Κτηματολόγιο: Δεν υπάρχει κανένα ζήτημα στη διαδικασία καταχώρισης αποφάσεων χρησικτησίας

Με αφορμή πρόσφατη υπόθεση χρησικτησίας που αναφέρεται σε δημοσιεύματα και ενόψει της ολοκλήρωσης της κτηματογράφησης, προέκυψε η ανάγκη διευκρίνισης του τρόπου εφαρμογής των σχετικών διατάξεων και της υλοποίησης στην πράξη των δικαστικών αποφάσεων.
Συγκεκριμένα, ο νόμος 2664/1998 προβλέπει τη δυνατότητα προσφυγής στον Κτηματολογικό Δικαστή για την επίλυση θεμάτων σε περιπτώσεις που ανακύπτουν ζητήματα από την απόρριψη αιτημάτων για την εγγραφή πράξεων στα κτηματολογικά βιβλία. Πρόκειται για διαδικασία που δεν εγείρει αντιδικία με τον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου και ο Δικαστής αξιολογεί την ορθότητα και τη βασιμότητα της απορριπτικής απόφασης του πρώτου. Κάθε απόφαση που εκδίδεται κατά τη διαδικασία αυτή, είναι άμεσα εκτελεστή και εφαρμοστέα από τον οικείο Προϊστάμενο. Η σχετική περιπτωσιολογία αξιολογείται περαιτέρω από τη νομική υπηρεσία του Φορέα Ελληνικό Κτηματολόγιο, ώστε να ενταχθεί στο πλαίσιο των ενιαίων κανόνων εφαρμογής της κτηματολογικής νομοθεσίας.
Αναλυτικότερα:
– Η προβλεπόμενη διαδικασία ισχύει από το 1998- Η προβλεπόμενη διαδικασία, δηλαδή η προσφυγή στην εκούσια δικαιοδοσία για την επίλυση ερμηνευτικών ζητημάτων, ισχύει από το έτος 1998 και περιλαμβάνεται στις βασικές διατάξεις του ίδιου νόμου όπως ίσχυσαν από την πρώτη εφαρμογή του. Δεν είναι κάτι καινούριο!
Η συγκεκριμένη υπόθεση
Σε δίκη χρησικτησίας για την αναγνώριση κυριότητας μεταξύ ιδιωτών, σε κτηματογραφημένο ακίνητο στον ΟΤΑ Αγ. Βαρβάρας Αττικής, επί αγωγής που ασκήθηκε ενώπιον Ειρηνοδικείου, μετά την έναρξη λειτουργίας του Κτηματολογίου, εξεδόθη δικαστική απόφαση που αναγνώρισε την κυριότητα του ενάγοντα. Ο νόμος 2664/1998 ορίζει ρητά ότι, κατά τη λειτουργία του Κτηματολογίου, οι αγωγές με αναγνωριστικό αίτημα που επιφέρουν και διόρθωση των εγγραφών (στην προκειμένη περίπτωση, τον εκτοπισμό του αρχικού εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη) ασκούνται ενώπιον του Πρωτοδικείου.
Η αντίδραση του Κτηματολογίου
Όταν ο δικηγόρος προσκόμισε την απόφαση προς εγγραφή στο Κτηματολόγιο, η Προϊσταμένη απέρριψε το αίτημα, επικαλούμενη την τυπική παραπομπή στις ως άνω διατάξεις του νόμου 2664/1998. Ο δικηγόρος προσέφυγε στην εκούσια δικαιοδοσία κατά της άρνησης και εξεδόθη θετική απόφαση που διατάσσει την εγγραφή της αρχικής απόφασης. Στη συνέχεια η Προϊσταμένη εκτέλεσε την απόφαση όπως ορίζει ξεκάθαρα ο νόμος.
Συνεπώς, η υπόθεση αφορά στην επίλυση ενός ερμηνευτικού ζητήματος για την εφαρμογή μίας δικαστικής απόφασης, η οποία εκδόθηκε από Δικαστήριο διαφορετικής καθ΄ ύλην αρμοδιότητας (Ειρηνοδικείο) από αυτήν που προβλέπει ο νόμος 2664/1998 (Πρωτοδικείο). Σε καμία περίπτωση δεν συντρέχει θέμα άρνησης για την εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων ή μη συμμόρφωσης σε αυτές από τις υπηρεσίες του Κτηματολογίου. Ειδικά και ως προς τη χρησικτησία, αυτή αναγνωρίζεται από το ελληνικό δίκαιο ως νόμιμη αιτία κτήσης, υπό τις προβλέψεις του Αστικού Κώδικα και, στις περιοχές που λειτουργεί Κτηματολόγιο, επιβάλλεται η επίλυση του θέματος ενώπιον των τακτικών πολιτικών Δικαστηρίων και η έκδοση σχετικής απόφασης, σε συνδυασμό με την τήρηση των προϋποθέσεων της κτηματολογικής νομοθεσίας.
Άρειος Πάγος: Βάζει φρένο στους καταπατητές δασικών εκτάσεων μέσω χρησικτησίας

Με πρόταση της Αντεισαγγελέως Αρείου Πάγου, Βιργινίας Σακελλαροπούλου, προς την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μπαίνει φρένο στα σχέδια καταπατητών, που προσπαθούν με το τέχνασμα της χρησικτησίας, να οικειοποιηθούν δασικές εκτάσεις του Δημοσίου.
Η υπόθεση, που είναι μέγιστου κοινωνικού ενδιαφέροντος, έφτασε στη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, που θα αποφασίσει οριστικά και αμετάκλητα, καθώς υπήρξαν αντικρουόμενες δικαστικές αποφάσεις, γιά το εάν τα ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου, στα οποία συγκαταλέγονται και τα δάση, μπορεί να τα οικειοποιηθεί ιδιώτης, με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή με το να τα χρησιμοποιεί (νέμεται) αδιατάρακτα.
Με την πρόταση της Αντεισαγγελέως, την οποία ανέπτυξε και στήριξε με αδιάσειστα νομικά επιχειρήματα, «τα ακίνητα που ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο θεωρούνται κοινόχρηστα πράγματα και δεν καταλαμβάνονται από το άρθρο 4 του Ν3127/2003 (ΑΠ 1271/2011 ΝΟΜΟΣ), το οποίο αναφέρεται στις προυποθέσεις κτήσης κυριότητας ακινήτου (μέσω χρησικτησίας), που ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, ή Δήμου (ΑΠ 723/2014 ΝΟΜΟΣ».
Όπως εξηγεί η Ανώτατη Εισαγγελέας, κατά τη διάταξη του άρθρου 967 ΑΚ πράγματα κοινής χρήσης είναι ιδίως τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι αγιαλοί, τα λιμάνια και οι όρμοι, οι όχθες πλεύσιμων ποταμών, οι μεγάλες λίμνες και οι όχθες τους.
Και συμπληρώνει η κα Σακελαροπούλου:
«Eκτός όμως από τα πράγματα, που απαριθμούνται στο άρθρο αυτό, κοινόχρηστα είναι και τα δημόσια δάση και άλση, εφόσον δεν είναι πράγματα ειδικής χρήσης (ΑΠ1453/2010 ΝΟΜΟΣ).
Ενα δάσος, ενόψει της ειδικής προστασίας των δασών (άρθρο 24 Συντάγματος), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι, ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, είτε είναι ιδιόχρηστο, όταν εξυπηρετεί, κυρίως, τη δασολογική έρευνα και διδασκαλία, είτε είναι κοινόχρηστο, όταν είναι ελέυθερη η χρήση του από το κοινό (ΑΠ 1453/2010 ΝΟΜΟΣ)».
Ενώ προσθέτει η Αντεισαγγελέας ΑΠ:
«Eπομένως, το δημόσιο δάσος ή άλσος, ή η δημόσια δασική έκταση δεν ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου και ως εκ τούτου δεν μπορεί ποτέ να είναι ακίνητο, δεκτικό της ανωτέρω ειδικής ή τακτικής χρησικτησίας του άρθρου 4 Ν. 3127/2003.
Ο Άρειος Πάγος στο παρελθόν, με την υπ΄αριθμόν 226/2017 (ΝΟΜΟΣ) απόφαση του δέχτηκε ότι, τα ανήκοντα στο Ελληνικό κοινόχρηστα πράγματα, όπως είναι και η δημόσια δασική έκταση, δεν καταλαμβάνονται από τις ως άνω διατάξεις (άρθρο 4 Ν. 3127/2003), αφού αυτές αναφέρονται στις προυποθέσεις κτήσης κυριότητας ακινήτου, ανήκοντος στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου ή του Δήμου.
Επομένως, η διάταξη του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 δεν εφαρμόζεται επί δασικής έκτασης, ως κοινόχρηστου πράγματος, μη ανήκοντος στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου».
Και καταλήγει η κα Σακελαροπούλου στην πρότασή της:
«Γιά τους λόγους αυτούς, προτείνω να δεχθεί το Δικαστήριο σας ότι, τα ανήκοντα στο Ελληνικό Δημόσιο κοινόχρηστα πράγματα, όπως είναι το δημόσιο δάσος, δεν καταλαμβάνονται από το άρθρο 4 Ν. 3127/2003».
Η υπόθεση εκδικάστηκε στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου στις 17 Μαρτίου 2022 και αναμένεται η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, που θα επιλύσει οριστικά το θέμα.
Η υπόθεση ξεκίνησε, μετά από αίτηση αναίρεση που έκανε το ελληνικό δημόσιο, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, εναντίον απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που δικαίωνε ιδιώτη – δημότη Αργολίδας, ο οποίος διεκδικεί δασική έκταση, μέσω χρησικτησίας.
Πηγή: ieidiseis.gr