ΙΟΒΕ: Ανάπτυξη 1,8% για την ελληνική οικονομία το 2026 και 2% το 2027

Η οικονομία της Ευρωζώνης κατέγραψε ετήσια μεγέθυνση +0,3% το πρώτο τρίμηνο του 2026, από +1,2% το προηγούμενο τρίμηνο.
Κύρια σημεία της τριμηνιαίας έκθεσης του ΙΟΒΕ για την Ελληνική Οικονομία που παρουσιάστηκε διαδικτυακά στις 16/7/2026: 

Η παγκόσμια οικονομία παρουσιάζει ανθεκτικότητα εν μέσω γεωπολιτικών συγκρούσεων, καθώς συνέχισε να μεγεθύνεται το α΄ τρίμηνο του 2026, με τον ρυθμό ανάπτυξης να ενισχύεται ελαφρώς. Οι οικονομίες των χωρών του ΟΟΣΑ αναπτύχθηκαν με ετήσιο ρυθμό 1,7% το πρώτο τρίμηνο, από 1,6% το προηγούμενο τρίμηνο, αλλά χαμηλότερα από το αντίστοιχο τρίμηνο του 2025 (1,8%). Οι παρατεταμένες πολεμικές επιχειρήσεις και οι εύθραυστες εκεχειρίες στη Μέση Ανατολή, με νέα επεισόδια έντασης να καταγράφονται στις αρχές Ιουλίου, επανέφερε πληθωριστικές πιέσεις, κυρίως μέσα από αυξήσεις στις τιμές ενέργειας, καθώς και καθοδικούς κινδύνους στον ρυθμό μεγέθυνσης για το τρέχον έτος. Οι κεντρικές τράπεζες των κυριότερων οικονομιών προχωρούν σε στοχευμένες προσαρμογές της νομισματικής τους πολιτικής, ισορροπώντας μεταξύ συγκράτησης του πληθωρισμού και στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας. Ειδικό πλαίσιο ανάλυσης αναφέρεται στην διαταραχή στο Στενό του Ορμούζ και τη διαφοροποίηση στις χώρες προέλευσης των ελληνικών εισαγωγών ενέργειας.

Η οικονομία της Ευρωζώνης κατέγραψε ετήσια μεγέθυνση +0,3% το πρώτο τρίμηνο του 2026, από +1,2% το προηγούμενο τρίμηνο. Οι αντίστοιχοι ρυθμοί μεγέθυνσης για την ΕΕ ήταν +0,7% και +1,4%. Βάσει των πλέον πρόσφατων εκτιμήσεων (Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Μάιος 2026), η οικονομία της Ευρωζώνης προβλέπεται να αναπτυχθεί με ρυθμό +0,9% το 2026 και +1,2% το 2027, ενώ αυτή της ΕΕ με ρυθμό +1,1% το 2026 και +1,4% το 2027, που αποτελούν αναθεωρήσεις προς τα κάτω σε σχέση με τις φθινοπωρινές προβλέψεις. Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αναμένεται να ανέλθει στο 3,0% το 2026 και να υποχωρήσει στο 2,3% το 2027 ενώ στην ΕΕ αναμένεται να διαμορφωθεί σε 3,1% το 2026 και 2,4% το 2027. Η ΕΚΤ αύξησε τον Ιούνιο τα βασικά επιτόκια κατά 25 μονάδες βάσης, για πρώτη φορά από το 2023. Η εμπόλεμη σύρραξη στη Μέση Ανατολή έχει σοβαρές επιπτώσεις για την Ευρωπαϊκή οικονομία, κυρίως μέσω της αυξητικής πίεσης στις τιμές των ενεργειακών αγαθών καθώς και της επίδρασης στην αγροτική παραγωγή και βιομηχανία έντασης ενέργειας.
Ήπια επιβράδυνση του ρυθμού μεγέθυνσης του ελληνικού ΑΕΠ στο +2,0% (y-o-y) το α’ τρίμηνο του 2026, έναντι +2,3% το προηγούμενο τρίμηνο, με κόπωση της ιδιωτικής κατανάλωσης (+0,7% από +2,3% y-o-y) και παρά την ανάκαμψη της δημόσιας κατανάλωσης (+1,6% από -2,1% y-o-y). Οι πάγιες επενδύσεις διατήρησαν τη δυναμική του προηγούμενου τριμήνου (+12,1% από +13,0% y-o-y), με παράλληλη στασιμότητα των συνολικών επενδύσεων (+0,0% από +0,4% y-o-y το δ’ τρίμηνο του 2025), λόγω της νέας εντονότερης μείωσης των αποθεμάτων. Το εξωτερικό ισοζύγιο κατέγραψε νέα βελτίωση καθώς οι συνολικές εξαγωγές ενισχύθηκαν (+2,4% έναντι +2,6% το δ’ τρίμηνο του 2025) – με αύξηση τόσο των εξαγωγών αγαθών (+2,8% από +7,0%) όσο και των εξαγωγών υπηρεσιών (+3,1% έναντι -0,5%) – και οι συνολικές εισαγωγές επιβραδύνθηκαν (+0,5% έναντι +1,1%) – με μείωση των εισαγωγών αγαθών (-0,6% από +0,5%) και παρά την άνοδο των εισαγωγών υπηρεσιών (+3,2% έναντι +1,3%). Ειδικό πλαίσιο ανάλυσης αναδεικνύει την πρόσφατη τάση επέκτασης της τουριστικής περιόδου στην Ελλάδα.
Για το 2026, το ΙΟΒΕ διατηρεί την εκτίμησή του για ανάπτυξη +1,8%, ενώ για το 2027 προβλέπει ελαφρά επιτάχυνση της μεγέθυνσης στο +2,0%. Κινητήριος μοχλός αναμένεται να παραμείνει η ιδιωτική κατανάλωση – με προβλεπόμενη άνοδο +1,6% το 2026 και +1,9% το 2027 – στηριζόμενη στην ενίσχυση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος μέσω της ανάκαμψης της απασχόλησης, των αυξήσεων των μισθών, των φορολογικών ελαφρύνσεων και των μέτρων ενεργειακής στήριξης. Η δημόσια κατανάλωση εκτιμάται ότι θα αυξηθεί κατά +2,0% και +1,4% τα δύο έτη αντίστοιχα. Οι επενδύσεις θα διατηρηθούν σε υψηλά επίπεδα, καθώς το ΤΑΑ εισέρχεται στην τελική φάση υλοποίησής του, με πρόσθετη στήριξη από την ισχυρή πιστωτική επέκταση, το ενισχυμένο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και τις αυξημένες εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων. Οι πάγιες επενδύσεις προβλέπεται να αυξηθούν κατά +7,6% το 2026 και +8,5% το 2027, με τις ιδιωτικές επενδύσεις να διαδέχονται σταδιακά τη δυναμική των δημοσίων καθώς ολοκληρώνεται το ΤΑΑ. Οι κυριότεροι κίνδυνοι για την επενδυτική δυναμική συνίστανται στον συστηματικά υψηλότερο πληθωρισμό έναντι του μέσου όρου της Ευρωζώνης, ο οποίος διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα, στο ενδεχόμενο επιβράδυνσης του μεταρρυθμιστικού προγράμματος ενόψει της προεκλογικής περιόδου, και σε πιθανές καθυστερήσεις στην απορρόφηση και αξιοποίηση των πόρων του ΤΑΑ. Το εξωτερικό έλλειμμα εκτιμάται ότι θα διευρυνθεί περαιτέρω τη διετία 2026-2027, κυρίως λόγω της ανόδου των εισαγωγών που τροφοδοτεί η υψηλής εισαγωγικής έντασης επενδυτική δραστηριότητα, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις του πολέμου στο διεθνές εμπόριο: οι εισαγωγές προβλέπεται να αυξηθούν κατά +3,0% το 2026 και +4,2% το 2027, ταχύτερα από τις εξαγωγές, +2,0% και +2,5% αντίστοιχα.
Η εκτέλεση του προϋπολογισμού σε ταμειακή βάση για το πρώτο πεντάμηνο του 2026 κινήθηκε καλύτερα από τον στόχο, αλλά μέρος της υπεραπόδοσης οφείλεται σε ετεροχρονισμούς πληρωμών και εισπράξεων. Καταγράφηκε πλεόνασμα €103 εκατ. (0,0% του ΑΕΠ) και πρωτογενές πλεόνασμα ύψους €3.650 εκατ. (1,4% του ΑΕΠ), σε τροποποιημένη ταμειακή βάση. Στο σύνολο του 2025, η γενική κυβέρνηση κατέγραψε δημοσιονομική υπεραπόδοση και βελτίωση σε σχέση με το 2024, με δημοσιονομικό πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ, και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ, έναντι στόχων για έλλειμμα 0,6% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 2,4% του ΑΕΠ αντίστοιχα. Παράλληλα, το χρέος γενικής κυβέρνησης μειώθηκε από 154,2% το 2024 σε 146,1% το 2025, με μείωση σε απόλυτους όρους από €364.964 εκατ. σε €362.925 εκατ. Θετική πρόσφατη εξέλιξη ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε τον Ιούνιο πως η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον Μακροοικονομικές Ανισορροπίες, αφαιρώντας τη χώρα από τη σχετική κατηγορία παρακολούθησης για πρώτη φορά μετά το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης χρέους.
Στο α’ τρίμηνο του 2026 το ποσοστό ανεργίας ανέκοψε την πτωτική του πορεία, παρουσιάζοντας μικρή αύξηση στο 10,6% από 10,4% ένα έτος νωρίτερα. Δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών, επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες καθώς και ο τομέας της μεταποίησης κατέγραψαν τη μεγαλύτερη ετήσια άνοδο στην απασχόληση. Στα θετικά, το ποσοστό απασχόλησης του ηλικιακά ενεργού πληθυσμού αυξήθηκε σε ετήσια βάση, μειώνοντας την απόκλιση από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Αντίστοιχα, η συμμετοχή στην εργασία παρουσίασε άνοδο, ενώ ο δείκτης μισθολογικού κόστους συνέχισε την αυξητική του τάση ετησίως αλλά και συγκριτικά με το προηγούμενο τρίμηνο. Ειδικό πλαίσιο ανάλυσης αποτυπώνει τη διαχρονική εξέλιξη στο μερίδιο των «ανενεργών» νέων, δηλαδή εκείνων που είναι εκτός απασχόλησης και προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης. Η περαιτέρω μείωση της ανεργίας αναμένεται βραδύτερη, καθώς η κυκλική ανεργία είναι ήδη σημαντικά περιορισμένη. Η απασχόληση αναμένεται να ενισχυθεί ηπιότερα το 2026 και το 2027, λόγω της ανοδικής τάσης σε κατανάλωση, επενδύσεις, εξαγωγές και σε επιμέρους τομείς της βιομηχανίας και των υπηρεσιών. Το ποσοστό ανεργίας, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΙΟΒΕ, αναμένεται να διαμορφωθεί στην περιοχή του 8,7% το 2026 και 8,2% το 2027.
Ο ρυθμός μεταβολής του εγχώριου ΔΤΚ διαμορφώθηκε στο 4% το α’ εξάμηνο του 2026 (3,8% για τον ΕνΔΤΚ), από άνοδο 2,5% (2,9% για τον ΕνΔΤΚ) κατά το προηγούμενο έτος. Η ενίσχυση του πληθωρισμού ήταν ισχυρότερη κατά το β’ τρίμηνο, με τον ΔΤΚ να αυξάνεται κατά σχεδόν 5% (4,4% για τον ΕνΔΤΚ) σε ετήσια βάση, έναντι αύξησης 3% (3,2% για τον ΕνΔΤΚ) κατά το α’ τρίμηνο. Ενίσχυση των τιμών παρατηρήθηκε τόσο σε κλάδους αγαθών, όπως η διατροφή, όσο και υπηρεσιών, όπως η διαμονή και η εστίαση, η στέγαση, και οι μεταφορές, ως απόρροια της αύξησης των τιμών ενέργειας, λόγω του πολέμου ΗΠΑ – Ιράν. Σχετικά με την εξέλιξη του πληθωρισμού, το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι οι τιμές θα κινηθούν σε εντονότερα ανοδική τροχιά, με ρυθμό πληθωρισμού στην περιοχή του 3,7% το 2026, κυρίως λόγω της ενίσχυσης της τιμής των ενεργειακών αγαθών, καθώς και των δευτερογενών επιδράσεων τους στις αλυσίδες παραγωγής, λόγω του πολέμου στην Μέση Ανατολή. Εάν η συμφωνηθείσα εκεχειρία παραμείνει σε ισχύ, οδηγώντας ίσως σε μια μόνιμη συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ – Ιράν, και οι μειωμένες τιμές ενέργειας διατηρηθούν, προβλέπεται σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού το 2027 στην περιοχή του 2,7%. Ωστόσο, η αβεβαιότητα γύρω από την εξέλιξη των τιμών είναι ιδιαίτερα έντονη, με μία πιθανή ανάφλεξη των πολεμικών συγκρούσεων να αναμένεται να ασκήσει περαιτέρω θετικές πιέσεις στις τιμές.
Στο τραπεζικό σύστημα, μεταξύ των θετικών τάσεων στο πρώτο πεντάμηνο του 2026, καταγράφηκε σημαντική αύξηση των ιδιωτικών καταθέσεων, υψηλή πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις, σταδιακά αυξανόμενη πιστωτική επέκταση προς τα νοικοκυριά, ενώ, παρά τη διεθνή άνοδο του κόστους χρήματος, διατηρήθηκε σχετικά σταθερό το διαφορικό κόστος νέου δανεισμού του δημοσίου τομέα με άλλες χώρες της ΕΖ. Το ποσοστό των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ) στα βιβλία των τραπεζών παραμένει χαμηλό συγκριτικά με την περασμένη δεκαετία, παρά την οριακή αύξηση το α΄ τρίμηνο του 2026. Μεταξύ των προκλήσεων στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, το κόστος νέας χρηματοδότησης ιδιωτικού και δημοσίου τομέα αυξήθηκε το δεύτερο τρίμηνο του έτους, η ζήτηση για στεγαστικά δάνεια παραμένει αδύναμη, το ποσοστό των κόκκινων δανείων εκτός τραπεζικών ισολογισμών παραμένει υψηλό, όπως και το μερίδιο αναβαλλόμενης φορολογίας στα ίδια κεφάλαια των τραπεζών.

ΙΟΒΕ: Επιδείνωση του οικονομικού κλίματος τον Φεβρουάριο

Επιδεινώθηκε το οικονομικό κλίμα τον Φεβρουάριο σύμφωνα ε τα αποτελέσματα της έρευνας οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ. Ο σχετικός δείκτης έκλεισε στις 106,9 μονάδες από τις 108,6 μονάδες τον προηγούμενο μήνα και επανήλθε ουσιαστικά στα επίπεδα που βρισκόταν στο τέλος του προηγούμενου έτους.
Η υποχώρηση του δείκτη προέρχεται, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, από τις κατασκευές και τις υπηρεσίες, ενώ η βιομηχανία, το λιανικό εμπόριο, αλλά και η καταναλωτική εμπιστοσύνη, βελτιώνονται οριακά.
«Άλλωστε, οι κύριες τάσεις της εγχώριας οικονομίας δεν έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά το τελευταίο διάστημα, με αποτέλεσμα οι σχετικές επιχειρηματικές προσδοκίες να επηρεάζονται περισσότερο από επιμέρους συγκυριακά κλαδικά χαρακτηριστικά. Οι αβεβαιότητες του διεθνούς περιβάλλοντος παραμένουν, γεγονός που επηρεάζει τις εξωστρεφείς επιχειρήσεις που είναι, όμως, υψηλής σημασίας στο παραγωγικό μας σύστημα.
Παράλληλα, τα νοικοκυριά παραμένουν απαισιόδοξα με μικρές μεταβολές από έντονη δυσαρέσκεια σε ηπιότερη, είτε για τα στενά οικονομικά τους, είτε ευρύτερα για την οικονομία.
Προσεχώς, το οικονομικό κλίμα θα διαμορφωθεί τόσο από τις εγχώριες εξελίξεις, κυρίως από τον ρυθμό αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού και περαιτέρω μείωσης της ανεργίας αλλά και τη γενικότερη δυναμική που θα διαγράφεται στην οικονομία, όσο και από αναταράξεις στο ευρωπαϊκό και διεθνές οικονομικό περιβάλλον που ενδέχεται να είναι έντονες» τονίζεται στην έρευνα του ΙΟΒΕ. Αναλυτικότερα:
-στη βιομηχανία, το αρνητικό ισοζύγιο των εκτιμήσεων για τις παραγγελίες και τη ζήτηση ενισχύθηκε ελαφρά, οι εκτιμήσεις για τα αποθέματα διατηρήθηκαν, ενώ οι θετικές προβλέψεις για την παραγωγή τους προσεχείς μήνες βελτιώθηκαν αισθητά.
– στις κατασκευές, οι αρνητικές προβλέψεις για πρόγραμμα εργασιών των επιχειρήσεων ενισχύθηκαν, ενώ παράλληλα οι θετικές προβλέψεις για την απασχόληση εξασθένισαν σημαντικά.
– στο λιανικό εμπόριο, οι εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις ενισχύονται ελαφρά, με το ύψος των αποθεμάτων να διατηρείται αμετάβλητο και τις προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη των πωλήσεων να βελτιώνονται σημαντικά.
– στις υπηρεσίες, οι θετικές εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση των επιχειρήσεων υποχώρησαν έντονα, ενώ παράλληλα εξασθενούν ήπια οι εκτιμήσεις για την τρέχουσα ζήτηση με τις προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη της ζήτησης να κλιμακώνονται σημαντικά.
– στην καταναλωτική εμπιστοσύνη, οι αρνητικές προβλέψεις των νοικοκυριών για την οικονομική κατάσταση της χώρας αμβλύνθηκαν, ενώ αντίθετα διατηρήθηκαν οι αντίστοιχες για τη δική τους οικονομική κατάσταση. Παράλληλα, βελτιώθηκαν σημαντικά οι προβλέψεις για μείζονες αγορές ενώ ενισχύθηκε η πρόθεση για αποταμίευση.

ΙΟΒΕ: Βελτίωση του οικονομικού κλίματος τον Ιανουάριο

Βελτίωση παρουσίασε τον Ιανουάριο το οικονομικό κλίμα, με τον σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στις 108,6 από τις 106,4 μονάδες τον προηγούμενο μήνα.
Σύμφωνα με έρευνα οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ, η άνοδος του δείκτη προέρχεται κυρίως από τη βιομηχανία και τις κατασκευές, με τις υπηρεσίες και την καταναλωτική εμπιστοσύνη να βελτιώνονται ηπιότερα και μόνο το λιανικό εμπόριο να υποχωρεί μετά την εορταστική περίοδο.
Στην πλευρά των νοικοκυριών καταγράφεται μικρότερη απαισιοδοξία, με το πρόβλημα της ακρίβειας, ωστόσο, να εξακολουθεί να επιβαρύνει τις προσδοκίες.
Όπως επισημαίνεται στην ίδια έρευνα «συνολικά στην οικονομία υπάρχει θετική τάση, καθώς οι ρυθμοί μεγέθυνσης δεν καταγράφουν τάσεις υποχώρησης παραμένοντας υψηλότερα από τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους. Παράλληλα, ο πληθωρισμός υποχωρεί και αναμένεται να κινηθεί στο τρέχον έτος χαμηλότερα από ό,τι στο προηγούμενο, ενώ συνεχίζεται η μείωση της ανεργίας, συμβάλλοντας θετικά στο πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών.
Ταυτόχρονα, όμως, το επίπεδο των εισοδημάτων και συνολικά της οικονομίας παραμένει ακόμη σχετικά χαμηλό, και θα μπορεί να ανέλθει πιο γρήγορα, μετά την υποχώρηση κατά τη βαθιά κρίση, μόνο εάν υπάρξουν περαιτέρω παρεμβάσεις για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα και των αγορών.
Σαφώς, επίσης, υπάρχουν πηγές αβεβαιότητας στο εξωτερικό περιβάλλον, καθώς η Ευρώπη αναζητά προσανατολισμό, ενώ η υιοθέτηση μέτρων οικονομικής πολιτικής από τον νέο πρόεδρο στις ΗΠΑ που αμφισβητούν τα δεδομένα των τελευταίων δεκαετιών στο διεθνές εμπόριο, μπορεί να προκαλέσουν αναταράξεις που θα επηρεάσουν και τη δική μας οικονομία.
Ο συνδυασμός τάσεων στο εξωτερικό περιβάλλον και η επιλογή κατευθύνσεων πολιτικής εγχωρίως θα συνδιαμορφώσουν το οικονομικό κλίμα κατά τους επόμενους μήνες». Αναλυτικότερα:
-στη βιομηχανία, το αρνητικό ισοζύγιο των εκτιμήσεων για τις παραγγελίες και τη ζήτηση εξασθένισε οριακά, οι εκτιμήσεις για τα αποθέματα διατηρήθηκαν, ενώ οι θετικές προβλέψεις για την παραγωγή τους προσεχείς μήνες ενισχύθηκαν σημαντικά.
– στις κατασκευές, οι αρνητικές προβλέψεις για πρόγραμμα εργασιών των επιχειρήσεων αμβλύνθηκαν ήπια, ενώ παράλληλα οι θετικές προβλέψεις για την απασχόληση ενισχύθηκαν σημαντικά.
– στο λιανικό εμπόριο, οι εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις ενισχύονται ελαφρά, με το ύψος των αποθεμάτων να κλιμακώνεται ήπια και τις προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη των πωλήσεων να υποχωρούν έντονα.
– στις υπηρεσίες, οι θετικές εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση των επιχειρήσεων ενισχύονται, ενώ παράλληλα εξασθενούν ήπια οι εκτιμήσεις για την τρέχουσα ζήτηση με τις προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη της ζήτησης να κλιμακώνονται σημαντικά.
– στην καταναλωτική εμπιστοσύνη, οι αρνητικές προβλέψεις των νοικοκυριών για την οικονομική κατάσταση της χώρας αμβλύνθηκαν, ενώ αντίστοιχα αμβλύνθηκαν οι αντίστοιχες για τη δική τους οικονομική κατάσταση. Παράλληλα, υποχώρησαν οριακά οι προβλέψεις για μείζονες αγορές ενώ εξασθένισε η πρόθεση για αποταμίευση.

ΙΟΒΕ: Σχεδόν αμετάβλητος ο δείκτης οικονομικού κλίματος τον Δεκέμβριο

Το οικονομικό κλίμα υποχώρησε οριακά τον Δεκέμβριο καθώς σύμφωνα με έρευνα οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ ο σχετικός δείκτης διαμορφώθηκε στις 106 από 106,2 μονάδες τον προηγούμενο μήνα.
H οριακή αυτή εξασθένιση προέρχεται από τη βιομηχανία και το λιανικό εμπόριο, με τις κατασκευές, τις υπηρεσίες και την καταναλωτική εμπιστοσύνη να βελτιώνονται.
Συνολικά για το 2024 ο μέσος όρος του δείκτη κινείται σχεδόν στις 108 μονάδες, επίπεδο υψηλότερο από το αντίστοιχο 107,6 του 2023 και ταυτόχρονα το υψηλότερο μετά την οικονομική κρίση που ξεκίνησε το 2008. Το σχετικά υψηλότερο αυτό επίπεδο του δείκτη προέρχεται από τις επιχειρήσεις, καθώς καταγράφηκαν στη διάρκεια του έτους γενικά ικανοποιητικές προσδοκίες στους περισσότερους κλάδους.
Ο Δεκέμβριος είναι ένας ιδιαίτερος μήνας καθώς περιλαμβάνει την εορταστική περίοδο, με κινητικότητα κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών και του λιανικού εμπορίου.
Στο λιανικό εμπόριο, όμως, διατυπώνονται πιο συντηρητικές αποτιμήσεις για την πορεία της ζήτησης. Στις υπηρεσίες, φαίνεται πως ο ευρύτερος χώρος των διάφορων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων με αιχμή τον κλάδο των συμβουλευτικών υπηρεσιών κινείται έντονα ανοδικά, εν μέρει γιατί τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης τροφοδοτούν την αγορά με σημαντικά έργα.
Οι διεθνείς αβεβαιότητες πάντως φαίνεται πως προβληματίζουν κυρίως τη Βιομηχανία, τον πλέον εξωστρεφή δηλαδή τομέα της οικονομίας, καθώς οι πολιτικές προστατευτισμού ενδεχομένως να ενισχυθούν το επόμενο διάστημα.
Ο κατασκευαστικός τομέας διατηρεί τη δυναμική του, αν και με προβλήματα στην εύρεση εργατικού δυναμικού.
Στην πλευρά των νοικοκυριών, καταγράφεται για τον Δεκέμβριο βελτίωση των προσδοκιών, συνολικά όμως, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης επιδεινώθηκε κατά μέσο όρο το 2024 σε σχέση με το 2023.
Ο πληθωρισμός που συνεχίστηκε κατά τη διάρκεια του έτους, αν και μειωμένος, και το σχετιζόμενο πρόβλημα της ακρίβειας εξακολουθούν να έχουν έντονη επίδραση, αν και η μείωση της ανεργίας δημιουργεί εισοδήματα σε περισσότερα νοικοκυριά. Αναλυτικότερα:
– στη βιομηχανία, το αρνητικό ισοζύγιο των εκτιμήσεων για τις παραγγελίες και τη ζήτηση εντάθηκε ήπια, οι εκτιμήσεις για τα αποθέματα ενισχύθηκαν ενώ οι θετικές προβλέψεις για την παραγωγή τους προσεχείς μήνες εξασθένισαν.
– στις κατασκευές, οι αρνητικές προβλέψεις για πρόγραμμα εργασιών των επιχειρήσεων αμβλύνθηκαν, ενώ παράλληλα οι θετικές προβλέψεις για την απασχόληση ενισχύθηκαν σημαντικά
– στο λιανικό εμπόριο, οι εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις εξασθενούν αισθητά, με το ύψος των αποθεμάτων να κλιμακώνεται και τις προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη των πωλήσεων να διατηρούνται αμετάβλητες
– στις υπηρεσίες, οι θετικές εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση των επιχειρήσεων βελτιώνονται αισθητά, ενώ παράλληλα ενισχύονται ήπια οι εκτιμήσεις για την τρέχουσα ζήτηση με τις προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη της ζήτησης να κινούνται έντονα ανοδικά
– στην καταναλωτική εμπιστοσύνη, οι αρνητικές προβλέψεις των νοικοκυριών για την οικονομική κατάσταση της χώρας περιορίστηκαν, ενώ αντίστοιχα αμβλύνθηκαν οι αντίστοιχες για τη δική τους οικονομική κατάσταση. Παράλληλα, ενισχύθηκαν οριακά οι προβλέψεις για μείζονες αγορές ενώ εξασθένισε η πρόθεση για αποταμίευση.

ΙΟΒΕ: Βελτίωση στο οικονομικό κλίμα τον Σεπτέμβριο με οδηγό τη βιομηχανία

Μικρή βελτίωση του οικονομικού κλίματος, με ήπια υποχώρηση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης καταγράφει το ΙΟΒΕ στο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα.
Ο δείκτης οικονομικού κλίματος διαμορφώθηκε τον Σεπτέμβριο στις 110,2 μονάδες, έναντι 106,1 μονάδων τον προηγούμενο μήνα και 106,8 μονάδων ένα έτος πριν, όπως σημειώνει το ΙΟΒΕ.
Παράλληλα, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης υποχώρησε τον Σεπτέμβριο και διαμορφώθηκε στις -51,3 μονάδες (από -48,1 μον. τον προηγούμενο μήνα), σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με ένα έτος πριν (-45,0 μονάδες).
Όσον αφορά τις εξελίξεις στη Βιομηχανία, το ΙΟΒΕ καταγράφει βελτίωση των επιχειρηματικών προσδοκιών, με τον σχετικό δείκτη να ενισχύεται τον Σεπτέμβριο στις 110,6 μονάδες (από 99,4 μον. ένα μήνα πριν), σε υψηλότερο επίπεδο από το αντίστοιχο περυσινό (100,5 μον.).

Ο Γιάννης Ρέτσος νέος Πρόεδρος του ΙΟΒΕ

Νέος πρόεδρος του ΙΟΒΕ ανέλαβε ο Γιάννης Ρέτσος, σύμφωνα με ανάρτηση του ιδίου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η ανάρτησή του:
«Σήμερα, είχα την ευκαιρία να απολαύσω την εξαιρετική τιμή να εκλεγώ Πρόεδρος του ΔΣ του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ). Ενός ιδρύματος ανεξαρτήτου και αδέσμευτου, απόλυτα ιδιωτικού, με συνέπεια η δραστηριότητά του μέσα στην ελληνική κοινωνία, αναφορικά με τα μείζονα ζητήματα της οικονομίας, να χαρακτηρίζεται μοναδική.
Διεξάγοντας εφαρμοσμένη επιστημονική έρευνα, παρακολουθώντας και αναλύοντας τις βραχυπρόθεσμες οικονομικές τάσεις, καταγράφοντας το επιχειρηματικό κλίμα, διατυπώνοντας προβλέψεις για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και παρεμβαίνοντας στο δημόσιο διάλογο σε θέματα οικονομικής πολιτικής, το ΙΟΒΕ επιχειρεί διαρκώς να επισημαίνει τα κρίσιμα ζητήματα του μέλλοντος και να προτείνει λύσεις.
Με αιχμή το Γενικό του Διευθυντή Νίκο Βέττα και τους συνεργάτες του και υπό την καθοδήγηση του Διοικητικού του Συμβουλίου και των διαχρονικών Προέδρων του, με τελευταίο τον Τάκη Θωμόπουλο, το ΙΟΒΕ έχει δικαίως αναδειχθεί σε κορυφαίο think tank των τελευταίων δεκαετιών. Η τιμή που μου έγινε ήταν μεγάλη, η ευθύνη πλήρως συνειδητή, η όρεξη για δουλειά όπως πάντα ανεξάντλητη και το όραμά μου ξεκάθαρο: εξωστρέφεια και προσπάθεια μετάφρασης των οικονομικών στοιχείων των ερευνών, σε απτά μηνύματα με ευρύτερη διάχυση στην κοινωνία, για να επισημαίνονται “στραβοτιμονιές”, να μην επαναλαμβάνονται λάθη του παρελθόντος και η οικονομική ευημερία να είναι και πραγματική κοινωνική ευημερία».

ΙΟΒΕ: Επιδείνωση του δείκτη οικονομικού κλίματος και υποχώρηση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης τον Ιούλιο

Επιδεινώθηκε το οικονομικό κλίμα στην Ελλάδα τον Ιούλιο με τον σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στις 106,8 μονάδες από 110,5 μονάδες τον Ιούνιο, στη χαμηλότερη επίδοση των τελευταίων πέντε μηνών.
Σύμφωνα με έρευνα οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ, η υποχώρηση προέρχεται από τρεις επιχειρηματικούς τομείς, τη βιομηχανία, τις κατασκευές και τις υπηρεσίες, ενώ και ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης εξασθενεί. Όπως σημειώνεται:
«Αν και γενικά η θερινή περίοδος προκαλεί θετικές επιδράσεις σε διάφορους κλάδους, φαίνεται πως οι προσδοκίες «διορθώνουν» την ανοδική πορεία των τελευταίων μηνών, καθώς είχαν ίσως προεξοφληθεί περισσότερο αισιόδοξες εξελίξεις. Ο προβληματισμός φαίνεται πως έχει βάση στο εξωτερικό περιβάλλον όσο και στην εγχώρια κατάσταση. Διεθνώς, οι αυξημένες αβεβαιότητες και οι εντεινόμενες γεωπολιτικές εντάσεις φαίνεται να πιέζουν, τουλάχιστον, το εξωστρεφές μέρος των επιχειρήσεων.
Το ζήτημα της ακρίβειας εξακολουθεί να ανησυχεί τα νοικοκυριά αφού το 56% από αυτά, αναμένει και νέα άνοδο τιμών με τον ίδιο ή ταχύτερο ρυθμό και το 61% δηλώνει ότι ‘‘μόλις τα βγάζει πέρα” και ένα μεγαλύτερο ποσοστό σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα αντλεί από τις αποταμιεύσεις του. Σε κάθε περίπτωση, η διόρθωση του Ιουλίου είναι σημαντική, αλλά απομένει να φανεί εάν θα μετατραπεί σε τάση κατά τους επόμενους μήνες». Αναλυτικότερα:
– στη βιομηχανία, το αρνητικό ισοζύγιο των εκτιμήσεων για τις παραγγελίες και τη ζήτηση ενισχύθηκε αισθητά, οι εκτιμήσεις για τα αποθέματα διατηρήθηκαν αμετάβλητες, ενώ οι θετικές προβλέψεις για την παραγωγή τους προσεχείς μήνες εξασθένισαν.

 

– στις κατασκευές, οι αρνητικές προβλέψεις για πρόγραμμα εργασιών των επιχειρήσεων ενισχύθηκαν οριακά, ενώ παράλληλα οι θετικές προβλέψεις για την απασχόληση εξασθένισαν.
– στο λιανικό εμπόριο, οι εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις ενισχύονται ελαφρά, με το ύψος των αποθεμάτων να αποκλιμακώνεται και τις προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη των πωλήσεων να εξασθενούν οριακά.
– στις υπηρεσίες, οι θετικές εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση των επιχειρήσεων περιορίζονται, ενώ παράλληλα εξασθενούν οριακά οι εκτιμήσεις για την τρέχουσα ζήτηση με τις προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη της ζήτησης να εξασθενούν επίσης.
– στην καταναλωτική εμπιστοσύνη, οι αρνητικές προβλέψεις των νοικοκυριών για την οικονομική κατάσταση της χώρας αμβλύνθηκαν, ενώ εξασθένισαν οι αντίστοιχες για τη δική τους οικονομική κατάσταση. Παράλληλα, υποχώρησαν αισθητά οι προβλέψεις για μείζονες αγορές ενώ διατηρήθηκε η πρόθεση για αποταμίευση.

ΙΟΒΕ: Προβλέπει ανάπτυξη της τάξης του +2,4% για το 2024

Tο ΙΟΒΕ διατηρεί την εκτίμηση του για ετήσια ανάπτυξη της τάξης του +2,4% σε πραγματικούς όρους, λαμβάνοντας υπόψη την επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας, σε συνθήκες υψηλού πληθωρισμού, σφιχτότερης δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής και αβεβαιότητας.
Ως προς τις συνιστώσες, η κατανάλωση αναμένεται να συμβάλει σημαντικά στην ανάπτυξη, με ετήσια αύξηση +1,6%, σε συνδυασμό με την ετήσια ενίσχυση των επενδύσεων κατά +3,0% (πάγιες επενδύσεις +10,0%).
Στον εξωτερικό τομέα, αναμένεται μικρή βελτίωση του υψηλού ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, με τις εξαγωγές και τις εισαγωγές να αυξάνονται ετησίως το 2023 κατά +3,5% και +2,6% αντιστοίχως.
Για το 2024, το ΙΟΒΕ εκτιμά παρόμοια με φέτος σε μέγεθος ετήσια ανάπτυξη, της τάξης του +2,4%. Ως προς τις συνιστώσες, μόνο οι επενδύσεις αναμένεται να υπερβούν την φετινή τους επίδοση, με υψηλότερη ετήσια διεύρυνση το 2024 (+7,8%) ενώ η κατανάλωση αναμένεται να επιβραδυνθεί (+1,0%).
Στον εξωτερικό τομέα, η ήπια βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να συνεχιστεί, με τις εξαγωγές και τις εισαγωγές να αυξάνονται ετησίως το 2024 κατά +2,6% και +2,3% αντιστοίχως, όπως αναφέρθηκε σήμερα σε συνέντευξη Τύπου.
Κατά την παρουσίαση της Έκθεσης ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, καθηγητής Νίκος Βέττας, τόνισε ότι οι προκλήσεις του εξωτερικού περιβάλλοντος θέτουν σε κίνδυνο τη θετική δυναμική της ελληνικής οικονομίας. Μεταξύ άλλων, σε σχέση με τις εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον σημείωσε:
* Οι γεωπολιτικές εντάσεις ενισχύονται, με νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, συντήρηση του πολέμου στην Ουκρανία, αναζήτηση ευρύτερης κατεύθυνσης παγκόσμιας ισορροπίας.
* Το διεθνές εμπόριο πιέζεται από τις γεωπολιτικές εξελίξεις, το κόστος χρήματος και η αβεβαιότητα επηρεάζουν τις επενδύσεις και το κέντρο βάρους της οικονομίας μετακινείται εκτός Ευρώπης.
* Καταγράφεται επιμονή του δομικού πληθωρισμού, διατήρηση υψηλών κεντρικών επιτοκίων στο ορατό μέλλον, έλλειμμα στις παρεμβάσεις στην πλευρά της προσφοράς.
* Συνεκτιμώντας τις ανάγκες πράσινης μετάβασης και τις δημογραφικές πιέσεις, προκύπτει πως η άνοδος του βιοτικού επιπέδου στην Ευρώπη εξαρτάται από την εφαρμογή αποτελεσματικότερων κανόνων, ενίσχυση των ικανοτήτων των εργαζομένων και ενσωμάτωση καινοτόμων τεχνολογιών στην παραγωγή.
Σε σχέση με τις εξελίξεις στην εγχώρια οικονομία, o κ. Βέττας σημείωσε, μεταξύ άλλων:
* Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να κινείται με θετικό πρόσημο. Ο εγχώριος ρυθμός μεγέθυνσης είναι υψηλότερος από ό,τι στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, με σταδιακή αύξηση επενδύσεων και μείωση της ανεργίας.
* Η σταδιακή ανάκτηση της «επενδυτικής βαθμίδας» του δημοσίου, μετά από 13 έτη, αντανακλά την ενίσχυση της διεθνούς εμπιστοσύνης προς την Ελλάδα. Για τη διαφύλαξή της, δεν αρκεί η βραχυπρόθεσμη δημοσιονομική ισορροπία αλλά είναι σημαντική η ενδυνάμωση της παραγωγικής ικανότητας της οικονομίας μεσοπρόθεσμα.
* Βραχυχρόνια, οι πιέσεις στο εξωτερικό περιβάλλον δημιουργούν προκλήσεις σε δύο από τις πιο κρίσιμες για τις προοπτικές ανάπτυξης μεταβλητές της οικονομίας μας, δηλαδή τις εξαγωγές και τις επενδύσεις.
* Η ελληνική οικονομία κινείται από χαμηλή βάση ως προς τις επενδύσεις και την εργασία, και αντιμετωπίζει υψηλότερες προκλήσεις μεσοπρόθεσμα, ιδίως ως προς το δημόσιο χρέος και το δημογραφικό. Καθώς η ανεργία μειώνεται, όπως και το επενδυτικό κενό, για περαιτέρω μεγέθυνση θα είναι αναγκαία η άνοδος της παραγωγικότητας και η προσέλκυση νέων πόρων.
* Για να υπάρξει συνεχιζόμενη και βιώσιμη άνοδος των εισοδημάτων, είναι απαραίτητο να υπάρξει στροφή σε δραστηριότητες υψηλής παραγωγικότητας που θα παράγουν προϊόντα και υπηρεσίες με υψηλή διεθνή ανταγωνιστικότητα. Πέρα από την ανάκαμψη τομέων που παραδοσιακά έχουν μεγάλη βαρύτητα για την οικονομία μας, όπως η αγορά ακινήτων και ο τουρισμός, κρίσιμο είναι να ενισχυθούν συστηματικά η μεταποίηση και κλάδοι υψηλής τεχνολογίας.
* Συνολικά, αλλαγές στο κράτος, τις υποδομές και τις βασικές υπηρεσίες, όπως η δικαιοσύνη και η εκπαίδευση, πρέπει να υποστηρίξουν την επιχειρηματικότητα, ιδίως στους καινοτόμους και εξωστρεφείς τομείς.

Μελέτη ΙΟΒΕ: Στο 7,9% η επίδραση της ναυτιλίας στο ΑΕΠ – Λιγότερο ελκυστική η ελληνική σημαία

Τα βασικά ευρήματα της μελέτης του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών – ΙΟΒΕ, «Η Συμβολή της Ναυτιλίας στην ελληνική οικονομία. Προοπτικές και Προκλήσεις» παρουσιάστηκαν σήμερα σε ειδική εκδήλωση. Η εκπόνηση της μελέτης χρηματοδοτήθηκε από το Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη.
Η μελέτη επιβεβαίωσε την ηγετική θέση της ελληνόκτητης ναυτιλίας σε παγκόσμιο επίπεδο και τη σημαντική συνεισφορά της στην εγχώρια οικονομία. Η Ελλάδα έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ποντοπόρο ναυτιλία, η οποία αποτελεί κινητήριο μοχλό του παγκόσμιου εμπορίου, ενισχύοντας την οικονομική ανάπτυξη διαχρονικά και παγκοσμίως. Παράλληλα, οι γραμμές της επιβατηγού ναυτιλίας συνδέουν τη νησιωτική χώρα με την υπόλοιπη Ελλάδα και στηρίζουν κρίσιμα την οικονομική και κοινωνική ζωή των νησιών, μεταφέροντας κατοίκους, επισκέπτες και εμπορεύματα.
Η ποντοπόρος και η επιβατηγός ναυτιλία μαζί με άλλα τμήματα της ναυτιλίας (όπως η κρουαζιέρα και η ναυτιλία κοντινών αποστάσεων), καθώς και πολλές άλλες δραστηριότητες που στηρίζουν τη ναυτιλία με υπηρεσίες και αγαθά (όπως η λειτουργία λιμένων, η ναυπήγηση και η επισκευή πλοίων και σκαφών, η κατασκευή ναυτιλιακού εξοπλισμού, η τραπεζική, η ασφάλιση, νομικές και λογιστικές υπηρεσίες), συνθέτουν ένα πλέγμα δραστηριοτήτων με ιδιαίτερη σημασία για την εγχώρια δημιουργία εισοδημάτων και θέσεων εργασίας.
Στο 7,9% η συνολική επίδραση της ναυτιλίας στο ΑΕΠ
Σε όρους συμμετοχής στα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας και παρά τη διατάραξη της δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, η ναυτιλία εξακολουθεί να έχει με διαφορά το μεγαλύτερο μερίδιο στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία (ΑΠΑ) της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με άλλα ευρωπαϊκά κράτη μέλη (3,1%, έναντι μόλις 0,2% κατά μέσο όρο στην ΕΕ). Επιπλέον, τα έσοδα από μεταφορικές υπηρεσίες σε χώρες του εξωτερικού, που καταγράφονται ως μέρος του διαχρονικά πλεονασματικού θαλάσσιου ισοζυγίου, παραμένουν σε υψηλά επίπεδα. Tην τελευταία δεκαετία (2012-2022), η χώρα εισέπραξε €148,3 δισεκ. από θαλάσσιες μεταφορές στο εξωτερικό, ποσό που αντιστοιχεί στο 42% του ακαθάριστου χρέους της γενικής κυβέρνησης.
Στην απασχόληση, οι κάτοικοι της Ελλάδας που απασχολούνται στον κλάδο των υδάτινων μεταφορών ανέρχονται σε περίπου 45,9 χιλ. Στους ναυτικούς που απασχολούνται σε πλοία συμβεβλημένα με το ΝΑΤ, το 30% είναι αξιωματικοί ενώ το υπόλοιπο αφορά κατώτερα πληρώματα. Τα στοιχεία καταδεικνύουν μείωση εισόδου νέων ναυτικών, αλλά και πολύ μικρή συμμετοχή γυναικών ναυτικών, ενώ το ποσοστό συμμετοχής Ελλήνων ναυτικών σε πλοία συμβεβλημένα με το ΝΑΤ σημειώνει σταδιακή ανάκαμψη μετά το 2014.
Σύμφωνα με τη μελέτη, λαμβάνοντας υπόψη και τις πολλαπλασιαστικές επιδράσεις σε άλλους κλάδους της οικονομίας, η συνολική επίδραση της ναυτιλίας στο ΑΕΠ της Ελλάδας εκτιμήθηκε στα €14,1 δισεκ. ετησίως (μέσος όρος περιόδου 2018-2021) που αντιστοιχεί στο 7,9% του ΑΕΠ. Σε όρους απασχόλησης, η επίδραση εκτιμάται σε 86,3 χιλ. θέσεις εργασίας πλήρους απασχόλησης, ενώ τα δημόσια έσοδα αυξάνονται περίπου κατά €1,9 δισεκ. από τη ναυτιλία άμεσα ή έμμεσα από τις πολλαπλασιαστικές επιδράσεις. Πέρα από τη συστηματική θετική της επίδραση, η σχετική συμβολή της ναυτιλίας μπορεί να είναι ακόμη πιο σημαντική όταν υπόλοιποι τομείς της ελληνικής οικονομίας προσωρινά υποχωρούν, όπως συνέβη κατά τη βαθιά κρίση χρέους.
Στους κλάδους οικονομικής δραστηριότητας των οποίων η προστιθέμενη αξία και η απασχόληση ενισχύεται σημαντικά εξαιτίας της ελληνόκτητης ναυτιλίας ανήκουν οι χερσαίες μεταφορές, η διαχείριση της ακίνητης περιουσίας, οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες αλλά και κλάδοι ενέργειας και κατασκευών. Παράλληλα, ισχυρή είναι και η στήριξη που έχουν προσφέρει τα ναυτιλιακά κεφάλαια, ιστορικά, στην ανάπτυξη επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σε εύρος κλάδων, όπως η αεροπορία, η διύλιση πετρελαίου, οι τράπεζες και ο τουρισμός. Επιπρόσθετα, κοινωφελή ιδρύματα που βασίζονται σε ναυτιλιακά κεφάλαια, προσφέρουν σημαντική κοινωνική αρωγή και αποτελούν βασική πηγή χρηματοδότησης δράσεων της Κοινωνίας των Πολιτών στην Ελλάδα.
Λιγότερο ελκυστική η ελληνική σημαία
Ωστόσο, παρά την κυριαρχία της ναυτιλίας το ελληνικό νηολόγιο (ελληνική σημαία) γίνεται ολοένα και λιγότερο προτιμητέο εξαιτίας και της περιοριζόμενης προσφοράς ναυτικών κατοίκων Ελλάδας. Παρά την πρόσφατη αυξητική τάση στους εισακτέους σπουδαστές στις Ακαδημίες Εμπορικού Ναυτικού (ΑΕΝ), ο αριθμός των αποφοίτων εξακολουθεί να είναι περιορισμένος.
Την τελευταία δεκαετία, η ελληνική σημαία έχει απωλέσει περίπου το 25% της δύναμής της, με το μεγαλύτερο τμήμα της παραπάνω επίδοσης να προέρχεται από τα μεγαλύτερα σε χωρητικότητα πλοία (άνω των 30 χιλ. ΚΟΧ), τα οποία εγγράφονται σε άλλα νηολόγια.
Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ, η ανάγκη ενίσχυσης του ναυτιλιακού επαγγέλματος στην Ελλάδα είναι επιτακτική για τη διατήρηση της ελληνικής ναυτιλιακής παράδοσης στη θάλασσα, καθώς και για τη βιωσιμότητα των ναυτιλιακών γραφείων που λειτουργούν στην επικράτεια.
Οι μεγάλες προκλήσεις
1. Επίτευξη της ανθρακικής ουδετερότητας κοντά στο 2050, τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η σταδιακή απανθρακοποίηση της ναυτιλίας ως το 2050 αποτελεί έναν από τους βασικούς στρατηγικούς στόχους της ναυτιλίας, που υποστηρίζονται από τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΙΜΟ) και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η επέκταση του ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ) και στη ναυτιλία από το 2024, με πρώτη χρονιά παράδοσης δικαιωμάτων το 2025, δημιουργεί πιέσεις στην παγκόσμια ναυτιλία και ειδικότερα σε ποντοπόρα πλοία που αποπλέουν ή καταπλέουν σε ευρωπαϊκά λιμάνια.
2. Νέα γενιά καυσίμων για τη ναυτιλία – κρίσιμη η επιλογή των κατάλληλων για ανταγωνιστική αλλά και ανθρακικά ουδέτερη ναυτιλία. Η ανάπτυξη και χρήση καυσίμων που παράγονται με διαδικασίες χαμηλού ή μηδενικού άνθρακα (ενδεικτικά γαλάζια καύσιμα, βιοκαύσιμα, ηλεκτρική ενέργεια) δύνανται να υποστηρίξουν, υπό προϋποθέσεις, τη μετάβαση της ναυτιλίας προς την απανθρακοποίηση. Ο εξηλεκτρισμός της ναυτιλίας καλείται να λύσει ζητήματα που σχετίζονται με το κόστος και τεχνικά ζητήματα για την αποθήκευση της ενέργειας, αλλά και θέματα παροχής ενέργειας από τα λιμάνια. Προς το παρόν, οι παραγγελίες νέων πλοίων αφορούν κυρίως σε μηχανές εσωτερικής καύσης και LNG. Η χρήση ηλεκτρικής πρόωσης εφαρμόζεται είτε πιλοτικά είτε σε σκάφη συγκεκριμένων χαρακτηριστικών (π.χ. μικρά ρυμουλκά, πλοία κοντινών αποστάσεων). Στους περιοριστικούς παράγοντες για την επιλογή των νέων καυσίμων συμπεριλαμβάνονται θέματα επενδυτικού κόστους, αποθήκευσης ενέργειας εν πλω, αλλά και αξιόπιστης παροχής από λιμένες, παγκοσμίως.
3. Η χρήση έξυπνων συστημάτων οδηγεί τη ναυτιλία στην ψηφιακή περίοδο – κλειδί για τα αυτόνομα πλοία. Η επέκταση της χρήσης εφαρμογών που συλλέγουν και αποθηκεύουν με ασφάλεια τα δεδομένα λειτουργίας των πλοίων οδηγούν, υπό προϋποθέσεις, σε αποτελεσματικότερη διαχείριση, περιορίζοντας τις λειτουργικές δαπάνες. Επιπλέον, αποτελούν τη βάση για την ανάπτυξη λύσεων τεχνητής νοημοσύνης (Artificial Intelligence – ΑΙ) αλλά και αυτόνομων πλοίων. Το σημαντικό ενδιαφέρον για πιλοτικές εφαρμογές των αυτόνομων πλοίων από μεγάλες ναυπηγικές και ναυτιλιακές εταιρείες αναμένεται να ενισχυθεί εκ νέου και από το θεσμικό πλαίσιο, η ανάπτυξη του οποίου παραμένει σε πρώιμα στάδια.
4. Τα νέα χρηματοπιστωτικά εργαλεία συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με τις περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιδόσεις της ναυτιλίας. Η πράσινη μετάβαση της ναυτιλίας απαιτεί επενδύσεις σε τεχνολογίες, υποδομές και εκπαίδευση προσωπικού. Η έκθεση των ελληνικών ναυτιλιακών χαρτοφυλακίων σε δανεισμό περιορίζεται, ενώ χρησιμοποιούνται εναλλακτικά χρηματοδοτικά μέσα (π.χ. χρηματοδοτική μίσθωση από ασιατικές χώρες, ίδια κεφάλαια, άντληση πόρων από την αγορά κεφαλαίου). Αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο (Βασιλεία ΙΙΙ) αλλά και διεθνείς πρωτοβουλίες (Αρχές του Ποσειδώνα, Sea Cargo Charters) θέτουν τις βάσεις για τη σύνδεση των παρεχόμενων χρηματοδοτήσεων από τις τράπεζες και την αγορά κεφαλαίου με τις ευρύτερες επιδόσεις των ναυτιλιακών εταιρειών στους πυλώνες της βιώσιμης ανάπτυξης. Πράσινα ομόλογα και δάνεια/ομόλογα με ρήτρες βιωσιμότητας είναι μερικά από τα χρηματοδοτικά εργαλεία που μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να υποστηρίξουν την πράσινη μετάβαση και την τεχνολογική αναβάθμιση της ναυτιλίας. Ωστόσο, η ανάγκη για παρουσίαση των διαχρονικών επιδόσεων των ναυτιλιακών επιχειρήσεων με διαφάνεια και συστηματικό τρόπο είναι έκδηλη. Οι αναφορές ESG (Environmental–Social–Governance) γίνονται περισσότερο διαδεδομένες στον κλάδο, ενώ το ανανεωμένο ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο (CSRD – Corporate Sustainability Reporting Directive) προβλέπει την ανάγκη έκδοσης ετήσιων αναφορών ESG και σε μικρομεσαίες εισηγμένες επιχειρήσεις από το 2027.
5. Συγκριτικό φορολογικό μειονέκτημα εκτιμάται ότι προκύπτει για τις ελληνικές ναυτιλιακές εταιρείες. Το βασικό πλαίσιο για τη φορολόγηση ναυτιλιακών επιχειρήσεων στηρίζεται στον φόρο χωρητικότητας καθώς και στην επιπλέον εθελοντική εισφορά η οποία θεσμοθετήθηκε το 2013, με αφετηρία την κρίση της ελληνικής οικονομίας. Συγκριτική ανάλυση με συστήματα φορολόγησης άλλων ναυτιλιακών κρατών εκτιμά πως οι ναυτιλιακές εταιρείες στην Ελλάδα αντιμετωπίζουν συγκριτικό μειονέκτημα έναντι εκείνων που είναι εγκατεστημένες σε άλλα καθεστώτα φόρου χωρητικότητας (εντός ή εκτός ΕΕ).

ΙΟΒΕ: Πρόβλεψη για ανάπτυξη 2,4% το 2023

Ανάπτυξη 2,4% προβλέπει για το 2023 το ΙΟΒΕ, όπως προκύπτει από την τριμηνιαία έκθεσή του για την ελληνική οικονομία. Ο ρυθμός ανάπτυξης επηρρεάζεται απο την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας, τις συνθήκες υψηλού πληθωρισμού και τη σφιχτότερη δημοσιονομική και νομισματική πολιτική καθώς και την αβεβαιότητα. Οι επενδύσεις αναμένεται να συμβάλουν σημαντικά στην ανάπτυξη, με ετήσια αύξηση 4,0% (πάγιες επενδύσεις 10,0%), σε συνδυασμό με μια σχετικά ανθεκτική, αν και σαφώς ηπιότερη, αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,8%. Στον εξωτερικό τομέα, αναμένεται μικρή βελτίωση του υψηλού ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, με τις εξαγωγές και τις εισαγωγές να αυξάνονται ετησίως το 2023 κατά 4,5% και 3,3% αντιστοίχως.
Στην έκθεση σημειώνεται επίσης:
• Η εκτέλεση του προϋπολογισμού σε ταμειακή βάση κινήθηκε καλύτερα από τον στόχο για το πρώτο πεντάμηνο του 2023. Καταγράφηκε μεγάλη ετήσια αύξηση στα δημόσια έσοδα (+17,8%), λόγω της αυξημένης οικονομικής δραστηριότητας, του πληθωρισμού και των εισροών από το Ταμείο Ανάκαμψης. Σε ταμειακή βάση, την περίοδο Ιαν.-Μαΐου 2023, ο Κρατικός Προϋπολογισμός κατέγραψε έλλειμμα 0,5% του ΑΕΠ (€1,1 δισεκ.) και πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 1,0% του ΑΕΠ (€2,3 δισεκ.). Εν όψει της αναθεώρησης των δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ αλλά και της ανάγκης επίτευξης συνετών πλεονασμάτων μεσο-μακροπρόθεσμα για την Ελλάδα, κρίνεται κρίσιμη η αποτελεσματική δημοσιονομική διαχείριση.
• Στο πρώτο τρίμηνο του 2023 το ποσοστό ανεργίας παρουσίασε πτώση κατά 2,0 ποσοστιαίες μονάδες, στο 11,8% από 13,8% ένα έτος νωρίτερα. Το ισοζύγιο προσλήψεων-αποχωρήσεων στον ιδιωτικό τομέα ήταν θετικό κατά 180,6 χιλ. και υψηλότερο συγκριτικά με το θετικό ισοζύγιο του α’ τριμ. 2022 (+148,1 χιλ.).
Οι κλάδοι με τη μεγαλύτερη άνοδο στην απασχόληση ήταν ο Πρωτογενής τομέας (+30,1 χιλ. απασχολούμενοι) και ο κλάδος Δραστηριοτήτων ανθρώπινης υγείας και κοινωνικής μέριμνας (+29,4 χιλ.). Ο εποχικά διορθωμένος δείκτης μισθολογικού κόστους σημείωσε ετήσια αύξηση το α’ τρίμ. 2023 κατά 5,5%. Η απασχόληση το 2023 αναμένεται να επηρεαστεί θετικά από την πορεία του τουρισμού, την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, την άνοδο των επενδύσεων και την ηπιότερη άνοδο κατανάλωσης και εξαγωγών. Οι παράγοντες αυτοί αναμένεται να αντισταθμίσουν μερικώς την αρνητική επίδραση στη ζήτηση εργασίας από την άνοδο των μισθών και το υψηλότερο κόστος δανεισμού για τις επιχειρήσεις. Το ποσοστό ανεργίας το 2023 αναμένεται να διαμορφωθεί στην περιοχή του 11,0%.
• Ο ρυθμός μεταβολής του ΓΔΤΚ διαμορφώθηκε στο 4,7% το α’ πεντάμηνο φέτος, από άνοδο 8,8% ένα έτος πριν. Η ενίσχυση των τιμών οφείλεται κυρίως στη θετική επίδραση της εγχώριας ζήτησης. Το ΙΟΒΕ εκτιμά ότι οι τιμές θα διατηρηθούν σε ηπιότερη ανοδική τροχιά στο σύνολο του τρέχοντος έτους, στην περιοχή του 4,3%, λόγω κυρίως της ανθεκτικότητας της καταναλωτικής ζήτησης.
• Το κόστος δανεισμού του ιδιωτικού τομέα αυξάνεται σε συνέχεια της σφιχτότερης νομισματικής πολιτικής, ενώ του δημόσιου τομέα κατέγραψε σταθερότητα το δεύτερο τρίμηνο του έτους, με μείωση της διαφοράς του από τις υπόλοιπες Ευρωπαϊκές χώρες προς τα μέσα του 2023, καθώς η προσδοκία για ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας εντός του έτους εδραιώνεται. Στο τραπεζικό σύστημα, μεταξύ των θετικών τάσεων, ξεχωρίζουν η βελτίωση οργανικής κερδοφορίας και επενδυτικού κλίματος και η ανάκαμψη των ιδιωτικών καταθέσεων. Στις αρνητικές εξελίξεις, επισημαίνεται η στασιμότητα στη μείωση των ΜΕΔ στις αρχές του 2023, αλλά και η επιβράδυνση της πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις, με αμείωτη πιστωτική συρρίκνωση προς τα νοικοκυριά στα μέσα του 2023.
Μεταξύ των προκλήσεων, εξασθενεί η δυνατότητα αποπληρωμής των δανειζόμενων σε κυμαινόμενο επιτόκιο, ενώ το περιθώριο επιτοκίου (διαφορά επιτοκίου χορηγήσεων-καταθέσεων) καταγράφει διαχρονικά υψηλά επίπεδα. Κλειδί για τη χρηματοδότηση αποτελεί η έγκαιρη υλοποίηση του δανειακού σκέλους του «Ελλάδα 2.0».