Allianz Global Wealth Report 2024: Πρωταθλήτρια ανάπτυξης στη Δ. Ευρώπη η Ελλάδα

Τα παγκόσμια χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία των ιδιωτικών νοικοκυριών αυξήθηκαν κατά 7,6% το 2023, καλύπτοντας πλήρως και τις απώλειες του προηγούμενου έτους σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Allianz Global Wealth Report 2024 που θέτει στο μικροσκόπιο την κατάσταση που επικρατεί στα περιουσιακά στοιχεία και το χρέος των νοικοκυριών σε σχεδόν 60 χώρες.
Γενικά, τα συνολικά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ανήλθαν στα 239 τρισ. ευρώ στο τέλος του 2023. Η ανάπτυξη στις τρεις κύριες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων ήταν αρκετά άνιση. Τα χρεόγραφα και οι μετοχικοί τίτλοι (11%) και οι ασφαλίσεις/συντάξεις (6,2%) ωφελήθηκαν από την άνθιση των χρηματιστηρίων και τα υψηλότερα επιτόκια και αναπτύχθηκαν ταχύτερα από τον μέσο όρο της τελευταίας δεκαετίας. Αντίθετα, η αύξηση των τραπεζικών καταθέσεων μειώθηκε στο 4,6% μετά τα χρόνια της άνθησης την περίοδο της πανδημίας, καταγράφοντας μία από τις χαμηλότερες αυξήσεις των τελευταίων 20 ετών.
Η ανάκαμψη το 2023 ήταν ευρεία. Συγκεκριμένα, μόνο δύο χώρες, η Νέα Ζηλανδία και η Ταϊλάνδη, κατέγραψαν αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Επιπλέον, η ανάπτυξη ήταν σχετικά ομοιόμορφη σε όλες τις περιοχές, κυρίως στην Ασία και τη Βόρεια Αμερική, όπου και οι δύο αυξήθηκαν κατά περισσότερο από 8% – με τις ΗΠΑ (8,6%) να καταγράφουν ακόμα πιο ισχυρή ανάπτυξη από την Κίνα (8,2%). Ως αποτέλεσμα, το πλεονέκτημα ανάπτυξης των αναδυόμενων οικονομιών έναντι των προηγμένων οικονομιών συρρικνώθηκε και πάλι σημαντικά, φτάνοντας μόλις στις 2 ποσοστιαίες μονάδες το περασμένο έτος. Τα τελευταία έξι από τα επτά χρόνια, οι αναδυόμενες οικονομίες έχουν κατά κύριο λόγο χάσει το προβάδισμα στην ανάπτυξη. «Η συγκριτικά ασθενέστερη ανάπτυξη των φτωχότερων χωρών αντικατοπτρίζει τη νέα πραγματικότητα ενός κατακερματισμένου κόσμου», δήλωσε ο Ludovic Subran, επικεφαλής οικονομολόγος της Allianz. «Μέχρι το 2017, το έτος που ξεκίνησαν οι εμπορικές διαφορές μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, οι φτωχότερες χώρες εξακολουθούσαν να έχουν πλεονέκτημα ανάπτυξης 10 ποσοστιαίων μονάδων ή και περισσότερο έναντι των πλουσιότερων χωρών. Όλοι θα πληρώσουμε το τίμημα για την αποσύνδεση, αλλά οι αναδυόμενες οικονομίες είναι εκείνες που θα επηρεαστούν περισσότερο. Ένας λιγότερο συνδεδεμένος κόσμος είναι ένας πιο άνισος κόσμος».
Δεν υπάρχει χώρος για τραπεζικές καταθέσεις
Το 2023 οι αποταμιεύσεις μειώθηκαν κατά 19,3%, φτάνοντας τα 3 τρισ. ευρώ. Αυτή η μείωση οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στις τραπεζικές καταθέσεις. Συνολικά, οι τράπεζες παγκοσμίως έλαβαν μόλις 19 δισ. ευρώ, σημειώνοντας πτώση της τάξης του 97,7%. Ο κύριος υπαίτιος: Τα νοικοκυριά στις ΗΠΑ, τα οποία εκκαθάρισαν καταθέσεις αξίας 650 δισ. ευρώ. Οι άλλες δύο κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων, από την άλλη, παρέμειναν δημοφιλείς στους αποταμιευτές. Οι εισροές σε τίτλους αυξήθηκαν μάλιστα ξανά κατά 10%. Ωστόσο, υπήρξε μια αξιοσημείωτη αλλαγή προτιμήσεων σε αυτή την κατηγορία περιουσιακών στοιχείων: ενώ οι μετοχές πουλήθηκαν συνολικά σε πολλές αγορές, οι αποταμιευτές σημείωσαν σημαντικά κέρδη στα ομόλογα, χάρη στην αλλαγή των επιτοκίων. Και οι ασφαλίσεις/συντάξεις αποδείχθηκαν σχετικά ανθεκτικές, με τη μείωση των νέων αποταμιεύσεων παγκοσμίως να ανέρχεται μόλις στο 4,9%.
Αναμενόμενη συγκράτηση
Παρά το γεγονός ότι τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία δεν επηρεάστηκαν από την αλλαγή της πορείας των επιτοκίων, ο αντίκτυπος των υποχρεώσεων των ισολογισμών των νοικοκυριών ήταν εμφανής το 2023. Η ανάπτυξη του ιδιωτικού χρέους επιβραδύνθηκε περαιτέρω, φθάνοντας το 4,1% παγκοσμίως – το χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης εδώ και εννέα έτη. Συνολικά, οι παγκόσμιες υποχρεώσεις των ιδιωτικών νοικοκυριών ανήλθαν σε 57 τρισ. ευρώ στο τέλος του 2023. Η μείωση του ρυθμού ανάπτυξης του χρέους καταγράφηκε σχεδόν σε όλες τις περιοχές παγκοσμίως το 2023. Η τάση ήταν ιδιαίτερα έντονη στη Δυτική Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, όπου η ανάπτυξη μειώθηκε περισσότερο από το μισό, αγγίζοντας το 1,1% και 2,9% αντίστοιχα. Καθώς η ονομαστική ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας παρέμεινε υψηλή λόγω του πληθωρισμού, ο παγκόσμιος δείκτης χρέους (οι υποχρεώσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ) έπεσε για τρίτη συνεχή χρονιά, υποχωρώντας κατά 1,5 ποσοστιαίες μονάδες στο 65,4%. Πρόκειται για πτώση άνω των 3 ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με πριν από 20 χρόνια.
Η σχετικά ισχυρή ανάπτυξη των περιουσιακών στοιχείων και η σχετικά αδύναμη αύξηση των υποχρεώσεων, οδήγησαν σε σημαντική αύξηση των καθαρών χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων κατά 8,8% (τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία μείον των υποχρεώσεων). Συνολικά, τα παγκόσμια καθαρά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ανήλθαν σε 182 τρισ. ευρώ στο τέλος του 2023, το οποίο παρουσίασε αύξηση σχεδόν 15 τρισ. ευρώ σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος και υπερβαίνοντας, όμως, κατά 4 τρισ. ευρώ το προηγούμενο ρεκόρ του 2021.
Ανατροπή
Ένας ακόμη τομέας που υπέστη πλήγμα από την αύξηση των επιτοκίων είναι αυτός των ακινήτων, ο οποίος κατέγραψε τη χαμηλότερη ανάπτυξη της τελευταίας δεκαετίας, με αύξηση μόλις 1,8%. Στη Δυτική Ευρώπη, μάλιστα, σημείωσε πτώση κατά 2,2%. Στο παρελθόν, οι ρυθμοί ανάπτυξης της αγοράς ακινήτων υστερούσαν σε σύγκριση με τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία στις περισσότερες αγορές. Στη Βόρεια Αμερική, για παράδειγμα, η ετήσια διαφορά ξεπερνούσε σχεδόν τη 1 ποσοστιαία μονάδα τα τελευταία 20 χρόνια, αντικατοπτρίζοντας το γεγονός ότι τα μακροπρόθεσμα κεφαλαιακά κέρδη στα ακίνητα είναι χαμηλότερα από εκείνα των μετοχών.
Το μέλλον για τον τομέα ακινήτων προβλέπεται ακόμα πιο απαιτητικό, δεδομένου του αυξανόμενου αντίκτυπου της κλιματικής αλλαγής στα περιουσιακά στοιχεία των ακινήτων. Παρόλο που οι φυσικές καταστροφές κυριαρχούν στα πρωτοσέλιδα, το κόστος της μετάβασης σε φιλικά προς το περιβάλλον κτίρια (οι λεγόμενοι κίνδυνοι μετάβασης) θα έχει μακροπρόθεσμα τη μεγαλύτερη επίδραση. Προβλέψεις για τον Δείκτη Τιμών Οικιστικών Ακινήτων υπό διαφορετικά κλιματικά σενάρια έως το 2050 δείχνουν μειώσεις άνω του 20% σε πολλές αγορές. Για όλες τις αγορές που εξετάστηκαν, η αξία των ακινήτων θα μπορούσε να είναι χαμηλότερη κατά 30 τρισ. ευρώ. «Στο μέλλον, οι τιμές των ακινήτων θα καθορίζονται εξίσου από την τοποθεσία και την ενεργειακή τους αποδοτικότητα», δήλωσε ο Hazem Krichene, συγγραφέας της έκθεσης. «Ενώ οι φυσικοί κίνδυνοι είναι αναπόφευκτοι, οι κίνδυνοι μετάβασης δεν είναι: είναι, ουσιαστικά το αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων. Η Αυστραλία δείχνει τον δρόμο. Φιλόδοξες κλιματικές πολιτικές μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντική μείωση της κατανάλωσης ενέργειας, ελαχιστοποιώντας τις επιπτώσεις στις τιμές των ακινήτων. Οι πιθανές μεγάλες απώλειες σε άλλες αγορές αποτελούν σαφή έκκληση για αποδοτικές και αποτελεσματικές κλιματικές πολιτικές. Ακόμη δεν είναι αργά».
Ελλάδα: Πρωταθλήτρια ανάπτυξης στη Δυτική Ευρώπη.
Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία των ελληνικών νοικοκυριών αυξήθηκαν κατά 7,4% το 2023, καταγράφοντας τον υψηλότερο ρυθμό αύξησης στη Δυτική Ευρώπη (εξαιρουμένης της Σουηδίας). Κύριος μοχλός αυτής της ανάπτυξης ήταν τα χρεόγραφα και οι μετοχικοί τίτλοι (μερίδιο χαρτοφυλακίου στο 38%), οι οποίοι αυξήθηκαν κατά 23,9%. Η αύξηση αυτή αντιστάθμισε τη μείωση της μεγαλύτερης κατηγορίας περιουσιακών στοιχείων στο χαρτοφυλάκιο των ελληνικών νοικοκυριών, δηλαδή των τραπεζικών καταθέσεων (μερίδιο 53%), οι οποίες μειώθηκαν κατά 1,1%. Οι ασφαλίσεις/συντάξεις επίσης παρουσίασαν σημαντική αύξηση 6,8%, αν και το μερίδιό τους στο χαρτοφυλάκιο παραμένει μικρό (6%).
Η μείωση των τραπεζικών καταθέσεων οφείλεται στην αλλαγή της αποταμιευτικής συμπεριφοράς. Αντίθετα με την παγκόσμια τάση, οι νέες αποταμιεύσεις αυξήθηκαν κατά 36%, φτάνοντας τα 5,4 δισ. ευρώ. Ωστόσο, οι Έλληνες αποταμιευτές απέσυραν 2,2 δισ. ευρώ από τραπεζικές καταθέσεις και τα κατηύθυναν σε χρεόγραφα και μετοχικούς τίτλους (7,6 δισ. ευρώ), με τα ομόλογα να είναι οι μεγαλύτεροι κερδισμένοι. Οι ασφαλίσεις/συντάξεις έλαβαν 0,5 δισ. ευρώ από νέες αποταμιεύσεις. Συνολικά, οι Έλληνες αποταμιευτές αντέδρασαν έντονα στην αλλαγή πορείας των επιτοκίων.
Ακόμα και σε πραγματικούς όρους, η εικόνα δεν αλλάζει σημαντικά: Προσαρμοσμένα για τον πληθωρισμό, τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία αυξήθηκαν κατά 3,1% το 2023, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη πραγματική αύξηση στην περιοχή, ακόμη και μπροστά από τη Σουηδία. Σε σύγκριση με τα προ πανδημίας επίπεδα του 2019, η αγοραστική δύναμη των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ήταν 7,2% υψηλότερη.
Οι υποχρεώσεις μειώθηκαν κατά 1,6%, οδηγώντας τον δείκτη χρέους στο 49% στο τέλος του 2023, δηλαδή για πρώτη φορά κάτω από το αντίστοιχο επίπεδο των γερμανικών νοικοκυριών. Τέλος, τα καθαρά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία αυξήθηκαν κατά ένα πολύ ισχυρό 12,4%. Με καθαρά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ανά κάτοικο 21.140 ευρώ, η Ελλάδα ανέβηκε μία θέση στην κατάταξη των 20 πλουσιότερων χωρών, φτάνοντας στην 29η θέση.

Allianz Global Wealth Report 2024: Surprising relief

Surprising relief
Against the backdrop of resilient economies and booming markets despite monetary tightening, global financial assets of private households recorded strong growth in 2023: With an increase of +7.6%, the losses of the previous year (-3.5%) were more than made up for. Overall, total financial assets amounted to EUR239trn at the end of 2023. But growth in the three major asset classes was quite uneven. Securities (+11.0%) and insurance/pensions (+6.2%) benefited from the stock market boom and higher rates, growing significantly faster than the average of the last ten years. In contrast, growth in bank deposits fell to +4.6% after the pandemic-related boom years, recording one of the lowest increases in the last 20 years.
No place for bank deposits
In 2023, the normalization of fresh savings continued after the pandemic-related boom years of forced savings: They fell by -19.3% to EUR3.0trn. The movement in stocks is echoed by the shifts in financial asset flows as this decline was almost exclusively attributable to bank deposits. On balance, banks worldwide only received EUR19bn, a slump of -97.7%. The main culprit: US households who liquidated deposits worth EUR650bn. The other two asset classes, on the other hand, remained popular with savers. Inflows into securities even increased once again – by +10.0% – from their record level of the previous year. However, there was a notable change of favorites within this asset class: While shares were sold on balance in many markets, savers made strong gains in bonds, thanks to the turnaround in interest rates. This led to an +84.3% increase in securities purchases in Western Europe, for example. European savers have never been more fond of capital market products. Finally, insurance/pensions proved to be relatively robust, with the decline in fresh savings worldwide amounting to just -4.9%.
The Atlantic divide
Savings behavior is a decisive factor for asset growth. There are basically two sources of growth in financial assets: savings efforts and price increases (increase in value). Over the last 20 years, increases in the value of portfolios in the US – with its strong savings bias towards capital markets – have contributed an average of 62.4% to annual growth; in Western Europe, this figure is 34.2% (in Germany, growth over the long term is driven almost exclusively by savings efforts). This significant difference certainly contributes to the Atlantic divide in long-term growth in financial assets: While financial assets in Western Europe have doubled in the last two decades (+104%), the increase in the US is a whopping +178%, also bolstered by more favorable market developments.
Golden boys and girls
Market developments are also the main reason for the huge differences in financial assets between the generations. The baby boomers are likely to be the richest generation that has ever lived, at least in the advanced economies. Assuming the same stylized savings behavior for the four generations of Baby Boomers, Gen X, Millennials and Gen Z and extrapolating market trends, none of the following generations can keep up with the Baby Boomers: In Germany, for example, they achieved total savings of just under 614% of disposable income with an average nominal return of 6.1% per year. The big losers are the Millennials – shortly after they began to accumulate wealth, crisis followed crisis, resulting in an annual return of just 3.1%. Members of Gen Z, however, have a good chance to outperform all their predecessors – if they align their savings behavior to the new realities (and are spared by mega crises).
Broad-based recovery
In contrast to 2022, in which financial assets shrank in many markets and regions – and also worldwide – the recovery in 2023 was broad-based. In fact, only two countries – New Zealand and Thailand – recorded negative growth rates last year. Moreover, growth was relatively uniform across all regions, not least in Asia and North America, which both grew by over +8% – with the US (+8.6%) growing even more strongly than China (+8.2%). Only Western Europe (+5.0%), where the UK‘s weak performance (+1.5%) dampened growth, and Eastern Europe (+18.0%), where hyperinflation in Türkiye led to high (nominal) growth rates, were somewhat out of line.
View Full Report

Allianz Global Wealth Report 2024: Μια απροσδόκητη ανακούφιση

Ο Όμιλος Allianz παρουσίασε την 15η έκδοση του “Global Wealth Report”, η οποία θέτει στο μικροσκόπιο την κατάσταση που επικρατεί στα περιουσιακά στοιχεία και το χρέος των νοικοκυριών σε σχεδόν 60 χώρες.
Απροσδόκητη ανακούφιση
Το 2023 χαρακτηρίστηκε από έντονη νομισματική σύσφιξη. Ωστόσο, οι οικονομίες αποδείχθηκαν ανθεκτικές και οι αγορές άνθισαν. Παρά την νομισματική σύσφιξη που επικράτησε, τα παγκόσμια χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία των ιδιωτικών νοικοκυριών κατέγραψαν ισχυρή ανάπτυξη: Με αύξηση 7,6%, οι απώλειες της προηγούμενης χρονιάς (-3,5%) υπερκαλύφθηκαν. Γενικά, τα συνολικά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ανήλθαν στα 239 τρισ. ευρώ στο τέλος του 2023. Η ανάπτυξη στις τρεις κύριες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων ήταν αρκετά άνιση. Τα χρεόγραφα και οι μετοχικοί τίτλοι (11,0%) και οι ασφαλίσεις/συντάξεις (6,2%) ωφελήθηκαν από την άνθιση των χρηματιστηρίων και τα υψηλότερα επιτόκια και αναπτύχθηκαν ταχύτερα από τον μέσο όρο της τελευταίας δεκαετίας. Αντίθετα, η αύξηση των τραπεζικών καταθέσεων μειώθηκε στο 4,6% μετά τα χρόνια της άνθησης την περίοδο της πανδημίας, καταγράφοντας μία από τις χαμηλότερες αυξήσεις των τελευταίων 20 ετών.
Η ανάκαμψη το 2023 ήταν ευρεία. Συγκεκριμένα, μόνο δύο χώρες, η Νέα Ζηλανδία και η Ταϊλάνδη, κατέγραψαν αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Επιπλέον, η ανάπτυξη ήταν σχετικά ομοιόμορφη σε όλες τις περιοχές, κυρίως στην Ασία και τη Βόρεια Αμερική, όπου και οι δύο αυξήθηκαν κατά περισσότερο από 8% – με τις ΗΠΑ (8,6%) να καταγράφουν ακόμα πιο ισχυρή ανάπτυξη από την Κίνα (8,2%). Ως αποτέλεσμα, το πλεονέκτημα ανάπτυξης των αναδυόμενων οικονομιών έναντι των προηγμένων οικονομιών συρρικνώθηκε και πάλι σημαντικά, φτάνοντας μόλις στις 2 ποσοστιαίες μονάδες το περασμένο έτος. Τα τελευταία έξι από τα επτά χρόνια, οι αναδυόμενες οικονομίες έχουν κατά κύριο λόγο χάσει το προβάδισμα στην ανάπτυξη. «Η συγκριτικά ασθενέστερη ανάπτυξη των φτωχότερων χωρών αντικατοπτρίζει τη νέα πραγματικότητα ενός κατακερματισμένου κόσμου», δήλωσε ο Ludovic Subran, επικεφαλής οικονομολόγος της Allianz. «Μέχρι το 2017, το έτος που ξεκίνησαν οι εμπορικές διαφορές μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας, οι φτωχότερες χώρες εξακολουθούσαν να έχουν πλεονέκτημα ανάπτυξης 10 ποσοστιαίων μονάδων ή και περισσότερο έναντι των πλουσιότερων χωρών. Όλοι θα πληρώσουμε το τίμημα για την αποσύνδεση, αλλά οι αναδυόμενες οικονομίες είναι εκείνες που θα επηρεαστούν περισσότερο. Ένας λιγότερο συνδεδεμένος κόσμος είναι ένας πιο άνισος κόσμος».
Δεν υπάρχει χώρος για τραπεζικές καταθέσεις
Το 2023, η εξομάλυνση των νέων αποταμιεύσεων συνεχίστηκε μετά τα χρόνια άνθησης λόγω πανδημίας με τις εξαναγκαστικές αποταμιεύσεις: Οι αποταμιεύσεις μειώθηκαν κατά 19,3%, φτάνοντας τα 3,0 τρισ. ευρώ. Αυτή η μείωση οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στις τραπεζικές καταθέσεις. Συνολικά, οι τράπεζες παγκοσμίως έλαβαν μόλις 19 δισ. ευρώ, σημειώνοντας πτώση της τάξης του 97,7%. Ο κύριος υπαίτιος: Τα νοικοκυριά στις ΗΠΑ, τα οποία εκκαθάρισαν καταθέσεις αξίας 650 δισ. ευρώ. Οι άλλες δύο κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων, από την άλλη, παρέμειναν δημοφιλείς στους αποταμιευτές. Οι εισροές σε τίτλους αυξήθηκαν μάλιστα ξανά κατά 10,0%. Ωστόσο, υπήρξε μια αξιοσημείωτη αλλαγή προτιμήσεων σε αυτή την κατηγορία περιουσιακών στοιχείων: ενώ οι μετοχές πουλήθηκαν συνολικά σε πολλές αγορές, οι αποταμιευτές σημείωσαν σημαντικά κέρδη στα ομόλογα, χάρη στην αλλαγή των επιτοκίων. Και οι ασφαλίσεις/συντάξεις αποδείχθηκαν σχετικά ανθεκτικές, με τη μείωση των νέων αποταμιεύσεων παγκοσμίως να ανέρχεται μόλις στο 4,9%.
Αναμενόμενη συγκράτηση
Παρά το γεγονός ότι τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία δεν επηρεάστηκαν από την αλλαγή της πορείας των επιτοκίων, ο αντίκτυπος των υποχρεώσεων των ισολογισμών των νοικοκυριών ήταν εμφανής το 2023. Η ανάπτυξη του ιδιωτικού χρέους επιβραδύνθηκε περαιτέρω, φθάνοντας το 4,1% παγκοσμίως – το χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης εδώ και εννέα έτη. Συνολικά, οι παγκόσμιες υποχρεώσεις των ιδιωτικών νοικοκυριών ανήλθαν σε 57 τρισ. ευρώ στο τέλος του 2023. Η μείωση του ρυθμού ανάπτυξης του χρέους καταγράφηκε σχεδόν σε όλες τις περιοχές παγκοσμίως το 2023. Η τάση ήταν ιδιαίτερα έντονη στη Δυτική Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική, όπου η ανάπτυξη μειώθηκε περισσότερο από το μισό, αγγίζοντας το 1,1% και 2,9% αντίστοιχα. Καθώς η ονομαστική ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας παρέμεινε υψηλή λόγω του πληθωρισμού, ο παγκόσμιος δείκτης χρέους (οι υποχρεώσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ) έπεσε για τρίτη συνεχή χρονιά, υποχωρώντας κατά 1,5 ποσοστιαίες μονάδες στο 65,4%. Πρόκειται για πτώση άνω των 3 ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με πριν από 20 χρόνια.
Η σχετικά ισχυρή ανάπτυξη των περιουσιακών στοιχείων και η σχετικά αδύναμη αύξηση των υποχρεώσεων, οδήγησαν σε σημαντική αύξηση των καθαρών χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων κατά 8,8% (τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία μείον των υποχρεώσεων). Συνολικά, τα παγκόσμια καθαρά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ανήλθαν σε 182 τρισ. ευρώ στο τέλος του 2023, το οποίο παρουσίασε αύξηση σχεδόν 15 τρισ. ευρώ σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος και υπερβαίνοντας, όμως, κατά 4 τρισ. ευρώ το προηγούμενο ρεκόρ του 2021.
Ανατροπή
Ένας ακόμη τομέας που υπέστη πλήγμα από την αύξηση των επιτοκίων είναι αυτός των ακινήτων, ο οποίος κατέγραψε τη χαμηλότερη ανάπτυξη της τελευταίας δεκαετίας, με αύξηση μόλις 1,8%. Στη Δυτική Ευρώπη, μάλιστα, σημείωσε πτώση κατά 2,2%. Στο παρελθόν, οι ρυθμοί ανάπτυξης της αγοράς ακινήτων υστερούσαν σε σύγκριση με τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία στις περισσότερες αγορές. Στη Βόρεια Αμερική, για παράδειγμα, η ετήσια διαφορά ξεπερνούσε σχεδόν τη 1 ποσοστιαία μονάδα τα τελευταία 20 χρόνια, αντικατοπτρίζοντας το γεγονός ότι τα μακροπρόθεσμα κεφαλαιακά κέρδη στα ακίνητα είναι χαμηλότερα από εκείνα των μετοχών.
Το μέλλον για τον τομέα ακινήτων προβλέπεται ακόμα πιο απαιτητικό, δεδομένου του αυξανόμενου αντίκτυπου της κλιματικής αλλαγής στα περιουσιακά στοιχεία των ακινήτων. Παρόλο που οι φυσικές καταστροφές κυριαρχούν στα πρωτοσέλιδα, το κόστος της μετάβασης σε φιλικά προς το περιβάλλον κτίρια (οι λεγόμενοι κίνδυνοι μετάβασης) θα έχει μακροπρόθεσμα τη μεγαλύτερη επίδραση. Προβλέψεις για τον Δείκτη Τιμών Οικιστικών Ακινήτων υπό διαφορετικά κλιματικά σενάρια έως το 2050 δείχνουν μειώσεις άνω του 20% σε πολλές αγορές. Για όλες τις αγορές που εξετάστηκαν, η αξία των ακινήτων θα μπορούσε να είναι χαμηλότερη κατά 30 τρισ. ευρώ. «Στο μέλλον, οι τιμές των ακινήτων θα καθορίζονται εξίσου από την τοποθεσία και την ενεργειακή τους αποδοτικότητα», δήλωσε ο Hazem Krichene, συγγραφέας της έκθεσης. «Ενώ οι φυσικοί κίνδυνοι είναι αναπόφευκτοι, οι κίνδυνοι μετάβασης δεν είναι: είναι, ουσιαστικά το αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων. Η Αυστραλία δείχνει τον δρόμο. Φιλόδοξες κλιματικές πολιτικές μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντική μείωση της κατανάλωσης ενέργειας, ελαχιστοποιώντας τις επιπτώσεις στις τιμές των ακινήτων. Οι πιθανές μεγάλες απώλειες σε άλλες αγορές αποτελούν σαφή έκκληση για αποδοτικές και αποτελεσματικές κλιματικές πολιτικές. Ακόμη δεν είναι αργά».
Ελλάδα: Ο Πρωταθλητής ανάπτυξης στη Δυτική Ευρώπη
Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία των ελληνικών νοικοκυριών αυξήθηκαν κατά 7,4% το 2023, καταγράφοντας τον υψηλότερο ρυθμό αύξησης στη Δυτική Ευρώπη (εξαιρουμένης της Σουηδίας). Κύριος μοχλός αυτής της ανάπτυξης ήταν τα χρεόγραφα και οι μετοχικοί τίτλοι (μερίδιο χαρτοφυλακίου στο 38%), οι οποίοι αυξήθηκαν κατά 23,9%. Η αύξηση αυτή αντιστάθμισε τη μείωση της μεγαλύτερης κατηγορίας περιουσιακών στοιχείων στο χαρτοφυλάκιο των ελληνικών νοικοκυριών, δηλαδή των τραπεζικών καταθέσεων (μερίδιο 53%), οι οποίες μειώθηκαν κατά 1,1%. Οι ασφαλίσεις/συντάξεις επίσης παρουσίασαν σημαντική αύξηση 6,8%, αν και το μερίδιό τους στο χαρτοφυλάκιο παραμένει μικρό (6%).
Η μείωση των τραπεζικών καταθέσεων οφείλεται στην αλλαγή της αποταμιευτικής συμπεριφοράς. Αντίθετα με την παγκόσμια τάση, οι νέες αποταμιεύσεις αυξήθηκαν κατά 36%, φτάνοντας τα 5,4 δισ. ευρώ. Ωστόσο, οι Έλληνες αποταμιευτές απέσυραν 2,2 δισ. ευρώ από τραπεζικές καταθέσεις και τα κατηύθυναν σε χρεόγραφα και μετοχικούς τίτλους (7,6 δισ. ευρώ), με τα ομόλογα να είναι οι μεγαλύτεροι κερδισμένοι. Οι ασφαλίσεις/συντάξεις έλαβαν 0,5 δισ. ευρώ από νέες αποταμιεύσεις. Συνολικά, οι Έλληνες αποταμιευτές αντέδρασαν έντονα στην αλλαγή πορείας των επιτοκίων.
Ακόμα και σε πραγματικούς όρους, η εικόνα δεν αλλάζει σημαντικά: Προσαρμοσμένα για τον πληθωρισμό, τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία αυξήθηκαν κατά 3,1% το 2023, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη πραγματική αύξηση στην περιοχή, ακόμη και μπροστά από τη Σουηδία. Σε σύγκριση με τα προ πανδημίας επίπεδα του 2019, η αγοραστική δύναμη των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ήταν 7,2% υψηλότερη.
Οι υποχρεώσεις μειώθηκαν κατά 1,6%, οδηγώντας τον δείκτη χρέους στο 49% στο τέλος του 2023, δηλαδή για πρώτη φορά κάτω από το αντίστοιχο επίπεδο των γερμανικών νοικοκυριών. Τέλος, τα καθαρά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία αυξήθηκαν κατά ένα πολύ ισχυρό 12,4%. Με καθαρά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ανά κάτοικο 21.140 ευρώ, η Ελλάδα ανέβηκε μία θέση στην κατάταξη των 20 πλουσιότερων χωρών, φτάνοντας στην 29η θέση (παρακάτω σχετικός πίνακας).
Καθαρά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ανά κάτοικο το 2023.

 
 
 

In Euro

Y/Y in %

Κατάταξη 2003

1

 

Αμερική

260,320

9.8

2

2

 

Ελβετία

255,440

2.5

1

3

 

Δανία

172,200

4.3

15

4

 

Σιγκαπούρη

171,930

7.1

11

5

 

Ταϊλάνδη

148,750

9.9

10

6

 

Νέα Ζηλανδία

127,430

-1,3

6

7

 

Σουηδία

125,660

10.6

14

8

 

Καναδάς

123,130

7.8

9

9

 

Ολλανδία

117,280

9.8

5

10

 

Βέλγιο

104,040

5.5

3

11

 

Αυστραλία

99,490

11.1

18

12

 

Ιαπωνία

91,940

6.2

4

13

 

Ηνωμένο Βασίλειο

80,110

1.4

8

14

 

Ιταλία

76,930

7.4

7

15

 

Ιρλανδία

74,450

5.2

16

16

 

Γαλλία

72,380

8.2

12

17

 

Αυστρία

70,410

5.2

13

18

 

Γερμανία

69,060

9.2

17

19

 

Μάλτα

58,730

5.2

19

20

 

Ισπανία

43,690

9.1

21

 
 
 
 
 
 

29

 

Ελλάδα

21,140

12.4

22

Μπορείτε να δείτε αναλυτικά το “Allianz Global Wealth Map” εδώ:  
https://www.allianz.com/en/economic_research/insights/publications/allianz-global-wealth-report-2024.html

Allianz Global Wealth Report 2023: Τέλος εποχής

Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία των νοικοκυριών διεθνώς μειώθηκαν κατά 2,7%, παρουσιάζοντας τη μεγαλύτερη πτώση από τη Διεθνή Χρηματοπιστωτική Κρίση
Προσαρμοσμένα για τον πληθωρισμό, τα παγκόσμια χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ήταν μόνο κατά 6,6% πάνω από το επίπεδο του 2019 – στη Δυτική Ευρώπη ο ιδιωτικός πλούτος μειώθηκε κατά 2,6%
Η μέση αύξηση των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων είναι πιθανό να κυμανθεί μεταξύ 4% και 5% κατά τα επόμενα τρία χρόνια
Η αύξηση των υποχρεώσεων των νοικοκυριών και η αναλογία χρέους προς ΑΕΠ μειώθηκαν απότομα
Τα ελληνικά νοικοκυριά είδαν αύξηση των ακαθάριστων κατά κεφαλήν χρηματοοικονομικών περιουσιακών τους στοιχείων κατά +1,9%

Ο Όμιλος Allianz παρουσίασε τη 14η έκδοση του “Global Wealth Report”, που θέτει στο μικροσκόπιο την περιουσιακή και την κατάσταση χρέους των νοικοκυριών σε σχεδόν 60 χώρες.
Annus Horribilis
Το 2022 θεωρείται annus horribilis για τους αποταμιευτές. Οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων μειώθηκαν σε όλους τους τομείς, έχοντας ως αποτέλεσμα την κατακόρυφη πτώση, κατά -2,7%, των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων[1] των νοικοκυριών διεθνώς. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη πτώση που σημειώνεται από την Παγκόσμια Χρηματοπιστωτική Κρίση του 2008. Ωστόσο, οι ρυθμοί ανάπτυξης των τριών κύριων κατηγοριών περιουσιακών στοιχείων διέφεραν σημαντικά. Ενώ τα χρεόγραφα (-7,3%) και η ασφάλιση/συνταξιοδότηση  (-4,6%) υποχώρησαν σημαντικά, οι τραπεζικές καταθέσεις παρουσίασαν ισχυρή αύξηση κατά +6,0%. Συνολικά, χάθηκαν χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία αξίας 6,6 τρις ευρώ, ενώ το σύνολο των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ανήλθε σε 233 τρις ευρώ στο τέλος του 2022. Η πτώση ήταν εντονότερη στη Βόρεια Αμερική (-6,2%) και αμέσως μετά στη Δυτική Ευρώπη (-4,8%). Η Ασία από την άλλη πλευρά, με εξαίρεση την Ιαπωνία, εξακολουθεί να καταγράφει σχετικά ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης. Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία της Κίνας αυξήθηκαν επίσης δυναμικά, σημειώνοντας ανάπτυξη 6,9%. Ωστόσο, σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος (+13,3%) και τον μέσο όρο των τελευταίων 20 ετών (+15,9%), η αύξηση αυτή ήταν μάλλον απογοητευτική, καθώς τα επανειλημμένα lockdowns είχαν σημαντική επίδραση.
Σε δεινή οικονομική θέση
Παρά τις οδυνηρές απώλειες, τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία των νοικοκυριών παρέμειναν σε υψηλότερα επίπεδα παγκοσμίως, αυξημένα κατά σχεδόν +19%, σε σχέση με την περίοδο πριν από την κρίση του κορωνοϊού στο τέλος του περασμένου έτους – σε ονομαστικούς όρους. Ακολουθώντας τα επίπεδα του πληθωρισμού, σχεδόν τα δύο τρίτα της (ονομαστικής) ανάπτυξης επηρεάστηκαν δραματικά από την αύξηση των τιμών, μειώνοντας την πραγματική ανάπτυξη στο πενιχρό ποσοστό 6,6% μέσα σε τρία χρόνια. Ενώ οι περισσότερες περιοχές θα μπορούσαν τουλάχιστον να διατηρήσουν πραγματικό αναπτυξιακό ρυθμό αύξησης του πλούτου, η κατάσταση στη Δυτική Ευρώπη είναι διαφορετική: Τα όποια ουσιαστικά κέρδη εξανεμίστηκαν, ο πραγματικός πλούτος μειώθηκε κατά -2,6% κατά τη διάρκεια του 2019. «Για χρόνια, οι αποταμιευτές διαμαρτύρονταν για τα μηδενικά επιτόκια», δήλωσε ο Ludovic Subran, επικεφαλής οικονομολόγος της Allianz. «Αλλά ο πραγματικός εχθρός των αποταμιευτών είναι ο πληθωρισμός. Και όχι μόνο μετά την εκτίναξη του πληθωρισμού μετά τον κορωνοϊό. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, τα κατά κεφαλήν περιουσιακά στοιχεία αυξήθηκαν κατά 167% πριν από τον πληθωρισμό τα τελευταία 20 χρόνια. Αλλά μετά την αύξηση του πληθωρισμού, η αύξηση αυτή φτάνει μόλις το 15%. Αυτό υπογραμμίζει την ανάγκη για έξυπνη αποταμίευση και περισσότερο οικονομικό αλφαβητισμό. Αλλά ο πληθωρισμός είναι ένα θηρίο που δύσκολα μπορεί να νικηθεί. Χωρίς κίνητρα και υποστήριξη για μακροπρόθεσμες αποταμιεύσεις, οι περισσότεροι αποταμιευτές μπορεί να δυσκολευτούν».
Δεν θα υπάρξει ούριος άνεμος
Μετά την πτώση τους το 2022, τα διεθνή χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία θα πρέπει να επιστρέψουν σε ανάπτυξη το 2023. Αυτό προκύπτει κυρίως από τη (μέχρι στιγμής) θετική εξέλιξη στις χρηματιστηριακές αγορές. Συνολικά, αναμένεται ότι τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία διεθνώς θα αυξηθούν κατά περίπου 6%, λαμβάνοντας επίσης υπόψη την περαιτέρω «ομαλοποίηση» της αποταμιευτικής συμπεριφοράς. Δεδομένου πως το ποσοστό του παγκόσμιου πληθωρισμού παραμένει κοντά στο 6% το 2023, οι αποταμιευτές γλιτώνουν για ένα ακόμη χρόνο τις πραγματικές απώλειες στα χρηματοοικονομικά περιουσιακά τους στοιχεία.
«Οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές, ωστόσο, είναι μάλλον μεικτές», δήλωσε η Kathrin Stoffel, από την ομάδα που συνέταξε την έκθεση. «Δεν θα υπάρξει ούριος άνεμος, νομισματικά ή οικονομικά. Η μέση αύξηση των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων είναι πιθανό να κυμανθεί μεταξύ 4% και 5% κατά τα επόμενα τρία χρόνια, υπό την υπόθεση της μέσης απόδοσης των αγορών μετοχών. Αλλά όπως συμβαίνει και με τα καιρικά φαινόμενα τα οποία γίνονται πιο ακραία εν μέσω κλιματικής αλλαγής, έτσι και στο νέο γεωπολιτικό και οικονομικό τοπίο αναμένονται περισσότερες διακυμάνσεις της αγοράς. Τα ‘κανονικά’ έτη ενδέχεται να γίνουν η εξαίρεση».
Λιτότητα
Η μεταβολή των επιτοκίων έγινε σαφώς αισθητή και στο επίπεδο παθητικού του ισολογισμού των νοικοκυριών. Αφού το παγκόσμιο ιδιωτικό χρέος είχε αυξηθεί κατά 7,8% το 2021, η ανάπτυξη εξασθένησε σημαντικά πέρυσι, φτάνοντας το 5,7%. Η πιο μεγάλη πτώση σημειώθηκε στην Κίνα: η αύξηση του χρέους κατά +5,4% την προηγούμενη χρονιά ήταν η χαμηλότερη αύξηση που έχει καταγραφεί ποτέ. Συνολικά, οι παγκόσμιες υποχρεώσεις των νοικοκυριών ανήλθαν σε 55,8 τρις ευρώ στο τέλος του 2022. Καθώς το χάσμα μεταξύ του χρέους και της οικονομικής ανάπτυξης διευρύνθηκε στις 3,9 ποσοστιαίες μονάδες, η παγκόσμια αναλογία χρέους προς ΑΕΠ (υποχρεώσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ) μειώθηκε σημαντικά, ξεπερνώντας τις 2 ποσοστιαίες μονάδες και διαμορφώθηκε στο 66,1% το 2022. Αυτό σημαίνει ότι η παγκόσμια αναλογία χρέους για τα ιδιωτικά νοικοκυριά έχει επιστρέψει περίπου στο ίδιο επίπεδο με αυτό που ήταν στις αρχές της χιλιετίας – ένα αξιοσημείωτο επίπεδο σταθερότητας που δεν συνάδει με την ευρέως διαδεδομένη αφήγηση ενός κόσμου που πνίγεται στο χρέος. Ωστόσο, υπήρξαν σημαντικές αλλαγές στον παγκόσμιο χάρτη του χρέους. Πρώτα απ’ όλα, η σταθερότητα χαρακτηρίζει την εξέλιξη στις προηγμένες οικονομίες. Από την άλλη πλευρά, οι περισσότερες αναπτυσσόμενες αγορές είδαν τα ποσοστά χρέους τους να αυξάνονται απότομα τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Η Κίνα βρίσκεται στην κορυφή της λίστας, με έναν δείκτη που έχει υπερτριπλασιαστεί και φτάνει το 61%.
Αντιστρέφοντας την τάση
Τα ακαθάριστα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία των ελληνικών νοικοκυριών αυξήθηκαν κατά 1,9% το 2022, καθιστώντας την Ελλάδα μία από τις λίγες χώρες στην Ευρώπη με θετικό ρυθμό ανάπτυξης (ευρωζώνη: -4,6%). Αν και η κατηγορία των περιουσιακών στοιχείων στο πεδίο της ασφάλισης/συνταξιοδότησης έχασε -9,1% σε αξία, αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 5% του συνόλου των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων. Ενώ τα χρεόγραφα σημείωσαν μικρή αύξηση 2,5%, το πιο σημαντικό είναι ότι οι τραπεζικές καταθέσεις, με μερίδιο χαρτοφυλακίου σχεδόν 60%, συνέχισαν να αυξάνονται με σχετικά ισχυρή αύξηση 2,7%.
Μετά την κορύφωση στα χρόνια της πανδημίας 2020 και 2021, οι νέες αποταμιεύσεις μειώθηκαν κατά ένα σημαντικό ποσοστό που φτάνει το 72,5% – αλλά με 2,8 δις ευρώ, παρέμειναν τουλάχιστον σε θετικό έδαφος- τα περισσότερα χρόνια μετά την κρίση του ευρώ, τα ελληνικά νοικοκυριά αναγκάστηκαν να πουλήσουν χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία για να ανταπεξέλθουν στις δυσκολίες. Οι νέες αποταμιεύσεις κατανέμονται σχετικά ομοιόμορφα, σε όλες τις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων, ωστόσο, οι κινητές αξίες έλαβαν το μεγαλύτερο ποσοστό: Οι Έλληνες αποταμιευτές φαίνεται να διατηρούν την εμπιστοσύνη που βρήκαν στις κεφαλαιαγορές. Σε σύγκριση με το έτος πριν από την πανδημία, το 2019, τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία εξακολουθούν να είναι υψηλότερα κατά 12,1%, αλλά μόνο σε ονομαστικούς όρους. Προσαρμοσμένη για τον πληθωρισμό, απομένει μόνο μια μικρή αύξηση 3,3%, ωστόσο η Ελλάδα παρουσιάζει καλύτερη εικόνα σε σχέση με τις περισσότερες χώρες της ευρωζώνης που σημείωσαν πραγματική αύξηση -3,1%.
Η αύξηση των υποχρεώσεων ήταν και πάλι αρνητική, μειωμένη κατά -6,3%. Η αύξηση κατά 3,4% το 2021 φάνηκε να είναι παροδική: Σχεδόν όλα τα έτη μετά την κρίση του ευρώ, τα ελληνικά νοικοκυριά μείωσαν τις υποχρεώσεις τους, με αποτέλεσμα να είναι κατά 33% χαμηλότερες από την κορύφωσή τους το 2010. Ως αποτέλεσμα, τα καθαρά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία αυξήθηκαν κατά ένα σημαντικό ποσοστό 6,7%. Με καθαρά χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ανά κάτοικο ύψους 19.280 ευρώ, η Ελλάδα ανέβηκε ένα σκαλοπάτι, φτάνοντας την 29η θέση στην κατάταξη των πλουσιότερων χωρών (χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία ανά κάτοικο, βλ. πίνακα).
[1] Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνουν μετρητά και τραπεζικές καταθέσεις, απαιτήσεις από ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ιδρύματα, τίτλους (μετοχές, ομόλογα και επενδυτικά κεφάλαια) και λοιπές απολαβές).
Τον διαδραστικό πίνακα “Allianz Global Wealth Map” μπορείτε να δείτε στον παρακάτω σύνδεσμο: https://www.allianz.com/en/economic_research/research-data/interactive-wealth-map.html
Μπορείτε να δείτε ολόκληρη την έρευνα εδώ: https://www.allianz.com/en/economic_research.html