Έκθεση EY-IIF: Οι τράπεζες σπεύδουν να προσαρμοστούν καθώς επανεμφανίζονται παραδοσιακοί κίνδυνοι

Η 15η έκδοση της παγκόσμιας έκθεσης της ΕΥ και του Institute of International Finance (IIF), με τίτλο, Global Bank Risk Management Survey, καταγράφει τη δυναμική επανεμφάνιση παραδοσιακών κινδύνων για τις τράπεζες, όπως ο πιστωτικός κίνδυνος και το χρηματοοικονομικό έγκλημα, την ώρα που εντείνεται η έμφαση σε κυβερνοαπειλές, ψηφιακές απάτες και τη ραγδαία υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης (AI).
Με βάση τις απαντήσεις ανώτατων στελεχών από 101 τράπεζες από 31 χώρες, η έκθεση αποτυπώνει έναν κλάδο που αναδιαμορφώνει τις προτεραιότητές του, καθώς αυξάνονται οι γεωπολιτικές εντάσεις, διαφοροποιούνται οι ρυθμιστικές προσεγγίσεις και διευρύνονται οι κίνδυνοι που σχετίζονται με την τεχνολογία, επεκτείνοντας την ατζέντα των Chief Risk Officers (CROs).
Οι γεωπολιτικές εξελίξεις παραμένουν ιδιαίτερα καθοριστικές στην Ευρώπη και την περιοχή Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής, όπου το 95% και το 90% των CROs, αντίστοιχα, δηλώνουν ότι αυτές επηρεάζουν τη στρατηγική τους ατζέντα.
Οι παραδοσιακοί κίνδυνοι ξανά στο προσκήνιο
Ύστερα από αρκετά χρόνια, κατά τα οποία κυριάρχησαν οι μη χρηματοοικονομικοί κίνδυνοι, ο πιστωτικός κίνδυνος επανέρχεται ως κορυφαία προτεραιότητα (62%), λόγω της αυξανόμενης ανησυχίας για επισφαλείς απαιτήσεις και του εντεινόμενου ανταγωνισμού από μη τραπεζικούς φορείς (non-banks). Το χρηματοοικονομικό έγκλημα καταγράφει, επίσης, σημαντική άνοδο, φτάνοντας το 43%, από 23% πέρυσι, ενώ έντονη είναι και η αύξηση των ανησυχιών για τις ψηφιακές απάτες, που διαμορφώνονται στο 59%, από 23%.
Παράλληλα, οι CROs των τραπεζών του δείγματος, επισημαίνουν ότι η ταχεία ανάπτυξη του private credit (μορφή χρηματοδότησης μέσω άμεσων δανείων από μη τραπεζικούς φορείς, τα οποία δεν διαπραγματεύονται σε δημόσιες αγορές), προσθέτει νέα επίπεδα πολυπλοκότητας στην αξιολόγηση κινδύνων. Περισσότεροι από το ένα τρίτο δηλώνουν ότι το private credit αυξάνει την πολυπλοκότητα της ανάλυσης εκθέσεων σε κινδύνους, ενώ 26% αναφέρουν αυξανόμενες συγκεντρώσεις πιστωτικού κινδύνου και κινδύνων αντισυμβαλλόμενων μερών.
Την ίδια στιγμή, το cybersecurity παραμένει ο σημαντικότερος βραχυπρόθεσμος κίνδυνος για τις τράπεζες (86%), αντανακλώντας τη συνεχιζόμενη κλιμάκωση των κυβερνοαπειλών.
Αργή υλοποίηση τεχνολογιών
Παρότι περισσότεροι από τους μισούς CROs (55%) αναγνωρίζουν τις προηγμένες τεχνολογίες ως κορυφαία προτεραιότητα, το χάσμα μεταξύ στρατηγικής πρόθεσης και επιχειρησιακής υλοποίησης παραμένει σημαντικό, καθώς το 72% δηλώνουν ότι η υιοθέτηση του AI στη λειτουργία διαχείρισης κινδύνων παραμένει σε αρχικό στάδιο, με τον ρυθμό προόδου να έχει μεταβληθεί ελάχιστα από το 2024.
Οι CROs αξιοποιούν ήδη το AI, κυρίως για τον εντοπισμό απάτης και χρηματοοικονομικού εγκλήματος, με το 61% να αναφέρουν ενεργή χρήση του στους συγκεκριμένους τομείς. Παράλληλα, η τεχνητή νοημοσύνη χρησιμοποιείται για την ενίσχυση της παρακολούθησης cyber και λειτουργικών κινδύνων (41%), ενώ 33% την αξιοποιούν για την υποστήριξη μοντέλων πιστωτικού κινδύνου και κινδύνου αγορών. Ο σημαντικότερος περιοριστικός παράγοντας για την περαιτέρω υλοποίηση τεχνολογιών, παραμένει η ποιότητα και η διαθεσιμότητα των δεδομένων, με το 80% των CROs να την θεωρούν ως το βασικό εμπόδιο στην υιοθέτηση.
Κοιτάζοντας προς το μέλλον, οι CROs εκτιμούν ότι το AI θα αξιοποιηθεί εντονότερα για τον εντοπισμό απάτης, την παρακολούθηση κυβερνοκινδύνων και τη μοντελοποίηση πιστωτικού κινδύνου.
Εντείνονται οι πιέσεις για εξειδικευμένο ανθρώπινο κεφάλαιο
Οι CROs βρίσκονται αντιμέτωποι με ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις για ψηφιακές δεξιότητες. Ωστόσο, το 30% εκτιμούν ότι οι ομάδες διαχείρισης κινδύνου θα συρρικνωθούν τα επόμενα τρία χρόνια, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο σε σχέση με το 16% της περσινής χρονιάς. Το 2024, το 68% των συμμετεχόντων ανέμεναν αύξηση προσλήψεων, έναντι μόλις 49% σήμερα.
Η ψηφιακή επάρκεια – που καλύπτει τεχνολογία, δεδομένα, AI και δεξιότητες προγραμματισμού – αναδεικνύεται πλέον ως το σημαντικότερο σύνολο δεξιοτήτων για τις ομάδες risk management, με το 71% των CROs να την αξιολογούν ως κρίσιμη. Ταυτόχρονα, το 64% σχεδιάζουν την αυτοματοποίηση ρόλων, ενώ το 55% αναμένουν αύξηση υβριδικών ρόλων ανθρώπου-AI. Η αναβάθμιση δεξιοτήτων (upskilling) αναδεικνύεται σε κεντρικό άξονα προσαρμογής, με το 79% να δίνουν έμφαση στις δεξιότητες δεδομένων και τεχνητής νοημοσύνης.
Τα digital assets διευρύνουν το φάσμα κινδύνων
Οι ανησυχίες που σχετίζονται με τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία αυξάνονται ταχύτατα, με τον κίνδυνο κυβερνοασφάλειας να φτάνει το 83% και το χρηματοοικονομικό έγκλημα, το 78%. Ωστόσο, η υιοθέτηση παραμένει άνιση: 60% των τραπεζών δεν διαθέτουν ακόμη στρατηγική για τα digital assets, ενώ όσες προχωρούν, εστιάζουν κυρίως σε ζητήματα έκθεσης πελατών σε κίνδυνο (29%) και σε υπηρεσίες σχετικές με digital assets (16%).
Σχολιάζοντας την έκθεση, ο Γιώργος Πουλόπουλος, Εταίρος και Επικεφαλής Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών της ΕΥ Ελλάδος, δήλωσε: «Ο ρόλος του Chief Risk Officer έχει εξελιχθεί την τελευταία 15ετία, από μια λειτουργία εποπτείας σε ρόλο με κεντρική συμβολή στη στρατηγική των τραπεζών. Η επανεμφάνιση παραδοσιακών κινδύνων, σε συνδυασμό με τις αυξανόμενες τεχνολογικές και γεωπολιτικές προκλήσεις, απαιτεί μια πιο προληπτική, ευέλικτη και τεχνολογικά ώριμη προσέγγιση στη διαχείριση κινδύνων. Για τις ελληνικές τράπεζες, η περίοδος αυτή αποτελεί ταυτόχρονα πρόκληση, αλλά και ευκαιρία. Πρόκληση λόγω της αυξανόμενης πολυπλοκότητας και της πίεσης για ταχύτερη προσαρμογή, και ευκαιρία, καθώς όσες επενδύσουν έγκαιρα σε σαφή στρατηγική, τεχνολογία και ανθρώπινο κεφάλαιο θα ενισχύσουν ουσιαστικά την ανθεκτικότητα και την ανταγωνιστικότητά τους. Όσες κινηθούν έγκαιρα και μεθοδικά, θα είναι σε ισχυρότερη θέση να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της επόμενης ημέρας».

IIF: Κατά 3 τρισ. δολάρια αυξήθηκε το παγκόσμιο χρέος στο α΄ τρίμηνο 2019

H μείωση των επιτοκίων τροφοδότησε μία νέα έξαρση του δανεισμού στο πρώτο τρίμηνο του 2019, με το χρέος των αναδυόμενων αγορών να εκτινάσσεται σε ύψη ρεκόρ και το επίπεδο του παγκόσμιου χρέους να αυξάνεται κατά 3 τρισ. δολάρια, σύμφωνα με έκθεση του Διεθνούς Χρηματοπιστωτικού Ινστιτούτου (IIF).
Το χρέος κρατών, επιχειρήσεων, χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και νοικοκυριών στο σύνολο των αναδυόμενων οικονομιών εκτινάχθηκε στα 69,1 τρισ. δολάρια ή το 216% του ΑΕΠ από 68,9 τρισ. δολάρια πριν από ένα χρόνο. Ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ αυξήθηκε με τους ταχύτερους ρυθμούς πέρυσι στη Χιλή, την Κορέα, τη Βραζιλία, τη Νότια Αφρική, το Πακιστάν και την Κίνα, σημειώνει το IIF.
«Η διαρκής αύξηση στις αναδυόμενες αγορές συνεχίζει να οδηγεί σε υψηλότερες δυνητικές υποχρεώσεις για πολλές χώρες», ανέφερε ο αναπληρωτής διευθυντής του IIF, Εμρέ Τίφτικ. «Η αυξανόμενη εξάρτηση από βραχυπρόθεσμο χρέος αφήνει πολλές αναδυόμενες αγορές εκτεθειμένες σε απότομες αλλαγές στην παγκόσμια διάθεση για ανάληψη ρίσκου», δήλωσε, προσθέτοντας ότι ομόλογα και κοινοπρακτικά δάνεια των αναδυόμενων αγορών, ύψους περίπου 3 τρισ. δολαρίων, λήγουν έως το τέλος του 2020, το ένα τρίτο από τα οποία έχουν το δολάρια ως νόμισμα αναφοράς.
Μεγάλες κεντρικές τράπεζες, όπως η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), αναμένεται να προσφέρουν νέα στήριξη σε μία προσπάθεια να ενισχύσουν την οικονομική δυναμική, η οποία επισκιάζεται από ένα νέφος παρατεταμένων εμπορικών πολέμων. Η προοπτική συνέχισης του φθηνού κόστους δανεισμού οδήγησε, επίσης, το συνολικό ύψος του παγκόσμιου χρέους σε εκτίναξη κατά 3 τρισ. δολάρια στα 246,5 τρισ. δολάρια – ή στο 320% του ΑΕΠ -, μόλις 2 τρισ. δολάρια λιγότερο από το ιστορικό ρεκόρ που είχε σημειωθεί στο πρώτο τρίμηνο του περασμένου έτους.
«Η επιβράδυνση δημιουργίας χρέους το 2018 φαίνεται περισσότερο προσωρινή παρά τάση: βοηθούμενοι από τη σημαντική χαλάρωση των χρηματοδοτικών συνθηκών, οι δανειζόμενοι ανέλαβαν στο πρώτο τρίμηνο του 2019 χρέος με τον ταχύτερο ρυθμό ενός και πλέον έτους», ανέφερε ο Τίφτικ. «Κοιτάζοντας στο μέλλον, η γενικότερη χαλάρωση της πολιτικής των κεντρικών τραπεζών θα μπορούσε κάλλιστα να προκαλέσει μεγαλύτερη συσσώρευση χρέους παντού, υπονομεύοντας τις προσπάθειες απομόχλευσης και προκαλώντας ξανά ανησυχία σχετικά με μακροπρόθεσμους μετωπικούς ανέμους για την παγκόσμια ανάπτυξη».
Στις αναπτυγμένες οικονομίες, η αύξηση του χρέους στο πρώτο τρίμηνο καθοδηγήθηκε κυρίως από τη δημιουργία κρατικού χρέους, το οποίο αυξήθηκε κατά 1 τρισ. δολάρια. Η Φινλανδία, ο Καναδάς και η Ιαπωνία σημείωσαν τη μεγαλύτερη αύξηση του λόγου χρέους προς το ΑΕΠ το τελευταίο έτος, ενώ ορισμένες οικονομίες της Ευρωζώνης -κυρίως η Ολλανδία, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία- συνέχισαν την απομόχλευση.
Το συνολικό χρέος των ΗΠΑ εκτινάχθηκε κατά 2,9 τρισ. δολάρια από το πρώτο τρίμηνο του 2018, οδηγώντας τον όγκο χρέους της χώρας στο ιστορικά υψηλό επίπεδο των 69 τρισ. δολαρίων στο πρώτο τρίμηνο. Αν και ο βασικός μοχλός πίσω από αυτή την αύξηση ήταν το χρέος της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, υπάρχει κίνδυνος για τις επιχειρήσεις των ΗΠΑ. «Με το χρέος των αμερικανικών επιχειρήσεων να αυξάνεται πάνω από την τάση, η αύξηση του τραπεζικού δανεισμού συνέβαλε στην ώθηση του χρέους των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων στο νέο υψηλό επίπεδο του 75% του ΑΕΠ, ενισχύοντας τις ανησυχίες για τις αδυναμίες στον εταιρικό τομέα», έγραψε ο Τίφτικ.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ