Ένα ατόπημα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Μετά από τρία χρόνια, το ΕΚ υποχρεώνεται από το Γαλλόφωνο Πρωτοδικείο των Βρυξελλών να αναγνωρίσει επισήμως και αμετακλήτως ότι άδικα ο εκπρόσωπος του Γραφείου του στην Ελλάδα και δύο συνεργάτες του κατηγορήθηκαν για διοικητικές ατασθαλίες. Απέτυχε η προσπάθεια απόκρυψης της αθωωτικής απόφασης από τους ξένους ανταποκριτές στη βελγική πρωτεύουσα.
Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
Με μια ανακοίνωση στα αγγλικά την οποίαν μάλλον κανείς δεν είδε και ούτε βέβαια διάβασε, επισήμως το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η γενική του διεύθυνση αναγνωρίζουν ότι αδίκως πριν τρία χρόνια, ο κ.Λεωνίδας Αντωνακόπουλος, υπεύθυνος του Γραφείου Αθηνών και δύο συνεργάτες του κατηγορήθηκαν για κακοδιαχείριση πόρων, οι οποίοι επιπλέον ήσαν και ανύπαρκτοι!!
Το θέμα είχε τότε ξεκινήσει από κακόβουλες καταγγελίες ανώτερου στελέχους του Ε.Κ., το οποίο περιμένουμε να δούμε αν σήμερα θα κληθεί να καταβάλει το κόστος της κακοήθειας και του εξευτελισμού ενός δημοκρατικού οργάνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διότι ναι μεν ο κ.Λεωνίδας Αντωνακόπουλος και οι συνεργάτες του απαλλάσσονται την κατηγοριών, πλην όμως παραμένει το θέμα της κακοήθειας. Όπως επίσης σοβαρό ατόπημα είναι και η προσπάθεια του Γραφείου Τύπου του ΕΚ στις Βρυξέλλες να αποκρύψει την απαλλακτική απόφαση.
Εντύπωση προκαλεί επίσης και η πλήρης αδιαφορία των Ελλήνων ευρωβουλευτών για το θέμα, οι πιο λαλίστατοι από τους οποίους δεν θα πρέπει να ζητήσουν κάποιες διευκρινήσεις από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Ε.Κ.; Ιδιαίτερα δε οι πρώην δημοσιογράφοι από τους ευρωβουλευτές αυτούς δεν θα έπρεπε να ζητήσουν να μάθουν τι συνέβη στο Γραφείο της Αθήνας; 
Κατά τα άλλα, η «υπόθεση Αντωνακόπουλου» και η κατάληξη της φέρνει στο προσκήνιο σοβαρά θέματα λειτουργίας ορισμένων υπηρεσιών του ΕΚ, ρόλος των οποίων είναι να εξυπηρετούν και να υπηρετούν τη δημοκρατία στην Ευρώπη και όχι προσωπικές ιδεοληψίες και φαντασιώσεις.   

Είναι απειλή το Ισλάμ για την Ευρώπη;

Πριν αρκετά χρόνια λέγαμε ότι η Ευρώπη παρά τις δυσκολίες προχωράει προς την Ένωσή της. Και δεν ήσαν λίγοι αυτοί που εργάζονταν προς την κατεύθυνση αυτή με ζήλο και ανοικτούς ορίζοντες. Σήμερα, ενώ έκλεισε η πρώτη εικοσαετία του 21ου αιώνα, πού βρισκόμαστε; Πού θέλουμε να πάμε; Ποιο είναι το όραμά μας; Τελικά, δε, το όραμα των θεμελιωτών της σημερινής Ένωσης υπάρχει;
Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
Για να κατανοήσουμε τη νέα κατάσταση, πρέπει να θυμηθούμε τις δυσκολίες στις όποιες αναφερόμασταν παλιά. Επρόκειτο για δυσκολίες εξωγενείς και ενδογενείς. Με δυό λόγια, είχαμε ν’ αντιμετωπίσουμε αφενός μεν το φόβο των δύο υπερδυνάμεων για το μέλλον και το ρόλο μιας ενωμένης και ισχυρής Ευρώπης, αφετέρου, δε, τις οικονομικές κυρίως διαφορές των μελών της.
Οι οικονομικές διαφορές υποθέσαμε ότι μπορούν σύντομα να γεφυρωθούν χάρις σε διάφορα προγράμματα, τα όποια ουσιαστικώς μετέφεραν μέρος του εισοδήματος που παρήγαγε ο ακαταπόνητος Βορράς προς τον Νότο. Οι εξωγενείς αντιρρήσεις αντιμετωπίζονταν κυρίως διά του NATO, δηλαδή του μηχανισμού εξάρτησης της ευρωπαϊκής άμυνας από την αμερικανική. «Όλα αυτά», έγραφε πριν μερικά χρόνια ο αείμνηστος Παναγιώτης Δρακόπουλος, εκδότης και φιλόσοφος, «δεν ήταν βεβαίως προϊόντα σχεδιασμού επιδέξιων πιλότων, αλλ’ απλώς υποχωρήσεις σε πιέσεις, συναλλαγής, διαβρώσεις και, όχι σπανίως, εξευτελισμοί».
Μ’ όλα ταύτα, υπήρχε ένα όραμα, και μάλιστα με εντυπωσιακά σαφές περίγραμμα. .. «Αν προσθέσουμε σ’ αυτό τη νωπή τότε ακόμη χιτλερική εμπειρία και τη συνακόλουθη διαίρεση της Γερμανίας, θα κατανοήσουμε γιατί το όραμα της ευρωπαϊκής ένωσης στήριζε την υλοποίησή του στη φόρμουλα του συντηρητικού Αντενάουερ (επιβεβαιωμένη κατηγορηματικά από τον σοσιαλιστή Βάλτερ Σέελ), σύμφωνα με την όποια η Γαλλία θα ηγείται πολιτικά και πολιτιστικά, ενώ η Γερμανία θα προηγείται στα οικονομικά και διοικητικά της ένωσης».
Για τους οραματιστές της ενωμένης Ευρώπης από τον Δάντη έως τον Έλιοτ, όπως και για τους «Ιδρυτές Πατέρες» της Κοινότητας (προσωπικότητες κυρίως του οικονομικού και του δημοσιογραφικού κόσμου), η Ευρώπη είχε ίσως ακαθόριστα τελικά σύνορα, αλλά σαφές πρόσωπο: μιλούσαν για την ένωση μιας ομάδας κρατών με δημοκρατική παράδοση και φιλελεύθερη συνείδηση. Πέρα από τις οικονομικές σκοπιμότητες και τα πολιτικά αιτήματα, οι άνθρωποι αυτοί αισθάνονταν αποφασισμένοι «να προσπαθήσουμε τουλάχιστο να διαφυλάξουμε μερικά από τα αγαθά εκείνα στα όποια είμαστε κοινοί θεματοφύλακες και αυτά είναι η κληρονομιά της Ελλάδας, της Ρώμης και του Ισραήλ και η ευρωπαϊκή κληρονομιά, όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία δύο χιλιάδες χρόνια», για να επαναλάβω τα λόγια του  Τ.Σ. Έλιοτ.
Στη βάση αυτήν που προηγούνται και με δεδομένα τη σημερινή συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης, θα χρειαστεί να επιμείνουμε σ’ ένα σημείο άξιο ιδιαίτερης προσοχής: οι Ευρωπαίοι δεν απορρίπτουν την ιστορική τους παράδοση και τους παράγοντες που διαμόρφωσαν την ιδιοπροσωπία τους, αλλά αντιθέτως πάνω σε αυτά τα στοιχεία θεμελίωναν το αίτημα της ένωσης. Αυτά προσδιόριζαν και το αίσθημα πού έτρεφαν έναντι των γειτόνων τους στην απέναντι όχθη της Μεσογείου.
Έναντι του Ισλάμ έχουν δώσει καθοριστικόν της πνευματικότητας τους αγώνα: προσπάθησαν (ανεπιτυχώς) να το κρατήσουν μακριά από τον μικρασιατικό χώρο αναπνοής της Κωνσταντινούπολης και τούς Αγίους Τόπους της θρησκείας τους (μια νοητή ευθεία πού αρχίζει από την Τραπεζούντα και καταλήγει στον κόλπο της Άκαμπα), όπως προσπάθησαν να το κρατήσουν μακριά από την Ευρώπη, πού την ήθελαν δική τους Γή και πατρίδα. Η ευρωπαϊκή συνείδηση και κληρονομιά έχουν σφραγισθεί -καθώς μαρτυρούν τα μεγάλα μνημεία της Γραμματείας της- με γεγονότα όπως ή μάχη τού Πουατιέ το 732 πού ανέκοψε την είσοδο τού Ισλάμ στην Ευρώπη από τα δυτικά Στενά της Μεσογείου και με τη μάχη της Βιέννης το 1683 πού ανέκοψε τη διείσδυση του από τα Στενά της ανατολής. Οι μάχες αυτές ήταν και αρχές μιας μακράς κι αιματηρής πορείας πλήρους απαλλαγής της Ευρώπης από το Ισλάμ, πού ολοκληρώθηκε στο δυτικό μέτωπο το 1492 με την ανακατάληψη όλης της Ιβηρικής χερσονήσου, και στο ανατολικό το 1923 με την απελευθέρωση της Βαλκανικής χερσονήσου,με την Κωνσταντινούπολη βλακωδώς να αφήνεται στην επιρροή ενός δεινού σήμερα εχθρού της Δύσης.
Επιμένω στο θέμα τού Ισλάμ, διότι αυτό θα είναι ένα από τα δύο μεγαλύτερα προβλήματα της ενωμένης Ευρώπης τα χρόνια που έρχονται, ενώ δεύτερο μεγάλο θα είναι το λεγόμενο melting pot. Το θέμα πλέον δεν είναι η στάση των εταίρων έναντι αυτής ή της άλλης μουσουλμανικής χώρας του άλλοτε Τρίτου Κόσμου. Το θέμα είναι ότι ήδη εδώ και λίγα χρόνια οι μονίμως εγκατεστημένοι στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μουσουλμάνοι υπερβαίνουν τα 20 εκατομμύρια· συνιστούν άρα ένα κράτος χωρίς νόμιμη εκπροσώπηση και σύνορα, μεγαλύτερο όμως από το Βέλγιο, τη Δανία, την Ιρλανδία, την Πορτογαλία ή την Ελλάδα.
Είμαστε, λοιπόν, μάρτυρες ενός μεγάλου ιστορικού γεγονότος: της εισόδου του Ισλάμ στην Ευρώπη, με τη συμπαράσταση ενός άκρατου δήθεν προοδευτικού λαϊκισμού. Τι μπορεί να συμβεί; Μήπως αρκετά θλιβερά γεγονότα στη Γαλλία μάς δίνουν την απάντηση;

Αιχμάλωτοι της Γεωγραφίας

Εάν αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί ο Πούτιν έχει τόσο μεγάλη εμμονή με την Κριμαία, γιατί οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν προορισμένες να εξελιχθούν σε πλανητική υπερδύναμη ή γιατί η ισχύς της Κίνας συνεχίζει να εξαπλώνεται ολοένα και περισσότερο, τότε όλες οι απαντήσεις βρίσκονται στο μοναδικό βιβλίο του Τιμ Μάρσαλ.
Του Αθ. Χ. Παπανδρόπουλου
Όταν τον πρωτογνώρισα πριν 29 χρόνια, δεν με εντυπωσίασε τόσο ο θαυμασμός του για την Ελλάδα, όσο η διαύγεια με την οποίαν έβλεπε και εκτιμούσε τις εξελίξεις στην Τουρκία. Και αν θυμάμαι καλά, μου είχε πει η Τουρκία ποτέ δεν θα γίνει ευρωπαϊκή χώρα για τον απλό λόγο ότι από κάθε άποψη δεν έχει καμμιάν απολύτως σχέση με την ευρωπαϊκή γεωγραφία και ιστορία.
Σήμερα οι εξελίξεις επιβεβαιώνουν τον Τιμ Μάρσαλ, έναν εκλεκτό δημοσιογράφο, που βλέπει, ακούει και καταλαβαίνει και κυρίως θέλει να ενημερώνει. Μας καλεί έτσι να βάλουμε το “γεω” μπροστά από την πολιτική, αν θέλουμε να κατανοήσουμε όσο το δυνατό πληρέστερα τα διεθνή δρώμενα. Υπό αυτήν την έννοια, όπως επισημαίνει πού εύστοχα ο μεταφραστής του βιβλίου διεθνολόγος Σπυρίδων Κατσούλας, ο οποίος και το προλογίζει, η παραίνεση του Τιμ Μπάρσαλ έχει ξεχωριστό βάρος. Διότι ο συγγραφέας μιλάει εκ πείρας και όχι με αφετηρία ιδεολοψίες και λοιπά θεωρητικά σχήματα. Κατά την αντίληψη του από την βιωμένη πραγματικότητα, η επίδραση της γεωγραφίας, στην πολιτική είναι τεράστια.
Και αυτό το είδε με τα ίδια του τα μάτια καλύπτοντας τους πολέμους και τις διπλωματικές ενέργειες της Δύσης  σε Βαλκάνια και Μέση Ανατολή. Το βιβλίο αποτελεί το καταστάλαγμα τριάντα χρόνων εμπειρίας στην πρώτη γραμμή του ρεπορτάζ.
Ο Μάρσαλ πυροβολήθηκε από αεροβόλο στο Κάιρο, χτυπήθηκε στο κεφάλι με καδρόνι στους δρόμους του Λονδίνου, ξυλοκοπήθηκε από την αστυνομία στην Τεχεράνη, συνελήφθη από τις μυστικές υπηρεσίες της Σερβίας, κρατήθηκε σε τμήμα στη Δαμασκό, ανακηρύχθηκε persona non grata στην Κροατία, βομβαρδίστηκε από τη βρετανική βασιλική αεροπορία όσο βρισκόταν στο Βελιγράδι και έχει δοκιμάσει τη γεύση των δακρυγόνων σε όλες σχεδόν τις χώρες από τις οποίες πέρασε. Κι όμως, το επιμύθιο της πολυτάραχης δημοσιογραφικής σταδιοδρομίας του δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από το γεγονός ότι πρέπει να ξαναβάλουμε το “γεω-” μπροστά από την “πολιτική” προκειμένου να κατανοήσουμε γιατί συμβαίνουν όλα αυτά.
Το συμπέρασμα του Μάρσαλ αποδεικνύει περίτρανα αυτό που αγνοούν πολλοί από τους επικριτές της γεωπολιτικής. Η γεωπολιτική δεν είναι μόνο θεωρίες βασισμένες στη γεωγραφική απεικόνιση του περιβάλλοντος και στην παρατήρηση επαναλαμβανόμενων προτύπων συμπεριφοράς σε βάθος χρόνου. Είναι και η καθαυτό συμπεριφορά των κρατών, όπως εκδηλώνεται στη διεθνή κονίστρα την κάθε δεδομένη στιγμή. Τα κράτη σκέφτονται και δρουν με όρους γεωπολιτικής. Στο βιβλίο δεν θα συναντήσετε κανέναν ορισμό γεωπολιτικής, ούτε κάποιο από τα γνωστά ονόματα των κλασικών γεωπολιτικών μελετητών, όπως του Άλφρεντ Θάγιερ Μάχαν, του Χάλφορντ Μακίντερ ή του Νίκολας Σπάικμαν. Θα περάσετε κατευθείαν στο προκείμενο, διαβάζοντας για τη γεωπολιτική συμπεριφορά των σημαντικότερων κρατών του κόσμου όπως εκδηλώνεται σήμερα, με τρόπο απλό, λιτό και ουσιαστικό.
Ως καλός δημσσιογράφος, ο Μάρσαλ έχει μάθει να σταχυολογεί από την επικαιρότητα και να μεταδίδει την ουσία της είδησης χωρίς περιστροφές, χωρίς άσκοπες λεπτομέρειες και χωρίς να φοβάται να πάρει θέση.Γι’ αυτό κατορθώνει μέσα σε λίγες σχετικά σελίδες να καλύψει το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, σαν τη φωνή του αφηγητή ενός ντοκιμαντέρ, ντύνοντας με χάρτες, ανέκδοτες ιστορίες και προσωπικές μαρτυρίες τη σκληρή πραγματικότητα των διεθνών σχέσεων.
Σωστά, στο πλαίσιο αυτό, ο  Σπ. Κατσούλας επισημαίνει, έχοντας θαυμάσια μεταφράσει το βιβλίο, ότι το όλο έργο του Τιμ Μάρσαλ δεν είναι απλώς δημοσιογραφικό. Δεν περιορίζεται, δηλαδή, στην παρουσίαση και στον σχολιασμό της επικαιρότητας, αλλά προχωράει ένα βήμα παραπέρα, αναζητώντας τις βαθύτερες αιτίες που κρύβονται πίσω από τις αφορμές. Και σ’ αυτή του την προσπάθεια τον βοηθάει ο σεβασμός που τρέφει στον παράγοντα γεωγραφία. Έτσι, ο  Μάρσαλ δεν αρκείται στη συμβαντολογική απεικόνιση της πραγματικότητας, αλλά υπεισέρχεται στη συγκυριακή και μακροσκοπική οπτική της ιστορίας για να καταλήξει ότι η φυσική γεωγραφία -τα βουνά, οι πεδιάδες, τα ποτάμια και οι θάλασσες- είναι τελικά αυτή που κρατάει αιχμάλωτες τις ηγεσίες των κρατών.
Στη βάση, λοιπόν, της λιτής και ρεαλιστικής θεώρησης, ο συγγραφέας μας εξηγεί το ρόλο που παίζουν οι χάρτες και η γη που πατάμε στην πορεία και εξέλιξη των λαών. «Μπορεί να φαίνεται, γράφει ότι  η τεχνολογία έχει υπερκεράσει τις αποστάσεις που μας  χωρίζουν, τόσο τις νοερές όσο και τις φυσικές, αλλά είναι εύκολο να ξεχάσει κανείς ότι το έδαφος πάνω στο οποίο ζούμε, εργαζόμαστε και αναθρέφουμε τα παιδιά μας έχει τεράστια σημασία και ότι οι επιλογές αυτών που ηγούνται των εφτάμισι δισεκατομμυρίων κατοίκων του πλανήτη θα καθορίζονται πάντα σε κάποιο βαθμό από τους ποταμούς, τα βουνά, τις ερήμους, τις λίμνες και τις θάλασσες που μας περιβάλλουν – όπως έκαναν πάντοτε».
Αυτή η τελευταία  παρατήρηση, σε συνδυασμό και με την πολιτισμικο-θρησκευτική της διάσταση, οδηγεί τον Τιμ Μάρσαλ στην πρόβλεψη ότι η Τουρκία αντί για μέλος της Ευρώπης αποτελεί ήδη πρόβλημά της. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για τη χώρα μας, η οποία τελικά είναι και το έσχατο ευρωπαϊκό σύνορο πριν την Ανατολή. Και ως τέτοιο έχει σήμερα μεγάλη γεωπολιτική σημασία σ’ έναν υπό αναδιάταξη κόσμο, με κύριο χαρακτηριστικό του την αβεβαιότητα.
Αυτή η τελευταία, δε, κάνει το βιβλίο του Τιμ Μάρσαλ απαραίτητο εργαλείο σκέψης και απόκτησης γνώσης, που κάθε ενδιαφερόμενος για το σήμερα και το αύριο θα πρέπει να διαβάσει.

Ποιοι οι κίνδυνοι για το εταιρικό ομαδικό πνεύμα

Οι αλλαγές είναι σοβαρές και βρισκόμαστε μόλις στην αρχή. Οι εργασιακές σχέσεις αλλάζουν και η φύση της εργασίας μεταβάλλεται και αυτή.
Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
Νέα φαινόμενα θα παρατηρηθούν και θα καταγραφούν τόσο στον αναπτυγμένο όσο και στον αναπτυσσόμενο κόσμο, με την εργασία στο σπίτι να διευρύνεται και να αποκτά ειδικό βάρος. Όμως οι επιπτώσεις της εξέλιξης αυτής είναι ήδη αντικείμενο μελέτης και ανάλυσης, γιατί νέα και πρωτόγνωρα φαινόμενα σίγουρα θα προκύψουν.
Στο μέτρο που η πανδημία επηρεάζει όλες τις οικονομίες του κόσμου, οι επιχειρήσεις κατά κύριο λόγο αρέσκονται στο να παρατηρούν. Όπως επισημαίνει ο Φίλιπ Κόγκαν στο Εκόνομιστ, απετέλεσε έκπληξη για πολλούς διευθυντές το πόσο καλά πήγε το πείραμα της εργασίας από το σπίτι. Έρευνες έδειξαν ότι, πριν από το 2020, οι υπάλληλοι που έμεναν σπίτι έτειναν να απομονώνονται από εκείνους που έμεναν στο γραφείο, θεωρούσαν τον εαυτό τους πολίτη δεύτερης κατηγορίας. Όμως η πανδημία τούς έβαλε όλους στην ίδια βάρκα, ή μάλλον στο ίδιο σαλόνι. Οι διευθυντές έμαθαν ότι το προσωπικό τους μπορεί να είναι παραγωγικό και εκτός γραφείου· οι υπάλληλοι συνήθισαν τις τηλεσυσκέψεις. Μελέτη του Εθνικού Γραφείου Οικονομικών Ερευνών διαπίστωσε ότι, εργαζόμενοι από το σπίτι, οι υπάλληλοι δούλευαν μία ώρα παραπάνω από ό,τι όταν πήγαιναν στο γραφείο.
Οι νέες διευθετήσεις δούλεψαν διότι οι υπάλληλοι ήταν ήδη εξοικειωμένοι με τους ρόλους τους και συνηθισμένοι στους ρυθμούς της εταιρείας. Η συνάντηση για τον εβδομαδιαίο προγραμματισμό μπορούσε να πραγματοποιηθεί online· οι ομαδικές συζητήσεις μπορούσαν να οργανωθούν μέσω Slack ή WhatsApp. Οι διευθυντές γνώριζαν τα δυνατά σημεία και τις αδυναμίες του προσωπικού τους και άρα σε ποιον να γκρινιάξουν και ποιον να αφήσουν ήσυχο.
Με τον καιρό, όμως, αυτή η συνοχή μπορεί να επιδεινωθεί. Διευθυντές και προσωπικό θα αντιμετωπίσουν νέα προβλήματα και θα χρειαστεί να αναπτύξουν μεθόδους αντιμετώπισης αυτών. Νέοι υπάλληλοι θα προσληφθούν και οι υπάρχοντες θα μετακινηθούν οε άλλες θέσεις. Η συσσωρευμένη γνώση θα είναι λιγότερο χρήσιμη, θα πρέπει να αναπτυχθούν νέοι τρόποι εργασίας, για τους οποίους θα απαιτηθεί στενότερη συνεργασία από αυτήν που μπορεί να επιτευχθεί μέσω μιας βιντεοσύνδεσης.
Με άλλα λόγια οι ομάδες που εργάζονται δεν νοείται να είναι αποκομμένες η μία από την άλλη. Για παράδειγμα η ομάδα των πωλήσεων δεν μπορεί να μην έχει επαφή και συνεργασία με τους ανθρώπους του σχεδιασμού των προϊόντων. Αυτός κατά συνέπεια είναι ο λόγος που οι εταιρίες προσπαθούν να αποκαταστήσουν το συλλογικό πνεύμα, απαραίτητο για την γενική επίδοση τους στην αγορά.
Στο πλαίσιο αυτό, έτσι, ζητείται από το προσωπικό των εταιριών μια ή δύο μέρες την εβδομάδα να έχει παρουσία στην εταιρία, ώστε να μην ατονήσει σε επικίνδυνο βαθμό το ομαδικό πνεύμα.
Ο μεγάλος κίνδυνος μεσοπρόθεσμα είναι η ανάδυση δύο τύπων κουλτούρας, όπως συνέβη με την οικονομία της περιστασιακής απασχόλησης, όπου το ανθρώπινο δυναμικό διαιρείται σε έναν μικρό αριθμό εργαζόμενων του «πυρήνα» και έναν μεγαλύτερο αριθμό συμβασιούχων ή περιστασιακά εργαζόμενων. Η πανδημία μπορεί να οδηγήσει και σε έναν άλλο διαχωρισμό, καθώς οι παλαιότεροι και εδραιωμένοι εργαζόμενοι θα μένουν στο σπίτι, την ώρα που οι νεότεροι, αν και θα πηγαίνουν στο γραφείο, θα έχουν λιγότερες ευκαιρίες να δεθούν με τους συναδέλφους τους, να αναπτύξουν επαγγελματικά δίκτυα και να ανέβουν στην κλίμακα της ιεραρχίας. «Η δημιουργία ομαδικού πνεύματος θα είναι πιο δύσκολη από ποτέ – όσο εκλεπτυσμένες λέξεις και αν χρησιμοποιήσει ο διευθύνων σύμβουλος», αναφέρει το περιοδικό Economist και φέρνει στο προσκήνιο ένα κρίσιμο θέμα.

Ο θρίαμβος του μαγικού χρήματος

Ενώ η παγκόσμια οικονομία και οι κοινωνίες που τη συνθέτουν κρατικοποιούνται με ισχυρό ρυθμό, οι κεντρικές τράπεζες είναι πλέον η νέα μαγική  δύναμη στον κόσμο.
Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
Όταν το διάβασα έμεινα με ανοικτό το στόμα. «Τα δολάρια που εκτυπώθηκαν και κυκλοφόρησαν τους δέκα τελευταίους μήνες αντιπροσωπεύουν το 20% του συνόλου των δολαρίων που έχουν κυκλοφορήσει από το 1792, όταν το αμερικανικό νόμισμα έγινε επίσημο στις ΗΠΑ.
Αυτό προκύπτει από μια τελευταία έκθεση της Αμερικανικής Ομοσπονδιακής Τράπεζας, η οποία ιδρύθηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1913. Σ’ ένα δεκάμηνο, λοιπόν, κυκλοφόρησε το ένα πέμπτο των δολαρίων, που έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία 225 χρόνια, ήτοι στη διάρκεια τεσσάρων βιομηχανικών επαναστάσεων!!
Για όσους έχουν δυσκολία να καταλάβουν τι σημαίνει και τι αντιπροσωπεύει η εντός δεκαμήνου κυκλοφορία μιας ποσότητας περί των 10.000 δισεκατομμυρίων δολαρίων, πολύ απλά επισημαίνουμε ότι ο περίφημος οικονομικός κανόνας της σπανιότητας έχει παύσει να ισχύει για τους κεντρικούς τραπεζίτες. Και το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Ήδη το 2008, ο διοικητής της Fedκαθηγητής Μπεν Μπερνάνκι, μπροστά σε καταρρέουσες αμερικανικές τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρίες δήλωσε ότι οπλισμένη με το νομισματοκοπείο των ΗΠΑ «η Fedμπορούσε να δημιουργήσει όσα δολάρια ήθελε». Και όντως, εκείνη την περίοδο η Αμερικανική Κεντρική Τράπεζα απέσυρε τοξικά περιουσιακά στοιχεία από τους ισολογισμούς μιας μακράς λίστας αποτυχημένων δανειστών, για να τους σταθεροποιήσει.
Προέκυψε έτσι το εργαλείο της «ποσοτικής χαλάρωσης», το οποίο συνίσταται στη δημιουργία χρήματος για την αγορά μακροπρόθεσμων ομολόγων, συρρικνώνοντας έτσι τα μακροπρόθεσμα επιτόκια προς όφελος της οικονομικής τόνωσης. Στη διάρκεια του 2008, η Fed είχε ρίξει στην αμερικανική οικονομία 1.300 δισ. δολάρια, ποσό που αντιπροσώπευε τότε τα 27% του αμερικανικού προϋπολογισμού.
Με την πρωτοβουλία της αυτή, πριν 13 χρόνια, η Fed από τη μια πλευρά επέκτεινε την εργαλειοθήκη των κεντρικών τραπεζών η οποία παραδοσιακά περιελάμβανε την χειραγώγηση των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων, από την άλλη όμως άνοιξε «νέους δρόμους» σε όλες τις Κεντρικές Τράπεζες των αναπτυγμένων χωρών, συμπεριλαμβανομένης βέβαια και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Έτσι, εκείνη την περίοδο, η Τράπεζα της Αγγλίας άρχισε να μιμείται τη Fed, ενώ η Τράπεζα της Ιαπωνίας ήδη από το 2001 είχε δημιουργήσει χρήμα περισσότερο από το 35% του ΑΕΠ της χώρας. Στο χορό η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μπήκε το 2013, χάρη στην αποφασιστικότητα του Μάριο Ντράγκι.
Σήμερα, η κρίση της νόσου Covid-19 έχει ενθαρρύνει τις κεντρικές τράπεζες ακόμη περισσότερο. Πριν από την πανδημία, οι οικονομολόγοι ανησυχούσαν ότι η ποσοτική χαλάρωση σύντομα θα έπαυε να είναι αποτελεσματική ή πολιτικά αποδεκτή. Υπήρχαν πρόσθετες ανησυχίες ότι η νομοθεσία μετά το 2008 είχε περιορίσει τη δυνατότητα της Fed να πραγματοποιεί διασώσεις. «Η κυβέρνηση διαθέτει ακόμη λιγότερη εξουσία έκτακτης ανάγκης από ό,τι πριν από την κρίση», έγραψε ο πρώην υπουργός Οικονομικών Timothy Geithner. Αλλά μόλις ενέσκηψε η παν­δημία, αυτοί οι φόβοι διαλύθηκαν. «Ήμουν ανάμεσα σε πολλούς που ανησυχούσαν πριν από ένα μήνα για το περιορισμένο εύρος του οπλοστασίου της Fed», ομολόγησε πρόσφατα ο επεν­δυτής Howard Marks. «Τώρα βλέπουμε την τεράστια έκταση της πι­θανής εργαλειοθήκης της Fed».
Η Fed όρμησε στη μάχη τον Μάρτιο, υποσχόμενη ότι το εύρος των δράσεων της θα ήταν ουσιαστικά απεριόριστο. «Όσον αφορά τον δανεισμό, δεν πρόκειται να εξαντληθούν τα πυρομαχικά», δή­λωσε ο Jerome Powell, πρόεδρος της Fed. Ενώ οι πρώτοι δυο γύροι ποσοτικής χαλάρωσης της Fed, που ξεκίνησαν το 2008 και το 2010, αφορούσαν προκαθορισμένη ποσότητα αγορών [περιου­σιακών στοιχείων], η στάση του Powell ήταν σκόπιμα χωρίς όριο. Σε αυτό, ακολουθούσε το προηγούμενο που είχε θέσει το 2012 ο Mario Draghi, τότε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ο οποίος δεσμεύτηκε να κάνει «ό,τι χρειάζεται» για να συγκρατήσει την κρίση χρέους της Ευρώπης. Αλλά η υπόσχεση του Ντράγκι ήταν μια εμπνευσμένη μπλόφα, καθώς η προθυμία των κρατών της Βόρειας Ευρώπης να υποστηρίξουν την απεριόριστη παρέμβαση ήταν αβέβαιη.
Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει σήμερα στις ΗΠΑ, γεγονός που όπως καταλαβαίνει κανείς δημιουργεί και ένα μάλλον πρωτόγνωρο παγκόσμιο νομισματικό περιβάλλον.
Διότι, ενώ κυκλοφορεί πλέον άφθονο «μαζικό χρήμα» για την ώρα άφαντος είναι ο πληθωρισμός, με αποτέλεσμα μονεταριστές και «νεοφιλελευθεροφάγοι» να τα «έχουν παίξει». Ιδιαίτερα, δε, όταν βλέπουν ότι ούτε το «μαγικό  χρήμα» τονώνει τη ζήτηση / κατανάλωση, αλλά ότι τελικά ενισχύει την αποταμίευση και τη χρηματοοικονομία. Στη διάρκεια της πανδημίας έτσι, τα μεν χρηματιστήρια καλά κρατούν, αλλά η ανεργία στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας πάει σύννεφο. Και όχι μόνον.
Ολόκληροι κλάδοι παροχής υπηρεσιών εξαρτώνται πλέον από τις κρατικές ενισχύσεις, ήτοι από την έκδοση μαζικού χρήματος, το οποίον θα οφείλουν οι επόμενες γενιές.
Την ίδια στιγμή, η συγκράτηση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων σε χαμηλά επίπεδα ανεβάζει τις τιμές των μετοχών και των ομολόγων. Ενισχύει έτσι τους κατόχους χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, με άμεση συνέπεια να αυξάνονται οι ανισότητες λόγω οικονομικής δυσπραγίας στην πραγματική οικονομία. Το «μαζικό χρήμα» είναι έτσι ο βασικός τροφοδότης του λαϊκισμού.
Υπό αυτές τις συνθήκες, ο κίνδυνος να εκραγεί μια άλλη «πανδημία» στον πλανήτη είναι ήδη μπροστά στην πόρτα μας… Για όσους καταλαβαίνουν.

Ο σιωπηρός εξισλαμισμός της Γαλλίας

Αργά αλλά σταθερά, ολόκληρες περιοχές της Γαλλίας τελούν υπό ισλαμική κηδεμονία και στην ουσία αποτελούν ισλαμικά κρατίδια εν κράτει!!
Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
Ο Γάλλος εκπαιδευτικός Ντιντιέ Λεμαίρ, καθηγητής Φιλοσοφίας, αριστερός κατά δήλωσή του, από τη Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου δεν μπορεί να διδάξει στο σχολείο που διδάσκει 20 χρόνια, γιατί κινδυνεύει η ζωή του. Η τοπική αστυνομία που τον προστατεύει από το 2018 και η σχολική επιθεώρηση δεν αναλαμβάνουν ευθύνες, μετά από δηλώσεις του Γάλλου εκπαιδευτικού στο τηλεοπτικό κανάλι CNews ότι η πόλη Τραπ, στην οποία βρίσκεται το σχολείο του, τελεί πλέον υπό ισλαμική επιρροή. Στο πλαίσιο, δε, αυτό, οι ισλαμοφασίστες που επιβάλλουν τη θέλησή τους στην πόλη, τονίζουν πως δεν αναγνωρίζουν τη Γαλλική Δημοκρατία και τις αρχές της, δεν θέλουν να υπάρχουν ελευθερία σκέψης και έκφρασης και απορρίπτουν την ισότητα των φύλων. Κατά συνέπεια, κάθε πολίτης της πόλης Τραπ που δεν συμφωνεί με τις πιο πάνω αρχές, φέρει την ευθύνη αν θα έχει ή όχι κεφάλι κάποια στιγμή. Ο αποκεφαλισμός του εκπαιδευτικού Σαμουέλ Πατύ, πριν από λίγους μήνες, επιβεβαιώνει του λόγου το ασφαλές.
«Από τον περασμένο Νοέμβριο», τονίζει ο Ντιντιέ Λεμαίρ, «τις νύχτες λαγοκοιμάμαι, αισθάνομαι να απειλούμαι, κυκλοφορώ με χίλιες επιφυλάξεις και έχω βαρεθεί να ακούω όλους να μου λένε ότι πρέπει να κλείσω το στόμα μου. Είναι κατάσταση αυτή; Αυτή είναι η Γαλλική Δημοκρατία;… Αυτά που συμβαίνουν στο σχολείο που διδάσκω είναι ασύλληπτα. Οι μαθητές μου τελούν υπό καθεστώς ισλαμικής τρομοκρατίας και δυστυχώς για αυτούς, σε κάποιες περιπτώσεις αυτό συμβαίνει και με συμμετοχή των γονιών τους.
Στις μέρες μας, οι επιθέσεις κατά της ανεξιθρησκείας είναι όλο και πιο καλά οργανωμένες, έχουν συλλογικό χαρακτήρα και τελικά επιδιώκουν να σπρώξουν τη Γαλλία σε μια εμφύλια σύρραξη».
Και με τα λόγια αυτά, ο Γάλλος εκπαιδευτικός φέρνει στο προσκήνιο το σοβαρότερο πρόβλημα της σημερινής Γαλλίας: αυτό της σχέσης της με το ισλάμ και την επιρροή του στη σημερινή γαλλική πραγματικότητα.
Πρώην αποικιακή δύναμη και δύο βήματα από τις ακτές της Βόρειας Αφρικής, η Γαλλία ως εκ της θέσης της στη Μεσόγειο είχε πάντα ανοικτούς λογαριασμούς με τον αραβο-μουσουλμανικό της περίγυρο. Τα σαράντα τελευταία χρόνια, όμως, οι σχέσεις αυτές παίρνουν άλλη τροπή. Το μουσουλμανικό στοιχείο έχει κυριολεκτικά κατακλύσει τη Γαλλία, την οποίαν και θεωρεί ως θρησκευτική επαρχία. Μια τελευταία δημοσκόπηση δείχνει ότι το 60% των Γάλλων μουσουλμάνων ηλικίας 16-24 ετών είναι υπέρ της ισλαμικής σαρίας και άρα απορρίπτουν όλες τις βασικές αρχές της Γαλλικής Δημοκρατίας και των αρχών του κράτους δικαίου. Όσο για την απόρριψη αυτή, όπως τονίζει ο δημοσιογράφος Πασκάλ Προ, επιβάλλεται συστηματικά και στα γαλλικά σχολεία, ιδιαίτερα βέβαια σε αυτά που έχουν πολλούς μουσουλμάνους μαθητές. Οι τελευταίοι συστηματικά πλέον δέχονται ισλαμική κατήχηση, που είναι πραγματική πλύση εγκεφάλου. Και αν δεν ενδώσουν στις αρχές που τους επιβάλλονται, αρκετές φορές ξυλοκοπούνται…».
«Δεν χωρεί πλέον καμιά αμφιβολία ότι στη σημερινή Γαλλία ο ισλαμοφασισμός γνωρίζει εντυπωσιακή άνοδο και τελικά αυτός είναι που από αντίδραση θα φέρει την άκρα δεξιά στην εξουσία. Αυτός είναι εξάλλου και ο στόχος της ισλαμοφασιστικής τρομοκρατίας. Είναι καιρός, λοιπόν, εμείς οι πολιτικοορθολογιστές να ξυπνήσουμε και να πούμε τα πράματα με το όνομά τους. Ο ισλαμοφασισμός είναι εδώ και απειλεί τη δημοκρατία και τον τρόπο σκέψης μας», λέει ο σοσιαλιστής πρώην βουλευτές Πιερ Ντρε.
Από την πλευρά του, ο συνάδελφος και συγγραφέας Τιερύ Βολτόν, επισημαίνει ότι στη διάδοση της ισλαμικής προπαγάνδας στη Γαλλία, ζωτικός είναι ο ρόλος της Τουρκίας του Ερντογάν. «Στόχος του Τούρκου προέδρου είναι η δημιουργία ενός ισλαμικού θύλακα στο εσωτερικό της χώρας. Πολλούς, δε, από τους στόχους του, ο ίδιος τους είχε αποκαλύψει με το γνωστό θράσος του στο Στρασβούργο τον Οκτώβριο 2015, όταν κάλεσε τους Τούρκους μετανάστες να αντισταθούν στην ενσωμάτωσή τους στη Γαλλική Δημοκρατία, και δυτική κοινωνία. Οι προθέσεις του Ερντογάν είναι ξεκάθαρες. Χρησιμοποιεί την ισλαμική προπαγάνδα ως διπλωματικό όπλο και εργαλείο εκβιασμού της Δύσης. Ας το έχουμε υπόψη μας γιατί με την τουρκική επιρροή δεν έχουμε ξεμπλέξει στη Γαλλία», προσθέτει ο Γ. Βολτόν.
Και δεν έχει άδικο. Σύμφωνα με ισραηλινές εκτιμήσεις, από το 2015 έως σήμερα, η Τουρκία και το Κατάρ έχουν δαπανήσει πάνω από 600 εκατ. δολλάρια σε επιχειρήσεις προπαγάνδας στη Γαλλία, τη Β. Αφρική και τη Λωρίδα της Γάζας.
Βασική, δε, επιδίωξη της Τουρκίας ιδιαίτερα είναι η αποσταθεροποίηση της Γαλλίας, που κατά τους Τούρκους είναι αυτή τη στιγμή από στρατιωτικής και γεωπολιτικής σκοπιάς το πιο ισχυρό στήριγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το δε θλιβερό στην περίπτωση αυτή, είναι η γερμανική ανοχή προς τις τουρκικές ενέργειες, σε μια φάση που η ΕΕ έχει κάθε λόγο να κάνει αισθητή και την πολιτική της υπαρξη, πέρα από το οικονομικό, κοινωνικό και ανθρωπιστικό της βάρος.

Οι μάρκες σε εποχές κρίσης

Για τους ανθρώπους του μάρκετινγκ και της προβολής επώνυμων προϊόντων, οι καιροί είναι δύσκολοι, με ευκαιρίες και σκοπέλους
Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
Όταν κυριαρχεί η αβεβαιότητα στην κοινωνία και στην αγορά, το επώνυμο προϊόν τι αντιπροσωπεύει; Μια πρώτη απάντηση στο ερώτημα αυτό θα μπορούσε να είναι η εγγύηση ποιότητας και ασφάλειας. Ο καταναλωτής σε τέτοιες εποχές θέλει να έχει το κεφάλι του ήσυχο. Προέχει γι’ αυτόν να γνωρίζει ποιος παράγει τι και ενδεχομένως πώς.
«Όλα δείχνουν ότι στην κρίση Covid-19, οι μάρκες αντέχουν πιο καλά σε σχέση με την κρίση του 2008» , μας λέει η Alice Huqt, σύμβουλος μάρκετινγκ με έδρα τις Βρυξέλλες. Προσθέτει, δε, ότι στην κατάταξη Brand Z της εταιρείας,Kantar «οι γίγαντες της τεχνολογίας αποκομίζουν τη μερίδα του λέοντος κατέχοντας τις τέσσερεις πρώτες θέσεις».
Στο πλαίσιο αυτό, η έρευνα της Kantar φέρνει στο προσκήνιο μια σειρά από ευρήματα, που σίγουρα προσφέρουν τροφή για σκέψη στους μάνατζερ που θέλουν να σκέπτονται και να μετρούν. Πριν προχωρήσει όμως στις αξιολογήσεις της, η εταιρεία ερευνών παραθέτει κάποιους ορισμούς και μέσω αυτών θέτει ερωτήματα.
Τι είναι ένα brand; Σήμερα η ανανεωμένη ταυτότητα, ο αναβαπτισμένος ρόλος ενός brand είναι πολύ περισσότερο από αξία που επιστρέφεται από την τιμή του. Αρχικά, είναι η αναγνωρίσιμη εγγύηση ποιότητας, φυσικά ο μεγαλύτερος αυτοματισμός για την απλοποίηση της λήψης των αποφάσεων και, τέλος, η πεποίθηση έκφρασης βεβαιότητας και αξιοπιστίας.
Στη βάση των όσων προηγούνται, η Kantar επισημαίνει ότι η δαπάνη για το κτίσιμο μιας μάρκας δεν είναι κόστος αλλά επένδυση. Και μάλιστα πολύ σοβαρή θα προσθέταμε. Η δε αξία της φαίνεται σε περιόδους κρίσεων. Αν εξετάσει έτσι κανείς την ύφεση του 2008, θα διαπιστώσει ότι δυνατά brands σε κλάδους, όπως προσωπική φροντίδα και είδη πολυτελείας, υπέφεραν για ένα διάστημα αλλά ανέκαμψαν. Άλλα ισχυρά brands σε κλάδους αιχμής, όπως τα Fast Food και η Τεχνολογία, άντεξαν στην κρίση, ωστόσο ορισμένοι κλάδοι αποδυναμώθηκαν και δεν κατάφεραν να ανακάμψουν, όπως τα αυτοκίνητα. Το σημαντικό είναι ότι τα ισχυρά brands ανέκαμψαν 9 φορές ταχύτερα.
Αναφορικά τώρα με την σημερινή παρατεταμένη υγειονομική κρίση, όπου οι θάνατοι προσώπων συνοδεύονται και από θανάτους επιχειρήσεων, τρεις σημαντικές προκλήσεις εντοπίζει η έρευνα Βrands Ζ για τους προσεχείς 10 μήνες:
– Αβεβαιότητα για την οικονομία και τη δαπάνη.
– Αβεβαιότητα για την υγεία και την υγιεινή.
– Αβεβαιότητα για την κοινωνικότητα.
Σύμφωνα με ανάλυση 354 brands, στην ύφεση του 2008 δείχνουν ότι τα brands που μείωσαν τη μιντιακή τους έκθεση έχασαν σημαντικό μερίδιο.
Αυτό σημαίνει ότι ανταγωνισμός πλέον υπάρχει και στο επίπεδο ποιος καταλαβαίνει τι από την κρίση και με ποιόν τρόπο αντιδρά. Υπογραμμίζεται έτσι ότι κύριος στόχος των brands είναι να κάνουν τη ζωή των καταναλωτών καλύτερη. Για να συμβεί αυτό, πρέπει να χρησιμοποιούν καινοτόμους λύσεις, μέσω δημιουργικότητας και ορθής ηγεσίας. Η αξιόλογη διαφήμιση είναι το βασικό εργαλείο της Επικοινωνίας σε αυτήν την κρίσιμη περίοδο, ενώ η εμπειρία του brand πρέπει να συνδέει τη μάρκα με τις ανάγκες του καταναλωτή, να μεταφέρεται online και ακόμη καλύτερα από κινητή συσκευή και, πάνω από όλα, να είναι μοναδική. Η εταιρική φήμη διαδραματίζει έναν κρίσιμο θόλο αναφορικά με το πώς τα brands επιλέγουν να ανταποκριθούν στις ανάγκες των καταναλωτών και, φυσικά, πώς οι καταναλωτών μεταφράζουν τις δράσεις των brands. Η ακολουθία των πραγμάτων είναι σειριακή: Στόχος του brand είναι η φήμη της εταιρείας, με απώτατο σκοπό την αύξηση της ζήτησης.
Πώς συμβάλλουν οι επιμέρους παράμετροι στη συνολική εταιρική φήμη;
Σύμφωνα με την έρευνα της Kantar BrandZ, η υπευθυνότητα συμμετέχει στο χτίσιμο της φήμης με ποσοστό 49%, η ηγεσία με 32%, η επιτυχία με 11% και η σωστή τιμολόγηση με 8%. Σύμφωνα με το βαρόμετρο αξιοπιστίας Edelman, το 65% των καταναλωτών που συμμετείχαν στην έρευνα της ειδικής έκθεσης για τον Covid 19 σε 12 επιμέρους χώρες, δηλώνουν ότι επηρεάζονται πολύ στις αγοραστικές τους συνήθειες από το πώς μια εταιρεία ή ένα brand συμπεριφέρθηκε την περίοδο της πανδημίας. Στην Κίνα το ποσοστό αυτό εκτοξεύεται στο 88%. Πολύ κοντά στον μέσο όρο (66%) αποτυπώνεται στην Ιταλία, ενώ μικρότερη σημασία αποδίδουν οι καταναλωτές στην εταιρική υπευθυνότητα στην Ιαπωνία (45%). Στο ίδιο πάνελ ερωτηθέντων είναι πολύ σημαντική η απάντηση που δίνουν αναφορικά με το ρόλο που παίζει η συμπεριφορά των επιχειρήσεων στους εργαζομένους τους μετά την πανδημία. Το 90% των ερωτηθέντων απαντούν ότι τα brands πρέπει να κάνουν ό,τι είναι δυνατόν προκειμένου να προστατεύουν τη βιωσιμότητα, την ασφάλεια και την οικονομική σταθερότητα των εργαζομένων τους και φυσικά των προμηθευτών τους παρά τις όποιες σοβαρές απώλειες ενδέχεται να έχουν στο ταμείο τους μετά το τέλος της πανδημίας.
Υπό τις συνθήκες που βιώνουν σήμερα επιχειρήσεις και καταναλωτές, οι μάρκες και η επικοινωνία τους είναι ζωτικό κομμάτι της επιχειρηματικής ύπαρξης.
Αν ένα brand θέλει να συνεχίζει να το ακούν, να αισθάνονται την ύπαρξη του, πρέπει να μιλάει. Συνεπώς, επικοινωνιακή αφωνία ισοδυναμεί με μείωση κερδών. Ανεξαρτήτως κλάδου, εκτός φυσικά από αυτούς που μπήκαν στη δική τους καραντίνα όπως ο τουρισμός ή η εστίαση, οι αεροπορικές εταιρείες ή οι ακτοπλοϊκές. Και, φυσικά, τα προϊόντα πολυτελείας. «Αν θέλεις να συνεχίσεις να πουλάς, συνέχισε να διαφημίζεσαι», είναι η εντολή Νο1, την οποία περνά ως μήνυμα η έρευνα, με το χιούμορ να έπεται ως μια νότα αισιοδοξίας και ανακούφισης ανάλογα με το χαρακτήρα του brand πάντα. «Θυμηθείτε ότι όλες οι επικοινωνίες την περίοδο της πανδημίας βρίσκονται στο μικροσκόπιο περισσότερο από ποτέ», αναφέρει ο συντάκτης της έρευνας, παραθέτοντας το επιτυχημένο παράδειγμα της καμπάνιας της μπίρας Budweiser με τίτλο «Wassup», που ενθαρρύνει τον καταναλωτή να τσεκάρει ο ένας τα αισθήματα του άλλου. Συγκρίνοντας το impact που έχει η καμπάνια σε ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο, διαπιστώνουμε ότι η επικοινωνία αυτή καθ’ εαυτήν είναι πιο σημαντική στην Αμερική, ενώ η ιδιαιτερότητα της εκστρατείας αναδεικνύεται περισσότερο στην Αγγλία.
Η ποιότητα του συναισθηματικού δεσίματος με τα brands είναι εξαιρετικά ισχυρή σε περιόδους κρίσης όπως αυτή της πανδημίας. Τα αγαπημένα brands έχουν μια μεγαλύτερη ευκαιρία, ενώ η περηφάνια ενός οργανισμού βοηθά στο χτίσιμο γέφυρας μεταξύ brand και καταναλωτή. Τέλος, η ενσυναίσθηση αποτελεί την ιδανική πλατφόρμα πάνω στην οποία οικοδομείται μια σταθερή σχέση ζωής μεταξύ επιχειρήσεων και καταναλωτών.
Κάτι που δεν είναι για όλους αυτονόητο.

Νέες προκλήσεις για την Ευρώπη

Στη νέα αντιπαράθεση για παγκόσμια κυριαρχία και ενώ η Κίνα έχει συγκριτικό πλεονέκτημα, η Ευρώπη προσπαθεί να αποφύγει έναν επώδυνο υποβιβασμό.
Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
Ο Ντόναλντ Τραμπ έλεγε «πρώτα η Αμερική». Ο Κινέζος Χι μιλάει για «κυρίαρχη και υπερήφανη Κίνα». Ο Τούρκος Ρετζίπ Ταγίπ Ερντογάν επικαλείται τη δόξα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και την ισλαμοτουρκική κουλτούρα της. Ο Ρώσος Βλαδίμηρος Πούτιν δεν κρύβει το όραμα για μια μεγάλη Ρωσία. Όλοι οι παραπάνω πολιτικοί ηγέτες αντιπροσωπεύουν το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού και της παγκόσμιας οικονομίας και είναι οι ισχυρότεροι ανταγωνιστές της Ευρώπης.
Επίσης, στο σημερινό κόσμο, ένα 80% του πληθυσμού του είναι εχθρικό προς τον ελληνορωμαϊκό πολιτισμό, που μαζί με τον χριστιανοϊουδαϊσμό αποτελούν το βάθρο της δυτικής κουλτούρας. Μια κουλτούρα, εξάλλου, η οποία, επειδή είναι αναπτυξιακή, επεκτατική και κοινωνικά η δικαιώτερη που υπάρχει στον κόσμο, συμβαίνει να έχει στο εσωτερικό της και τους πιο δεινούς εχθρούς της. Τρανή απόδειξη οι προσπάθειες που γίνονται από Ευρωπαίους να διαλυθεί η Ευρώπη.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η Ευρώπη δείχνει να παραπαίει πολιτικά και άρα στη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα έχει ήδη περιθωριοποιηθεί. Απόδειξη η στάση της απέναντι στην Κίνα, με την οποία πρόσφατα υπέγραψε επενδυτική συμφωνία. Πρόκειται για πλήρη υποχώρηση απέναντι σε αρχές, οι οποίες θα έχουν συνέχεια. Όπως επισημαίνουν οι «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς», τον τελευταίο χρόνο, η Κίνα έχει συντρίψει την ελευθερία του Χονγκ Κονγκ, έχει εντείνει την καταδυνάστευση στην Xinjiang, έχει σκοτώσει Ινδούς στρατιώτες, έχει απειλήσει την Ταϊβάν και έχει επιβάλει κυρώσεις κατά της Αυστραλίας. Εν τούτοις, με την υπογραφή της συμφωνίας με την Κίνα, η EE έδωσε σήμα πως δεν νοιάζεται καθόλου για όλα αυτά. Όπως το έθεσε η Janka Oertel, διευθύντρια του προγράμματος Ασία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων, «πρόκειται για μια τεράστια διπλωματική νίκη για την Κίνα».
Αποτελεί επίσης ένα σημαντικό πλήγμα για τον Joe Biden. Ο εκλεγμένος πρόεδρος των ΗΠΑ έχει τονίσει πως, μετά τον Donald Trump, θέλει να κάνει μια νέα αρχή με την Ευρώπη. Συγκεκριμένα, η κυβέρνηση Biden θέλει να κινηθεί επί των κινεζικών ζητημάτων μαζί με άλλες δημοκρατίες. Ο Jake Sullivan, ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του κ. Biden, έκανε μια τελευταία έκκληση στους Ευρωπαίους να καθυστερήσουν την υπογραφή της συμφωνίας, τουλάχιστον μέχρι να έχουν την ευκαιρία να τη συζητήσουν με τη νέα κυβέρνηση. Τον αγνόησαν.
Οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι δίνουν διάφορες δικαιολογίες για την απόφασή τους. Λένε πως πολλές από τις παραχωρήσεις που έκανε η Κίνα προς την EE, τις είχε ήδη κάνει και στις ΗΠΑ, στο πλαίσιο της «φάσης ένα» της αμερικανικής εμπορικής συμφωνίας.
Αυτό είναι σωστό από μια άποψη, αλλά αφελές για όσους γνωρίζουν ποια είναι η σημασία και το βάρος, που οι Κινέζοι δίνουν στις συμφωνίες που υπογράφουν.
Τον τελευταίο χρόνο η Κίνα έχει επανειλημμένως δείξει την προθυμία της να αγνοήσει τις δεσμεύσεις των συμφωνιών. Ο νέος νόμος της για την εθνική ασφάλεια παραβιάζει συμφωνία που είχε υπογραφεί με τη Βρετανία, η οποία εγγυόταν την αυτονομία του Χονγκ Κονγκ. Η Κίνα έχει επίσης επιβάλει δασμούς σε αγαθά της Αυστραλίας παραβιάζοντας τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου Κίνας-Αυστραλίας.
Ο χρονισμός της συμφωνίας αυτής είναισημαντικός για το Πεκίνο, αφού φέρνει την ομάδα Biden προ τετελεσμένων. Ο πρόεδρος της αντιπροσωπείας του Ευρωπαϊκού κοινοβουλίου για την Κίνα, Reinhard Butikofer, δήλωσε πως «επιτρέψαμε στην Κίνα να βάλει μια τεράστια σφήνα μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι για τη συμφωνία EE-Κίνας πίεσε πολύ η Γερμανίδα καγκελάριος Angela Merkel, και ολοκληρώθηκε ακριβώς στο τέλος της Γερμανικής προεδρίας της EE. Η Α. Merkel θεωρείται ως υπέρμαχος των φιλελεύθερων αξιών. Αλλά η προσέγγισή της προς την Κίνα καθοδηγείται σε μεγάλο βαθμό από το εμπόριο. Γνωρίζει πως η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία πέρασε μερικά δύσκολα χρόνια, και η Κίνα είναι η μεγαλύτερη αγορά της. Η αποφασιστικότητα της A. Merkel να προχωρήσει το θέμα μπορεί επίσης να αντανακλά και τον σκεπτικισμό της για το μέλλον των ΗΠΑ.
Ορισμένα από αυτά τα επιχειρήματα είναι λογικά. Είναι δύσκολο να κοιτάξει κανείς τα τρέχοντα γεγονότα στην Ουάσινγκτον και να νιώσει απόλυτα πεπεισμένος για τη σταθερότητα των ΗΠΑ ή της Ατλαντικής Συμμαχίας. Η ευρωπαϊκή επιθυμία να αποφύγει τη στρατιωτική αντιπαράθεση στον Ειρηνικό είναι επίσης λογική. Πλην όμως, κάποιοι Ευρωπαίοι ηγέτες, το να βασίζονται στην αμερικανική εγγύηση της ασφάλειας στην Ευρώπη, την ώρα που υπονομεύουν την αμερικανική πολιτική ασφάλειας στον Ειρηνικό, δεν μοιάζει με συνετή ή βιώσιμη πολιτική μακροπρόθεσμα.
Και το ίδιο βέβαια ισχύει για την ευρωπαϊκή αποτίμηση του φαινομένου Τουρκία τις μέρες μας.

Για διεθνή ερείσματα ψάχνει ο Τσίπρας

Ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ και της αξιωματικής αντιπολίτευσης ψάχνει για στήριξη απο το εξωτερικό σε μιά πτωτική για την εικόνα του φάση εντός Ελλάδος
Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
Είναι προφανές οτι το εκλογικό του σκόρ τον Ιούλιο 2019,υπήρξε παγίδα.Ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ νόμισε οτι εχει στο τσεπάκι του ενα 30-35% του εκλογικού σώματος και άρα λίαν συντόμως θα έστελνε αδιάβαστο τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην αντιπολίτευση. Προφανώς, δε, θεωρούσε οτι η ελληνική κοινωνία είναι ακίνητη και βαθειά νυχτωμένη. Άρα με κάποιες μπαρούφες τύπου 2012 θα επέστρεφε θριαμβευτικά στον πρωθυπουργικό θώκο. Τίποτε απο όλα αυτά δεν συνέβη και ούτε θα συμβεί. Για τον πολύ απλό λόγο οτι η διατροφή με κουτόχορτο εχει αρχή και τέλος. Σήμερα, λοιπόν, ο Αλέξης Τσίπρας εχει πρόβλημα εικόνας και κύρους και δεν είμαι βέβαιος οτι θα του το επιλύσουν κάποιοι όψιμοι συμβουλοί του. Γι’αυτό και ψάχνει για διεθνή ερείσματα μπας και γίνει κάτι. Κυρίως απο πλευράς ΗΠΑ.
Ως γνωστόν ο Αλέξης Τσίπρας διατηρούσε καλές σχέσεις με το περιβάλλον του πρώην Αμερικανού προέδρου Μπιλ Κλίντον, με αποτέλεσμα ο ίδιος ο πρώην πρόεδρος να αναλάβει πρωτοβουλίες υποστηρικτικές της ανόδου του στην εξουσία στην Ελλάδα. Είναι επίσης γνωστό ότι το περιβάλλον Κλίντον εκείνη την εποχή είχε συμβάλει και στην αποδυνάμωση του ΠΑΣΟΚ, το οποίο εθεωρείτο «ξωφλημένο» και έντονα φιλοευρωπαϊκό σε μια εποχή όπου οι ΗΠΑ πόνταραν στην κάμψη της ευρωπαϊκής οικονομικής υπεροχής στο παγκόσμιο εμπόριο.
Το γεγονός επίσης ότι την περίοδο 2012-2015 ο Τσίπρας έπαιζε το αντιγερμανικό χαρτί ήταν πολύ θετικό για την αμερικανική πλευρά, η οποία επιδίωκε την δημιουργία προστριβών στους κόλπους της ΕΕ μεταξύ των χωρών-μελών της και της Γερμανίας.
Υπογραμμίζουμε ότι την ίδια τακτική η διοίκηση Μπιλ Κλίντον είχε ακολουθήσει και το 1992, με στόχο την τότε αποδυνάμωση της Γερμανίας στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη.
Ας σημειωθεί ότι την ίδια περίοδο κάθε άλλο παρά άμοιρος υπήρξε και ο ρόλος των ΗΠΑ στην πτώση  της Κυβέρνησης Κων. Μητσοτάκη το φθινόπωρο 1993, με αφετηρία το «Μακεδονικό».
Βέβαια, πολλές από τις επιλογές της διοίκησης Κλίντον άλλαξαν όταν στη Ρωσία κατέρρεε το καθεστώς Μπόρις Γέλτσιν, με παράλληλη άνοδο στην εξουσία του Βλαδίμηρου Πούτιν, έμπειρου πράκτορα της KGB με θητεία στη Γερμανία.
Την ίδια εποχή, το φλερτ με τους Ρώσους του τότε Γερμανού καγκελάριου Γκερχαρτ Σρέντερ, έβαλε ψύλλους στ’ αυτιά των Αμερικανών αξιωματούχων, οι οποίοι την ίδια εποχή άρχισαν να αναλύουν πιο προσεκτικά και τις σχέσεις της Τουρκίας  με την Ευρωπαϊκή Ένωση της εποχής.
Στο πλαίσιο αυτό, το αμερικανικό Δημοκρατικό Κόμμα άρχισε να συμμετέχει πιο ενεργά στις δραστηριότητες και πρωτοβουλίες της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, στην οποίαν ως γνωστόν σημαντικό είναι το βάρος της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας.
Μέσα σε αυτήν, λοιπόν, την γεωπολιτική σκακιέρα, ο Αλέξης Τσίπρας θεωρήθηκε ότι εκπροσωπεί το «νέο πρόσωπο» της ευρωπαϊκής αριστεράς, γεγονός που του επέτρεπε να είναι και ο εκπρόσωπός της στις ευρωεκλογές του 2014. Αποφασιστικός την εποχή εκείνη υπήρξε και ο ρόλος της οικογένειας Αγγελοπούλου στην προώθηση του επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ στο περιβάλλον Κλίντον.
Από τότε όμως μέχρι σήμερα, τα έργα και οι ημέρες των «νέων προσώπων» της ευρωπαϊκής αριστεράς στην πολιτική σκηνή είναι σαφώς αρνητικά. Τόσον ο Τσίπρας στην Ελλάδα όσο και ο Ιγγλέσιας των «Ποντέμος» στην Ισπανία, απέτυχαν να δημιουργήσουν κάτι καινούριο. Και η αποτυχία τους αυτή σφραγίστηκε επίσης και με την κατάρρευση του Εργατικού Κόμματος στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου ο θλιβερός Τζέρεμι Κόρμπιν του κατέφερε σοβαρότατο πλήγμα.
Επίσης, η περιθωριοποίηση των Γάλλων σοσιαλιστών και η αποδυνάμωση του SPD στη Γερμανία αποτελούν σοβαρό πρόβλημα και για το κύρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, η οποία αναζητεί νέους δρόμους εξαιρετικά ασαφείς για την ώρα. Σίγουρα, δε, οι νέοι αυτοί δρόμοι δύσκολα θα βρεθούν, όσο και αν προσπαθεί κάτι να κάνει προς την κατεύθυνση αυτή ο πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς Γ.Α. Παπανδρέου.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Αλέξης Τσίπρας που εναγωνίως αναζητά ρόλο στα εγχώρια και ευρωπαϊκά πολιτικά πράγματα, κάνει ότι μπορεί ώστε να εξασφαλίσει τη στήριξη και ενδεχόμενη βοήθεια της νέας αμερικανικής διοίκησης Μπάιντεν. Δεν είναι τυχαία έτσι και η συνεργασία του με τον επικοινωνιολόγο δρα Γιάννη Λούλη, ο οποίος, μεταξύ άλλων, είναι έγκυρος γνώστης της αμερικανικής πολιτικής ζωής και ιδιαίτερα προσώπων και πραγμάτων του παρασκηνίου.
Σοβαρός σύμμαχος επίσης του Αλέξη Τσίπρα στην προσπάθειά του αυτή είναι και ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα, κ. Τζέφρυ Πάιατ, ο οποίος δεν ξεχνά το ρόλο του σημερινού αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών.
Το πρόβλημα όμως με τον Αλέξη Τσίπρα είναι ότι στην εσωτερική πολιτική σκηνή έχει χάσει κύρος και φερεγγυότητα, παράλληλα δε του είναι δύσκολο να απαλλαγεί από τα σύνδρομα του λαϊκισμού που τον έφεραν στην εξουσία το 2015. Όπως τονίζεται σε ειδική έκθεση της εδώ αμερικανικής πρεσβείας, ο Αλέξης Τσίπρας δεν εμπνέει πλεον την μεσαία τάξη και κυρίως δεν διαθέτει συνεργάτες που θα μπορούσαν να ενισχύσουν το κύρος του. Κατά τους συντάκτες της έκθεσης αυτής, ο χώρος της κεντροαριστεράς στην Ελλάδα είναι αυτή τη στιγμή ακέφαλος και άρα πολύ δύσκολα θα μπορούσε να διεκδικήσει επάνοδό του στην εξουσία την προσεχή πενταετία.
Που σημαίνει ότι η νέα διοίκηση Μπάιντεν, στις οποίες συζητήσεις με τον Κυριάκο Μητσοτάκη θα τον θεωρεί ως δυνητικό πρωθυπουργό το λιγότερο έως το 2027, παρά τον εκλογικό νόμο της απλής αναλογικής.

Οι Συμπληγάδες της εξωτερικής πολιτικής του Κυριάκου Μητσοτάκη

Εξόχως πολύτιμο για την ερμηνεία της ακολουθούμενης εξωτερικής πολιτικής της χώρας είναι το βιβλίο του πρωθυπουργού, που κυκλοφόρησε το 2006.
Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
Αν και έχει 14 χρόνια την πλάτη του, το βιβλίο του σημερινού πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, με τίτλο «Οι συμπληγάδες της εξωτερικής πολιτικής» (Εκδόσεις Πατάκη), αποτελεί πολύτιμο κλειδί για την αποκρυπτογράφηση της σημερινής ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Παράλληλα, όμως, το βιβλίο αυτό είναι ενδεικτικό της σοβαρότητας, του μορφωτικού επιπέδου και της εμπειρίας του σημερινού πρωθυπουργού.
Όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας στο εισαγωγικό του σημείωμα, το βιβλίο του βασίζεται στο κείμενο της πτυχιακής εργασίας του στο Τμήμα Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Harvard και εκπονήθηκε τα έτη 1989-90.
Κατά τον Κυριάκο Μητσοτάκη, το κύριο αντικείμενο του βιβλίου είναι ο τρόπος με τον οποίο εσωτερικές πολιτικές παράμετροι επηρεάζουν ή δεν επηρεάζουν τη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής μίας χώρας. Κυρίως, τον ενδιέφερε η διαδικασία της διαμόρφωσης της εξωτερικής πολιτικής και ο τρόπος με τον οποίο διασυνδέονται παράγοντες τόσο εξωτερικοί (η διεθνής πολιτική κατάσταση, η γεωγραφία, η σχετική ισχύς των κρατών κ.λπ.), όσο και εσωτερικοί, όπως η διάρθρωση της πολιτικής σκηνής μίας χώρας, η ιδεολογία των κομμάτων εξουσίας, το ύφος της δημόσιας συζήτησης, ο ρόλος της κοινής γνώμης.
Σκοπός του συγγραφέα, έτσι, ήταν η έρευνα σχετικά με το τι πράγματι συμβαίνει: Πώς διαμορφώνεται η εξωτερική πολιτική; Ποιες είναι οι εναλλακτικές οδοί για τη λήψη των αποφάσεων και ποιες είναι, στο μέτρο που μπορούν να κατηγοριοποιηθούν, οι συνέπειες από την επιλογή του ενός ή του άλλου δρόμου για την εξυπηρέτηση τόσο των πολιτικών στόχων όσο και αυτού του βασικού όσο και δυσπερίγραπτου μεγέθους, δηλαδή του εθνικού συμφέροντος;
Θεώρησε ότι ένας ικανοποιητικός τρόπος προσέγγισης του θέματος ήταν μέσα από τη συγκριτική μελέτη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες την περίοδο 1974-1985. Επικέντρωσε έτσι την ανάλυση σε μια συγκεκριμένη πτυχή των ελληνοαμερικανικών σχέσεων μετά το 1974, δηλαδή στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο χωρών σχετικά με την υπογραφή μιας νέας συμφωνίας για τις αμερικανικές βάσεις στην Ελλάδα. Συγκρίνοντας τις διαπραγματεύσεις δύο διαφορετικών κυβερνήσεων, της Νέας Δημοκρατίας την περίοδο 1974-1981 και του ΠΑΣΟΚ μετά το 1981, για το ίδιο όμως αντικείμενο, επιχείρησε να προσδιορίσει το πώς και σε ποιο βαθμό η εσωτερική πολιτική επηρέασε τη διαπραγματευτική στρατηγική των ελληνικών κυβερνήσεων.
Τα συμπεράσματα του Κυριάκου Μητσοτάκη από την ιστορική έρευνα που έκανε και η οποία έχει τεράστιο ενδιαφέρον για όποιον θέλει να καταλάβει ποιος είναι ο πραγματικός κόσμος και σε τι διαφέρει από τον υπερουράνιο, τον οδήγησαν στην έκδοση του βιβλίου για δύο λόγους, που παραμένουν επίκαιροι και σήμερα. Πρώτον, για τον εμπλουτισμό της σχετικής ελληνικής βιβλιογραφίας. Δεύτερον, γιατί τα κεντρικά ερωτήματα, στα οποία ήθελε να απαντήσει, δεν έχουν χάσει την επικαιρότητά τους όπως αυτό συνέβαινε και όταν εκδόθηκε το βιβλίο.
Κατά τον συγγραφέα, τόσο ο κόσμος του 2006 όσο και αυτός του 2020, προσθέτουμε εμείς, είναι δραματικά διαφορετικός από ό,τι ήταν τη δεκαετία του ’80. Όμως, η διαδικασία χάραξης της εξωτερικής πολιτικής και ο βαθμός στον οποίο αυτή υπόκειται στους περιορισμούς του εσωτερικού πολιτικού παιχνιδιού αποτελούν θέματα τα οποία πρέπει να συζητούνται, ειδικά σε μία εποχή κατά την οποία οι προκλήσεις για την εξωτερική μας πολιτική εξακολουθούν να είναι σημαντικές. Έξαλλου η εξωτερική μας πολιτική έχει, και σχετικά πρόσφατα, πληρώσει το τίμημα αποφάσεων οι οποίες πάρθηκαν υπό την ασφυκτική πίεση της κοινής γνώμης και οι οποίες, εκ των υστέρων, ήταν προφανές ότι δεν εξυπηρέτησαν τα εθνικά συμφέροντα, όπως και να τα ορίζει κανείς.
Σήμερα, ίσως περισσότερο από ό,τι στο παρελθόν, η διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής συνδέεται άρρηκτα με το επίπεδο της πολιτικής συζήτησης στο εσωτερικό μίας χώρας και μίας κοινωνίας. Παρά το γεγονός ότι τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής ιεραρχούνται σχετικά χαμηλά από τους πολίτες σε σχέση με άμεσα προβλήματα όπως η ανεργία,η αβεβαιότητα και το εισόδημα, κανείς δεν αμφιβάλλει ότι η κοινή γνώμη έχει άποψη για τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, την οποία, δοθείσης ευκαιρίας, μπορεί να την εκφράσει με τρόπο εμφατικό. Από την άλλη πλευρά, οι σειρήνες του λαϊκισμού ελλοχεύουν πάντα, ειδικά σε δύσκολους καιρούς. «Η ευθύνη για τη χάραξη μιας υπεύθυνης μακροπρόθεσμης εξωτερικής πολιτικής, η οποία θα κινείται υπεράνω των διαδικασιών και σκοπιμοτήτων του εσωτερικού κομματικού πολιτικού παιχνιδιού, βαραίνει όλους εμάς που επιλέξαμε να ασχοληθούμε με τα κοινά», τονίζει ο σημερινός πρωθυπουργός και πιστεύουμε ότι στην πράξη εφαρμόζει και αυτά που έγραφε.