Ο Μπάιντεν δεν αναμένει ύφεση ούτε το 2023 ούτε το 2024 για τη χώρα του

Ο Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν προέβλεψε ότι η οικονομία της χώρας του δεν θα γνωρίσει ύφεση ούτε την τρέχουσα χρονιά, ούτε την επόμενη.
Ερωτηθείς ειδικότερα από δημοσιογράφο του τηλεοπτικού δικτύου PBS για το εάν θεωρεί πως θα καταγραφεί ύφεση της οικονομίας των ΗΠΑ το 2023, ο κ. Μπάιντεν απάντησε «όχι, ούτε την επόμενη χρονιά», προσθέτοντας «από τη στιγμή που εκλέχτηκα, πόσοι ειδικοί είπαν πως θα έχουμε ύφεση μέσα στους επόμενους έξι μήνες;».
Ο πρόεδρος δήλωσε ακόμα πως εξακολουθεί να έχει πρόθεση να είναι υποψήφιος για την επανεκλογή του στις εκλογές του 2024, ωστόσο δεν έχει πάρει οριστική απόφαση.
«Είμαι κάποιος που πιστεύει στη μοίρα. Θα ήμουν εντελώς ειλικρινής με τους Αμερικανούς εάν πίστευα πως πρόβλημα υγείας ή κάτι άλλο θα με εμπόδιζε να ασκήσω τα καθήκοντά μου», δήλωσε επίσης ο Τζο Μπάιντεν, καλώντας εκ νέου όσους εκφράζουν επιφυλάξεις ή ανησυχίες για την ηλικία του να «δουν» τα πεπραγμένα του.

ΟΟΣΑ: Κίνδυνος ύφεσης σε πολλές οικονομίες της Ευρωζώνης

Δυσοίωνες είναι οι προβλέψεις του ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης) για την παγκόσμια οικονομία στην ενδιάμεση έκθεσή του, με τίτλο «πληρώνοντας το τίμημα του πολέμου», η οποία δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα.
Ο ΟΟΣΑ σημειώνει ότι η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας ανακόπηκε στο δεύτερο τρίμηνο του 2022 και ότι το 2023 θα είναι πολύ χαμηλότερη σε σχέση με ό,τι προβλεπόταν πριν από ένα έτος.
Ο οργανισμός εκτιμά ότι τα πραγματικά εισοδήματα μπορεί να είναι χαμηλότερα κατά περίπου 2,8 τρισ. δολάρια σε σχέση με ό,τι προβλεπόταν ένα χρόνο πριν, ποσό που αντιστοιχεί στο 2% του παγκόσμιου ΑΕΠ με βάση τις ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης.
Το τίμημα θα είναι μεγαλύτερο για την Ευρωζώνη, για την οποία προβλέπεται απότομη μείωση της ανάπτυξης σε μόλις 0,3% το 2023 και ότι ο πληθωρισμός σε μέσα επίπεδα θα μειωθεί στο 6,2% από 8,1% φέτος.
Ο ΟΟΣΑ σημειώνει ότι υπάρχει κίνδυνος ύφεσης σε αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες κατά τους χειμερινούς μήνες και ότι μία μεγαλύτερη μείωση των προμηθειών ενέργειας από τη Ρωσία θα οδηγήσει σε σημαντικά μεγαλύτερη μείωση της οικονομικής δραστηριότητας σε σχέση με το βασικό σενάριο.
«Οι τιμές του φυσικού αερίου και του ρεύματος είναι ήδη πολύ υψηλές και θα μπορούσαν να αυξηθούν περαιτέρω στην περίπτωση που υπάρξουν ελλείψεις στην Ευρώπη. Τέτοιες ελλείψεις θα μπορούσαν να προκύψουν αν δεν υλοποιηθούν στην αναμενόμενη έκταση οι προμήθειες ενέργειας εκτός της ΕΕ ή αν η ζήτηση του αερίου είναι εξαιρετικά μεγάλη λόγω ενός βαρύ χειμώνα», αναφέρει η έκθεση.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι παγκόσμιες τιμές του φυσικού αερίου εκτιμάται ότι θα αυξηθούν κατά 50% από το πρώτο τρίμηνο του 2023, ενώ οι τιμές του πετρελαίου θα αυξηθούν κατά 10% και των λιπασμάτων κατά 25%.
Το σοκ από τη νέα αύξηση των τιμών ενέργειας εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε χαμηλότερη ανάπτυξη της οικονομίας της Ευρωζώνης κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το βασικό σενάριο, δηλαδή πολλές χώρες της θα είναι σε ύφεση όλο το 2023, ενώ η ανάπτυξη θα εξασθενίσει και το 2024.
Ο ΟΟΣΑ βλέπει τη γενική τάση αύξησης των επιτοκίων στις μεγάλες οικονομίες ως βασικό παράγοντα επιβράδυνσης της παγκόσμιας ανάπτυξης. ‘Αλλοι παράγοντες είναι η διάβρωση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών λόγω του πληθωρισμού, η χαμηλή καταναλωτική εμπιστοσύνη και οι υψηλές τιμές της ενέργειας και κυρίως του φυσικού αερίου.
Σημειώνει ότι χρειάζονται περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων στις περισσότερες μεγάλες αναπτυγμένες οικονομίες για να διασφαλισθεί ότι η μείωση των πληθωριστικών πιέσεων θα έχει διάρκεια. Για το βασικό επιτόκιο αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ, το οποίο σήμερα ανέρχεται στο 1,25%, ο ΟΟΣΑ προβλέπει ότι θα αυξηθεί στο 4% το 2023, ενώ εκτιμά ότι η ΕΚΤ θα χρησιμοποιήσει όλα τα περιθώρια ευελιξίας στην επανεπένδυση των εσόδων από τα ομόλογα που έχει στον ισολογισμό της και λήγουν, ώστε να περιορίσει τον χρηματοπιστωτικό κατακερματισμό στην Ευρωζώνη.
Για την αμερικανική οικονομία, ο ΟΟΣΑ προβλέπει ανάπτυξη μόλις 0,5% το 2023 και μείωση του πληθωρισμού κάτω από το 4%. Στις χώρες της G20, ο πληθωρισμός προβλέπεται να μειωθεί στο 6,5% το 2023 από 8,2% φέτος και στις αναπτυγμένες οικονομίες της G20 στο 4% από 6,2%, αντίστοιχα.

Χρ. Σταϊκούρας: «Το 2020 έκλεισε με ύφεση περίπου στο 8%, καλύτερα από τις εκτιμήσεις»

«Η παγκόσμια οικονομία, πριν από περίπου 1 έτος, υπέστη σοκ, εξαιτίας του υγειονομικού αιτίου.
Επί 1 χρόνο, βρίσκεται σε βαθιά κρίση.
Η ελληνική οικονομία, αν και κλυδωνίστηκε ισχυρά, άντεξε.
Άντεξε μέσα σε συνθήκες πρωτόγνωρων υγειονομικών, κοινωνικών και οικονομικών δυσκολιών.Σύμφωνα με τα προσωρινά -τονίζω, προσωρινά- στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το 2020 έκλεισε με ύφεση περίπου στο 8%.
Το ποσοστό αυτό είναι καλύτερο από τις εκτιμήσεις.
Και τούτο λόγω τόσο της αναθεώρησης του προηγούμενου τριμήνου, όσο και της καλής -σχετικά- εικόνας του 4ου τριμήνου.
Τέταρτο τρίμηνο που, σε σχέση με το 3ο, φαίνεται μάλλον να παρουσιάζει την καλύτερη επίδοση στην Ευρώπη.
Τα στοιχεία αυτά πιστοποιούν την ορθότητα της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής.Πολιτική που περιλαμβάνει ένα ευρύ πλέγμα μέτρων στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων, τα οποία κατάφεραν να περιορίσουν σημαντικά τον οικονομικό αντίκτυπο της πανδημίας.
Είναι βέβαια γεγονός ότι η ύφεση το 2020 υπήρξε βαθιά, αν και διαμορφώνεται κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Και το 2021, μέχρι σήμερα, είναι μια δύσκολη χρονιά.
Οι προκλήσεις πολλές και μεγάλες.
Όμως μπορούμε να είμαστε ρεαλιστικά αισιόδοξοι, αφού με τη βοήθεια της επιστήμης χτίζουμε, με ολοένα ταχύτερους ρυθμούς μέσω των εμβολιασμών, «τείχος» προστασίας.
Έτσι, η κοινωνική και οικονομική ζωή θα επανέλθει στην κανονικότητα.
Σε αυτές τις συνθήκες, με αποτελεσματικές, κοινωνικά ευαίσθητες και δίκαιες οικονομικές πολιτικές, καθώς και την επικείμενη έναρξη της εισροής πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης, θα εργαστούμε για να άρουμε, με γρήγορους ρυθμούς, τις συνέπειες της πολύπλευρης κρίσης.
Συνεχίζουμε, με πίστη στην προοπτική της πατρίδας, ευθύνη έναντι όλων των πολιτών, σχέδιο, σκληρή δουλειά, ψυχραιμία και δικαιοσύνη.
Έτσι ώστε όλοι μαζί, Κράτος, Πολίτες και Επιχειρήσεις, να ανακάμψουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται, και να θέσουμε τις βάσεις για υψηλή, διατηρήσιμη, έξυπνη και κοινωνικά δίκαιη ανάπτυξη».

Πρόβλεψη ING για ύφεση μέχρι το 2029 – Τι λέει για την Ελλάδα

Ο τουρισμός και ο κλάδος των υπηρεσιών συνολικά είναι η «Αχίλλειος πτέρνα» της ελληνικής οικονομίας.
Αυτό σημειώνει, μεταξύ άλλων, η έκθεση της ING για τις παγκόσμιες προοπτικές του 2021, όπου αναφέρει μάλιστα ότι ακόμα και εάν οι χώρες επιστρέψουν στους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και τους ρυθμούς ανάπτυξης του 2018 και του 2019, θα χρειαστεί να φτάσουμε στο 2029 για να επιστρέψουν τα δημόσια χρέη της Ευρωζώνης στα προ-κρίσης επίπεδα.
Για την Ελλάδα εκτιμάται ότι η αύξηση του δημοσίου χρέους που θα αφήσει πίσω της η πανδημία θα είναι μεγαλύτερη των 25 ποσοστιαίων μονάδων, καθώς τα μέτρα αντιμετώπισης του κορωνοϊού και της οικονομικής κρίσης που προκαλεί εκτοξεύουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα ολόκληρης της Ευρωζώνης. «Παρότι βραχυπρόθεσμα σίγουρα δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική από τα τεράστια πακέτα μέτρων, το ερώτημα γύρω από το πώς πρέπει να αντιμετωπιστούν τα αυξημένα επίπεδα του χρέους  θα φέρει σύντομα έντονες συζητήσεις», προβλέπει ο οίκος. 
Ειδικά για τις χώρες που μπήκαν στην πανδημία με ήδη υψηλά χρέη, θα χρειαστούν περισσότερα χρόνια για να καλύψουν το χαμένο έδαφος του κορωνοϊού. Το ελληνικό χρέος θα επιστρέψει στα προ-πανδημίας επίπεδα το 2030, το ισπανικό το 2031 και το γαλλικό το 2032. Η κατάσταση θα είναι ακόμα χειρότερη στην περίπτωση της Ιταλίας, η οποία θα φτάσει στο 2060 για να δει το χρέος της να επιστρέφει στα επίπεδα του 134,4%. 
Η ING προβλέπει για την Ελλάδα ότι το 2020 θα κλείσει με ύφεση 8,5% και θα ακολουθηθεί από ανάκαμψη με θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης 2,2% για το 2021 και 3,4% για το 2022. Την ίδια στιγμή ο οικονομολόγος του οίκου, Paolo Pizzoli, σημειώνει ότι αν και η υψηλή εξάρτηση από τον τουρισμό καθιστά την ελληνική οικονομία ευάλωτη, τα κεφάλαια του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης θα βοηθήσουν τη χώρα να μπει σε ένα μονοπάτι ανάκαμψης. «Θα είναι πολύ ενδιαφέρον να δούμε εάν τα projects που θα χρηματοδοτηθούν και οι σχετικές μεταρρυθμίσεις θα κάνουν την Ελλάδα πιο ελκυστική στα μάτια των ξένων επενδυτών. Εάν συμβεί αυτό, το πιθανότερο είναι ότι το 2022 θα είναι καλύτερο από το 2021 για την ελληνική ανάπτυξη», καταλήγει ο Pizzoli. 

Σε ό,τι αφορά το δεύτερο lockdown και τις επιπτώσεις του για την οικονομία, η ING επισημαίνει ότι αυτό είναι ηπιότερο από την καραντίνα του Απριλίου και του Μαΐου, όμως θα είναι αρκετό για να συμπιέσει την ανάπτυξη (κυρίως εξαιτίας των επιπτώσεων στην εσωτερική ζήτηση). Τα μέτρα στήριξης της αγοράς εργασίας δεν καταφέρνουν να αποτρέψουν τη μείωση της απασχόλησης. 
Η ING προβλέπει ότι η ελληνική οικονομία θα χρειαστεί και άλλα μέτρα στήριξης το πρώτο εξάμηνο του 2021, επομένως δεν θα υπάρξουν ιδιαίτερα περιθώρια για μια ουσιαστική βελτίωση  των δημόσιων οικονομικών. 

Κομισιόν: Ύφεση 9% φέτος και ανάκαμψη 5% το 2021

Πτώση του ελληνικού ΑΕΠ κατά 9% για το 2020, με ανάκαμψη της τάξης του 5% για το 2021 και 3,5% για το 2022 προβλέπει η Κομισιόν. 
Σύμφωνα με τις φθινοπωρινές εκτιμήσεις της επιτροπής, το δημόσιο χρέος αναμένεται να αυξηθεί στο 207% του ΑΕΠ φέτος πριν να υποχωρήσει στο 195% το 2022. 
Όπως αναφέρει η Κομισιόν, η ελληνική οικονομία επηρεάστηκε σοβαρά από την πανδημία του κορωνοϊού, καθώς ο μεγάλος τομέας των υπηρεσιών και η υψηλή εξάρτηση από τον εξωτερικό τουρισμό την καθιστούν ιδιαίτερα ευάλωτη στα σοκ που προκαλούν οι περιορισμοί στα ταξίδια και τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης. Πάντως, η μελέτη τονίζει ότι η γρήγορη απάντηση της κυβέρνησης βοήθησε να περιοριστούν οι επιπτώσεις στην απασχόληση και στις επιχειρήσεις, μέχρι στιγμής. Για το 2021, η οικονομική δραστηριότητα αναμένεται να στηριχθεί  από τα πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα που περιγράφονται στο προσχέδιο του προϋπολογισμού. Αξίζει να σημειωθεί ότι  η Κομισιόν δεν έχει συμπεριλάβει στις εκτιμήσεις της τα οφέλη που θα προκύψουν από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης. 
Η πτώση του ΑΕΠ κατά 14% το δεύτερο τρίμηνο του 2020 υπήρξε πρωτοφανής, αλλά ήταν το αποτέλεσμα των μέτρων που πάρθηκαν για την αντιμετώπιση της πανδημίας και τα οποία επηρέασαν σοβαρά τόσο την εσωτερική ζήτηση όσο και τις εξαγωγές. Η γρήγορη απάντηση για την προστασία της απασχόλησης και τη διασφάλιση της ρευστότητας για τις επιχειρήσεις απέτρεψε μία πιο αρνητική επίδραση στην αγορά εργασίας το πρώτο εξάμηνο του έτους, σημειώνει η Κομισιόν. Έτσι, η ανεργία κορύφωσε στο 18% τον Ιούνιο, από 15,6% που ήταν το Φεβρουάριο, αλλά υποχώρησε στο 16,8% τον Ιούλιο. 
Η Κομισιόν εκτιμά ότι η ανάκαμψη της κατανάλωσης θα είναι μόνο σταδιακή έως το 2021, καθώς κάποια από τα περιοριστικά μέτρα για τον κορωνοϊό παραμένουν. Η υψηλή αβεβαιότητα, τα χαμηλά έσοδα και οι περιορισμοί στη ρευστότητα επηρέασαν αρνητικά τιε επενδύσεις το πρώτο εξάμηνο του 2020, όμως οι δημόσιες επενδύσεις και η στήριξη ρευστότητας αναμένεται να διευκολύνουν την ανάκαμψη.

Γ. Χατζηθεοδοσίου: «Θετικά όσα ανακοινώθηκαν από τον Πρωθυπουργό, αλλά χωρίς πρόσθετα μέτρα δεν αντιμετωπίζεται η ύφεση»

Τα μέτρα που ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός από τη Θεσσαλονίκη μας αφήνουν μία γλυκόπικρη γεύση. Από τη μία, αναμφίβολα είναι προς την θετική κατεύθυνση και η μείωση κατά 3 μονάδες των ασφαλιστικών εισφορών και η καταβολή των αναδρομικών των συνταξιούχων ύψους 1,4 δισ. ευρώ. Κάτι που και ηθικά είναι επιβεβλημένο να γίνει για να στηριχθούν αυτοί οι άνθρωποι, αλλά και θα ενισχύσουν σε έναν σημαντικό βαθμό την κατανάλωση. Περιμέναμε όμως ότι θα υπήρχε μεγαλύτερη μέριμνα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που σήμερα δίνουν έναν αγώνα επιβίωσης.
Οπωσδήποτε είναι καλοδεχούμενος ο τρίτος γύρος της Επιστρεπτέας Προκαταβολής, όμως μόνον με αυτό το πρόγραμμα δεν αντιμετωπίζεται η έλλειψη ρευστότητας στην αγορά. Ειδικά από την στιγμή που η συντριπτική πλειοψηφία των επιχειρήσεων έχει μείνει εκτός των χρηματοδοτικών εργαλείων. Θα είχε ενδιαφέρον να ανακοινώσει η κυβέρνηση πόσες επιχειρήσεις πήραν χρήματα. Θα βλέπαμε ότι οι μικρομεσαίες λάμπουν δια της απουσίας τους, κυρίως λόγω των προϋποθέσεων που θέτει το τραπεζικό σύστημα.
Ικανοποιητική λύση για την κρίσιμη περίοδο που διανύουμε θα ήταν η επιχορήγηση των επιχειρήσεων από την Πολιτεία, με ποσό που θα καθοριστεί ανάλογα με το μέγεθος κάθε επιχείρησης. Ήδη κάνει κάτι ανάλογο Περιφερειάρχης στη βόρεια Ελλάδα που ενισχύει τις επιχειρήσεις της περιοχής του με 150 εκατ. ευρώ. Γιατί να μην εφαρμοστεί πανελλαδικά; Όταν αναμένουμε ύφεση πάνω από 10% και απώλεια περίπου 250.000 θέσεων εργασίας, απαιτούνται πιο τολμηρές πρωτοβουλίες. Αντιλαμβανόμαστε την ανάγκη της κυβέρνησης να τονωθεί η απασχόληση μέσω της επιδότησης 100.000 νέων θέσεων εργασίας για 6 μήνες, όμως εκτιμώ ότι προτεραιότητα έχει η διατήρηση των υφιστάμενων θέσεων, μέσω της επιβίωσης των επιχειρήσεων.
Η κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης για ένα χρόνο θα δώσει μία ανάσα, όμως δεν είναι το μέτρο που θα κάνει τη διαφορά. Για παράδειγμα, δεν ακούσαμε τίποτα για κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος. Ούτε για τη μείωση του ΕΝΦΙΑ στα επαγγελματικά ακίνητα. Δεν υπήρξε αναφορά για συγκεκριμένα μέτρα ενίσχυσης κλάδων που έχουν πληγεί, όπως είναι η εστίαση ή ο τουρισμός. Ούτε καν για το μειωμένο ωράριο των επιχειρήσεων στην εστίαση που περιορίζει σημαντικά τους τζίρους τους.
Το τελικό συμπέρασμα λοιπόν είναι το εξής: σίγουρα είναι θετικά τα όποια μέτρα λαμβάνονται για την στήριξη επιχειρήσεων και εργαζομένων, όμως η ύφεση που θα δούμε τους αμέσως επόμενους μήνες δεν αντιμετωπίζεται μόνο με αυτά που ακούσαμε μέσα στο Σαββατοκύριακο. Απαιτούνται πρόσθετα μέτρα που θα δίνουν προοπτικές βιωσιμότητας σε εκατοντάδες χιλιάδες μικρούς και μεσαίους επιχειρηματίες, διατηρώντας τις θέσεις εργασίας και στηρίζοντας τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.

Ευρωζώνη: Ύφεση 14,7% στο β΄ τρίμηνο του 2020

Στο 14,7% ανήλθε η ύφεση στην Ευρωζώνη στο δεύτερο τρίμηνο σε ετήσια βάση και στο 11,8% σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2020, σύμφωνα με στοιχεία που ανακοίνωσε η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat).
Τα στοιχεία είναι ελαφρά χαμηλότερα σε σχέση με τις πρώτες εκτιμήσεις της στο τέλος Ιουλίου (15,0% και 12,1%, αντίστοιχα).
Πρόκειται για τη μεγαλύτερη ύφεση που έχει καταγραφεί από το 1995, όταν άρχισε η δημοσίευση των σχετικών στοιχείων.
Στο πρώτο τρίμηνο του έτους, η ύφεση στην Ευρωζώνη ήταν 3,7% σε τριμηνιαία βάση και 3,2% σε ετήσια βάση.
Από τις χώρες της Ευρωζώνης, την υψηλότερη ύφεση σε ετήσια βάση είχαν η Ισπανία (22,1%), η Γαλλία (18,9%), η Ιταλία (17,7%) και η Πορτογαλία (16,3%), με την Ελλάδα να βρίσκεται στην πέμπτη θέση (15,2%). Τη μικρότερη μείωση του ΑΕΠ σημείωσαν η Ιρλανδία (3,7%), η Λιθουανία (4,0%) και η Φινλανδία (6,3%). Σε τριμηνιαία βάση, το ΑΕΠ μειώθηκε περισσότερο στην Ισπανία (18,5%), την Ελλάδα (14,0%), την Πορτογαλία (13,9%) και τη Γαλλία (13,8%), ενώ τη μικρότερη μείωση σημείωσαν η Φινλανδία (4,5%), η Λιθουανία (5,5%) και η Εσθονία (5,6%).
Σύμφωνα με άλλα στοιχεία της Eurostat, η απασχόληση στην Ευρωζώνη μειώθηκε κατά 3,1% στο δεύτερο τρίμηνο σε ετήσια βάση και κατά 2,9% σε τριμηνιαία βάση που είναι επίσης οι μεγαλύτερες μειώσεις από το 1995. Στην Ελλάδα, ο αριθμός των απασχολούμενων μειώθηκε ελαφρά περισσότερο από τον μέσο όρο και συγκεκριμένα κατά 3,4% σε ετήσια βάση και κατά 3,2% σε σύγκριση με το πρώτο τρίμηνο. Η μεγαλύτερη μείωση της απασχόλησης σε τριμηνιαία βάση σημειώθηκε στην Ισπανία (7.5%), την Ιρλανδία (6,1%) και την Εσθονία (5,1%), ενώ η Μάλτα ήταν η μόνη χώρα που κατέγραψε αύξηση της απασχόλησης 0,6%. Σε ετήσια βάση, τις μεγαλύτερες μειώσεις κατέγραψαν η Ισπανία (7,6%), η Αυστρία (4,0%) και η Ιρλανδία (3,9%), ενώ η Μάλτα και το Λουξεμβούργο ήταν οι δύο χώρες που κατέγραψαν αυξήσεις (4,2% και 1,4%, αντίστοιχα). Ο αριθμός των ωρών απασχόλησης στην Ευρωζώνη μειώθηκε 16,6% σε ετήσια βάση και 12,8% σε τριμηνιαία βάση. Στην Ελλάδα, οι ώρες απασχόλησης μειώθηκαν κατά 29,8% σε ετήσια βάση και κατά 19% σε τριμηνιαία βάση.

Ιστορική ύφεση για Ισπανία και Γαλλία στο β΄ τρίμηνο

Ιστορική «βουτιά» κατέγραψαν το β΄ τρίμηνο του έτους έναντι του α΄ τριμήνου τα ΑΕΠ της Ισπανίας και της Γαλλίας, κατά 18,5% και 13,8% αντίστοιχα.
Όσον αφορά στην Ισπανία, η πτώση του β΄ τριμήνου κατά 18,5% εξανέμισε όλη την ανάπτυξη των τελευταίων 6 ετών μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, όπως ανακοίνωσε η εθνική στατιστική υπηρεσία.
Η συρρίκνωση της τέταρτης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης, την οποία προκάλεσε ένα από τα αυστηρότερα lockdowns στην Ευρώπη, ήταν χειρότερη από το 16,6% που ανέμεναν οι αναλυτές. Το πρώτο τρίμηνο σημειώθηκε πτώση 5,2%, οδηγώντας την Ισπανία στη βαθύτερη ύφεση που έχει καταγράψει ποτέ.
Οι ιδιωτικές δαπάνες αποτέλεσαν το μεγαλύτερο βαρίδι για την ανάπτυξη, μαζί με τις επενδύσεις και τη μείωση των εξαγωγών.
Η κυβέρνηση έχει προβλέψει συρρίκνωση 9,2% το 2020, ξεπερνώντας τη μείωση του ΑΕΠ κατά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2013, και έχει πει ότι αναμένει ανάπτυξη 6,8% το 2021.
Όσον αφορά στη Γαλλία, σύμφωνα με το γαλλικό Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής και Οικονομικών Μελετών (INSEE) η ύφεση του β΄ τριμήνου οφείλεται στον αντίκτυπο της πανδημίας του κορωνοϊού.
Η μείωση της δραστηριότητας το δεύτερο τρίμηνο, πάντως, ήταν μικρότερη από ό,τι ανέμενε η πλειονότητα των αναλυτών του ίδιου του INSEE (-17% τον Ιούνιο).
Η κατανάλωση των νοικοκυριών μειώθηκε κατά 11%, οι επενδύσεις υποχώρησαν κατά 17,8% και οι εξαγωγές συρρικνώθηκαν κατά 25,5%.
Η μείωση του ΑΕΠ το πρώτο εξάμηνο του τρέχοντος έτους «συνδέεται με τη διακοπή των ‘μη απαραίτητων’ δραστηριοτήτων στο πλαίσιο των μέτρων περιορισμού που επιβλήθηκαν από τα μέσα του Μαρτίου ως τις αρχές του Μαΐου», αναφέρει το Ινστιτούτο.
«Η προοδευτική άρση των περιορισμών οδήγησε σε σταδιακή επανέναρξη της οικονομικής δραστηριότητας τον Μάιο και κατόπιν τον Ιούνιο, μετά το χαμηλό όπου είχε φθάσει τον Απρίλιο», συνεχίζει το κείμενο.
Τέτοια απότομη συρρίκνωση του ΑΕΠ σε τριμηνιαία βάση είχε να καταγραφεί στη χώρα από το δεύτερο τρίμηνο του 1968, η οποία οφειλόταν στη γενική απεργία του Μαΐου, αλλά είχε ακολουθηθεί από ανάπτυξη 8% το καλοκαίρι.
Ρωμαλέα ανάκαμψη της γαλλικής οικονομίας, μετά την αβυσσαλέα πτώση της, προβλέπεται για αργότερα φέτος: το INSEE αναμένει ότι θα φθάσει το 19% του ΑΕΠ το τρίτο τρίμηνο, η Natixis το 16% και η Τράπεζα της Γαλλίας το 14%.

ΟΟΣΑ: Ύφεση έως 9,8% και ανεργία μέχρι 20,4% στην Ελλάδα

Ύφεση στο 8% του ΑΕΠ στο βασικό και 9,8% στο δυσμενές σενάριο προβλέπει φέτος για την Ελλάδα ο ΟΟΣΑ με παράλληλη αύξηση του ποσοστού ανεργίας μέχρι και πάνω από 20%. 
Λόγω του «ασυνήθιστου βαθμού αβεβαιότητας», ο ΟΟΣΑ στην ετήσια έκθεσή του αποτυπώνει τις εκτιμήσεις του για τη χώρα μας με δύο σενάρια. 
Με βάση το πρώτο σενάριο και το ότι δεν θα προκύψει ένα δεύτερο κύμα πανδημίας: 
* η ύφεση θα διαμορφωθεί στο 8% το 2020 για να επιστρέψει η οικονομία σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης 4,5% το 2021* η απασχόληση θα μειωθεί κατά 3,5% φέτος και κατά 1% το 2021* η ανεργία θα διαμορφωθεί στο 19,4% το 2020 και στο 19,8% του χρόνου* το χρέος θα φτάσει στο 196,9%/ΑΕΠ το 2020 για να υποχωρήσει στο 190,7%/ΑΕΠ το 2021. 
Με βάση το 2ο σενάριο και στην περίπτωση που ένα δεύτερο κύμα κορωνοϊού «χτυπήσει» τη χώρα: 
* η ύφεση το 2020 θα πλησιάσει το 10% (9,8%), ενώ η ανάπτυξη θα είναι σημαντικά μικρότερη για το 2021 και συγκεκριμένα στο 2,3%* η απασχόληση θα μειωθεί κατά 3,8% φέτος και κατά 1,8% το 2021* η ανεργία από 19,6% το 2020 θα ανέβει στο 20,4% το 2021 και* το χρέος θα ξεπεράσει το 200% το 2020, στο 209,3% /ΑΕΠ για να καταγράψει μικρή υποχώρηση στο 204,7% /ΑΕΠ το επόμενο έτος. 
Στην περίπτωση μάλιστα που υπάρξει ένα  δεύτερο κύμα πανδημίας, η έκθεση τονίζει ότι ο τουρισμός και οι υπηρεσίες αποτελούν δύο τομείς που θα πληγούν περαιτέρω. “Στην περίπτωση αυτή  η κυβέρνηση θα πρέπει να επεκτείνει την παροχή στήριξης, βοηθώντας επιχειρήσεις και εργαζομένους να αναβαθμίσουν τις δραστηριότητες και τις  δεξιότητές τους και να στραφούν σε τομείς που υπόσχονται καλύτερες ευκαιρίες, επιταχύνουν την ανάκαμψη και κάνουν την οικονομία και την κοινωνία περισσότερο ευέλικτη”.
Ο ΟΟΣΑ χαρακτηρίζει ως επείγουσα την περαιτέρω μείωση των κόκκινων δανείων, τη λήψη δράσεων για ενίσχυση της απασχόλησης δίνοντας έμφαση στους νέους και τις γυναίκες αλλά και την υλοποίηση προγραμμάτων ενεργητικής πολιτικής για την ενίσχυση της απασχόλησης στην έκθεση του για την ελληνική οικονομία.  
Η πανδημία ενδεχομένως να επιδεινώσει περαιτέρω τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η αγορά εργασίας.
«Αν και το ποσοστό απασχόλησης έχει αυξηθεί τα τελευταία έξι χρόνια, εξακολουθεί να είναι ένα από τα χαμηλότερα μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Σε χαμηλά επίπεδα παραμένουν και οι μισθοί», σημειώνεται στην έκθεση με τις γυναίκες και τους νέους να καταγράφουν τα χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης. 
Μια ακόμα πρόκληση για την ελληνική οικονομία σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ αποτελεί το γεγονός ότι οι περισσότερες επιχειρήσεις στην Ελλάδα είναι μικρές και μάλιστα εταιρείες χαμηλής παραγωγικότητας.
«Παρά την πρόσφατη  πρόοδο, όπως η ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης, η υψηλή φορολογία, η γραφειοκρατία, το αργό σύστημα απόδοσης δικαιοσύνης δυσχεραίνει το επιχειρηματικό περιβάλλον, αποθαρρύνει τις εγχώριες και ξένες επενδύσεις και αποτρέπει τις επιχειρήσεις να αναπτυχθούν», σημειώνεται στην έκθεση. 
Οι αναλυτές του οργανισμού τονίζουν πως όταν κλείσει η «παρένθεση» της COVID-19, η Ελλάδα θα μπορεί πάλι να επικεντρωθεί σε ένα πρόγραμμα μεσοπρόθεσμου μετασχηματισμού για να αναζωογονήσει την ανάκαμψή του με ισχυρότερη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη.
Όπως αναφέρει η έκθεση, στην πανδημία η ελληνική κυβέρνηση έδρασε αποτελεσματικά λαμβάνοντας σημαντικά μέτρα για: 
* την ενίσχυση του συστήματος υγείας,* τη στήριξη του εισοδήματος και την ενίσχυση της ρευστότητας* την υποστήριξη και επανεκκίνηση τομέων που πλήττονται περισσότερο από τον κορονοϊό, όπως ο τουρισμός* πραγματοποίησε ένα φιλόδοξο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα επικεντρωμένο στην ενίσχυση της ανάπτυξης και των επενδύσεων.
Οι μεταρρυθμίσεις του παρελθόντος στην αγορά εργασίας και προϊόντων βελτίωσαν την ανταγωνιστικότητα στην Ελλάδα γεγονός που θα βοηθήσει ώστε η χώρα να παραμείνει σε καλή κατάσταση όταν αρχίσει να ανακάμπτει τόσο η εγχώρια όσο και η εξωτερική ζήτηση.

Εθνική Τράπεζα: Στο 15,1% η ύφεση το 2ο τρίμηνο

Οι αυξανόμενες επιδράσεις της Covid-19 πλήττουν κομβικούς τομείς της οικονομίας, με τα πρώτα σημάδια βελτίωσης, ωστόσο, να γίνονται ορατά, σημειώνει η Εθνική Τράπεζα σε ανάλυσή της. Τα στοιχεία του ΑΕΠ για το 1ο τρίμηνο του 2020 αποτύπωσαν το αρχικό πλήγμα στην οικονομική δραστηριότητα από την κρίση του κορωνοϊού και τα επιβεβλημένα μέτρα αντιμετώπισής του.
Το ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 0,9% σε ετήσια βάση -για πρώτη φορά από το 2ο τρίμηνο του 2016- και κατά 1,6% σε εποχικά διορθωμένη τριμηνιαία βάση. Η υγειονομική κρίση ήρθε σε μια περίοδο που η οικονομία εισερχόταν στο 4ο έτος ανάκαμψης, με αρκετούς δείκτες να εμφανίζουν αυξανόμενη δυναμική κατά το 1ο δίμηνο του 2020. Όμως, η αναστροφή του κλίματος ήταν απότομη, με ένα μεγάλο αριθμό δεικτών προσδοκιών και οικονομικής συγκυρίας να μεταπίπτουν, μέσα σε 2 μήνες, από πολυετή υψηλά επίπεδα σε πολυετή χαμηλά, παραμένοντας, εντούτοις, σε επίπεδο υψηλότερο από τις περιόδους κορύφωσης της οικονομικής κρίσης το 2012 και το 2015.
Ωστόσο, αυτό που αυξάνει την αβεβαιότητα αναφορικά με την τρέχουσα διαταραχή -η οποία θεωρείται εξωγενής και προσωρινή- είναι το πλήγμα που επιφέρει σε κομβικούς τομείς, στους οποίους βασίστηκε η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, και κυρίως στον τουρισμό αλλά και το ευρύτερο πλέγμα δραστηριοτήτων που συνδέονται με αυτόν.
Η πίεση για τους συγκεκριμένους τομείς είναι πρωτοφανής, καθώς είχαν εμφανίσει σταθερά ανοδική τάση κατά την προηγούμενη δεκαετία, παραμένοντας εν πολλοίς αλώβητοι από τη συρρίκνωση της εγχώριας ζήτησης κατά την ελληνική κρίση. Παράλληλα, η επιτυχημένη μετάβαση σε ένα πιο εξωστρεφές υπόδειγμα οικονομικής ανάπτυξης τα προηγούμενα χρόνια καθιστά την οικονομία πιο ευάλωτη στην εν εξελίξει πρωτοφανή συγχρονισμένη ύφεση στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία. Η έγκαιρη ενεργοποίηση δέσμης δημοσιονομικών μέτρων και εγγυήσεων άνω των 15 δισ. καθώς και οι αναμενόμενες εισροές κεφαλαίων μέσω των ειδικών μηχανισμών της ΕΕ στο 2ο εξάμηνο θα παράσχουν σημαντική στήριξη στην οικονομική δραστηριότητα, με το τελικό αποτέλεσμα να συναρτάται, ωστόσο, και από την τελική συμπεριφορά της κατανάλωσης και των επενδύσεων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η συρρίκνωση του ΑΕΠ το 1ο τρίμηνο του 2020 ήταν ηπιότερη σε σύγκριση με τις περισσότερες χώρες της ευρωζώνης, λόγω της δυναμικής που είχε αναπτύξει η δραστηριότητα στο 1ο δίμηνο του 2020, πριν την εξάπλωση της πανδημίας, όταν οι περισσότεροι δείκτες συγκυρίας και προσδοκιών προσέγγιζαν πολυετή υψηλά και οι λιανικές πωλήσεις αυξάνονταν κατά 4,3% ετησίως. Ωστόσο, οι αρνητικές επιδράσεις άρχισαν να διαφαίνονται πριν ακόμη από την επιβολή των περιοριστικών μέτρων στις 23 Μαρτίου, εν μέσω γενικευμένης αβεβαιότητας και επιδείνωσης των συνθηκών στην παγκόσμια και ευρωπαϊκή οικονομία.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου εμφάνισαν τη μεγαλύτερη κάμψη (-6,4% σε ετήσια βάση το 1ο τρίμηνο του 2020), με τις υποκατηγορίες που σχετίζονται με τον μηχανολογικό και μεταφορικό εξοπλισμό να εμφανίζουν τις μεγαλύτερες απώλειες.
Πρέπει να τονισθεί ότι παρά το δυσμενές περιβάλλον, οι καθαρές εξαγωγές είχαν θετική συνεισφορά 0,8 ποσοστιαίων μονάδων στη μεταβολή του ΑΕΠ το 1ο τρίμηνο του 2020, εξαιτίας της διατήρησης των εμπορευματικών εξαγωγών σε ανοδική τροχιά (+4,7% ετησίως την ίδια περίοδο). Οι Έλληνες εξαγωγείς σε συγκεκριμένους κλάδους βασικών αγαθών -λ.χ. τροφίμων, φαρμακευτικών και πρώτων υλών- φαίνεται να εκμεταλλεύτηκαν τις ελλείψεις της διεθνούς προσφοράς, την τάση για αποθεματοποίηση βασικών αγαθών και τις καθυστερήσεις στην παγκόσμια ροή του εμπορίου και ενίσχυσαν τις εξαγωγές τους, κυρίως προς χώρες της ευρωζώνης (Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία) αλλά και τις ΗΠΑ.
Παράλληλα, η ανθεκτικότητα των εσόδων από ναυτιλία και λοιπές υπηρεσίες αντιστάθμισε τη σημαντική κάμψη των τουριστικών εισπράξεων και αφίξεων (-16,4% και -5,6% ετησίως, αντίστοιχα το 1ο τρίμηνο του 2020, και -71,1% και -46,8% ετησίως, αντίστοιχα, τον Μάρτιο), δεδομένου ότι η συνεισφορά των τουριστικών εσόδων στο 1ο τρίμηνο κάθε έτους αντιστοιχεί περίπου στο 10% των συνολικών εισπράξεων από υπηρεσίες, με το ποσοστό αυτό να αυξάνει στο 60% περίπου, κατά μέσο όρο, το 2ο και 3ο τρίμηνο.
Η ιδιωτική κατανάλωση μειώθηκε κατά 0,7% σε ετήσια βάση -ρυθμός ηπιότερος από αυτόν της ευρωζώνης (-3,9% ετησίως)- κυρίως εξαιτίας της αβεβαιότητας, η οποία συνέτεινε στην αύξηση της ροπής από ένα τμήμα των νοικοκυριών για αποταμίευση. Η αύξηση των τραπεζικών καταθέσεων των νοικοκυριών κατά €1,3 δισ. τον Μάρτιο, εν μέρει, αντανακλά αυτή την τάση, σε συνδυασμό με τις μειωμένες εκροές λόγω της αναστολής της εξυπηρέτησης δανειακών και φορολογικών υποχρεώσεων για ένα τμήμα ιδιωτών πληττόμενων από τις οικονομικές επιπτώσεις τους κορωνοϊού, στο πλαίσιο των μέτρων στήριξης που ενεργοποιήθηκαν. Με την πλήρη εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων τον Απρίλιο, η πτωτική τάση στην κατανάλωση ενισχύθηκε, δεδομένου ότι περιορίστηκαν και οι επιλογές των νοικοκυριών ως προς το είδος δαπάνης (ειδικά στις υπηρεσίες), καθώς το αυξημένο ηλεκτρονικό εμπόριο αντιστάθμισε ένα μικρό ποσοστό του απολεσθέντα τζίρου, ενώ είχε αμελητέα επίδραση στις υπηρεσίες.
Συνεπώς, η αυξημένη αποταμίευση καθώς και το σχετικά υψηλό ποσοστό κατανάλωσης βασικών κατηγοριών αγαθών και υπηρεσιών από τα ελληνικά νοικοκυριά αναμένεται να υποβοηθήσουν την ανάκαμψη της κατανάλωσης, με τα πρώτα σημάδια μετά την άρση των περιορισμών να είναι θετικά. Πρέπει να τονισθεί ότι κατά τη διάρκεια της δεκαετούς κρίσης συρρικνώθηκαν τα μερίδια ειδών πολυτελείας, διαρκών καταναλωτικών αγαθών και υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας στη συνολική ιδιωτική κατανάλωση, ενώ ενισχύθηκε το μερίδιο των πιο αναγκαίων και ανελαστικών κατηγοριών δαπάνης που εμφανίζουν μικρότερη πιθανότητα απότομης συρρίκνωσης.
Η απασχόληση
Στο 1ο τρίμηνο του 2020 η συνολική αμοιβή της εργασίας συνέχισε να αυξάνεται (1,9% ετησίως), αντανακλώντας την ενίσχυση της απασχόλησης το 1ο δίμηνο (αύξηση κατά 0,9% ετησίως) και την ανοδική τάση στις ωριαίες αμοιβές. Ωστόσο, τα στοιχεία από το πληροφοριακό σύστημα «Εργάνη» αποτύπωσαν ένα χάσμα στη ροή δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας της τάξης των 85 χιλιάδων θέσεων τον Μάρτιο, το οποίο επιδεινώθηκε σε 104 χιλιάδες τον Απρίλιο, σε σύγκριση με τις αντίστοιχες περιόδους το 2019.
Σε μεγάλο βαθμό, το κενό αυτό αντανακλά την αναστολή δημιουργίας εποχικών θέσεων εργασίας στον τουρισμό και στην εστίαση, ενώ οι απολύσεις ήταν περιορισμένες, καθώς πολλές από τις επιχειρήσεις επέλεξαν τη δυνατότητα για αναστολή των συμβάσεων εργασίας των απασχολούμενών τους. Εντούτοις, είναι αναπόφευκτη μία επιδείνωση στην αγορά εργασίας το 2ο τρίμηνο, δεδομένης της μειωμένης δραστηριότητας σε κλάδους έντασης εργασίας μέχρι και τον Μάιο, ενώ και οι τελικές αποφάσεις των επιχειρήσεων για τα επίπεδα απασχόλησης και αμοιβών θα εξαρτηθούν από την εξέλιξη της ζήτησης, συνεκτιμώντας και τη στήριξη που λαμβάνουν μέσω των δημοσιονομικών μέτρων που έχουν ενεργοποιηθεί. Ως εκ τούτου, η πτωτική τάση στην κατανάλωση εντάθηκε τον Απρίλιο, με τις πιέσεις να αμβλύνονται σταδιακά τον Μάιο, όπως αποτυπώνουν και τα αντίστοιχα στοιχεία κινητικότητας προς χώρους λιανικών πωλήσεων από την Google για την ίδια περίοδο (μείωση σε επίπεδο -73% τον Απρίλιο, κατά μ.ο., κάτω από τη μέση τάση).
Πρέπει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι από τα μέσα Μαΐου και το άνοιγμα ενός τμήματος του λιανικού εμπορίου, εμφανίζονται σημάδια επιταχυνόμενης βελτίωσης, με τα στοιχεία κινητικότητας να μειώνουν την απόσταση από τη μέση τάση στο -13% στις 25 Μαΐου και στο -11% στις 4 Ιουνίου έναντι -39% κατά μέσο όρο τον Μάιο.
Ένα αναπόφευκτο οικονομικό τίμημα για την προστασία χιλιάδων ζωών
Η επιβολή των αυστηρών περιοριστικών μέτρων κατά της πανδημίας που οδήγησε στον επιτυχημένο περιορισμό της εξάπλωσης, κατατάσσοντας τη χώρα μεταξύ των πιο αποτελεσματικών στην διαχείριση της κρίσης, υπαγορεύτηκε μεταξύ άλλων από:
– Το υψηλό ποσοστό συγκέντρωσης του πληθυσμού σε λίγες περιοχές (35% του πληθυσμού κατοικεί στην περιοχή της Αττικής), που ενδεχομένως να καθιστούσε αναποτελεσματικά τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης, η εφαρμογή των οποίων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των πολιτών, ειδικά κατά τη φάση εξάπλωσης του ιού.
– Τη σχετικά υψηλή μέση ηλικία του πληθυσμού, με 2,4 εκατομμύρια κατοίκους ή 22% του πληθυσμού της Ελλάδας να έχει ηλικία πάνω από 65 έτη (από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ μαζί με την Ιταλία).
– Την περιορισμένη δυναμικότητα του ελληνικού συστήματος υγείας, πριν την εκδήλωση της κρίσης, να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα πολυάριθμα περιστατικά που χρήζουν άμεσης εντατικής φροντίδας, με την αναλογία των κλινών εντατικής θεραπείας να αντιστοιχεί στο ένα τρίτο περίπου του μ.ο. της ευρωζώνης.
– Αλλά κοινωνικά χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τον υψηλό αριθμό οικογενειών με πολλά μέλη, συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων και τον σημαντικό ρόλο αυτών στην επίβλεψη και φροντίδα των παιδιών.
Βέβαιη η επιδείνωση κατά το 2ο τρίμηνο
Η ύφεση αναμένεται να βαθύνει το 2ο τρίμηνο, καθώς τον Απρίλιο και μέχρι τις αρχές Μαΐου σχεδόν τα τρία τέταρτα των επιχειρήσεων ανέστειλαν τη λειτουργία τους ή λειτούργησαν με μειωμένο προσωπικό και με εξαιρετικά συρρικνωμένο κύκλο εργασιών.
Η κρίση φαίνεται να πλήττει δυσανάλογα κομβικούς τομείς όπως το λιανικό εμπόριο, την εστίαση, την παροχή καταλύματος, τις μεταφορές, οι οποίοι συνδυαστικά αντιστοιχούν στο 18% της προστιθέμενης αξίας της οικονομίας το 1ο τρίμηνο του 2020 και περισσότερο από 23% και 27% περίπου κατά το δεύτερο και τρίτο τρίμηνο του έτους, αντίστοιχα (βάσει των μη εποχικά προσαρμοσμένων στοιχείων του 2019), ενώ αναλογούν και στο 40% περίπου της συνολικής απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι συγκεκριμένοι τομείς συνεισέφεραν τα δύο τρίτα του ετήσιου ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2017-2019 και σχεδόν τα τρία τέταρτα των θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν στην οικονομία την ίδια περίοδο, σημειώνει η ΕΤΕ. Κατά συνέπεια, οι εξελίξεις των επόμενων μηνών συνιστούν ένα κρίσιμο τεστ για την ανθεκτικότητα του αναπτυξιακού μείγματος της οικονομίας.
Με δεδομένο ότι μία πρωτόγνωρη συρρίκνωση του εισερχόμενου τουρισμού είναι αναπόφευκτη, καθώς η μείωση των αφίξεων προσεγγίζει το 100% για τον Απρίλιο και το Μάιο, ενώ και η ανάκαμψη από τα μέσα Ιουνίου αναμένεται βραδεία, η αντίδραση της εγχώριας ζήτησης είναι κρίσιμη για τον προσδιορισμό του μεγέθους της ύφεσης και τη διαμόρφωση της τροχιάς ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας.
Η διαθεσιμότητα δεικτών οικονομικής συγκυρίας για το δεύτερο τρίμηνο είναι σχετικά περιορισμένη. Ωστόσο, οι δείκτες υψηλής συχνότητας (μηνιαία ή εβδομαδιαία) επιβεβαιώνουν τη συνεχιζόμενη συρρίκνωση της δραστηριότητας, παράλληλα όμως δίνουν και κάποιες πρώιμες ενδείξεις αντιστροφής της πτωτικής τάσης από τα τέλη Μαΐου.
Το ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί περίπου κατά 13.5% σε τριμηνιαία βάση το δεύτερο τρίμηνο του 2020 (-15.1% σε ετήσια), με τους διαθέσιμους δείκτες υψηλής συχνότητας, ωστόσο, να καταδεικνύουν υποχώρηση των υφεσιακών πιέσεων από το Μάϊο. Αυτή η υποχώρηση συμβαδίζει με το εκτιμώμενο σενάριο για αύξηση του ΑΕΠ σε τριμηνιαία βάση κατά 4,6% το τρίτο τρίμηνο, η οποία αναμένεται να ενισχυθεί στο 9,6% το τέταρτο τρίμηνο, με τη ετήσια ύφεση για το 2020 να διαμορφώνεται στο 7,5% σύμφωνα με το βασικό σενάριο.
Η σωρευτική εφαρμογή μέτρων δημοσιονομικής στήριξης που υπερβαίνουν τα €15 δισ. -€8 δισ. σε κοινωνικές παροχές, επιδοτήσεις και φορολογικές ελαφρύνσεις, €3 δισ. σε αναστολές πληρωμών φορολογικών υποχρεώσεων και κοινωνικής ασφάλισης και €4 δισ. σε μορφή κρατικών δανείων και εγγυήσεων για νέο τραπεζικό δανεισμό- αναμένεται να συμβάλει στη μείωση της αβεβαιότητας, επιταχύνοντας την ανάκαμψη.
Η ανωτέρω επίδραση, όπως και η εισροή πόρων από την ΕΕ το 2ο εξάμηνο (άνω των €5 δισ., τα οποία θα συμβάλουν και στη χρηματοδότηση των προαναφερθέντων μέτρων δημοσιονομικής στήριξης) ενσωματώνονται μερικώς, μόνο, στις προβλέψεις για ετήσια ύφεση 7,5% το 2020, διότι δεν είναι εύκολο να εκτιμηθεί η αντίδραση του ιδιωτικού τομέα στα μέτρα στήριξης, σε ένα περιβάλλον -έστω και παροδικής- επιδείνωσης των συνθηκών στην αγορά εργασίας, καθώς η πίεση στη δραστηριότητα υποκλάδων υπηρεσιών πιθανόν να διατηρηθεί μέχρι το τέλος του έτους.
Ενδεχομένη έγκριση της πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για μηχανισμό χρηματοδότησης της ανάκαμψης θα στηρίξει ουσιαστικά το σκέλος των επενδύσεων και της παραγωγικής εμβάθυνσης, προσδίδοντας σημαντική ώθηση στο ΑΕΠ από το 2021 και μετά (άνω των 2,5 ποσοστιαίων μονάδων τον πρώτο χρόνο, βάσει των χαρακτηριστικών της αρχικής πρότασης).