ΙΟΒΕ: Μικρή υποχώρηση του οικονομικού κλίματος τον Μάρτιο

Ο δείκτης οικονομικού κλίματος διέκοψε την ανοδική πορεία των τελευταίων μηνών και υποχώρησε ελαφρά στις 106,8 μονάδες τον Μάρτιο από 107,6 μονάδες τον Φεβρουάριο.
Σύμφωνα με την έρευνα οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ, «αυτή η εξέλιξη είναι αποτέλεσμα της επιδείνωσης των προσδοκιών στη βιομηχανία, καθώς στους υπόλοιπους τομείς οι μεταβολές ήταν ανοδικές, ενώ και η καταναλωτική εμπιστοσύνη βελτιώνεται. Στην Ελλάδα κατά τον προηγούμενο μήνα κυριάρχησε το τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη, ενώ στο παγκόσμιο οικονομικό πεδίο απειλήθηκε δυνητική κρίση στον τραπεζικό τομέα, με έναυσμα την κατάρρευση δύο τραπεζών στις ΗΠΑ και την Ελβετία.
Αν και η επίπτωση των δύο γεγονότων στο επίπεδο της εγχώριας οικονομίας θα μπορούσε να είναι έντονη, αυτό δεν έχει καταγραφεί, τουλάχιστον ακόμη».
Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, «τα κεντρικά δεδομένα της οικονομίας, που προϋπήρχαν αυτών των εξελίξεων, φαίνεται να εξακολουθούν να διατηρούν μάλλον θετικά τις προσδοκίες, όπως συμβαίνει από την αρχή του έτους.
Στο οικονομικό πεδίο, η επίπτωση των υψηλών τιμών ενέργειας έχει αμβλυνθεί, ο πληθωρισμός διατηρείται υψηλά, αλλά έχει πτωτική τάση, οι πρόδρομοι δείκτες για την τουριστική περίοδο είναι ισχυροί και συνολικά η κατανάλωση διατηρείται υψηλά.
Ταυτόχρονα, υπάρχει σημαντική επιβράδυνση της εγχώριας όπως και της ευρωπαϊκής οικονομίας, σε σχέση με πέρυσι, με συνεχιζόμενη άνοδο των επιτοκίων.
Πλέον, ο προγραμματισμός για τις βουλευτικές εκλογές οριστικοποιήθηκε και στο επόμενο διάστημα οι προσδοκίες στην οικονομία θα καθοριστούν κυρίως από τις εκλογικές εξελίξεις και τα χαρακτηριστικά που θα προσδώσει στην οικονομική πολιτική η νέα κυβέρνηση».
Αναλυτικότερα:
– στη βιομηχανία, το αρνητικό ισοζύγιο των εκτιμήσεων για τις παραγγελίες και τη ζήτηση βελτιώθηκε ελαφρά, οι εκτιμήσεις για τα αποθέματα ενισχύθηκαν και οι θετικές προβλέψεις για την παραγωγή τους προσεχείς μήνες ενισχύθηκαν οριακά.
– στις κατασκευές, οι αρνητικές προβλέψεις για την παραγωγή υποχώρησαν σημαντικά ενώ παράλληλα οι ήδη έντονα θετικές προβλέψεις για την απασχόληση βελτιώνονται περαιτέρω.
– στο λιανικό εμπόριο, οι εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις ενισχύθηκαν σημαντικά, με το ύψος των αποθεμάτων να κλιμακώνεται, ενώ οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη των πωλήσεων βελτιώνονται αισθητά.
– στις υπηρεσίες, οι θετικές εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση των επιχειρήσεων υποχώρησαν ελαφρά, εκείνες για τη ζήτηση ενισχύθηκαν ήπια, ενώ αντίθετα οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη της ζήτησης ενισχύθηκαν σημαντικά.
– στην καταναλωτική εμπιστοσύνη, οι αρνητικές προβλέψεις των νοικοκυριών για την οικονομική κατάσταση της χώρας εξασθένισαν ελαφρά, όπως και οι αντίστοιχες για τη δική τους οικονομική κατάσταση. Παράλληλα βελτιώθηκαν οριακά οι προβλέψεις για μείζονες αγορές και ενισχύθηκε ήπια η πρόθεση για αποταμίευση.
Μελέτη ΕΥ – ΙΟΒΕ: Η συνεισφορά των ευρωπαϊκών πηγών άμεσης χρηματοδότησης στην οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας

Μελέτη για την πορεία υλοποίησης των ευρωπαϊκών προγραμμάτων άμεσης χρηματοδότησης στην Ελλάδα κατά την προγραμματική περίοδο 2014-2020, εκπόνησαν η ΕΥ Ελλάδος και το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ). Η μελέτη, η οποία τελεί υπό την αιγίδα της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εξετάζει τον βαθμό στον οποίο η Ελλάδα αξιοποίησε τις ευκαιρίες χρηματοδότησης από αυτά τα προγράμματα, διερευνά ποσοτικά τα ευρύτερα οφέλη για την ελληνική οικονομία και καταλήγει σε μια δέσμη προτάσεων για την ενίσχυση της συμμετοχής των εγχώριων επιχειρήσεων στα προγράμματα άμεσης χρηματοδότησης.
Η μελέτη επικεντρώνεται στα τρία βασικά προγράμματα άμεσης χρηματοδότησης της προηγούμενης προγραμματικής περιόδου, 2014-2020: τα προγράμματα “Ορίζοντας 2020”, “LIFE” και “Erasmus+”, τα οποία παρείχαν σημαντικούς πόρους για περιοχές αυξημένης σημασίας, όπως ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η καινοτομία, η ενεργειακή μετάβαση και η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Mε βάση τα ευρήματα, η Ελλάδα κατατάσσεται αρκετά υψηλά στην αξιοποίηση των πόρων από τα προγράμματα άμεσης χρηματοδότησης, με βάση το ύψος χρηματοδότησης προς το Ακαθάριστο Εγχώριο Εισόδημα κάθε χώρας της Ε.Ε. (5η, 8η και 16η θέση, αντίστοιχα, ανά πρόγραμμα). Ωστόσο, το μερίδιο αξιοποίησης των πόρων από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι σχετικά χαμηλό στην Ελλάδα, ενώ παρατηρείται και υψηλή συγκέντρωση των χρηματοδοτούμενων επιχειρήσεων στην Περιφέρεια Αττικής. Τα ευρήματα της μελέτης παρουσιάστηκαν στη διάρκεια κοινής συνέντευξης τύπου των δύο οργανισμών, με τη συμμετοχή των κ.κ. Γιώργου Παπαδημητρίου, Διευθύνοντος Συμβούλου της ΕΥ Ελλάδος, Νίκου Βέττα, Γενικού Διευθυντή του ΙΟΒΕ και Καθηγητή Οικονομικών στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Βασίλη Τσιάμη, Associate Partner, Τμήμα Συμβούλων Εταιρικής Στρατηγικής και Συναλλαγών της ΕΥ Ελλάδος, και Svetoslav Danchev, Υπεύθυνου Τμήματος Μικροοικονομικής Ανάλυσης και Πολιτικής του ΙΟΒΕ. Στη συνέντευξη τύπου συμμετείχε, επίσης, ο κ. Ιάκωβος Γιακουμής, Ιδρυτής και CEO της Monolithos Catalysts & Recycling Ltd., εταιρείας που εξετάστηκε στη μελέτη ως επιτυχημένο case study αξιοποίησης κοινοτικών χρηματοδοτικών εργαλείων.
Την παρουσίαση της μελέτης προλόγισε σε μήνυμά του από τις Βρυξέλλες, ο Πρέσβης Ιωάννης Βράιλας, Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο οποίος σημείωσε ότι η βέλτιστη αξιοποίηση των χρηματοδοτικών προγραμμάτων της Ε.Ε. και η πλήρης απορρόφηση των διαθέσιμων για τη χώρα μας ευρωπαϊκών πόρων, αποτελεί κυρίαρχη προτεραιότητα της Μόνιμης Αντιπροσωπείας της Ελλάδας στην Ε.Ε. Ειδικότερα για τις επιχειρήσεις, η απορρόφηση ευρωπαϊκών κονδυλίων είναι εξόχως σημαντική. Στόχος είναι η χρηματοδότηση στρατηγικών έργων, η τόνωση της ανταγωνιστικότητας και της ανθεκτικότητας της ελληνικής παραγωγής και η υλοποίηση εθνικών πολιτικών, οι οποίες αφ’ ενός δίνουν έμφαση στην ανάπτυξη καινοτομίας και τεχνολογιών αιχμής στη χώρα μας, αφ’ ετέρου συμβάλουν στην παροχή των λεγόμενων ευρωπαϊκών δημόσιων αγαθών, όπως η δράση για το κλίμα. Ο ίδιος προσωπικά ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος, καθώς και οι αρμόδιοι συνεργάτες του, βρίσκονται πάντα στη διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου, τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα, προκειμένου να ενημερώσουν για τα διάφορα ευρωπαϊκά προγράμματα και να διευκολύνουν την προσπάθεια άντλησης χρηματοδότησης προς όφελος της ελληνικής οικονομίας και, κατ’ επέκταση, της κοινωνίας.
Συγκριτικά χαμηλό το μερίδιο των ιδιωτικών επιχειρήσεων στην αξιοποίηση των πόρωνΚατά το 2014-2020, η χρηματοδότηση ελληνικών φορέων από το πρόγραμμα “Ορίζοντας 2020” για την προώθηση της έρευνας και της καινοτομίας, έφτασε τα €1,7 δισ. Συμμετείχαν 665 εγχώριες ιδιωτικές εταιρείες, οι οποίες έλαβαν το 29,9% του συνόλου χρηματοδότησης – ποσοστό αισθητά χαμηλότερο από τη συμμετοχή των ιδιωτικών επιχειρήσεων στις συνολικές δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη στην Ελλάδα (40,2% το 2020, σε όρους εκτέλεσης). Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι οι ελληνικές ιδιωτικές επιχειρήσεις δεν είχαν εξετάσει και αξιοποιήσει επαρκώς το πρόγραμμα ως εργαλείο χρηματοδότησης, σε αντίθεση με τα δημόσια ερευνητικά ιδρύματα, τα οποία έχουν μεγαλύτερη τεχνογνωσία και εμπειρία στην αξιοποίηση τέτοιων πηγών, απορροφώντας, έτσι, αναλογικά περισσότερους πόρους. Καταγράφεται, επίσης, σημαντική συγκέντρωση της χρηματοδότησης (76,5%) στην Αττική.
Αντίστοιχα, από το πρόγραμμα “LIFE”, η Ελλάδα άντλησε €44,6 εκατ. άμεσης χρηματοδότησης για έργα σε θέματα κλιματικής αλλαγής και προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος. Το 27,2% των χρηματοδοτούμενων φορέων ήταν ιδιωτικές επιχειρήσεις, με το 61,8% του συνόλου των χρηματοδοτούμενων φορέων να βρίσκονται στην Αττική. Τέλος, μέσω του προγράμματος “Erasmus+”, ελληνικοί φορείς συντόνισαν 188 έργα με συνολικό προϋπολογισμό €42,5 εκατ., εκ των οποίων μόλις το 14,7% συντονίστηκαν από εγχώριες επιχειρήσεις.
Πολλαπλασιαστικά οφέλη για τις ελληνικές επιχειρήσεις και την οικονομία
Η μελέτη αναλύει τα σημαντικά οφέλη που δημιουργήθηκαν για τις επιχειρήσεις που συμμετείχαν στα κοινοτικά προγράμματα άμεσης χρηματοδότησης, αλλά και τις πολλαπλασιαστικές επιδράσεις που αυτά είχαν στο σύνολο της οικονομίας, μέσα από την αυξημένη ζήτηση για προϊόντα και υπηρεσίες από άλλους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας. Σύμφωνα με τα ευρήματα, η χρηματοδότηση των εγχώριων επιχειρήσεων μέσα από το πρόγραμμα “Ορίζοντας 2020” δημιούργησε συνολικά περίπου €720 εκατ. σε όρους ΑΕΠ, κατά την προγραμματική περίοδο 2014-2020 (περισσότερα από €100 εκατ. ΑΕΠ ετησίως), υποστηρίζοντας περίπου 2.300 θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης κατά μέσο όρο το ίδιο διάστημα. Εάν, δε, οι ελληνικές επιχειρήσεις είχαν απορροφήσει από το πρόγραμμα “Ορίζοντας 2020” πόρους ανάλογους με το μέγεθος της οικονομίας της χώρας μας, η μέση επίδραση στο ΑΕΠ της Ελλάδας θα είχε ανέλθει στα €190 εκατ. ετησίως, ενώ το αποτύπωμα στην απασχόληση θα είχε διαμορφωθεί σε περίπου 4.200 θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης. Στην ίδια κατεύθυνση, η μελέτη εξετάζει και τέσσερα case studies ελληνικών εταιρειών που αξιοποίησαν επιτυχώς τα εξεταζόμενα χρηματοδοτικά εργαλεία.
Προτάσεις για την ενίσχυση της αξιοποίησης των ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών προγραμμάτων από τις ελληνικές επιχειρήσεις
Για την ενεργότερη συμμετοχή των εγχώριων ιδιωτικών επιχειρήσεων στα κοινοτικά προγράμματα άμεσης χρηματοδότησης και την ενίσχυση των δυνητικών θετικών επιδράσεων των προγραμμάτων αυτών στην οικονομία, η EY και το ΙΟΒΕ ανέπτυξαν δέσμη προτάσεων για αξιοποίηση από την ελληνική επιχειρηματική κοινότητα και Πολιτεία. Ενδεικτικά, οι προτεινόμενες πρωτοβουλίες αφορούν, μεταξύ άλλων, στην:
– Ενίσχυση του ρόλου των Εθνικών Σημείων Επαφής των προγραμμάτων άμεσης χρηματοδότησης, για την αποτελεσματικότερη ενημέρωση του ελληνικού επιχειρηματικού οικοσυστήματος
– Στήριξη της δημιουργίας “συστάδων καινοτομίας” – εντός και εκτός Ελλάδας – για την κοινή συμμετοχή σε χρηματοδοτούμενα έργα
– Παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών ή/και εκπαίδευσης, με την υποστήριξη της Πολιτείας, κατά τα πρότυπα άλλων χωρών, από εξειδικευμένους επαγγελματίες, για την προετοιμασία προτάσεων στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών προγραμμάτων άμεσης χρηματοδότησης
– Ενημέρωση των ιδιωτικών επιχειρήσεων σχετικά με τα οφέλη που προκύπτουν από τον συνδυασμό πηγών άμεσης και έμμεσης χρηματοδότησης (blended funding)
– Δημιουργία κουλτούρας στις ιδιωτικές επιχειρήσεις όσον αφορά στην άμεση χρηματοδότηση από την Ε.Ε., με σκοπό την προετοιμασία τους για μελλοντικά σενάρια, στα οποία η έμμεση ευρωπαϊκή χρηματοδότηση θα είναι στοχευμένη σε λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες ή θα υπάρχει χρηματοδότηση ειδικού σκοπού (π.χ. COVID-19).
Σχολιάζοντας τα ευρήματα της μελέτης, ο κ. Γιώργος Παπαδημητρίου, Διευθύνων Σύμβουλος της ΕΥ Ελλάδος, δήλωσε: «Τα προγράμματα άμεσης χρηματοδότησης της Ε.Ε. συμβάλουν αποφασιστικά στην ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας, καθώς προάγουν την καινοτομία, την επίτευξη περιβαλλοντικών και κοινωνικών στόχων, αλλά και τη διεθνή συνεργασία. Η ενίσχυση της συμμετοχής των ιδιωτικών επιχειρήσεων στα προγράμματα αυτά, μέσα από την ανάληψη δράσεων όπως αυτές που προτείνονται στην παρούσα έκθεση, θα συμβάλει καθοριστικά στην άντληση μεγαλύτερων κεφαλαίων ως ποσοστό του ΑΕΠ της χώρας, αλλά και στον μετασχηματισμό της οικονομίας μας και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της ανθεκτικότητάς της, για να μπορέσει να αντιμετωπίσει της μεγάλες προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας και να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται».
Ο κ. Νίκος Βέττας, Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ και Καθηγητής Οικονομικών στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ανέφερε: «Ελπίζουμε πως η μελέτη θα είναι χρήσιμη σε επιχειρήσεις και άλλους παραγωγικούς και ερευνητικούς φορείς και θα συμβάλει στην ενίσχυση της οικονομίας μέσω της έντασης χρήσης αυτών των δυνατοτήτων χρηματοδότησης. Είναι κρίσιμο ότι η επιτυχία σε αυτά τα προγράμματα προϋποθέτει λειτουργία σε ανταγωνιστικό επίπεδο στο επίπεδο της Ε.Ε., καθώς και διασύνδεση των ελληνικών επιχειρήσεων και φορέων που διεκδικούν τους πόρους με δίκτυα από άλλα κράτη-μέλη. Συνεπώς η επιτυχία στα προγράμματα είναι σύμφυτη με εξωστρέφεια και ανταγωνιστικότητα».
ΙΟΒΕ: Περαιτέρω βελτίωση του δείκτη οικονομικού κλίματος τον Φεβρουάριο

Ο δείκτης οικονομικού κλίματος συνεχίζει την ανοδική του πορεία για τέταρτο στη σειρά μήνα, καθώς ενισχύθηκε και τον Φεβρουάριο και πλέον βρίσκεται στις 107,5 μονάδες έναντι 105,9 μονάδων τον Ιανουάριο.
Όπως σημειώνεται στην έρευνα οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ, η άνοδος προέρχεται από βελτίωση των προσδοκιών σε όλους τους επιχειρηματικούς τομείς, αν και η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχωρεί.
Οι κύριες παράμετροι του διεθνούς περιβάλλοντος φαίνεται να παγιώνονται και οι έως τώρα επιπτώσεις από τον πόλεμο στην Ουκρανία, την κρίση στις αγορές ενέργειας και τον πληθωρισμό έχουν ενσωματωθεί σε μεγάλο βαθμό στις προσδοκίες, για αυτό και οι αντίστοιχοι ευρωπαϊκοί δείκτες παραμένουν αμετάβλητοι αυτόν τον μήνα. Εγχωρίως, η ανοδική τάση συγκλίνει με τα ιστορικά δεδομένα στις περισσότερες προεκλογικές περιόδους, όταν και καταγράφεται γενικά βελτίωση των προσδοκιών για την πορεία της οικονομίας και τη μελλοντική θέση νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Ταυτόχρονα, οι αρχικοί φόβοι για γενικευμένη ύφεση στην Ευρώπη κατά τον χειμώνα δεν επαληθεύτηκαν ενώ υπάρχουν και πρώιμα σημάδια για την ερχόμενη τουριστική περίοδο που είναι θετικότερα του αναμενόμενου. Αν και οι βασικές συνθήκες και περιορισμοί της οικονομίας δεν μεταβάλλονται βραχυπρόθεσμα, οι μετεκλογικές εξελίξεις και η ανάδειξη νέας κυβέρνησης σε εύλογο χρόνο θα αποσαφηνίσουν τα χαρακτηριστικά της επόμενης περιόδου.
Αναλυτικότερα:
– Στη βιομηχανία, το αρνητικό ισοζύγιο των εκτιμήσεων για τις παραγγελίες και τη ζήτηση ενισχύθηκε ελαφρά, οι εκτιμήσεις για τα αποθέματα υποχώρησαν και οι θετικές προβλέψεις για την παραγωγή τους προσεχείς μήνες ενισχύθηκαν αισθητά.
– Στις κατασκευές, οι αρνητικές προβλέψεις για την παραγωγή υποχώρησαν σημαντικά, ενώ παράλληλα οι θετικές προβλέψεις για την απασχόληση βελτιώνονται έντονα.
– Στο λιανικό εμπόριο, οι εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις ενισχύθηκαν σημαντικά, με το ύψος των αποθεμάτων να διατηρείται στα ίδια επίπεδα, ενώ οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη των πωλήσεων βελτιώνονται αισθητά.
– Στις υπηρεσίες, οι θετικές εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση των επιχειρήσεων υποχώρησαν, όπως και εκείνες για τη ζήτηση, ενώ οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη της ζήτησης ενισχύθηκαν σημαντικά.
– Στην καταναλωτική εμπιστοσύνη, οι αρνητικές προβλέψεις των νοικοκυριών για την οικονομική κατάσταση της χώρας ενισχύθηκαν σημαντικά, όπως και οι αντίστοιχες για τη δική τους οικονομική κατάσταση. Παράλληλα επιδεινώθηκαν οριακά οι προβλέψεις για μείζονες αγορές και υποχώρησε ελαφρά η πρόθεση για αποταμίευση.
ΙΟΒΕ: Βελτίωση των προσδοκιών στη βιομηχανία τον Ιανουάριο

Ενισχύθηκε τον Ιανουάριο ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στη βιομηχανία. Συγκεκριμένα διαμορφώθηκε στις 107,4 μονάδες από 100,4 μονάδες τον Δεκέμβριο 2022, στην υψηλότερη επίδοση των τελευταίων επτά μηνών, επίπεδο, όμως, χαμηλότερο από το αντίστοιχο περυσινό (116,8 μονάδες).
Όπως σημειώνεται στο δελτίο εξελίξεων στη βιομηχανία του ΙΟΒΕ, η σταδιακή αποκλιμάκωση των πληθωριστικών πιέσεων περιορίζει την απαισιοδοξία, με τις τιμές, ωστόσο, σε βασικές κατηγορίες αγαθών να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα.
Η αβεβαιότητα για τις οικονομικές εξελίξεις, αλλά και για το ενεργειακό ζήτημα διατηρείται, ενώ με την προεκλογική περίοδο μπορεί να αναμένεται γενικά βελτίωση των προσδοκιών για την πορεία της οικονομίας.
Η βιομηχανική παραγωγή παρέμεινε αμετάβλητη τον Δεκέμβριο σε σύγκριση με τον Νοέμβριο. Επίσης, σημειώθηκε υποχώρηση της βιομηχανικής παραγωγής 1,6% (y-o-y) στην Ελλάδα, έναντι μείωσης 0,5% στην ΕΕ27.
Άνοδος σημειώθηκε στην εγχώρια μεταποίηση 4,2% (y-o-y), νέα ενίσχυση των εξαγωγών της βιομηχανίας, 35,2% τον Νοέμβριο (y-o-y), αλλά και άνοδος εμπορικού ελλείμματος στα 4,1 δισ. ευρώ από 3,4 δισ. ευρώ ένα έτος πριν.
ΙΟΒΕ: Προβλέπει ανάπτυξη 1,4% για την ελληνική οικονομία το 2023

Το ΙΟΒΕ αναθεωρεί προς τα κάτω την εκτίμηση για ανάκαμψη το 2022, σε 5,2%, σε σταθερές τιμές, κυρίως λόγω μικρότερης διεύρυνσης των εξαγωγών (5,8%) και μείωσης της δημόσιας κατανάλωσης (-1,1%), ενώ αναμένεται αύξηση σε ιδιωτική κατανάλωση (7,7%), επενδύσεις (12,1%) και εισαγωγές (9,1%), όπως αναφέρθηκε στη διάρκεια της παρουσίασης της τριμηνιαίας έκθεσης του ΙΟΒΕ για την Ελληνική Οικονομία, την Τρίτη (24/1).
Για το 2023, το ΙΟΒΕ αναμένει ηπιότερη ετήσια ανάπτυξη, κατά 1,4% σε πραγματικούς όρους, κυρίως λόγω επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας, σε συνθήκες υψηλού πληθωρισμού και αβεβαιότητας. Ως προς τις συνιστώσες, οι επενδύσεις αναμένεται να συμβάλουν περισσότερο στην ανάπτυξη, με ετήσια αύξηση 8,5%, ακολουθούμενες από μια σχετικά ανθεκτική, αν και σαφώς ηπιότερη, αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 0,8%. Στον εξωτερικό τομέα, αναμένεται μικρή περαιτέρω επιδείνωση στο ήδη υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, με τις εξαγωγές και τις εισαγωγές να αυξάνονται ετησίως το 2023 κατά 2,1% και 2,7% αντιστοίχως.
Επίσης, εκτιμά ηπιότερη μείωση ποσοστού ανεργίας το γ’ τρίμ. του 2022 στο 11,6% από 13,0% το γ’ τρίμ. του 2021. Η πορεία της απασχόλησης το 2022 καθορίστηκε κυρίως από τις πολύ καλές επιδόσεις του τουρισμού, καθώς και την ικανοποιητική πορεία εξαγωγών, κατανάλωσης και κατασκευών, παρά τον υψηλό πληθωρισμό και το υψηλό ενεργειακό κόστος. Η απασχόληση το 2023 αναμένεται να επηρεαστεί θετικά από την ηπιότερη ενίσχυση των επενδύσεων, την περαιτέρω αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, την ηπιότερη άνοδο κατανάλωσης και εξαγωγών, καθώς και από τον τουρισμό. Οι παράγοντες αυτοί αναμένεται να αντισταθμίσουν μερικώς την – ηπιότερη σε σχέση με το 2022 – άνοδο του πληθωρισμού καθώς και την άνοδο του κόστους δανεισμού. Το ποσοστό ανεργίας το 2022 εκτιμάται ότι κυμάνθηκε στην περιοχή του 12,3%, ενώ το 2023 αναμένεται να διαμορφωθεί στην περιοχή του 11,5%.
Ο ρυθμός μεταβολής του ΓΔΤΚ κατά 9,6% στο σύνολο του 2022 ήταν ο υψηλότερος από το 1994, μετά από ήπια άνοδο 1,2% ένα έτος πριν. Η ισχυρή άνοδος οφείλεται κυρίως στην αυξητική άμεση επίδραση των ενεργειακών αγαθών το πρώτο εννεάμηνο, και των μη ενεργειακών αγαθών το τελευταίο τρίμηνο του 2022. Το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι οι τιμές θα διατηρηθούν σε ηπιότερη ανοδική τροχιά το τρέχον έτος, στην περιοχή του 4%, λόγω κυρίως της ανθεκτικότητας της καταναλωτικής ζήτησης.
Κατά την παρουσίαση της Έκθεσης ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, καθηγητής Νίκος Βέττας, σημείωσε:
•Κατά τη διάρκεια του 2022, η ελληνική οικονομία κατέγραψε ιδιαίτερα σημαντική δυναμική μεγέθυνσης, με τάση εξασθένισης, σε συνέχεια ενός κύκλου διακυμάνσεων που ξεκίνησε με την κρίση της πανδημίας.
•Για την αξιολόγηση της πορείας της οικονομίας βραχυχρόνια, υπάρχουν σημαντικοί θετικοί παράγοντες. Συνολικά, και ξεκινώντας από χαμηλότερη βάση, η οικονομίας μας μπορεί να τρέξει πιο γρήγορα από τον μέσο όρο της Ευρώπης.
•Το συσσωρευμένο δυναμικό της ελληνικής οικονομίας είναι μεγαλύτερο από αυτό στις περισσότερες ευρωπαϊκές. Η ανεργία, και γενικότερα η δεξαμενή ανεκμετάλλευτης εργασίας, παραμένει υψηλή, και ακόμη μεγαλύτερο είναι το επενδυτικό κενό. Το Ταμείο Ανάκαμψης και η λοιπή εισροή ευρωπαϊκών πόρων είναι υψηλής σημασίας και μπορούν να κινητοποιήσουν ευρύτερες επενδύσεις. Εξωστρεφείς επιχειρήσεις, κυρίως μεταποιητικές έχουν τοποθετηθεί σε παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Το δημόσιο χρέος, αν και πολύ υψηλό, είναι προς το παρόν λιγότερο εκτεθειμένο στις αυξήσεις των επιτοκίων από ό,τι άλλων οικονομιών.
•Το εξωτερικό περιβάλλον πιέζει εξαγωγές και επενδύσεις λόγω επιβράδυνσης της ανάκαμψης στην Ευρώπη, συνεχιζόμενης αύξησης των επιτοκίων και υψηλής αβεβαιότητας. Οι οικονομικές αποφάσεις τείνουν να γίνονται με αποφυγή της έκθεσης στον κίνδυνο, και άρα πιο εσωστρεφείς και βραχυπρόθεσμες, ακριβώς το αντίθετο από το επιθυμητό.
•Η σημαντική επιδείνωση στο εμπορικό ισοζύγιο και ο υψηλός δομικός πληθωρισμός αναδεικνύουν συστηματικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Η τάση για διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος καθώς υπάρχει μεγέθυνση αντανακλά σχετικά χαμηλή ανταγωνιστικότητα. Η τάση για άνοδο των κεντρικών τιμών προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς ανακάμπτει η κατανάλωση, υποδηλώνει μικρή δυνατότητα έγκαιρης ανταπόκρισης της παραγωγής και χαμηλή ένταση ανταγωνισμού.
•Κρίσιμο είναι να επιτευχθεί σύντομα αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας στην επενδυτική βαθμίδα. Κάτι τέτοιο αποτελεί θετικό σήμα για τις αγορές, βελτιώνει τις προσδοκίες και οδηγεί στη διεύρυνση της επενδυτικής βάσης και την αποκλιμάκωση του κόστους χρηματοδότησης.
•Η ευστάθεια του δημοσιονομικού ισοζυγίου αποτελεί προϋπόθεση για την συστηματική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.
•Στην πλευρά των φορολογικών εσόδων, στον τρέχοντα χρόνο υπάρχουν τέσσερις θετικές εξελίξεις, από την ίδια τη μεγέθυνση της οικονομίας, από την επίδραση της διάδοσης των ηλεκτρονικών πληρωμών, από τους έμμεσους φόρους λόγω πληθωρισμού και από την φορολογία των εισοδημάτων καθώς εφαρμόζεται μια προοδευτική κλίμακα.
•Στην πλευρά των δημοσίων δαπανών, οι πολιτικές στήριξης μέσω επιδομάτων, πέρα από επιδράσεις στα δημοσιονομικά και μακροοικονομικά ισοζύγια, έχουν παράπλευρες επιδράσεις στην κατανάλωση και τη φορολογική συμμόρφωση.
•Για την Ευρώπη, κομβικός θα είναι ο χειρισμός των επιπτώσεων από το τρίπτυχο της ενεργειακής κρίσης, του πληθωρισμού και της ρωσικής εισβολής. Το πώς θα διαμορφωθούν οι κανόνες για το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο αποτελεί στοίχημα για περαιτέρω δημοσιονομική ολοκλήρωση.
•Για τη χώρα μας, οι βουλευτικές εκλογές σε λίγους μήνες είναι σημαντικές για τη σταθερότητα που θα επιτρέψει σημαντικές επενδύσεις, αλλά και τη διαμόρφωση μεσοπρόθεσμης πολιτικής που θα μπορεί να συνδυάσει δύο επιθυμητά χαρακτηριστικά: σοβαρότητα σε ένα επικίνδυνο περιβάλλον και πρόθεση για μεταρρυθμιστικές τομές.
ΙΟΒΕ: Ενίσχυση των προσδοκιών στη βιομηχανία τον Δεκέμβριο

Ενισχύθηκε τον Δεκέμβριο 2022 ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στη βιομηχανία και συγκεκριμένα στις 100,4 μονάδες, από 95,5 μονάδες τον Νοέμβριο, επίπεδο, όμως, χαμηλότερο από το αντίστοιχο περυσινό (109,1 μονάδες).
Σύμφωνα με το δελτίο εξελίξεων στη βιομηχανία που δημοσίευσε χθες, Δευτέρα (16/1), το ΙΟΒΕ, σημειώθηκε άνοδος της βιομηχανικής παραγωγής κατά 1,1% τον Νοέμβριο σε σύγκριση με τον Οκτώβριο, καθώς και υποχώρηση 1,2% (y-o-y) στην Ελλάδα, έναντι αύξησης 1,6% στην ΕΕ27. Επίσης σημειώθηκε άνοδος για την εγχώρια μεταποίηση 2,5% (y-o-y), νέα αύξηση των εξαγωγών της βιομηχανίας, 29,8% τον Οκτώβριο (y-o-y), αλλά και αύξηση εμπορικού ελλείμματος στα 4,8 δισ. ευρώ από 2,9 δισ. ευρώ ένα έτος πριν.
Ειδικότερα στο τρίτο τρίμηνο του 2022 σημειώθηκε ενίσχυση του δείκτη κύκλου εργασιών της βιομηχανίας 36,4% (y-o-y) στην Ελλάδα έναντι 22,5% στην ΕΕ27 (σταθερές τιμές). Σε τρέχουσες τιμές, καταγράφηκε άνοδος για το σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων 42,8% το τρίτο τρίμηνο του 2022 (y-o-y), σε συνέχεια ανόδου 24,9% ένα έτος πριν. Σημειώνεται ότι κατά το τρίτο τρίμηνο του 2022 η μεταποίηση παρουσίασε την υψηλότερη άνοδο, 44,2% από 3,1% ένα έτος πριν.
ΙΟΒΕ: Βελτίωση του οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα

Σύμφωνα με το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), η μέτρηση προσεγγίζει τα εκ νέου τα επίπεδα του καλοκαιριού και είναι στην ίδια κατεύθυνση με τις εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς ανάλογες ανοδικές τάσεις επικρατούν στις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες, για πρώτη φορά από τον Φεβρουάριο.
Η επίδοση είναι αποτέλεσμα της βελτίωσης των προσδοκιών κυρίως στο Λιανικό εμπόριο και δευτερευόντως στις Υπηρεσίες, αλλά και την ανάκαμψη της καταναλωτικής εμπιστοσύνης.
Στη Βιομηχανία, αντίθετα, οι προσδοκίες είναι σταθερές, ενώ τα Δημόσια έργα παύουν να στηρίζουν τις Κατασκευές, όπου οι προσδοκίες υποχωρούν σημαντικά. Το ενεργειακό ζήτημα εξακολουθεί να προβληματίζει και να δημιουργεί αβεβαιότητες, όπως και το πρόβλημα του επίμονου και υψηλού πληθωρισμού που πλήττει πλέον σχεδόν όλες τις κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών και όλα τα νοικοκυριά, ενόψει και της εορταστικής περιόδου.
Από την άλλη πλευρά, η παρατεταμένη καλοκαιρία καθυστερεί την επίπτωση του αυξημένου κόστους και έχει ευνοήσει τα νοικοκυριά ως προς την θέρμανση, ενώ συνέβαλε και στην παράταση της τουριστικής περιόδου.
Το οικονομικό κλίμα παραμένει, γενικά, ευμετάβλητο και θα εξαρτηθεί τους επόμενους μήνες από τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, ιδίως στο ενεργειακό ζήτημα, όσο και από τις εγχώριες εξελίξεις στην πορεία προς τις βουλευτικές εκλογές.
Αναλυτικότερα:
Στη Βιομηχανία, το αρνητικό ισοζύγιο των εκτιμήσεων για τις παραγγελίες και τη ζήτηση ενισχύθηκε ελαφρά, οι εκτιμήσεις για τα αποθέματα αποκλιμακώθηκαν και οι θετικές προβλέψεις για την παραγωγή τους προσεχείς μήνες ενισχύθηκαν ελαφρά.
Στις Κατασκευές, οι αρνητικές προβλέψεις για την παραγωγή υποχώρησαν, ενώ αντίθετα οι θετικές προβλέψεις για την απασχόληση εξασθένησαν αισθητά.
Στο Λιανικό Εμπόριο, οι εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις βελτιώθηκαν σημαντικά, με το ύψος των αποθεμάτων να αποκλιμακώνεται ελαφρά, ενώ οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη των πωλήσεων ενισχύονται αισθητά.
Στις Υπηρεσίες, οι θετικές εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση των επιχειρήσεων κινήθηκαν έντονα ανοδικά, εκείνες για τη ζήτηση μεταβλήθηκαν ήπια, ενώ οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη της ζήτησης βελτιώθηκαν ελαφρά.
Στην Καταναλωτική Εμπιστοσύνη, οι αρνητικές προβλέψεις των νοικοκυριών για την οικονομική κατάσταση της χώρας υποχώρησαν αισθητά, όπως και οι αντίστοιχες για τη δική τους οικονομική κατάσταση. Παράλληλα βελτιώθηκαν ήπια οι προβλέψεις για μείζονες αγορές και υποχώρησε ελαφρά η πρόθεση για αποταμίευση.
Στο 9,1% ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Οκτώβριο

Στο 9,1% διαμορφώθηκε ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Οκτώβριο από 12% τον Σεπτέμβριο, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.
Παρά την επιδοματική πολιτική, κυρίως στην ενέργεια, η κατάσταση στην αγορά δεν είναι καλή. Οι καταναλωτές δεν μπορούν ή δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν ακόμη και τα βασικά για την επιβίωση, ενώ οι περικοπές στην κατανάλωση φαντάζουν ως η μόνη αποτελεσματική λύση, με τραγικές επιπτώσεις για την ίδια την αγορά και την εθνική οικονομία.
Παρά την πτώση του πληθωρισμού, «τον χορό των αυξήσεων» έσυραν το φυσικό αέριο με 68,4%, παραμένοντας σταθερά (αλλά μειωμένο) ως πρώτο στη λίστα. Ακολουθούν, η μεταφορά επιβατών με ταξί με 32,9%, η μεταφορά επιβατών με αεροπλάνο με 30,6%, η μεταφορά επιβατών με πλοίο με 26,7%, ενώ τα ξενοδοχεία με 20,2%.
Οι τιμές στα στερεά καύσιμα ανέβηκαν κατά 23,3% και στο πετρέλαιο θέρμανσης με 20,8%.
Από εκεί και πέρα, συνεχίζεται το «ράλι» στα τρόφιμα με την συνολική κατηγορία να «ανεβαίνει» κατά 14,8% τον Οκτώβριο, από 13,5% τον Σεπτέμβριο. Σε κάθε περίπτωση παραμένει πάνω από το επίπεδο του μέσου πληθωρισμού. Ειδικότερα, οι τιμές των τροφίμων «τρέχουν» με μεγάλους ρυθμούς.
Όπως φαίνεται, οι τιμές στα γαλακτοκομικά και τα αυγά αυξήθηκαν με 24,2%, με 19,3% στο ψωμί και τα δημητριακά, στα κρέατα με 17,3% και στα είδη ενδιάμεσης κατανάλωσης νοικοκυριού με 16,1%.
Όπως προκύπτει από τη σύγκριση του Γενικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μηνός Οκτωβρίου 2022 με τον αντίστοιχο Δείκτη του Οκτωβρίου 2021, προέκυψε αύξηση 9,1% έναντι αύξησης 3,4% που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση του έτους 2021 με το 2020.
Ο Γενικός ΔΤΚ κατά τον μήνα Οκτώβριο 2022, σε σύγκριση με τον Σεπτέμβριο 2022, παρουσίασε μείωση 1,2% έναντι αύξησης 1,5% που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση του προηγούμενου έτους .
Ο μέσος ΔΤΚ του δωδεκαμήνου Νοεμβρίου 2021 – Οκτωβρίου 2022, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο Δείκτη του δωδεκαμήνου Νοεμβρίου 2020 – Οκτωβρίου 2021, παρουσίασε αύξηση 9,2% έναντι μηδενικής μεταβολής που σημειώθηκε κατά την αντίστοιχη σύγκριση του δωδεκαμήνου Νοεμβρίου 2020 – Οκτωβρίου 2021 με το δωδεκάμηνο Νοεμβρίου 2019 – Οκτωβρίου 2020
Υπενθυμίζεται ότι στο 9,8% «έπεσε» ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Οκτώβριο, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της Eurostat. Παράλληλα, ο δείκτης τιμών καταναλωτή στην ευρωζώνη αυξήθηκε κατά 10,7%, σημειώνοντας νέο ρεκόρ.
Οι προβλέψεις της ΕΕ για Ελλάδα
Με βάση τις προβλέψεις που περιλαμβάνονται στο προσχέδιο του προϋπολογισμού, το 2023 ο πληθωρισμός θα υποχωρήσει στο 3,1% από το 9,1% φέτος.
Το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι οι τιμές θα διατηρηθούν σε ανοδική τροχιά το τρέχον έτος, στην περιοχή του 9,7%, λόγω κυρίως της έντονης ανόδου των τιμών στα ενεργειακά προϊόντα, αλλά και της καταναλωτικής ζήτησης. Για το 2023, και λαμβάνοντας υπόψη τις υποθέσεις και τις τάσεις που διαμορφώνουν τις τιμές προβλέπεται πως ο Γενικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή θα ενισχυθεί στην περιοχή του 4,2%.
Για τον πληθωρισμό στην Ελλάδα, το ΔΝΤ πάντως εκτιμά ότι θα διαμορφωθεί – με βάση τον εναρμονισμένο δείκτη τιμών καταναλωτή που χρησιμοποιεί η Eurostat – σε μέσα επίπεδα εφέτος στο 9,2% για να υποχωρήσει στο 3,2% το 2023 και περαιτέρω στο 1,9% το 2027.
ΙΟΒΕ: Ενίσχυση του δείκτη οικονομικού κλίματος τον Σεπτέμβριο λόγω κατασκευών και τουρισμού

Η άνοδος των επιχειρηματικών προσδοκιών σε κατασκευές και τουρισμό ενίσχυσαν τον δείκτη του οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο 2022. Η άνοδος κινείται κόντρα στην πτώση του οικονομικού κλίματος στην Ευρωζώνη τον Σεπτέμβριο.
Ο δείκτης οικονομικού κλίματος ενισχύθηκε τον Σεπτέμβριο στις 105,1 μονάδες, υψηλότερα από ό,τι τον Ιούλιο και τον Αύγουστο (101,8 μονάδες), αλλά χαμηλότερα έναντι του περυσινού Σεπτεμβρίου. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, επικράτησαν πτωτικές τάσεις, τόσο στην Ευρωζώνη όσο και ευρύτερα στην ΕΕ. Οι επιχειρηματικές προσδοκίες υποχώρησαν ήπια στη Βιομηχανία και το Λιανικό εμπόριο, ενώ σε Κατασκευές και Υπηρεσίες οι προσδοκίες βελτιώνονται. Η βελτίωση του δείκτη αντανακλά κυρίως μια ανοδική «διόρθωση» στον δείκτη της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, ο οποίος είχε υποχωρήσει πολύ έντονα και συστηματικά κατά την προηγούμενη περίοδο. Άλλωστε, τα ελληνικά νοικοκυριά παραμένουν τα πιο απαισιόδοξα στην Ευρώπη και τον Σεπτέμβριο και η βάση σύγκρισης είναι χαμηλή. Επίσης, η θετική πορεία του τουρισμού με τον οποίο συνδέονται άμεσα ή έμμεσα πλήθος ελληνικών νοικοκυριών, φαίνεται να τόνωσε σε κάποιο βαθμό τις προοπτικές της χειμερινής περιόδου, ενώ και οι πολιτικές επιδοματικής στήριξης, στην ενέργεια αλλά και σε άλλους τομείς, φαίνεται πως έχουν επίδραση. Στον επιχειρηματικό τομέα, κινητικότητα υπάρχει κυρίως στον κατασκευαστικό τομέα αλλά και στον σχετικά ετερογενή χώρο των Διάφορων Επιχειρηματικών Υπηρεσιών (όπως στη διαφήμιση, συμβουλευτικές και άλλες υπηρεσίες), καθώς αρκετά έργα του Ταμείου Ανάκαμψης αλλά και του ΕΣΠΑ βρίσκονται ή πλησιάζουν σε στάδιο ωρίμανσης. Σε κάθε περίπτωση, οι αβεβαιότητες για το επόμενο διάστημα είναι ακόμα εξαιρετικά ισχυρές, καθώς τόσο οικονομικά όσο και γεωπολιτικά υπάρχουν υψηλοί κίνδυνοι στο ευρωπαϊκό περιβάλλον.
Αναλυτικότερα:
– στη Βιομηχανία, το αρνητικό ισοζύγιο των εκτιμήσεων για τις παραγγελίες και τη ζήτηση ενισχύθηκε ελαφρά, οι εκτιμήσεις για τα αποθέματα αποκλιμακώθηκαν και οι θετικές προβλέψεις για την παραγωγή τους προσεχείς μήνες υποχώρησαν έντονα.
– στις Κατασκευές, οι αρνητικές προβλέψεις για την παραγωγή ενισχύθηκαν, ενώ αντίθετα οι προβλέψεις για την απασχόληση βελτιώθηκαν αισθητά.
– στο Λιανικό Εμπόριο, οι εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις υποχώρησαν σημαντικά, με το ύψος των αποθεμάτων να κλιμακώνεται έντονα, ενώ οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη των πωλήσεων μεταβάλλονται ήπια.
– στις Υπηρεσίες, οι θετικές εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση των επιχειρήσεων κινήθηκαν έντονα ανοδικά, όπως και εκείνες για τη ζήτηση, ενώ οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη της ζήτησης μεταβλήθηκαν μόνο ελαφρά ανοδικά.
– στην Καταναλωτική Εμπιστοσύνη, οι αρνητικές προβλέψεις των νοικοκυριών για την οικονομική κατάσταση της χώρας παρουσίασαν σημαντική άμβλυνση, όπως και οι αντίστοιχες για τη δική τους οικονομική κατάσταση οι οποίες υποχώρησαν ηπιότερα. Παράλληλα επιδεινώθηκαν ελαφρά οι προβλέψεις για μείζονες αγορές και βελτιώθηκε οριακά η πρόθεση για αποταμίευση.
Ευρωζώνη: Στα χαμηλά Απριλίου 2020 οι προβλέψεις για την οικονομική κατάσταση
Ο δείκτης οικονομικού κλίματος υποχώρησε σημαντικά τον Σεπτέμβριο τόσο στην ΕΕ όσο και στην Ευρωζώνη και διαμορφώθηκε στις 92,6 και τις 93,7 μονάδες αντίστοιχα, από 97,2 και 98,5 μονάδες τον Ιούλιο, σε μια από τις χαμηλότερες επιδόσεις μετά την πανδημία. Η υποχώρηση του δείκτη οφείλεται στην έντονη επιδείνωση των προσδοκιών σε όλους τους τομείς, στη Βιομηχανία, στις Υπηρεσίες, στο Λιανικό εμπόριο και στους Καταναλωτές, ενώ στις Κατασκευές απλώς η επιδείνωση ήταν ηπιότερη. Συγκεκριμένα, στη Βιομηχανία (-3,2) σημειώνεται έντονη επιδείνωση των εκτιμήσεων για την τρέχουσα ζήτηση, καθώς και της παραγωγής τους 3-4 προσεχείς μήνες η οποία διαμορφώθηκε στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 22 μηνών. Στις Υπηρεσίες (-3,7), η επιδείνωση ήταν αποτέλεσμα της υποχώρησης της ζήτησης και της δραστηριότητας εν γένει. Η επιδείνωση των προσδοκιών στο Λιανικό εμπόριο (-1,5 μονάδες) αντανακλά την απαισιοδοξία στις εκτιμήσεις για την τρέχουσα και τη μελλοντική κατάσταση των επιχειρήσεων, αν και τα αποθέματα ενισχύονται αντισταθμίζοντας μερικώς την επιδείνωση. Στις Κατασκευές (-1,2), οι προσδοκίες υποχώρησαν ήπια. Η έντονη επιδείνωση στην καταναλωτική εμπιστοσύνη (-2,6) είναι αποτέλεσμα της αποκλιμάκωσης και των τεσσάρων παραγόντων που συνθέτουν τον δείκτη. Οι προβλέψεις των νοικοκυριών για τη μελλοντική οικονομική τους κατάσταση σημείωσαν νέο ιστορικό ελάχιστο, όπως και οι εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάστασή τους. Παράλληλα, η πρόθεση για μείζονες αγορές και οι προβλέψεις για τη γενική κατάσταση κινήθηκαν χαμηλότερα προσεγγίζοντας ακόμη περισσότερο το ιστορικά χαμηλό του Απριλίου του 2020.
Επιδείνωση των προσδοκιών στη βιομηχανία σύμφωνα με το ΙΟΒΕ

Επιδείνωση των προσδοκιών στη βιομηχανία καταδεικνύει έκθεση του ΙΟΒΕ. Συγκεκριμένα, ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στη βιομηχανία εξασθένισε τον Ιούνιο του τρέχοντος έτους στις 103,9 μονάδες (από 111,4 μονάδες τον Μάιο), επίπεδο χαμηλότερο και από το αντίστοιχο περυσινό (105,3 μονάδες).
Επίσης, σημειώθηκε βελτίωση της βιομηχανικής παραγωγής 2,6% τον Μάιο σε σύγκριση με τον Απρίλιο. Άνοδος 3,2% (y-o-y) στην Ελλάδα, έναντι ανόδου 2,3% στην ΕΕ27, καθώς και νέα άνοδος των εξαγωγών βιομηχανίας 16,4% τον Απρίλιο (y-o-y).
Το εμπορικό έλλειμμα αυξήθηκε στα 3,5 δισ. ευρώ από 2,3 δισ. ευρώ ένα έτος πριν. Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, συνεχίστηκε η εξασθένιση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας τον Μάιο, κατά 9,2% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, παραμένοντας ωστόσο σε υψηλότερα επίπεδα από άλλες ευρωπαϊκές αγορές.
Σημαντική ήταν η συμβολή της βιομηχανίας τροφίμων/ποτών στο σύνολο της μεταποίησης, με προστιθέμενη αξία στα 3,4 δισ. ευρώ, ή 29% στο σύνολο της μεταποίησης το 2019, οριακά ενισχυμένη σε σχέση με το προηγούμενο έτος.
Σημειώνεται ότι η βιομηχανία τροφίμων/ποτών αποτελεί τον μεγαλύτερο εργοδότη της ελληνικής μεταποίησης, με τον αριθμό των απασχολούμενων της να ξεπερνά τους 137,7 χιλ., ενισχυμένο 15% σε σύγκριση με το 2020.
Οι εξαγωγές της βιομηχανίας τροφίμων/ποτών ανήλθαν στο 12,1% του συνόλου των εξαγωγών αγαθών το 2021.