα, και προϊόντα που εξασφαλίζουν άνεση, πρακτικότητα και ευκολία. Είναι ενδεικτικό, επίσης, ότι, παρά την οικονομική στενότητα, ένας στους τέσσερις (26%) σκοπεύει να ξοδέψει περισσότερα σε διακοπές και ταξίδια αναψυχής, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ όλων των επιμέρους κατηγοριών προϊόντων και υπηρεσιών. Μακροπρόθεσμα, ένας στους δύο δηλώνει ότι θα δαπανά περισσότερα σε εμπειρίες, και ένας στους τέσσερις ότι θα κάνει περισσότερες online αγορές και θα επισκέπτεται μόνο καταστήματα που προσφέρουν σπουδαίες εμπειρίες.
Ανησυχία για τη βιώσιμη ανάπτυξη, που δε μεταφράζεται υποχρεωτικά σε πράξεις
38% των καταναλωτών θεωρούν τη βιώσιμη ανάπτυξη σημαντικό παράγοντα κατά τη λήψη αγοραστικών αποφάσεων σήμερα, ενώ, μακροπρόθεσμα, μέσω των επιλογών τους, δύο στους τρεις (64%) δείχνουν να τους απασχολεί ο περιβαλλοντικός αντίκτυπος των αγορών τους. Υψηλά ποσοστά των Ελλήνων καταναλωτών αξιώνουν από τα brands και τις επιχειρήσεις κοινωνικά και περιβαλλοντικά υπεύθυνη συμπεριφορά. Δηλώνουν, επίσης, ότι προσπαθούν να εφαρμόσουν οι ίδιοι έναν πιο βιώσιμο τρόπο ζωής, σε αντίστοιχα ποσοστά με το παγκόσμιο δείγμα, αν και αρκετές από τις απαντήσεις τους δε φαίνεται να επιβεβαιώνονται από τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία. Προβληματίζονται, όμως, για μία σειρά από παράγοντες που τους αποτρέπουν από την αγορά βιώσιμων προϊόντων, όπως – κυρίως – η υψηλή τιμή (74%), αλλά και η αξιοπιστία των πληροφοριών και ισχυρισμών που προβάλλουν σχετικά οι επιχειρήσεις. Είναι, δε, χαρακτηριστικό ότι σχεδόν ένας στους δύο δηλώνει ότι θα μειώσει (37%) ή θα σταματήσει (9%) τις αγορές βιώσιμων προϊόντων κατά τον επόμενο χρόνο, έναντι 19% που θα τις ξεκινήσουν ή θα τις αυξήσουν.
Τυπολογίες καταναλωτών
Με βάση τις προτεραιότητές τους, οι καταναλωτές αυτοπροσδιορίζονται και κατατάσσονται σε πέντε διακριτές τυπολογίες.
Στην πρώτη θέση, όπως και στην περσινή έρευνα Future Consumer Index Ελλάδα 2021, βρίσκεται η τυπολογία Affordability First (33%), που αποτελείται από καταναλωτές που ανησυχούν για τα οικονομικά τους και κάνουν συνετή οικονομική διαχείριση. Στη δεύτερη θέση, από την τέταρτη πέρσι, η ομάδα Experience First (20%), είναι αυτοί που αναζητούν εμπειρίες για να ζουν τη ζωή στο έπακρο, και αναζητούν και πειραματίζονται με το καινούριο. Οι ευαισθητοποιημένοι για τον πλανήτη και το περιβάλλον (Planet First – 19%), βρίσκονται στην τρίτη θέση, ξεπερνώντας την τυπολογία Health first (18%), όσων ανησυχούν για την προσωπική και την οικογενειακή υγεία. Τέλος, η ομάδα που προτάσσει το κοινωνικό σύνολο, Society First (10%), βρίσκεται και φέτος στην τελευταία θέση.
Οι προτάσεις της ΕΥ
Με βάση τα ευρήματα της έρευνας, η ΕΥ καταθέτει μια σειρά από προτάσεις που ελπίζουμε να βοηθήσουν τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς να πλοηγηθούν σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, να αντιμετωπίσουν τα άμεσα πιεστικά προβλήματα και να χαράξουν μια μακροπρόθεσμη στρατηγική ανάπτυξης και μετασχηματισμού.
– Δημιουργία ή συμμετοχή σε οικοσυστήματα αλυσίδων αξίας, με στόχο τη δημιουργία συνεργειών
– Δημιουργία control towers και εξασφάλιση της 100% ορατότητας (visibility) σε όλο το μήκος της αλυσίδας αξίας
– Αύξηση της ικανότητας ανταπόκρισης της επιχείρησης σε αντίξοες συνθήκες και μεταβαλλόμενες καταστάσεις και επανόδου της επιχείρησης σε κανονικές συνθήκες λειτουργίας
– Δημιουργία νέων προϊόντων και αύξηση των υπηρεσιών με λογική προϊόντων
– Ολιστικά επιχειρησιακά προγράμματα μετασχηματισμού σε επίπεδο αναδιοργάνωσης του λειτουργικού μοντέλου, end-to-end αναδιοργάνωσης των διαδικασιών και πλήρους υιοθέτησης και εφαρμογής σύγχρονης τεχνολογίας
– Δημιουργία ή ένταξη σε νέα κανάλια πωλήσεων και ανάπτυξη ψηφιακών εμπειριών σε omni-channel περιβάλλον
– Μετασχηματισμός του ανθρώπινου δυναμικού από απλούς υπαλλήλους σε “επιχειρηματίες”
– Σχεδιασμός και, κυρίαρχα, υλοποίηση ουσιαστικού έργου, αντί απλών εξαγγελιών ή green washing, από τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς για τα θέματα βιώσιμης ανάπτυξης, αποτελεσματικής επικοινωνίας αυτών, εκπαίδευσης και συμμετοχής των καταναλωτών
Σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας, ο κ. Θάνος Μαύρος, Εταίρος της EY Ελλάδος και Επικεφαλής Τομέα Καταναλωτικών Προϊόντων και Λιανεμπορίου της ΕΥ στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, δήλωσε: «Η φετινή μας έρευνα καταγράφει ανάγλυφα την οικονομική αβεβαιότητα των καταναλωτών, την αποστασιοποίησή τους από τις μάρκες, την αναζήτηση πλουσιότερων εμπειριών και τις αυξανόμενες ανησυχίες για τον περιβαλλοντικό αντίκτυπο των αγοραστικών τους επιλογών. Σε αυτό το σύνθετο και ρευστό περιβάλλον, με εξαιρετικά πιθανή την περαιτέρω συμπίεση της κατανάλωσης, οι εταιρείες και οι οργανισμοί θα πρέπει να επιχειρήσουν τη φυγή προς τα εμπρός, και να επιταχύνουν τον ολοκληρωμένο λειτουργικό μετασχηματισμό τους, επενδύοντας στην περαιτέρω ψηφιοποίηση και τη βιώσιμη ανάπτυξη, έχοντας πάντα στο επίκεντρο τον άνθρωπο».

ΕΥ: Χρονιά-ρεκόρ για την παγκόσμια αγορά IPO το 2021, έτος προκλήσεων το 2022

Παρά το αβέβαιο περιβάλλον που υποσχόταν το 2021, η παγκόσμια αγορά δημόσιων εγγραφών απήλαυσε μια εξαιρετική χρονιά, καταγράφοντας ιστορικά υψηλά ως προς τον αριθμό τους και τα έσοδα, ειδικότερα κατά το τέταρτο τρίμηνο. Συνολικά, το 2021 ολοκληρώθηκαν 2.388 συμφωνίες, συγκεντρώνοντας έσοδα $453,3 δισ., με αύξηση 64% και 67% αντίστοιχα σε ετήσια βάση. Αυτά, και άλλα ευρήματα, περιλαμβάνονται στην τριμηνιαία παγκόσμια έκθεση, 2021 EY Global IPO Trends Report, της EY.
Το 2021 ξεκίνησε με την κυκλοφορία εμβολίων για τον COVID-19, την ανάκαμψη των παγκόσμιων οικονομιών και άφθονη ρευστότητα στην αγορά που επιταχύνθηκε από τα κυβερνητικά προγράμματα τόνωσης της οικονομίας, γεγονότα που οδήγησαν σε αισιοδοξία για τις παγκόσμιες δημόσιες εγγραφές. Το τέταρτο τρίμηνο του 2021 ήταν το ιστορικά πιο ενεργό τέταρτο τρίμηνο όσον αφορά τον αριθμό των συμφωνιών, ξεπερνώντας τις επιδόσεις του τέταρτου τριμήνου του 2007, σημειώνοντας αύξηση 16% ως προς τον αριθμό των δημόσιων εγγραφών (621), και 9% ως προς τα έσοδα ($112,2 δισ.), σε σύγκριση με το τέταρτο τρίμηνο του 2020.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, ο κλάδος της τεχνολογίας σημείωσε τον υψηλότερο αριθμό δημόσιων εγγραφών (611) για έκτο συνεχόμενο τρίμηνο και συγκέντρωσε τα υψηλότερα έσοδα ($147,5 δισ.) για έβδομο συνεχόμενο τρίμηνο. Στη δεύτερη θέση βρέθηκε ο κλάδος της υγείας με 376 δημόσιες εγγραφές, οι οποίες συγκέντρωσαν έσοδα $65,4 δισ. Ακολουθεί, σε μικρή απόσταση, η βιομηχανία, με 310 δημόσιες εγγραφές, που συγκέντρωσαν $63,1 δισ.
Xρονιά-ορόσημο για την αμερικανική ήπειρο
Η αμερικανική ήπειρος βίωσε μια θετική χρονιά, ενισχυμένη από τα χαμηλά επιτόκια, την αυξημένη ρευστότητα, τις ανοδικές χρηματιστηριακές αγορές, το βελτιωμένο καταναλωτικό κλίμα και τη συνολική αισιοδοξία που τροφοδοτήθηκε από την κυκλοφορία εμβολίων για τον COVID-19 σε ορισμένες χώρες.
Συνολικά, η περιοχή είδε 528 δημόσιες εγγραφές να αντλούν $174,6 δισ., καταγράφοντας αύξηση 87% και 78% αντίστοιχα. Η υγεία παρέμεινε ο κορυφαίος κλάδος στην περιοχή όσον αφορά τον αριθμό των συναλλαγών, με 172 δημόσιες εγγραφές που συγκέντρωσαν κεφάλαια $32,2 δισ. Ωστόσο, ο κλάδος της τεχνολογίας είχε την κορυφαία απόδοση σε έσοδα, με 152 δημόσιες εγγραφές που συγκέντρωσαν $72,2 δισ.
Μέτρια κέρδη για την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού το 2021
Οι δημόσιες εγγραφές στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού διατήρησαν σταθερό ρυθμό στη διάρκεια του 2021, με τον αριθμό των συμφωνιών (1.136) και τα έσοδα ($169,3 δισ.) να αυξάνονται κατά 28% και 22% αντίστοιχα, σε ετήσια βάση. Αν και αυτά τα κέρδη είναι εντυπωσιακά, εντούτοις αποτελούν μέτρια επίδοση σε σχέση με τα ιστορικά υψηλά επίπεδα που κατέγραψαν οι δημόσιες εγγραφές στην αμερικανική ήπειρο και στην περιοχή της Ευρώπης, Μέσης Ανατολής, Ινδίας και Αφρικής (EMEIA). Όσον αφορά τους επιμέρους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας, η τεχνολογία σημείωσε τον υψηλότερο αριθμό συμφωνιών (257) και συγκέντρωσε τα περισσότερα έσοδα ($45,4 δισ.) κατά τη διάρκεια του έτους.
Οι αγορές δημόσιων εγγραφών της περιοχής EMEIA παρουσίασαν την υψηλότερη ανάπτυξη σε ετήσια βάση
Η περιοχή EMEIA παρουσίασε διακυμάνσεις κατά τη διάρκεια του έτους. Χάρη σε ένα θετικό περιβάλλον για το επιχειρείν, που εξασφάλισε υψηλές αποδόσεις και χαμηλό κίνδυνο, τα χρηματιστήρια της περιοχής απέδωσαν εξαιρετικά καλά, οδηγώντας στον υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης μεταξύ των τριών γεωγραφικών περιοχών που εξετάζει η έκθεση, με αύξηση 158% ως προς τον αριθμό των δημόσιων εγγραφών (724 συμφωνίες) και 214% ως προς τα έσοδα ($109,4 δισ.). Τα αλλεπάλληλα κύματα του COVID-19 στην περιοχή, όμως, και οι διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού, ενδέχεται να εγκυμονούν κινδύνους για το πρώτο τρίμηνο του 2022.
Η Ευρώπη σημείωσε κέρδη, με 485 δημόσιες εγγραφές (αύξηση 154%), αντλώντας έσοδα $81,1 δισ. (αύξηση 195%). Η δραστηριότητα στο Ηνωμένο Βασίλειο παρέμεινε, επίσης, ισχυρή, σημειώνοντας αύξηση 223% ως προς τον αριθμό των συναλλαγών (97 δημόσιες εγγραφές) και 81% ως προς τα έσοδα ($21,2 δισ.).
Προοπτικές πρώτου τριμήνου 2022: Ευκαιρίες για αξιοποίηση των υψηλών αποτιμήσεων, παρά τις ενδείξεις για μελλοντικές αναταράξεις
Η νέα χρονιά αναμένεται να φέρει αντίθετους, αλλά και ούριους ανέμους, γεγονός που πιθανότατα θα επηρεάσει τη δραστηριότητα των δημόσιων εγγραφών. Ένας συνδυασμός γεωπολιτικών εντάσεων, κινδύνων πληθωρισμού και νέων κυμάτων και παραλλαγών της συνεχιζόμενης πανδημίας του COVID-19, που εμποδίζουν την πλήρη οικονομική ανάκαμψη, θα επηρεάσει τις αγορές. Παρ’ όλα αυτά, οι σχετικά υψηλές αποτιμήσεις και η ρευστότητα της αγοράς κρατούν, προς το παρόν, το παράθυρο των δημόσιων εγγραφών ανοιχτό το 2022. Όσοι οργανισμοί εξετάζουν να προβούν σε δημόσια εγγραφή, μπορούν να αναμένουν υψηλότερη αστάθεια της αγοράς, επομένως θα πρέπει να παραμείνουν ευέλικτοι, με ένα εναλλακτικό σχέδιο για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών, σε περίπτωση που το χρονοδιάγραμμα της εγγραφής καθυστερήσει.
Σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας, ο κ. Τάσος Ιωσηφίδης, Εταίρος και Επικεφαλής του Τμήματος Συμβούλων Εταιρικής Στρατηγικής και Συναλλαγών της ΕΥ Ελλάδος, δήλωσε: «Το 2021 διέψευσε τις αρχικές ανησυχίες, με την παγκόσμια δραστηριότητα δημόσιων εγγραφών να καταγράφει σημαντική αύξηση, φτάνοντας σε ιστορικά υψηλά επίπεδα εικοσαετίας, με την βοήθεια της παγκόσμιας οικονομικής ανάκαμψης, του εμβολιαστικού προγράμματος και των μέτρων στήριξης της οικονομίας από κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες.
Η πρόσφατη ανοδική πορεία του Χρηματιστηρίου Αθηνών και άλλων ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών, ενδέχεται να επηρεαστεί από τις εξελίξεις που αφορούν την παραλλαγή Όμικρον, την ενεργειακή κρίση και τις διάφορες γεωπολιτικές εντάσεις, κατά το πρώτο τρίμηνο του 2022. Οι επιχειρήσεις που σχεδιάζουν την εισαγωγή τους στο χρηματιστήριο, παγκοσμίως, αλλά και στην Ελλάδα, θα πρέπει να δείξουν ευελιξία και γρήγορα αντανακλαστικά, αλλά, κυρίως, να είναι σε θέση να πείσουν τους επενδυτές ότι διαθέτουν μια ανθεκτική αναπτυξιακή στρατηγική και πειστικές απαντήσεις στα ζητήματα περιβάλλοντος, κοινωνίας και διακυβέρνησης (ESG)».

Τα δεδομένα καλύπτουν ολόκληρα τα έτη 2012-2021.
Πηγή: Dealogic, EY
Δραστηριότητα δημόσιων εγγραφών τέταρτου τριμήνου

Μήνας / τρίμηνο

Αριθμός δημόσιων εγγραφών

Έσοδα (σε δισ. δολ.)

Οκτώβριος2019

126

$15,8

Νοέμβριος2019

115

$28,3

Δεκέμβριος2019

137

$48,7

Τέταρτο τρίμηνο2019

378

$92,8

Οκτώβριος2020

196

$37,5

Νοέμβριος2020

106

$22,6

Δεκέμβριος2020

233

$42,8

Τέταρτο τρίμηνο2020

535

$102,9

Οκτώβριος2021

178

$38,5

Νοέμβριος2021

238

$45,8

Δεκέμβριος2021

205

$27,9

Τέταρτο τρίμηνο2021

621

$112,2

Πηγή:EY, Dealogic 
Παράρτημα: Παγκόσμια δραστηριότητα δημόσιων εγγραφών ανά κλάδο, Ιανουάριος 2021 – Δεκέμβριος 2021

Κλάδοι

Αριθμός δημόσιων εγγραφών

% επί του συνόλου των δημόσιων εγγραφών

Έσοδα (δισ. δολ.)

% επί του συνόλου των αντληθέντων κεφαλαίων

Καταναλωτικά προϊόντα

168

7,0%

23,7

5,2%

Βασικά καταναλωτικά προϊόντα

131

5,5%

18,0

4,0%

Ενέργεια

143

6,0%

27,2

6,0%

Χρηματοοικονομικές υπηρεσίες

108

4,6%

33,9

7,5%

Υγεία

376

15,7%

65,4

14,4%

Βιομηχανία

310

13,0%

63,1

13,9%

Πρώτες ύλες

303

12,7%

22,8

5,0%

Μέσα ενημέρωσης & ψυχαγωγίας

50

2,1%

6,2

1,4%

Real estate

99

4,1%

14,1

3,1%

Λιανεμπόριο

63

2,6%

15,8

3,5%

Τεχνολογία

611

25,6%

147,5

32,5%

Τηλεπικοινωνίες

26

1,1%

15,6

3,5%

Παγκόσμιο σύνολο

2.388

100,0%

453,3

100,0%

Πηγή: Dealogic, EY (Κάποια μεγέθη πιθανόν να μην αθροίζουν στο 100%, λόγω στρογγυλοποίησης)

Οι 10 κορυφαίες προκλήσεις για τις εταιρείες τηλεπικοινωνιών

Οι μεταβαλλόμενες προσδοκίες των καταναλωτών σχετικά με τη χρήση δεδομένων και την ψηφιακή ευημερία, σε συνδυασμό με τις συχνότερες κυβερνοεπιθέσεις, ωθούν τα θέματα προστασίας της ιδιωτικότητας, της ασφάλειας δεδομένων και της εμπιστοσύνης, από την πέμπτη στη δεύτερη θέση της κατάταξης της EY για τις 10 κορυφαίες προκλήσεις για τις εταιρείες τηλεπικοινωνιών (Top 10 risks in telecommunications 2021).
Η ετήσια έκθεση της EY, κατατάσσει τις πιο σημαντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών, βάσει ανάλυσης των αποτελεσμάτων διάφορων κλαδικών και καταναλωτικών ερευνών που διεξήγαγε η EY.
Με τη ζήτηση για υπηρεσίες σύνδεσης να αυξάνεται συνεχώς, το 75% των παρόχων τηλεπικοινωνιών παρατήρησαν αυξημένα περιστατικά κυβερνοεπιθέσεων τον τελευταίο χρόνο, ενώ το 47% δηλώνουν ότι σήμερα ανησυχούν περισσότερο από ποτέ για τη δυνατότητά τους να διαχειριστούν ανάλογα περιστατικά.
Παράλληλα, ένας νέος κίνδυνος αναδύεται στην πέμπτη θέση της κατάταξης – η κακή διαχείριση της ατζέντας για τη βιώσιμη ανάπτυξη. Αυτός ο κίνδυνος πυροδοτείται, εν μέρει, από τη στάση των καταναλωτών έναντι των εταιρικών γνωστοποιήσεων για θέματα περιβάλλοντος, κοινωνίας και διακυβέρνησης (ESG): για παράδειγμα, το 79% των καταναλωτών στο Ηνωμένο Βασίλειο απαιτούν από τις επιχειρήσεις να κάνουν περισσότερα ώστε να εξασφαλίσουν ότι οι προμηθευτές τους υιοθετούν βιώσιμες ή ηθικές επιχειρηματικές πρακτικές.
Το ζήτημα της βιωσιμότητας «σκαρφαλώνει» και στην ατζέντα των διοικήσεων των εταιρειών. Το 74% των διευθυνόντων συμβούλων εταιρειών τεχνολογίας, media και τηλεπικοινωνιών, αναμένουν οι επιχειρήσεις τους να αναλάβουν προληπτικά την ευθύνη για τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις της δράσης τους.
Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, η αποτυχία εξασφάλισης επαρκούς ακτίνας κάλυψης και ανθεκτικότητας για τις υποδομές δικτύου, παραμένει ο κορυφαίος κίνδυνος για τον κλάδο. Με τους καταναλωτές να δίνουν σήμερα, περισσότερο από ποτέ, μεγαλύτερη έμφαση στη συνδεσιμότητα, ως αποτέλεσμα του COVID-19, η βελτίωση της κάλυψης δικτύου και της ποιότητάς της, παραμένει η μεγαλύτερη πρόκληση που καλούνται να διαχειριστούν οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το 37% των καταναλωτών στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική δηλώνουν ότι οι υψηλότερες ευρυζωνικές ταχύτητες δεν είναι διαθέσιμες στην περιοχή τους, ενώ το οικονομικό κόστος της ανάπτυξης δικτύων σε απομονωμένες περιοχές αποτελεί πρόκληση για τη δημιουργία μιας ψηφιακής κοινωνίας.
Παράλληλα, η αδυναμία κλιμάκωσης δράσεων ψηφιακού μετασχηματισμού, υποχώρησε από τη δεύτερη στην έκτη θέση της κατάταξης. Η έκθεση υπογραμμίζει ότι η πανδημία του COVID-19 υποχρέωσε πολλές εταιρείες τηλεπικοινωνίων να επιταχύνουν τα σχέδια ψηφιακού μετασχηματισμού τους, και ότι οι διευθύνοντες σύμβουλοι των εταιρειών του κλάδου προωθούν την υλοποίηση νέων μετασχηματιστικών πρωτοβουλιών και επενδύσεων. Παρόλα αυτά, παραμένουν κίνδυνοι, καθώς η υλοποίηση πολλαπλών προγραμμάτων μετασχηματισμού απαιτεί την προσοχή των διοικήσεων, ενώ εμμένουν οι προκλήσεις σχετικά με την αποδοχή των ψηφιακών εργαλείων από το ευρύ κοινό.
Πράγματι, το 54% των καταναλωτών παγκοσμίως δηλώνουν ότι προτιμούν ακόμη τα παραδοσιακά τηλεφωνικά κέντρα για την εξυπηρέτηση των ζητημάτων που αντιμετωπίζουν σχετικά με τις ευρυζωνικές συνδέσεις τους.
Την πρώτη της εμφάνιση στην κατάταξη κάνει η αποτυχία περιορισμού των διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα, που καταλαμβάνει την τέταρτη θέση. Η έκθεση σημειώνει ότι η πανδημία έχει θέσει τις εφοδιαστικές αλυσίδες εξοπλισμού δικτύου και χώρων καταναλωτών (customer premise equipment – CPE) υπό μια άνευ προηγουμένου πίεση, με τα επιμέρους lockdowns να περιορίζουν τη διαθεσιμότητα μηχανικών και την υψηλή ζήτηση να προσθέτει στην έλλειψη κυκλωμάτων (chipsets).
Επιπλέον, οι περιορισμοί που θέτουν οι εκάστοτε κυβερνήσεις σε παρόχους υψηλού ρίσκου, συνεχίζουν να διαταράσσουν τα σχέδια εισαγωγής και λειτουργίας δικτύων 5G, καθώς νέες, αναδυόμενες τεχνολογίες διασπούν τις παραδοσιακές εφοδιαστικές αλυσίδες.
Ακολουθεί η πλήρης κατάταξη των 10 κορυφαίων κινδύνων για τις εταιρείες τηλεπικοινωνιών:
1. Αδυναμία επέκτασης κάλυψης δικτύου και εξασφάλισης ανθεκτικότητας υποδομών
2. Λανθασμένη εκτίμηση των μεταβαλλόμενων απαιτήσεων όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικότητας, την ασφάλεια και την εμπιστοσύνη
3. Αδυναμία επανασχεδιασμού της δομής του ανθρώπινου δυναμικού και επαναπροσδιορισμού των δεξιοτήτων του
4. Αδυναμία περιορισμού των διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα
5. Κακή διαχείριση της ατζέντας για τη βιώσιμη ανάπτυξη
6. Αδυναμία κλιμάκωσης δράσεων ψηφιακού μετασχηματισμού
7. Αναποτελεσματική διάδραση με εξωτερικά οικοσυστήματα
8. Αδυναμία μεγιστοποίησης της αξίας των περιουσιακών στοιχείων δικτύου
9. Αδυναμία αξιοποίησης νέων επιχειρηματικών μοντέλων
10. Αδυναμία προσαρμογής σε ένα μεταβαλλόμενο ρυθμιστικό τοπίο.

Διπλή διεθνής διάκριση για την EY στα βραβεία Microsoft Global Partner of the Year 2021

Ο παγκόσμιος οργανισμός της EY απέσπασε διπλή διεθνή διάκριση στα βραβεία Microsoft Global Partner of the Year Awards 2021, με τη Microsoft να αναγνωρίζει την EY ως Παγκόσμιο Συνεργάτη της Χρονιάς στις Συμβουλευτικές Υπηρεσίες (Global Advisory Services Partner of the Year) και ως Παγκόσμιο Συνεργάτη της Χρονιάς στις Εφαρμογές και Λύσεις που βασίζονται στις τεχνολογίες Power Apps και Power Automate (Global Power Apps and Power Automate Partner of the Year).
Ο θεσμός των Microsoft Global Partner of the Year Awards αναγνωρίζει και επιβραβεύει τους συνεργάτες της Microsoft που έχουν αναπτύξει και υλοποιήσει εξαιρετικές λύσεις, που βασίζονται στην τεχνολογία της. Τα βραβεία καλύπτουν ένα εύρος κατηγοριών και τομέων, ενώ οι οργανισμοί που διακρίνονται, επιλέγονται μέσα από ένα σύνολο περισσότερων από 4.400 υποψηφιοτήτων, από περισσότερες από 100 χώρες παγκοσμίως.
Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, η EY βραβεύτηκε ως Παγκόσμιος Συνεργάτης της Χρονιάς στις Συμβουλευτικές Υπηρεσίες, από τη Microsoft. Η διάκριση αυτή, αντικατοπτρίζει τις υψηλής ποιότητας συμβουλευτικές υπηρεσίες που προσφέρουν οι ομάδες της EY παγκοσμίως, αξιοποιώντας τις τεχνολογίες της Microsoft, για να βοηθήσουν τις επιχειρήσεις να ολοκληρώσουν τον ψηφιακό μετασχηματισμό τους. Με τη σύσταση του EY Microsoft Services Group, ο παγκόσμιος οργανισμός της EY επενδύει στις δυνατότητες, στα κεφάλαια και στις λύσεις της Microsoft, με μία εστίαση στις εξειδικευμένες ανάγκες των επιχειρήσεων ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας, υποστηρίζοντας, έτσι, την παραγωγή εξαιρετικών αποτελεσμάτων.
Το βραβείο του Παγκόσμιου Συνεργάτη της Χρονιάς στις Εφαρμογές και Λύσεις που βασίζονται στις τεχνολογίες Power Apps και Power Automate, αναγνωρίζει την αριστεία της EY στην ανάπτυξη καινοτόμων λύσεων αξιοποιώντας τις τεχνολογίες αυτές, για να υποστηρίξει τις επιχειρήσεις και το κοινωνικό σύνολο στη διαχείριση των διάφορων προκλήσεων που αντιμετωπίζουν. Συγκεκριμένα, μέσα από το EY PowerApps Center of Excellence (CoE), και ανταποκρινόμενες στην πανδημία του COVID-19, οι ομάδες της EY ανά τον κόσμο ανέπτυξαν σειρά λύσεων και εφαρμογών, για να βοηθήσουν τις κυβερνήσεις και τους πολίτες να συνδεθούν εν μέσω κρίσης.
Υπενθυμίζεται, επίσης, ότι η EY είχε πρόσφατα διακριθεί από την IDC Marketscape, ως παγκόσμια ηγέτιδα στις υπηρεσίες υλοποίησης τεχνολογιών Microsoft.
Σχολιάζοντας τις νέες διεθνείς διακρίσεις της EY στα βραβεία Microsoft Partner of the Year Awards 2021, ο κος Γιώργος Αποστολάκης, Εταίρος στο Τμήμα Συμβουλευτικών Υπηρεσιών της EY Ελλάδος και υπεύθυνος για τη σχέση της EY με τη Microsoft στην περιοχή της Κεντρικής, Ανατολικής, Νοτιοανατολικής Ευρώπης και Κεντρικής Ασίας (CESA), δήλωσε: «Είμαστε ιδιαίτερα υπερήφανοι για τη διπλή αυτή διεθνή βράβευση από τη Microsoft, και ιδιαίτερα για την αναγνώριση της EY ως Παγκόσμιου Συνεργάτη της Χρονιάς στις Συμβουλευτικές Υπηρεσίες, για δεύτερη συνεχή χρονιά. Η αναγνώριση αυτή έρχεται να επιβεβαιώσει ότι οι ομάδες της ΕΥ, σε ολόκληρο τον κόσμο, συνδυάζουν την άριστη γνώση και κατανόηση της αγοράς με την τεχνογνωσία της Microsoft, για να προσφέρουν καινοτόμες λύσεις που δημιουργούν προστιθέμενη αξία για τους πελάτες μας, στο ταξίδι του ψηφιακού μετασχηματισμού των επιχειρήσεών τους».
Επιπρόσθετα, ο κ. Παναγιώτης Παπαγιαννακόπουλος, Εταίρος στο Τμήμα Συμβουλευτικών Υπηρεσιών της ΕΥ Ελλάδος και υπεύθυνος για τη σχέση της EY με τη Microsoft Ελλάδος, ανέφερε: «Η διπλή διεθνής βράβευση της EY από την Microsoft, ως κορυφαίου συνεργάτη, έρχεται να επιβεβαιώσει την αναγνώριση που απολαμβάνει ο οργανισμός μας από τις επιχειρήσεις, τόσο στην Ελλάδα, όσο και παγκοσμίως, ως κορυφαίος πάροχος συμβουλευτικών υπηρεσιών σε θέματα τεχνολογίας και ψηφιακού μετασχηματισμού. Στην ΕΥ Ελλάδος, δεσμευόμαστε να εμβαθύνουμε διαρκώς την τεχνογνωσία μας και να στηρίζουμε την ανάπτυξη και τον μετασχηματισμό των ελληνικών επιχειρήσεων, παρέχοντας καινοτόμες, ολοκληρωμένες τεχνολογικές λύσεις προστιθέμενης αξίας, μέσα από τις συνεργασίες μας με πρωτοπόρους οργανισμούς, όπως η Microsoft».

EY: Η αυξημένη χρήση ψηφιακών υπηρεσιών στο σπίτι δημιουργεί ανησυχίες για την ποιότητα ζωής και τα προσωπικά δεδομένα

► 41% των ερωτηθέντων ανησυχούν περισσότερο για τον αντίκτυπο του διαδικτύου στην ποιότητα ζωής τους, από ό,τι πριν από την πανδημία► Η ψηφιακή κόπωση οδηγεί το 47% να αναζητήσουν χρόνο μακριά από συσκευές συνδεδεμένες στο internet► 42% πιστεύουν ότι πληρώνουν πολύ παραπάνω από όσο θα έπρεπε, για το περιεχόμενο που καταναλώνουν
Η αυξημένη ανάγκη για ψηφιακές υπηρεσίες από το σπίτι, αναπόφευκτα οδήγησε σε έκρηξη της χρήσης του διαδικτύου, κατά τη διάρκεια της πανδημίας του COVID-19. Ωστόσο, ο αυξημένος βαθμός υιοθέτησης αυτών των υπηρεσιών, συνοδεύεται από τις, επίσης, αυξημένες ανησυχίες των καταναλωτών για τον αντίκτυπό τους στην ποιότητα ζωής, γεγονός που δημιουργεί την επείγουσα ανάγκη μιας νέας προσέγγισης από τους παρόχους. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από το πρώτο μέρος της μελέτης της EY, Decoding the digital home, η οποία αξιολογεί τη στάση καταναλωτών από τον Καναδά, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ, όσον αφορά την ψηφιακή συνδεσιμότητα, την τεχνολογία και την κατανάλωση περιεχομένου.
Με ορισμένες γεωγραφικές διαφοροποιήσεις, η έρευνα διαπιστώνει ότι τα νοικοκυριά υιοθέτησαν μια σειρά υπηρεσιών για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια των επιμέρους lockdowns. Οι βιντεοκλήσεις βρίσκονται στην κορυφή της κατάταξης, με αύξηση του ρυθμού υιοθέτησής τους κατά 25%, με τον ρυθμό υιοθέτησης των διαδικτυακών υπηρεσιών υγείας (20%) και εκπαίδευσης (18%) να έχει, επίσης, αυξηθεί ραγδαία. Ταυτόχρονα, σε όλες τις αγορές όπου διεξήχθη η έρευνα, το 44% των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι οι ανάγκες τους για σύνδεση στο διαδίκτυο έχουν αυξηθεί.
Είναι εντυπωσιακό, ωστόσο, ότι η αυξητική αυτή τάση συνδυάζεται με όλο και περισσότερους προβληματισμούς. Το 41% των ερωτηθέντων ανησυχούν περισσότερο σήμερα για τον αντίκτυπο του διαδικτύου στην ποιότητα ζωής τους, σε σχέση με την περίοδο πριν την πανδημία, ενώ το 39% είναι πολύ προσεκτικοί στη δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων τους στο διαδίκτυο. Χαρακτηριστικά, η ηλικιακή ομάδα 18-34 ανησυχεί περισσότερο για τη δημοσιοποίηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (43%), από ό,τι τα άτομα ηλικίας 45 ετών και άνω (36%).
Ο συσχετισμός μεταξύ ζήτησης και ανησυχιών είναι πιο έντονος μεταξύ των νοικοκυριών με παιδιά, καθώς το 60% των ερωτηθέντων που έχουν παιδιά αναφέρουν ότι οι ανάγκες τους για συνδεσιμότητα έχουν αυξηθεί (έναντι 44% κατά μέσο όρο), και πάνω από τους μισούς (52%) δηλώνουν ότι είναι πολύ πιθανό να εξετάσουν τον αντίκτυπο που έχει το internet στην ποιότητα ζωής τους (έναντι 41% κατά μέσο όρο).
Κορεσμός περιεχομένου και δυσπιστία
Πολλοί ερωτηθέντες βιώνουν σήμερα ψηφιακή κόπωση, σύμφωνα με την έρευνα. Το 47% των ερωτηθέντων δηλώνουν ότι αναζητούν χρόνο αποσύνδεσης από τα smartphones και άλλες συσκευές συνδεδεμένες στο διαδίκτυο, ενώ το 25% θα ήθελαν να μειώσουν τον αριθμό των πλατφορμών streaming που χρησιμοποιούν. Συγχρόνως, 43% πιστεύουν ότι υπάρχουν σήμερα υπερβολικά πολλά πακέτα συνδεσιμότητας και περιεχομένου.
Παράλληλα, περισσότερο από το ένα τρίτο (35%) των ερωτηθέντων ανησυχούν πολύ για το επιβλαβές ή ακατάλληλο περιεχόμενο στο διαδίκτυο και σχεδόν τα μισά νοικοκυριά (49%) υποστηρίζουν την αυστηρότερη ρύθμιση και έλεγχο του διαδικτύου. Το 35% είναι, επίσης, επιφυλακτικοί σχετικά με τη χρήση δικτύων κινητής τηλεφωνίας 5G, παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις.
Η έμφαση στην εξοικονόμηση λειτουργεί αποτρεπτικά για πιθανές θετικές δαπάνες
Σε ορισμένες περιπτώσεις, ο COVID-19 οδήγησε σε αυξημένες προθέσεις για δαπάνες, με το 25% να συμφωνούν ότι η πανδημία έχει κάνει την αναβάθμιση σε δίκτυο 5G πιο ελκυστική και το 20% των ερωτηθέντων να δηλώνουν πλέον πιο πρόθυμοι να πληρώσουν παραπάνω για περιεχόμενο Ultra HD. Ωστόσο, οι προβληματισμοί για τον έλεγχο κόστους και την εξοικονόμηση χρημάτων, είναι πιο έντονοι από τη διάθεση για αναβάθμιση. Το 42% των ερωτηθέντων πιστεύουν ότι ήδη πληρώνουν πάρα πολλά για το περιεχόμενο που καταναλώνουν, ενώ το 53% δηλώνουν ότι προτεραιότητα του νοικοκυριού τους είναι να δαπανούν όσο το δυνατόν λιγότερο σε υπηρεσίες επικοινωνίας. Συνολικά, το 42% των ερωτηθέντων σε όλες τις χώρες που περιλαμβάνει το δείγμα, πιστεύουν ότι ο πάροχος ευρυζωνικών υπηρεσιών που χρησιμοποιούν, δεν κάνει ό,τι μπορεί για να διασφαλίσει ότι απολαμβάνουν το καλύτερο δυνατό πακέτο.
Σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας, ο κος Γιώργος Αποστολάκης, Εταίρος στο Τμήμα Συμβουλευτικών Υπηρεσιών και Επικεφαλής του κλάδου Τεχνολογίας, Media και Τηλεπικοινωνιών της ΕΥ Ελλάδος, δήλωσε: «Η πανδημία έχει αλλάξει δραστικά τις καταναλωτικές συνήθειες, στρέφοντας τους καταναλωτές σε online υπηρεσίες. Η μείωση του ψηφιακού αποκλεισμού είναι ένα θετικό αποτέλεσμα της πανδημίας. Ωστόσο, η αυξημένη χρήση και εξάρτηση από online υπηρεσίες και περιεχόμενο, δημιουργεί ανησυχίες στους καταναλωτές για την ασφάλεια των προσωπικών τους δεδομένων, την ποιότητα ζωής τους, τον κορεσμό περιεχομένου, αλλά και το κόστος των υπηρεσιών. Για να μπορέσουν να αξιοποιήσουν την αναδυόμενη αυτή ευκαιρία που προσφέρει το νέο περιβάλλον, οι πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών και τηλεπικοινωνιών, θα πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη τους προβληματισμούς των καταναλωτών, και να τους πείσουν ότι οι υπηρεσίες και τα προϊόντα τους προσφέρουν πραγματική, προστιθέμενη αξία, σε μία εποχή όπου οι επιλογές είναι πλέον παραπάνω από αρκετές».

Παγκόσμια συμμαχία της EY με τη Fadata για τη βελτίωση της απόδοσης των ασφαλιστικών εταιρειών

Η EY ανακοίνωσε την παγκόσμια συμμαχία της με τη Fadata, ηγέτιδα εταιρεία λογισμικού που εστιάζει σε κεντρικές ασφαλιστικές επιχειρησιακές πλατφόρμες (core insurance operational platforms), με στόχο τη βελτίωση της απόδοσης των ασφαλιστικών εταιρειών μέσω του τεχνολογικού μετασχηματισμού τους, που θα τους επιτρέψει να παρέχουν μια ολοκληρωμένη ψηφιακή εμπειρία στους πελάτες τους.
Η συμμαχία συνδυάζει την εμπειρία της EY στον ασφαλιστικό κλάδο και στην υλοποίηση έργων επιχειρηματικού και τεχνολογικού μετασχηματισμού μεγάλης κλίμακας, με την κεντρική ασφαλιστική επιχειρησιακή τεχνολογία της Fadata. Χρησιμοποιώντας την πλατφόρμα ασφαλιστικών διεργασιών “INSIS” της Fadata, οι δύο οργανισμοί θα βοηθήσουν τους ασφαλιστικούς παρόχους να δημιουργήσουν ευέλικτα και καινοτόμα προϊόντα, λανσάροντάς τα στην αγορά γρηγορότερα και υποστηρίζοντάς τα μέσα από νέα ψηφιακά κανάλια. Μέσα από τις υπηρεσίες της EY και την αξιοποίηση της πλατφόρμας INSIS της Fadata, οι ομάδες των δύο οργανισμών θα μπορούν να υποστηρίζουν τις ασφαλιστικές εταιρείες σε ένα εύρος τομέων, όπως η διοίκηση επιχειρηματικών μονάδων, ο κύκλος ζωής των ασφαλιστικών προϊόντων και η εμπειρία του πελάτη.
Σήμερα, η τεχνολογική εξέλιξη αποτελεί βασική προτεραιότητα των ασφαλιστικών εταιρειών, λόγω των πολλαπλών προκλήσεων που αντιμετωπίζουν στην επιχειρηματική ανάπτυξή τους, τη βελτίωση της επιχειρησιακής τους απόδοσης, την κανονιστική συμμόρφωση και, γενικότερα, την παρακολούθηση των εξελίξεων του κλάδου. Σύμφωνα με την έρευνα της EY, NextWave Insurance: personal lines and small commercial, το 37% των ευρωπαίων καταναλωτών θα άλλαζαν τον ασφαλιστικό τους πάροχο, εάν εκείνος δεν προσέφερε την πιο σύγχρονη τεχνολογία.
Συνεργαζόμενες με τις ομάδες της EY και της Fadata, οι ασφαλιστικές εταιρείες μπορούν να αξιοποιήσουν μία ενιαία πλατφόρμα για τους διάφορους τύπους ασφαλιστικών υπηρεσιών που προσφέρουν, όπως συνταξιοδοτικά προγράμματα και ασφαλίσεις ζωής, υγείας και ζημιών. Η συμμαχία βοηθά τις ασφαλιστικές εταιρείες να παρέχουν κλιμακούμενες και ευέλικτες πλατφόρμες στους πελάτες τους, εξασφαλίζοντας ευρύτερα επιχειρησιακά οφέλη, όπως οικονομική αποδοτικότητα, αυξημένη παραγωγικότητα μέσω αυτοματοποιημένων διεργασιών, τυποποιημένες διαδικασίες συμμόρφωσης και εκσυγχρονισμός των παραδοσιακών τεχνολογικών συστημάτων και υποδομών.
Ο κ. Λάμπρος Γκόγκος, Εταίρος στο Τμήμα Συμβουλευτικών Υπηρεσιών της EY Ελλάδος, Επικεφαλής Ασφαλιστικών Υπηρεσιών EY Ελλάδος και EY Κεντρικής, Ανατολικής, Νοτιοανατολικής Ευρώπης και Κεντρικής Ασίας (CESA), και επικεφαλής της συμμαχίας της EY με τη Fadata, δήλωσε σχετικά: «Η ΕΥ, ως κορυφαίος πάροχος ασφαλιστικών συμβουλευτικών υπηρεσιών στην Ελλάδα, όπως και σε παγκόσμιο επίπεδο, με την εξειδικευμένη τεχνογνωσία της και τις στρατηγικές συμμαχίες που αναπτύσσει, υποστηρίζει τις ασφαλιστικές εταιρείες στον επιχειρησιακό και ψηφιακό τους μετασχηματισμό. Η παγκόσμια συμμαχία με τη Fadata, ηγέτιδα εταιρεία στην ασφαλιστική τεχνολογία, θα βοηθήσει τις ασφαλιστικές εταιρείες με τις οποίες συνεργαζόμαστε να ενισχύσουν την ψηφιακή εμπειρία των καταναλωτών, να δημιουργήσουν νέα, ευέλικτα προϊόντα και να βελτιώσουν τα οικονομικά τους αποτελέσματα μέσα από την ψηφιοποίηση και τον αυτοματισμό των διεργασιών τους».

EY: Οι αποεπενδύσεις παγκοσμίως επιταχύνονται από τον COVID-19

► Το 79% των στελεχών δηλώνουν ότι δεν εξασφάλισαν την προσδοκώμενη τιμή στην πιο πρόσφατη αποεπένδυσή τους► Σε ιστορικά υψηλό επίπεδο (78%) το ποσοστό όσων εκτιμούν ότι διατήρησαν για μεγαλύτερο διάστημα από ό,τι έπρεπε, περιουσιακά στοιχεία που υποαποδίδουν► Το 76% αναμένουν ότι οι συνέπειες της πανδημίας θα επιταχύνουν τα σχέδια αποεπενδύσεων
Παρά την αναμενόμενη ανάκαμψη στην εταιρική δραστηριότητα αποεπενδύσεων, τα στελέχη σε όλον τον κόσμο αναγνωρίζουν ότι η επίτευξη του προσδοκώμενου οφέλους από τις εκποιήσεις περιουσιακών στοιχείων που σχεδιάζουν, αποτελεί πρόκληση, σύμφωνα με την πρόσφατη παγκόσμια μελέτη της EY, 2021 Global Corporate Divestment Study.
Σχεδόν 8 στους 10 ερωτηθέντες (79%) δηλώνουν ότι δεν εξασφάλισαν τις προσδοκώμενες τιμές κατά την πιο πρόσφατη αποεπένδυσή τους. Ταυτόχρονα, περισσότερα από τα τρία τέταρτα (77%) δηλώνουν ότι παραλείψεις στις αναθεωρήσεις χαρτοφυλακίου ή στρατηγικής, είχαν ως αποτέλεσμα την αποτυχία επίτευξης επιθυμητών αποτελεσμάτων κατά τις εκποιήσεις περιουσιακών στοιχείων. Επιπλέον, το 56% των στελεχών δηλώνουν ότι η πιο πρόσφατη αποεπένδυση δεν είχε την προσδοκώμενη επίδραση στην αποτίμηση της ίδιας της επιχείρησής τους (RemainCo).
Η έρευνα της EY σε περισσότερα από 1.000 ανώτατα στελέχη (βαθμίδα C-Suite) παγκοσμίως, αποκαλύπτει ότι περισσότερες εταιρείες από ποτέ (78% – το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί στα εννέα χρόνια διεξαγωγής της έρευνας), διατηρούν επιχειρήσεις ή δραστηριότητες που, ενώ κάποτε ήταν αποφασιστικής σημασίας για το χαρτοφυλάκιό τους, πλέον κρίνονται περιττές.
Καθώς οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην κατανομή κεφαλαίων, η πλειονότητα των ερωτηθέντων (76%) αναμένουν ότι οι συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του COVID-19 θα επιταχύνουν τα σχέδια αποεπενδύσεων, ενώ 56% προγραμματίζουν να πραγματοποιήσουν την επόμενη εκποίηση μέσα στα επόμενα δύο χρόνια, εκμεταλλευόμενοι τις ευκαιρίες που προσφέρει μια ζωηρή αγορά συγχωνεύσεων και εξαγορών (Σ&Ε).
ESG, τεχνολογία και κέρδη καθορίζουν τις αποεπενδύσεις
Παράγοντες που σχετίζονται με το περιβάλλον, την κοινωνία και τη διακυβέρνηση (τα κριτήρια ESG), διαδραματίζουν έναν ολοένα και αυξανόμενο κεντρικό ρόλο στις αποφάσεις για αποεπενδύσεις. Σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις (46%), υποστηρίζουν ότι τα ζητήματα ESG επηρεάζουν άμεσα τις εκποιήσεις, αποτελώντας πολύ σημαντικότερο παράγοντα στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού (84%), από ό,τι στην περιοχή Ευρώπης, Μέσης Ανατολής, Ινδίας και Αφρικής (47%), αλλά και στην αμερικανική ήπειρο (14%). Αυτά τα ευρήματα ευθυγραμμίζονται με τα δεδομένα για τις Σ&Ε κατά το πρώτο τρίμηνο του 2021, που δείχνουν ότι οι τιμές σε συμφωνίες που σχετίζονται με τα κριτήρια ESG και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στο τρίμηνο αυτό, ήταν τρεις φορές υψηλότερες από ό,τι στο σύνολο του 2020. Οι κανονιστικές αλλαγές που απαιτούν από τις επιχειρήσεις να μειώσουν το ανθρακικό τους αποτύπωμα, ενδέχεται να συμβάλλουν σημαντικά στις αποφάσεις για αποεπενδύσεις στην Ευρώπη.
Η έρευνα της ΕΥ έδειξε, επίσης, ότι σχεδόν όλοι οι συμμετέχοντες (94%) επιβεβαιώνουν ότι οι αλλαγές στο τεχνολογικό πεδίο επηρεάζουν άμεσα τα σχέδια εκποιήσεων, σε σχέση με μόλις 59% πριν από την πανδημία.
Τα δύο τρίτα (66%) δηλώνουν ότι η απόφαση για την πιο πρόσφατη εκποίηση τροφοδοτήθηκε από την υποαπόδοση του στοιχείου που αποεπενδύθηκε. Τα κεφάλαια που αντλήθηκαν από εκποιήσεις, διοχετεύθηκαν σε τεχνολογίες που υποστηρίζουν τη βασική δραστηριότητα της επιχείρησης (79%) και σε νέες αγορές, προϊόντα ή γεωγραφικές περιοχές που ισχυροποιούν τη θέση της (65%).
Η ευθυγράμμιση των αποεπενδύσεων με τις στρατηγικές προτεραιότητες της επιχείρησης, κλειδί για τη δημιουργία μακροπρόθεσμης αξίας
Οι Διευθύνοντες Σύμβουλοι πρέπει να καθορίσουν ποιες δραστηριότητες δεν εξυπηρετούν πλέον την εταιρική στρατηγική, λαμβάνοντας υπόψη το κατά πόσο δημιουργούν μακροπρόθεσμη αξία για τα ενδιαφερόμενα μέρη. Το 59% των CEOs αναγνωρίζουν ότι πρέπει να παρέχουν καλύτερη καθοδήγηση σχετικά με το ποιες δραστηριότητες είναι ζωτικής σημασίας και ποιες όχι, ενώ σχεδόν οι μισοί (44%) δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να εξηγήσουν το σκεπτικό τους για αποεπενδύσεις στο Διοικητικό Συμβούλιο και τα βασικά ενδιαφερόμενα μέρη. Ταυτόχρονα, μόλις το 37% θεωρούν ότι η ευθυγράμμιση με το όραμα ή την αποστολή της εταιρείας, αποτελεί παράγοντα για τον προσδιορισμό των εκποιήσεων.
Σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας, ο κος Τάσος Ιωσηφίδης, Εταίρος και Επικεφαλής του Τμήματος Συμβούλων Εταιρικής Στρατηγικής και Συναλλαγών της ΕΥ Ελλάδος, δήλωσε: «Πολλές επιχειρήσεις προσεγγίζουν το ζήτημα των αποεπενδύσεων με βάση βραχυπρόθεσμα οικονομικά κριτήρια. Ωστόσο, οι αποφάσεις αυτές πρέπει να εντάσσονται στην ευρύτερη στρατηγική της επιχείρησης και να συμβάλλουν στον μετασχηματισμό της. Το ίδιο ισχύει και για την αξιοποίηση των εσόδων από τις εκποιήσεις, τα οποία πρέπει να κατανέμονται στην ενίσχυση του ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος της επιχείρησης. Με τις προϋποθέσεις αυτές, οι αποεπενδύσεις μπορούν να ενισχύσουν την ανάπτυξη και να δημιουργήσουν μακροπρόθεσμη αξία για την επιχείρηση και όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη της».