G7: Κοινή γραμμή για στήριξη Ουκρανίας και κατάπαυση πυρός στον Λίβανο
Οι ηγέτες των χωρών της Ομάδας των 7 (G7) κατέληξαν σε κοινή ανακοίνωση μετά την χθεσινή ημέρα εργασιών της συνόδου κορυφής του Εβιάν στην οποία δηλώνουν την «ακλόνητη υποστήριξή τους προς την Ουκρανία για την υπεράσπιση της ελευθερίας, της κυριαρχίας και της εδαφικής της ακεραιότητας», παρά τις αρχικές ανησυχίες για τις διαθέσεις του Ντόναλντ Τραμπ και την θέση της Ουάσινγκτον στις χθεσινές συνομιλίες.
Στην ανακοίνωση που εκδόθηκε την νύκτα οι ηγέτες της G7 επαινούν το σθένος και την πρόοδο που καταγράφει η Ουκρανία στο μέτωπο τους τελευταίους μήνες και τονίζουν ότι τώρα έχει διαμορφωθεί μία νέα δυναμική.
Για την υποστήριξη και της επιτάχυνση αυτής της νέας δυναμικής, οι ηγέτες της Ομάδας των 7 συμφώνησαν να αυξήσουν τον εφοδιασμό της Ουκρανίας με μέσα αντιαεροπορικής άμυνας και με επιπλέον οπλικά συστήματα και συστήματα αναχαίτισης, καθώς και μέσα μακρού βεληνεκούς.
Δηλώνουν επίσης την πρόθεσή τους να επεκτείνουν τις άδειες προς το Κίεβο για να επιτρέψουν την αύξηση της παραγωγής όπλων στην Ουκρανία.
«Δεσμευόμαστε να αυξήσουμε την πίεση επί της ρωσικής πολεμικής οικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό, θα ενισχύσουμε τις κυρώσεις μας, μεταξύ άλλων και στους τομείς του πετρελαίου και του φυσικού αερίου», αναφέρεται στο κείμενο της ανακοίνωσης.
Το κείμενο καταλήγει με τo απαραίτητο την περίοδο αυτή εγκώμιο για τον Τραμπ: «Θεωρούμε ότι αυτή είναι η σωστή στιγμή για να προχωρήσουμε με πρόσθετα μέτρα, αφού ο πρόεδρος Τραμπ πέτυχε συμφωνία, την οποία υποστηρίζουμε, για το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ».
Πάντως, η σύμπνοια των 7 στην θέση για την αύξηση της στρατιωτικής υποστήριξης προς το Κίεβο και της πίεσης προς την Μόσχα απηχεί την ενίσχυση της στρατιωτικής και της διπλωματικής θέσης της Ουκρανίας κατά το τελευταίο διάστημα.
Κατά την σημερινή ημέρα, οι ηγέτες της G7 θα συζητήσουν τα θέματα των κρίσιμων ορυκτών και των παγκόσμιων οικονομικών ανισοτήτων.
Η Γαλλία πιέζει τους εταίρους της να εκδώσουν ανακοινωθέν για τα κρίσιμα ορυκτά στο οποίο θα περιλαμβάνονται μέτρα για την μείωση της εξάρτησης της Δύσης από την Κίνα και για τη θωράκιση των επενδυτών από τα αντίμετρα και το dumping, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές.
Ως προς το θέμα των παγκόσμιων οικονομικών ανισοτήτων, οι συνομιλίες θα επικεντρωθούν στις ανισότητες του διεθνούς εμπορίου και τον «αρπακτικό ανταγωνισμό» κυρίως της Κίνας.
«Η Κίνα παράγει υπερβολικά πολύ, οι ΗΠΑ καταναλώνουν υπερβολικά πολύ και οι Ευρωπαίοι επενδύουν υπερβολικά λίγο», είναι ο τρόπος με τον οποίο η γαλλική πλευρά συνοψίζει το σημερινό καθεστώς των παγκόσμιων οικονομικών ανισοτήτων.
Εν συνεχεία, οι ηγέτες της G7 ζήτησαν κατά την σημερινή ημέρα των εργασιών της συνόδου κορυφής στο Εβιάν την εφαρμογή κατάπαυσης του πυρός στον Λίβανο και δήλωσαν ότι θα προχωρήσουν σε διαφοροποίηση των διαύλων ενεργειακού εφοδιασμού για να μειωθεί η εξάρτηση από τα Στενά του Ορμούζ, αφού χαιρέτισαν την επίτευξη προσωρινής συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου στην Μέση Ανατολή.
«Υπογραμμίζουμε την ανάγκη η διαπραγμάτευση…να αντιμετωπίσει τις απειλές που θέτει το Ιράν για την περιοχή και πέραν αυτής και να διασφαλίσει ότι δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο», αναφέρεται στο κείμενο της ανακοίνωσης.
ΟΙ ηγέτες δηλώνουν ότι είναι έτοιμοι να συμβάλουν στην εφαρμογή της συμφωνίας. Ενας συνασπισμός υπό την Βρετανία και την Γαλλία είναι έτοιμος να βοηθήσει στην διασφάλιση της ναυσιπλοΐας μετά το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ.
Οι ηγέτες της G7 ζητούν «άμεση και αποτελεσματική εκεχειρία» στον Λίβανο και το αφοπλισμό της Χεζμπολάχ.
Οι 7 δηλώνουν προσηλωμένοι στην «επιτάχυνση της διαφοροποίησης των διαύλων ενεργειακού εφοδιασμού για να μειωθεί η εξάρτηση από τα Στενά του Ορμούζ και να αυξηθούν τα ενεργειακά μας αποθέματα».
G7: Έως και 5 δισ. για την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια

Η Ομάδα των Επτά (G7) πιο ανεπτυγμένων βιομηχανικά χωρών του κόσμου θα δεσμευτεί για τη χορήγηση έως και 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τη βελτίωση της παγκόσμιας επισιτιστικής ασφάλειας, δήλωσε σήμερα υψηλόβαθμος Αμερικανός αξιωματούχος, ανταποκρινόμενη στις ανησυχίες των αναπτυσσόμενων χωρών για την απειλή λιμού που πυροδότησε ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Στις δηλώσεις που έκανε σήμερα, τελευταία ημέρα της συνόδου κορυφής της G7 στη Γερμανία, ο Αμερικανός αξιωματούχος σημείωσε ότι οι ΗΠΑ θα παρέχουν πάνω από το μισό από αυτό το ποσό, το οποίο θα δοθεί στις προσπάθειες καταπολέμησης της πείνας σε 47 χώρες και στην χρηματοδότηση περιφερειακών οργανώσεων.
Η G7 προσπαθεί να συσπειρώσει τις αναδυόμενες οικονομίες, πολλές από τις οποίες έχουν στενούς δεσμούς με τη Ρωσία, για να αντιταχθούν στην εισβολή του Ρώσου προέδρου Βλαντίμιρ Πούτιν στην Ουκρανία, και είχε προσκαλέσει στην σύνοδό της στη Γερμανία πέντε μεγάλες μικρομεσαίου εισοδήματος δημοκρατίες με αυτόν τον στόχο.
Ορισμένα αναπτυσσόμενα έθνη, πρώην θύματα της δυτικής αποικιοκρατίας, θεωρούν ότι οι δυτικές διαμαρτυρίες σχετικά με την Ουκρανία εξυπηρετούν δικούς τους σκοπούς και ανησυχούν περισσότερο για τον αντίκτυπο των αυξανόμενων τιμών των τροφίμων στους πληθυσμούς τους.
Ορισμένες επιρρίπτουν την ευθύνη για τις ελλείψεις στις δυτικές κυρώσεις κι όχι στην εισβολή της Ρωσίας σε μία από τις μεγαλύτερες παραγωγούς σιτηρών στον κόσμο και στον αποκλεισμό από τις ρωσικές δυνάμεις των λιμανιών της.
«Οι ενέργειές του (Πούτιν) στραγγάλισαν την παραγωγή τροφίμων και γεωργικών προϊόντων και (αυτός) χρησιμοποίησαν τα τρόφιμα ως πολεμικό όπλο μέσω της καταστροφής αγροτικών αποθεμάτων, εγκαταστάσεων επεξεργασίας (…) και τον αποκλεισμό των λιμανιών της Μαύρης Θάλασσας», σημείωσε ο αξιωματούχος.
Περίπου 2 δισεκατομμύρια από το ποσό που θα χορηγηθεί θα δοθεί απευθείας σε ανθρωπιστικές παρεμβάσεις, ενώ 760 εκατομμύρια θα δοθούν σε «επισιτιστική βοήθεια» ώστε να «ενισχυθεί η ανθεκτικότητα και η παραγωγικότητα των συστημάτων τροφίμων στον κόσμο».
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Στο Μόναχο ο πρόεδρος Μπάιντεν για τη Σύνοδο Κορυφής της G7

Στο Μόναχο προσγειώθηκε αργά το βράδυ του Σαββάτου ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν, προκειμένου να λάβει μέρος στη Σύνοδο Κορυφής της Ομάδας των Επτά, η οποία πραγματοποιείται από 26 έως 28 Ιουνίου στο Schloss Elmau της Άνω Βαυαρίας.
Τον κ. Μπάιντεν υποδέχθηκε ο πρωθυπουργός του κρατιδίου Μάρκους Ζέντερ.
Νωρίτερα στη Βαυαρία έφθασε και ο οικοδεσπότης της Συνόδου, καγκελάριος Όλαφ Σολτς, ο οποίος την Κυριακή θα έχει κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον Αμερικανό πρόεδρο πριν από την επίσημη έναρξη της Συνόδου.
Η G7 ενέκρινε το σχέδιο για τον παγκόσμιο εταιρικό φόρο 15%

Στη σύνοδο κορυφής της ομάδας των επτά πιο βιομηχανικά ανεπτυγμένων οικονομιών του κόσμου που διεξάγεται στη Βρετανία συμφωνήθηκε να υιοθετηθεί η πρόταση του αμερικανού προέδρου Τζο Μπάιντεν να εφαρμοστεί σε παγκόσμια κλίμακα ελάχιστος φορολογικός συντελεστής τουλάχιστον 15% για τις επιχειρήσεις, ενημέρωσε μέσω Twitter χθες Παρασκευή ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας της αμερικανικής προεδρίας, ο Τζέικ Σάλιβαν.
Το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ πρότεινε τον Μάιο να εφαρμοστεί ελάχιστος φορολογικός συντελεστής τουλάχιστον 15% για τις επιχειρήσεις, προκειμένου να τερματιστεί η κούρσα προς τον πάτο σε διάφορες χώρες με στόχο την προσέλκυση εταιρειών.
«Η Αμερική συσπειρώνει τον κόσμο ώστε να κάνει τις μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις να πληρώνουν αυτό που τους αναλογεί ώστε να μπορούμε να επενδύσουμε στη μεσαία τάξη», ανέφερε ο κ. Σάλιβαν σε ανάρτηση στη ροή του στον ιστότοπο κοινωνικής δικτύωσης.
Σκοπός της κίνησης των επτά μεγάλων οικονομιών είναι να αποθαρρύνουν τις μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις να μεταφέρουν τα κέρδη και τα φορολογητέα έσοδά τους στις χώρες με τους χαμηλότερους φορολογικούς συντελεστές, ανεξαρτήτως του πού γίνονται οι πωλήσεις τους.
Οι τρέχοντες κανόνες για τη φορολογία ανάγονται στη δεκαετία του 1920 και δεν επιτρέπουν να ρυθμιστεί το ζήτημα πολυεθνικών γιγάντων που πωλούν αγαθά ή υπηρεσίες εξ αποστάσεως και πληρώνουν φόρους σε χώρες όπου τους προσφέρονται οι ευνοϊκότεροι για αυτούς συντελεστές.
Κολοσσοί του τομέα της τεχνολογίας και των ψηφιακών υπηρεσιών, όπως η Facebook και η Amazon, θα μπορούσαν να ωφεληθούν από τη συμφωνία για τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή 15%, αν συνεπάγεται την εγκατάλειψη του ολοένα πιο δημοφιλούς φόρου στις ψηφιακές υπηρεσίες, παρατηρούν στελέχη φορέων εκπροσώπησης των συμφερόντων τους.
Η απόφαση της G7 ήταν προδιαγεγραμμένη, δεδομένου ότι οι υπουργοί Οικονομικών της ομάδας τάχθηκαν υπέρ της ιδέας την 5η Ιουνίου. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών θεωρεί πως η υιοθέτηση του μέτρου από την G7 θα δώσει ώθηση ώστε να υιοθετηθεί και από την G20 τον Ιούλιο στην Ιταλία.
Η αμερικανίδα υπουργός Οικονομικών, η Τζάνετ Γέλεν, συνυπέγραψε με τους ομολόγους της τής Γερμανίας, της Ινδονησίας, του Μεξικού και της Νότιας Αφρικής άρθρο που δημοσιεύθηκε την Τετάρτη στην εφημερίδα The Washington Post υπέρ του παγκόσμιου ελάχιστου φορολογικού συντελεστή για τις εταιρείες. Στο κείμενο σημειώνεται πως ο συντελεστής μπορεί αργότερα να αυξηθεί.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
G7: Η ατζέντα των υπουργών Εξωτερικών στο Λονδίνο

Μετά από δύο χρόνια απουσίας συναντήσεων δια ζώσης και διπλωματίας μέσω τηλεδιασκέψεων, ο υπουργός Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου, Ντομινίκ Ράαμπ, υποδέχτηκε τους ομόλογούς του από τις μεγαλύτερες ανεπτυγμένες οικονομίες του κόσμου. Στο κυβερνητικό κτήριο του Λάνκαστερ Χάους στο Λονδίνο οι υπουργοί Εξωτερικών των G7 (Ηνωμένου Βασίλειο, Καναδά, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνίας ΗΠΑ) θα συζητήσουν, μεταξύ άλλων, το πως θα προστατευθούν οι διεθνείς ισορροπίες μπροστά στις «αυξανόμενες απειλές» που προέρχονται κυρίως από Ρωσία και Κίνα.
Ο Ντομινίκ Ραάμπ, που ηγείται των συζητήσεων, θα θέσει επί τάπητος και άλλα μεγάλα διεθνή ζητήματα όπως την κρίση στην Μιανμάρ μετά το πραξικόπημα, τον αναβρασμό στην Ουκρανία λόγω των ρωσικών στρατευμάτων στα ανατολικά σύνορα, αλλά ακόμα και την προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών στις αναπτυσσόμενες χώρες, με τη δέσμευση να επενδυθούν σχεδόν 11 δις λίρες για τον σκοπό αυτό.
Άμυνα της Δύσης απέναντι σε προπαγάνδα και παραπληροφόρηση
Είναι χαρακτηριστικό ότι χθες, Δευτέρα, μετά την πρώτη συνάντηση των ΥΠΕΞ Ηνωμένου Βασιλείου και Αμερικής, ο Άντονι Μπλίνκεν κατηγόρησε την Κίνα για «καταπίεση στο εσωτερικό και επιθετικότητα στο εξωτερικό, που υπονομεύει τους διεθνείς κανόνες», ενώ είχαν γνωστοποιήσει την θέση τους και είχαν εκφράσει ανησυχίες τους προηγούμενους μήνες για υποβόσκουσα στρατηγική συνεργασία μεταξύ Ρωσίας και Κίνας.
Ο Ντομινίκ Ρααμπ από την πλευρά του, δήλωσε ότι το Λονδίνο συμφωνεί απόλυτα με την Ουάσινγκτον και έκανε λόγο για δημιουργία ενός κοινού μηχανισμού άμυνας των δυτικών χωρών απέναντι στην προπαγάνδα και την παραπληροφόρηση, κάτι που αναμένεται να συζητηθεί εκτενώς και σήμερα.
Καθώς, σύμφωνα με αξιωματούχους της ασφάλειας Βρετανίας, Αμερικής και Ευρώπης, Κίνα και Ρωσία προσπαθούν να δημιουργήσουν κλίμα δυσπιστίας στη Δύση είτε με τη διάδωση ψευδών ειδήσεων σε περιόδους εκλογών ή ακόμα και με την απόκρυψη της αλήθειας σχετικά με την πανδημία.
Στο τριήμερο συνέδριο, το Ηνωμένο Βασίλειο ως διοργανωτής έχει προσκαλέσει την Αυστραλία, την Ινδία, την Νότια Κορέα και την Νότια Αφρική, με στόχο να δημιουργήσει στενότερους δεσμούς στην περιοχή του Ινδο–Ειρηνικού.
Επενδυτική συμφωνία μεταξύ Μ. Βρετανίας-Ινδίας
Οι συζητήσεις των υπουργών Εξωτερικών «στρώνουν» το έδαφος για την επικείμενη συνάντηση των πρωθυπουργών των G7 τον επόμενο μήνα στην Κορνουάλη, στις 11-13 Ιουνίου. Το συνέδριο γίνεται στην σκιά κριτικής που δέχεται το Ηνωμένο Βασίλειο, μετά την απόφασή του να μειώσει τη προσφορά του στη διεθνή βοήθεια, ξοδεύοντας 0,5% του ΑΕΠ της χώρας από 0,7% που ήταν μέχρι πρότινος, κάτι που αντιστοιχεί σε 4 δις λίρες.
Ένω την ίδια ώρα, ο πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον ανακοίνωσε επενδυτική συμφωνία με την Ινδία ύψους 1 δις λιρών, κυρίως στο τομέα της τεχνολογίας και της ιατρικής, που αναμένεται να δημιουργήσει πάνω από 6.000 θέσεις εργασίας στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Η Ντάουνινγκ Στριτ δήλωσε ότι η νέα αυτή συνεργασία σηματοδοτεί την έναρξη περαιτέρω συζητήσεων για ελεύθερο εμπόριο μεταξύ των δυο χωρών από το φθινόπωρο. Στόχος της κυβέρνησης μάλιστα, είναι να διπλασιάσει την αξία των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των δύο χωρών, που αυτή τη στιγμή ανέρχεται περίπου στα 23 δις λίρες ετησίως.
Πηγή: DW
ΔΝΤ: Οι χώρες της G7 συμφώνησαν να αυξήσουν τα διαθέσιμα του Ταμείου κατά 650 δισ. δολάρια

Οι χώρες της G7 συμφώνησαν να ενισχύσουν τα διαθέσιμα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) κατά περίπου 650 δισ. δολάρια με μία νέα κατανομή των Ειδικών Τραβηχτικών Δικαιωμάτων του Ταμείου, σύμφωνα με σημερινό δημοσίευμα του ιαπωνικού πρακτορείου ειδήσεων Kyodo.
Τα αυξημένα διαθέσιμα θα χρησιμοποιηθούν για τη χρηματοδότηση ενός πακέτου μέτρων βοήθειας σε αναδυόμενες οικονομίες που επλήγησαν από την πανδημία της COVID-19, ανέφερε το Kyodo.
Οι υπουργοί Οικονομικών των χωρών της G7 θα υπογράψουν τη συμφωνία σε διαδικτυακή συνεδρίασή τους την Παρασκευή, σημείωσε το ιαπωνικό πρακτορείο χωρίς να αναφερθεί σε πηγές.
Χρηματοδότηση 4 δισ. δολ. υπόσχεται ο Τζο Μπάιντεν στον COVAX

Η κυβέρνηση του Δημοκρατικού προέδρου των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, θα δεσμευθεί να χορηγήσει χρηματοδότηση συνολικά 4 δισεκ. δολαρίων στον μηχανισμό που έχει σκοπό να εγγυηθεί τον εφοδιασμό φτωχότερων κρατών με εμβόλια για τον νέο κορωνοϊό, με την ελπίδα ότι θα παρακινήσει έτσι άλλες κυβερνήσεις να κάνουν μεγαλύτερες δωρεές, ανέφεραν χθες Πέμπτη αμερικανοί αξιωματούχοι.
Ο Τζο Μπάιντεν θα αξιοποιήσει την πρώτη του σύνοδο κορυφής με τους υπόλοιπους ηγέτες της Ομάδας των Επτά (G7) πιο ανεπτυγμένων οικονομιών του κόσμου, που θα διεξαχθεί σήμερα ψηφιακά, για να ανακοινώσει την άμεση δωρεά 2 δισεκ. δολαρίων στο πρόγραμμα COVAX, εξήγησαν οι αξιωματούχοι.
Η Ουάσινγκτον θα δεσμευθεί να χορηγήσει ακόμη 2 δισεκ. δολάρια τα επόμενα δύο χρόνια.
Η πρωτοβουλία για τη χρηματοδότηση στον μηχανισμό αυτόν, του οποίου ηγείται ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), έχει σκοπό να παρακινήσει κι άλλες κυβερνήσεις να προχωρήσουν σε μεγαλύτερες δωρεές, ώστε να συγκεντρωθούν «τουλάχιστον 15 δισεκ. δολάρια», εξήγησε ένας από τους αξιωματούχους. Διευκρίνισε ότι με το ποσό αυτό θα μπορέσει να προχωρήσει πολύ η προσπάθεια για την ανοσοποίηση του παγκόσμιου πληθυσμού.
Η χρηματοδότηση έχει ήδη εγκριθεί από το Κογκρέσο.
Η ενέργεια αυτή του κ. Μπάιντεν δεν έχει και πολλή σχέση με την πολιτική του προκατόχου του, του Ρεπουμπλικάνου Ντόναλντ Τραμπ, που είχε διαμηνύσει πως θα απέσυρε τις ΗΠΑ από τον ΠΟΥ, στον οποίο είχε προσάψει υπερβολικά στενή σχέση με την Κίνα, όπου έκανε την εμφάνισή του ο νέος κορονοϊός στα τέλη του 2019.
Ο μηχανισμός COVAX έχει σκοπό να διανεμηθούν τουλάχιστον 2 δισεκ. δόσεις εμβολίων μέσα στο 2021 ώστε να ανοσοποιηθούν οι πιο ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού σε χώρες χαμηλού και μέσου εισοδηματικού επιπέδου. Το πρόγραμμα κινδύνευε να καταρρεύσει, κυρίως εξαιτίας της έλλειψης χρηματοδότησης.
Ο επικεφαλής της συμμαχίας για τον εμβολιασμό GAVI, που έχει επίσης ηγετικό ρόλο στο πρόγραμμα, έχει επισημάνει εξάλλου πως το εγχείρημα χρειάζεται πολιτική στήριξη, την ώρα που οι κυβερνήσεις των πλουσιότερων κρατών κλείνουν συμφωνίες με τις φαρμακευτικές εταιρείες για να εξασφαλίσουν τις -ακόμη περιορισμένες- διαθέσιμες ποσότητες εμβολίων.
Η νέα επικεφαλής του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) και άλλοι έχουν υπογραμμίσει ότι είναι ανάγκη να αρχίσει και να προχωρήσει με ταχύτητα ο εμβολιασμός στην Αφρική και σε άλλες περιοχές όπου καθυστερεί.
Σύμφωνα με τους αξιωματούχους της αμερικανικής κυβέρνησης, οι δεσμεύσεις του κ. Μπάιντεν δεν επηρεάζουν την υπόσχεση του Δημοκρατικού πως οι ΗΠΑ θα διαθέτουν επάρκεια δόσεων ώστε να ανοσοποιηθούν όσοι το επιθυμούν μέχρι τα τέλη του Ιουλίου.
«Όταν θα έχουμε επαρκείς προμήθειες, πρόθεσή μας είναι οπωσδήποτε να εξετάσουμε το ενδεχόμενο να δωρίσουμε πλεονάζουσες ποσότητες εμβολίων», διαβεβαίωσε ένας εξ αυτών.
Πηγή: ΑΠΕ
Μέρκελ: Η απόσυρση του Τραμπ από την G7 με tweet είναι απογοητευτική και κάπως θλιβερή

Στα αποτελέσματα της Συνόδου Κορυφής της G7 και συγκεκριμένα την απόσυρση της στήριξης του Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αναφέρθηκε η Καγκελάριος της Γερμανίας, Άνγκελα Μέρκελ, κατά τη διάρκεια συνέντευξής της αργά το βράδυ της Κυριακής στο πρώτο κανάλι της γερμανικής τηλεόρασης ARD.
Η κα Μέρκελ σχολίασε την απόσυρση της στήριξης του Προέδρου των ΗΠΑ λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «η απόσυρση με tweet είναι φυσικά απογοητευτική και επίσης κάπως θλιβερή».
Πρόσθεσε, επίσης, ότι η Ευρώπη θα απαντήσει με αντίμετρα στην επιβολή δασμών στα προϊόντα αλουμινίου και χάλυβα και τόνισε ότι η Σύνοδος δεν σηματοδοτεί το τέλος της εταιρικής σχέσης Ευρώπης – ΗΠΑ, θεωρώντας ότι το έγγραφο της G7 εξακολουθεί να ισχύει.
Η ενέργεια του Αμερικανού Προέδρου «είναι πολύ δραστική και δεν διευκολύνει την κατάσταση», δήλωσε, αλλά ξεκαθάρισε ότι θα συνεχίσει να συζητεί μαζί του, με πρώτη ευκαιρία τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ τον Ιούλιο στις Βρυξέλλες.
Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ, συνέχισε η κυρία Μέρκελ, ενίσχυσε τη δική της άποψη υπέρ μιας ενωμένης, ισχυρής Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Η Ευρώπη πρέπει να πάρει την τύχη της περισσότερο στα χέρια της και να υπερασπιστεί τις αξίες της» και τόσο η Γερμανία όσο και η ΕΕ δεν μπορούν πλέον να βασίζονται στις ΗΠΑ «κάπως επιπόλαια», τόνισε η Καγκελάριος, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι αυτό δεν σημαίνει το τέλος της διατλαντικής εταιρικής σχέσης, παρά την πολιτική προστατευτισμού που εφαρμόζει η Ουάσινγκτον.
Σε ό,τι αφορά τα μέτρα με τα οποία η Ευρώπη σχεδιάζει να απαντήσει στην επιβολή δασμών από τις ΗΠΑ, η κυρία Μέρκελ αναφέρθηκε στα μέτρα που έλαβε ο Καναδάς, ενώ διευκρίνισε ότι θα πρόκειται για κυρώσεις σύμφωνες με τους κανόνες του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. «Δεν θα επιτρέψουμε να μας καταληστεύσουν ξανά και ξανά. Αντ’ αυτού, θα δράσουμε κι εμείς», δήλωσε σε ασυνήθιστα υψηλό τόνο και, ειδικά για την απειλή του Προέδρου Τραμπ περί επιβολής δασμών στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα, σημείωσε ότι πρώτα θα επιχειρηθεί η αποτροπή τους και αν αυτό δεν καταστεί δυνατό, η Ευρώπη θα πρέπει να αντιδράσει με την ίδια συνοχή, όπως τώρα.
«Η Ευρώπη μπορεί να είναι σημαντική μόνο όταν είναι ενωμένη», είπε η Καγκελάριος και τόνισε ότι η απάντηση στο «Πρώτα η Αμερική» του Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι «Πρώτα η Γερμανία», αλλά «Πρώτα η Ευρώπη».
Νέα επίθεση Τραμπ εναντίον συμμάχων των ΗΠΑ μετά την ταραχώδη συνεδρίαση των G7

Με ένα μπαράζ αναρτήσεων στο Twitter το πρωί της Δευτέρας ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, εξέφρασε την οργή του έναντι ορισμένων από τους πιο στενούς εταίρους των ΗΠΑ στο NATO, στηλιτεύοντας ιδίως το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών εμπορικών συναλλαγών της χώρας του.
Τα εμφανώς οργισμένα μηνύματα του Τραμπ ακολουθούν τη Σύνοδο Κορυφής της Ομάδας των Επτά (G7) στον Καναδά, η οποία ανέδειξε το διχασμό μεταξύ των ηγετών των πιο ανεπτυγμένων βιομηχανικά κρατών του πλανήτη.
«Το Δίκαιο Εμπόριο πρέπει να αποκαλείται Ηλίθιο Εμπόριο αν δεν είναι αμοιβαίο», υποστήριξε ο Τραμπ, ο οποίος έφθασε στη Σιγκαπούρη για τη Σύνοδο Κορυφής με τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας, Κιμ Γιονγκ Ουν.
«Δεν είναι δίκαιο για το λαό της Αμερικής! Το εμπορικό έλλειμμα είναι 800 δισεκατομμύρια δολάρια», συνέχισε. «Γιατί πρέπει εγώ, ως πρόεδρος των ΗΠΑ, να επιτρέπω σε χώρες να συνεχίζουν να έχουν τεράστια εμπορικά πλεονάσματα, όπως έχουν για δεκαετίες, ενώ οι αγρότες μας, οι εργάτες και οι φορολογούμενοί μας πρέπει να πληρώνουν τόσο μεγάλο κι άδικο τίμημα;».
«Προσθέστε σε αυτό το γεγονός ότι οι ΗΠΑ πληρώνουν σχεδόν όλο το κόστος του NATO για να προστατεύουν τις ίδιες χώρες που μας κατακλέβουν στο Εμπόριο (πληρώνουν μόνο ένα κλάσμα του κόστους -και γελάνε!). Η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε Πλεόνασμα 151 Δισεκατομμυρίων δολαρίων -έπρεπε να πληρώνει πολλά περισσότερα για το Στρατό!», επέμεινε.
«Η Γερμανία δίνει το 1% (αργά) του ΑΕΠ της στο NATO, ενώ εμείς δίνουμε το 4% με ΠΟΛΥ μεγαλύτερο ΑΕΠ. Το θεωρεί κανένας λογικό αυτό; Προστατεύουμε την Ευρώπη (κάτι που είναι καλό) με μεγάλη οικονομική χασούρα, και μετά μας συντρίβουν άδικα στο Εμπόριο. Έρχεται Αλλαγή!», διεμήνυσε ο Τραμπ.
Νωρίτερα, ο Τραμπ είχε καταφερθεί εναντίον του πρωθυπουργού του Καναδά, συνεχίζοντας τις επί προσωπικού επιθέσεις του εναντίον του Τζάστιν Τριντό: «Ο Τζάστιν παριστάνει τον πληγωμένο όταν τον ξεμπροστιάζουν!», έγραψε και υποστήριξε πως ο Καναδάς «υπερηφανεύτηκε» σε ένα έγγραφο ότι επωφελείται από τις εμπορικές σχέσεις με τις ΗΠΑ, όμως δεν διευκρίνισε σε ποιο έγγραφο αναφερόταν.
G7: Σε φιάσκο κατέληξαν οι διαπραγματεύσεις – Επίθεση Τραμπ κατά Τριντό

Στροφή 180 μοιρών έκανε ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ, εναντίον των συμμάχων του στην Ευρώπη και τον Καναδά, τους οποίους απείλησε με βαρείς τελωνειακούς δασμούς, έπειτα από το φιάσκο της Συνόδου της G7.
Χθες, Σάββατο, ο Ντόναλντ Τραμπ απέσυρε ξαφνικά την υποστήριξή του από το τελικό ανακοινωθέν της διήμερης Συνόδου Κορυφής που πραγματοποιήθηκε στη Λα Μαλμπέ του Κεμπέκ, παρά τον συμβιβασμό που εκπονήθηκε έπειτα από μάχη πάνω στα εμπορικά ζητήματα.
Η αντιπροσωπεία του και ο ίδιος είχαν αρχικά εγκρίνει το έγγραφο 28 σημείων, στο οποίο είχε καταλήξει έπειτα από επίπονες διαπραγματεύσεις η Ομάδα των Επτά (ΗΠΑ, Καναδάς, Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία).
Ο Ντόναλντ Τραμπ δικαιολόγησε την αλλαγή της στάσης του επικαλούμενος δηλώσεις του οικοδεσπότη της Συνόδου, Τζάστιν Τριντό, στη συνέντευξη Τύπου που έδωσε στο τέλος της συνάντησης.
Ο πρωθυπουργός του Καναδά, χώρας που πλήττεται όπως η Ευρώπη και ο υπόλοιπος κόσμος από τους νέους αμερικανικούς τελωνειακούς δασμούς στο χάλυβα και το αλουμίνιο, επανέλαβε στη συνέντευξη πως οι δασμοί αυτοί είναι «προσβλητικοί» έναντι της ιστορίας μεταξύ των δύο χωρών, επιβεβαιώνοντας, όπως και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ότι τον Ιούλιο θα ανακοινωθούν αντίποινα.
«Οι Καναδοί είναι ευγενείς, είμαστε λογικοί, όμως δεν θα αφήσουμε να μας πιέζουν», δήλωσε ο πρωθυπουργός, ο οποίος είχε προηγουμένως πλέξει το εγκώμιο του συμβιβασμού στον οποίο είχαν καταλήξει οι επτά σε μια σειρά ζητημάτων. Επρόκειτο για ένα κείμενο που δεν διευθετούσε την τρέχουσα διένεξη, όμως είχε χαιρετιστεί απ’ όλους ως ένα βήμα προς την αποκλιμάκωση και τον διάλογο.
Μερικές ώρες αργότερα, ενοχλημένος απ’ αυτήν τη δήλωση, ο δισεκατομμυριούχος έγραψε στο Twitter από το προεδρικό αεροπλάνο Air Force One ότι έδωσε εντολή στους εκπροσώπους του να αποσύρουν την αμερικανική σφραγίδα από το τελικό ανακοινωθέν. Μάλιστα, χαρακτήρισε τον Τζάστιν Τριντό «ανέντιμο και αδύναμο», ενώ μία μέρα πριν είχε πει πως η διμερής σχέση δεν ήταν ποτέ στην ιστορία των δύο χωρών τόσο καλή όσο τώρα.
Χαρακτηριστική, δε, της ατμόσφαιρας που επικράτησε κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων είναι η φωτογραφία που ανήρτησε η ίδια η κα Μέρκελ στο Instagram.
Το πρακτορείο Reuters σημειώνει πως, πέρα από την κλιμάκωση του κινδύνου για έναν εμπορικό πόλεμο, η προσωπική επίθεση του Τραμπ στον Τριντό δημιουργεί εσωτερικούς οικονομικούς και πολιτικούς κινδύνους για τον Καναδό πρωθυπουργό, ο οποίος έχει επιμείνει σε μια συμφιλιωτική στάση μπροστά στις αμερικανικές απειλές σχετικά με τη NAFTA και άλλα διμερή εμπορικά θέματα.