Οι ελληνικές ΜμΕ έδειξαν υψηλή προσαρμοστικότητα και αντοχές, καθώς ενισχύθηκαν από μέτρα στήριξης και από δικές τους ενέργειες που τις θέτουν σε πορεία όχι μόνο υπέρβασης της τρέχουσας κρίσης, αλλά και μεσοπρόθεσμης βελτίωσης ανταγωνιστικότητας, διαπιστώνει έρευνα πεδίου σε δείγμα 1.000 επιχειρήσεων, που πραγματοποίησε η Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας.

Καθώς τα μέτρα περιορισμού της πανδημίας συνεχίζονται, οι ελληνικές ΜμΕ προσαρμόζονται σταδιακά στη νέα κατάσταση, μετριάζοντας το αρχικό ισχυρό αποτύπωμα της κατακόρυφης πτώσης ζήτησης, τονίζει η Εθνική. 

Ειδικότερα, η έρευνα αποτύπωσε την ύπαρξη 3 κατηγοριών επιχειρήσεων: 

Όσον αφορά το πλήγμα στη ζήτηση, τα στοιχεία συνηγορούν ότι ήταν εξαιρετικά ισχυρό, καθώς: (i) o Δείκτης Εμπιστοσύνης των ελληνικών ΜμΕ έπεσε σε σημαντικά αρνητικό επίπεδο (-28 μονάδες έναντι -8 μονάδων το πρώτο εξάμηνο του 2020), πλησιάζοντας τα χαμηλά επίπεδα του 2012, (ii) το 65% του τομέα αναμένει σημαντική μείωση πωλήσεων το 2020 (με μέση ετήσια πτώση της τάξης του 18%), (iii) το ½ των εξαγωγικών ΜμΕ συνάντησε δυσκολία στις εξαγωγές, και (iv) το ⅓  των ΜμΕ έχει προχωρήσει σε πάγωμα επενδυτικών σχεδίων. Ενώ η κατάρρευση της ζήτησης έχει εύλογα απομακρύνει πολλές επιχειρήσεις από αναπτυξιακούς στόχους, τα έντονα προβλήματα ρευστότητας περιορίζονται στο 15% των επιχειρήσεων (έναντι 30% κατά την πρόσφατη τριετία χαμηλής ζήτησης του 2012-2015).

Η πρώτη παράμετρος που εξηγεί την παραπάνω αξιοσημείωτη αντοχή είναι τα μέτρα στήριξης των επιχειρήσεων που άμεσα υιοθετήθηκαν από το κράτος και τις τράπεζες, και τα οποία πέτυχαν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά για τα 2/3 του τομέα των ΜμΕ (με το υπόλοιπό 1/3 είτε να μην τα είχε ανάγκη είτε να τα έκρινε ανεπαρκή).

Όσον αφορά τη χρησιμότητα των επιμέρους μορφών στήριξης:

Παράλληλα με τα γρήγορα αντανακλαστικά κράτους και τραπεζών, αντίστοιχα ταχεία και αποτελεσματική ήταν η αντίδραση των ίδιων των επιχειρήσεων, οι οποίες προχώρησαν σε μία σειρά από ενέργειες προκειμένου να προσαρμοστούν στη νέα πραγματικότητα και να βελτιώσουν την αντοχή τους.

Τα 2/3 τομέα έχουν ήδη προχωρήσει σε διαρθρωτικές αλλαγές και ψηφιακές αναβαθμίσεις, ενώ ένα επιπλέον ποσοστό της τάξης του 10% του τομέα σχεδιάζει σχετικές ενέργειες για το αμέσως επόμενο διάστημα.

Εστιάζοντας στην ψηφιακή αναβάθμιση, σημειώνεται ότι: