Με την άσκηση κακουργηματικού βαθμού ποινικών διώξεων κατά τριών υπαλλήλων του Εθνικού Κέντρου Αξιολόγησης της Ποιότητας και Τεχνολογίας στην Υγεία (ΕΚΑΠΤΥ ΑΕ) ολοκληρώθηκε η έρευνα που ξεκίνησαν οι Εισαγγελείς Διαφθοράς πριν από περίπου ένα χρόνο για την οικονομική διαχείριση της εταιρείας την περίοδο 2007 – 20015.

Πρόκειται για ΔΕΚΟ που εποπτεύεται από το υπουργείο Υγείας και δραστηριοποιείται αποκλειστικά στο χώρο της υγείας, με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την πιστοποίηση σε συστήματα διαχείρισης ποιότητας και ιατροτεχνολογικά, όπως μηχανήματα και άλλα, και που βρέθηκε στο στόχαστρο των Εισαγγελέων μετά από μηνυτήρια αναφορά που κατέθεσε ο νέος επικεφαλής της εταιρείας του Δημοσίου το 2017.

Η δίωξη που ασκήθηκε αφορά στα αδικήματα της απιστίας και των ψευδών βεβαιώσεων και η δικογραφία που σχηματίστηκε έχει δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος, με τη δίωξη να βαρύνει τρεις υπαλλήλους της επίμαχης περιόδου, σχετίζεται με οφειλές ιδιωτών, εταιρειών κ.α. προς το Κέντρο, που ουδέποτε διεκδικήθηκαν από τους κατηγορούμενους και για τις οποίες έχει παραγραφεί πλέον η δυνατότητα αξίωσής τους από το Δημόσιο. Σύμφωνα με τους εισαγγελικούς υπολογισμούς, η ζημιά ξεπερνά τα 150 χιλιάδες ευρώ. Η κατηγορία της ψευδούς βεβαίωσης αφορά στην ελλιπή τήρηση των προβλεπόμενων κανονισμών για την πιστοποίηση μηχανημάτων. Οι εμπλεκόμενοι υπάλληλοι φέρονται, δηλαδή, να εξασφάλιζαν πιστοποιήσεις χωρίς να εφαρμόζουν τις οδηγίες για τον έλεγχο συστημάτων και μηχανημάτων.

Το δεύτερο σκέλος της δικογραφίας στρέφεται κατά πρώην στελέχους του ΕΚΑΠΤΥ, που βαρύνεται με την κατηγορία της απιστίας, καθώς του αποδίδεται ότι ανάλωσε παράνομα επιχορηγήσεις του Υπουργείου Εξωτερικών το 2007 και 2008, ύψους πλέον του 1 εκατομμυρίου ευρώ, για συγκεκριμένα έργα που αποτελούσαν συμβατικές υποχρεώσεις της χώρας. Τα χρήματα είχαν δοθεί με σκοπό την ανάληψη εκ μέρους του ΕΚΑΠΤΥ έργου δημιουργίας και αποκατάστασης δύο ιατρικών μονάδων στο Λίβανο και ενίσχυσης υποδομών και εκπαίδευσης προσωπικού μίας μονάδας στην Αλβανία. Σύμφωνα με τη δικογραφία, τα χρήματα κατά το μεγαλύτερο μέρος τους χρησιμοποιήθηκαν για να καλύψουν λειτουργικές δαπάνες του ΕΚΑΠΤΥ με αποτέλεσμα το 2012 η μία μονάδα στο Λίβανο να μην έχει ολοκληρωθεί, ενώ η δεύτερη δεν ξεκίνησε ποτέ.