Όλοι μπορούν να προσβληθούν από μηνιγγίτιδα. Βρέφη, νήπια, έφηβοι και νεαροί ενήλικες αποτελούν τις πιο ευάλωτες ηλικιακές ομάδες. Βρέφη ηλικίας κάτω του ενός έτους διατρέχουν το μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου από οποιαδήποτε άλλη ηλικιακή ομάδα και ακολουθούν τα νήπια ηλικίας 1 – 4 ετών. Επίσης, οι έφηβοι και οι νεαροί ενήλικες εμφανίζουν ασυνήθιστα υψηλό ποσοστό θνητότητας.

Η μηνιγγίτιδα είναι μια φλεγμονή που εντοπίζεται στις μήνιγγες (δηλ. στις μεμβράνες που περιβάλλουν τον εγκέφαλο), καθώς και το υγρό που βρίσκεται μεταξύ αυτών και που καλείται εγκεφαλονωτιαίο υγρό.

Η μηνιγγίτιδα μεταδίδεται με σταγονίδια και με σάλιο. Το κάπνισμα, ενεργητικό ή παθητικό, αποτελεί επίσης παράγοντα κινδύνου για αποικισμό και νόσηση.

Ο μηνιγγιτιδόκοκκος μπορεί να μεταδοθεί από άτομο σε άτομο μέσω συγκεκριμένων καθημερινών δραστηριοτήτων. Ακόμα και τα άτομα που δεν εμφανίζουν τη νόσο μπορεί να φέρουν τα βακτήρια στη μύτη και στον φάρυγγα και να τα μεταδώσουν σε άλλους. Πράγματι, τα περισσότερα βρέφη, νήπια και έφηβοι με μηνιγγιτιδοκοκκική νόσο, προσβάλλονται μέσα από την επαφή με φαινομενικά υγιή μέλη της οικογένειάς τους ή άτομα που τα φροντίζουν και τα οποία είναι φορείς του βακτηρίου.

Τα αρχικά συμτώματα της μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου συχνά μοιάζουν με αυτά της γρίπης, με αποτέλεσμα να είναι δύσκολη η διάγνωση της νόσου σε πρώιμο στάδιο. Έτσι παρατηρείται: Αυχενική δυσκαμψία, υψηλός πυρετός, αιμορραγικό εξάνθημα, σύγχυση, πονοκέφαλος, εμετός, φωτοφοβία.

Σύμφωνα με τους ειδικούς ο εμβολιασμός βοηθά όχι μόνο στην αντιμετώπιση της μηνιγγιτιδοκοκκικής νόσου, αλλά και στη μείωση της λεγόμενης ασυμπτωματικής φορείας (δηλαδή να φέρει τον ιό, αλλά να μην έχει συμπτώματα) -στα πρώτα 30 χρόνια της ζωής του ένα άτομο βιώνει περίπου 10 περιστατικά φορείας.