Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας: «Υπόθεση… Κορωνοϊός – Υποχρεώσεις και δικαιώματα εργοδοτών και μισθωτών»

Ενόψει της απειλής εξαπλώσεως και στην Ελλάδα του κορωνοϊού και της ενδεχoμένης θέσεως εις εφαρμογήν των δυνατοτήτων που δίδονται με την από 25.2.2020 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ 42/Α΄/25.2.2020), ανακύπτουν ερωτήματα, στα οποία το Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας επιχειρεί να απαντήσει κατωτέρω:
1. Από πλευράς μισθωτών. Εάν ο μισθωτός (λειτουργούσης επιχειρήσεως) νοσήσει, απέχει από την εργασία του έχοντας το δικαίωμα να λάβει τις αποδοχές του μέχρι ενός μηνός αν έχει συμπληρώσει έτος υπηρεσίας ή μέχρι ενός 15θημέρου αν έχη συμπληρώσει 10ήμερο στον εργοδότη αλλά όχι και έτος υπηρεσίας. Ταύτα κατά τις διατάξεις των άρθρων 657 και 658 ΑΚ, περί αποχής εκ της εργασίας για σπουδαίο λόγο μη οφειλόμενο σε υπαιτιότητα του μισθωτού (ανυπαίτιο κώλυμα).
2. Από πλευράς εργοδότου. Αν η επιχείρηση κλείσει κατόπιν διαταγής της Αρχής, εφαρμοστέο είναι το άρθρο 656 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο ο εργαζόμενος δικαιούται να ζητήσει τον μισθό του όταν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη για λόγους που αφορούν τον εργοδότη αλλά δεν οφείλονται σε ανωτέρα βία. Αντιθέτως δεν δικαιούται αποδοχών αν ο λόγος οφείλεται σε ανωτέρα βία.
Ανωτέρα βία θεωρείται κάθε τυχηρόν γεγονός, στην συγκεκριμένη περίπτωση απρόβλεπτο, το οποίο ήταν αδύνατον να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμελείας και συνέσεως.
Εν προκειμένω ο κορωνοϊός και η απειλή διαδόσεώς του συνιστά γεγονός ανωτέρας βίας, το οποίο απαλλάσσει κατά το άρθρο 656 ΑΚ τον εργοδότη που δεν μπορεί να απασχολήσει τους μισθωτούς του, από την καταβολή αποδοχών σ’ αυτούς.
Ως προς την εφαρμογή του άρθρου 656 ΑΚ, στην ΕΡΜΑΚ – Ι. Καποδίστριας υπ’ άρθρον 656 αρ. 58, γίνονται οι εξής διακρίσεις:
α) Εάν ο λόγος που επέφερε την διαταραχή της λειτουργίας της επιχειρήσεως οφείλεται σε ανωτέρα βία και αφορά ή και δεν αφορά την επιχείρηση, ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής των αποδοχών.
β) Εάν ο λόγος αφορά την επιχείρηση αλλά δεν οφείλεται σε ανωτέρα βία, ο εργοδότης οφείλει τον μισθό και
γ) Εάν ο λόγος δεν αφορά την επιχείρηση και δεν οφείλεται σε ανωτέρα βία, ο εργοδότης απαλλάσσεται από την καταβολή του μισθού μόνον όταν το τυχηρό γεγονός κατέστησε συγχρόνως και στον εργαζόμενο αδύνατη την παροχή της εργασίας, οπότε εφαρμόζεται το άρθρο 380 ΑΚ περί απαλλαγής τόσο του δανειστού όσο και του οφειλέτου από την παροχή τους.
Στην τελευταία περίπτωση πρέπει να δεχθούμε ότι αντί του άρθρου 380 ΑΚ (διάταξη του ενοχικού δικαίου, γενική) έχει εφαρμογή η ειδικώτερη διάταξη των άρθρων 657-658 ΑΚ περί ανυπαιτίου κωλύματος.
Βάσει των ανωτέρω, όταν δεν υπάρχη ανωτέρα βία για τον εργοδότη, τότε οφείλονται αποδοχές στον κωλυόμενο (ανυπαιτίως) να παράσχει εργασία. Βλ. και Εγγρ. Υπ. Εργασίας στο ΔΕΝ 2017 σελ. 73.
Βλ. πάντως σχετικά και Χ. Γκούτον στο ΔΕΝ 2005 σελ. 897 επ.(906) καθώς και την απόφαση 146/09 Ειρηνοδικείου Χαλκίδος (ΔΕΝ 2009 σελ. 700) που δέχεται ότι το ημερομίσθιο κατά τα άρθρα 657, 658 ΑΚ οφείλεται ανεξαρτήτως του λόγου που εμποδίζει τον εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία (δηλαδή και σε περίπτωση ανωτέρας βίας).
Ταύτα πάντα υπό την επιφύλαξη της τυχόν εκδόσεως ειδικής αποφάσεως που θα ρυθμίζει τα της αμοιβής κ.λπ. των μισθωτών, κατ’ εφαρμογήν της από 25.2.2020 ΠΝΠ κ.λπ.
3. Σύμφωνα με τον Ν. 3850/10 (ΔΕΝ 2010 σελ. 786) περί μέτρων υγιεινής και ασφαλείας (άρθρα 42 επ.), ο εργοδότης υποχρεούται να λάβει μέτρα υγιεινής, όπως υποδεικνύονται από την Πολιτεία, για την περιστολή της απειλής διαδόσεως του κορωνοϊού. Εάν στην επιχείρηση υπάρχει Ιατρός Εργασίας (επιχείρηση με 50 μισθωτούς σε όλα τα παραρτήματα, υποκαταστήματα κ.λπ., κατ’ αρθρ. 36 παρ. 5 του Ν. 4144/13 που προσέθεσε περίπτωση στο άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3850/10), τότε, στις σχετικές υποδείξεις και συμβουλές αυτού κατά το άρθρο 17 του Ν. 3850/10, απαιτείται να προσφεύγει τόσο ο εργοδότης όσο και οι μισθωτοί. Υποχρέωση να εφαρμόζουν τους κανόνες υγείας και ασφαλείας τόσο για την ασφάλεια και την υγεία τους, όσο «και για την ασφάλεια και την υγεία των άλλων ατόμων που επηρεάζονται από τις πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την εργασία» έχουν και οι μισθωτοί κατά το άρθρο 49 του ιδίου νόμου. Εν προκειμένω οι μισθωτοί πρέπει να πληροφορούν τον εργοδότη αν εμφανίζουν συμπτώματα που μπορεί να οφείλονται σε κορωνοϊό κ.λπ.

Γ. Πιτσιλής: Διευκρινίσεις για τις υποχρεώσεις ιδιοκτητών ακινήτων Airbnb

Μετά τα 20.000 ακίνητα Airbnb που πιάστηκαν από την ΑΑΔΕ να μην έχουν δηλωθεί, ο επικεφαλής της Ανεξάρτητης Αρχής, Γιώργος Πιτσιλής,παρέχει διευκρινίσεις για τις υποχρεώσεις των ιδιοκτητών που νοικιάζουν ακίνητα μέσω της πλατφόρμας βραχυχρόνιας μίσθωσης, προκειμένου να μην βρεθούν ενώπιον της Εφορίας στις ηλεκτρονικές διασταυρώσεις που πραγματοποιούνται.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη νέα εγκύκλιο:
1. Το εισόδημα που αποκτάται από φυσικά, νομικά πρόσωπα και νομικές οντότητες συνίσταται στο συνολικό συμφωνηθέν μίσθωμα ή στο συνολικό ποσό βάσει της πολιτικής ακύρωσης που κατά περίπτωση καταβάλει ο μισθωτής. Στο συνολικό συμφωνηθέν μίσθωμα περιλαμβάνονται όλες οι χρεώσεις που βαρύνουν τον εκμισθωτή και μετακυλίονται μέσω του μισθώματος στον μισθωτή ή αναγράφονται διακριτά πέραν του μισθώματος (για παράδειγμα, τυχόν προμήθεια της ψηφιακής πλατφόρμας που βαρύνει τον εκμισθωτή, δαπάνες καθαριότητας πριν την άφιξη του μισθωτή στο ακίνητο, τυχόν χρεώσεις για χρήση κλιματιστικού, ηλεκτρικού ρεύματος, wi-fi κ.λπ.). Οι τυχόν επιβαρύνσεις που αφορούν τη σχέση μισθωτή με την εκάστοτε ψηφιακή πλατφόρμα (για παράδειγμα, τυχόν προμήθεια της ψηφιακής πλατφόρμας που βαρύνει τον μισθωτή) δεν λαμβάνονται υπόψη στο συνολικό συμφωνηθέν μίσθωμα.
2. Στην περίπτωση συνιδιοκτησίας ενός ακινήτου, οι συνιδιοκτήτες αποκτούν το ως άνω εισόδημα με βάση τα ποσοστά συνιδιοκτησίας επί του «Ακινήτου», εκτός της περίπτωσης που έχουν εκμισθώσει τα ποσοστά ιδιοκτησίας τους επί του «Ακινήτου» στον «Διαχειριστή» – συνιδιοκτήτη και παράλληλα του έχουν παραχωρήσει το δικαίωμα υπεκμίσθωσης για βραχυχρόνιες μισθώσεις, οπότε αυτός καθίσταται εξ’ ολοκλήρου δικαιούχος του εισοδήματος που αποκτάται από τις βραχυχρόνιες μισθώσεις στο πλαίσιο της οικονομίας του διαμοιρασμού.
3. Δεν είναι δυνατή η εγγραφή στο «Μητρώο Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής» περισσοτέρων του ενός «Διαχειριστών» για το ίδιο «Ακίνητο», παρά μόνο στην περίπτωση που καθένας εξ αυτών δραστηριοποιείται σε διαφορετική ψηφιακή πλατφόρμα
4. Η παροχή για διαμονή κάθε άλλου χώρου πέραν του «Ακινήτου», αποτελεί εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα αντίστοιχα (για παράδειγμα, εκμίσθωση πλωτών μέσων, τροχόσπιτου, κ.λπ.).
5. Τα πρόσωπα που πραγματοποίησαν βραχυχρόνιες μισθώσεις από 1.1.2018 ως υπεκμισθωτές και η συμφωνία μίσθωσης με τους εκμισθωτές έληξε πριν την έναρξη λειτουργίας της εφαρμογής του «Μητρώου Ακινήτων Βραχυχρόνιας Διαμονής», ήτοι στις 30.8.2018, δεν υποχρεούνται σε εγγραφή στο Μητρώο αλλά θα πρέπει να δηλώσουν τα εισοδήματα που απέκτησαν από την βραχυχρόνια μίσθωση «Ακινήτων» της οικονομίας του διαμοιρασμού διακριτά και συγκεντρωτικά, ανά «Ακίνητο», στα έντυπα των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του φορολογικού έτους 2018.
6.Το εισόδημα που προκύπτει από βραχυχρόνιες μισθώσεις που καταλαμβάνουν δύο ημερολογιακά έτη, για παράδειγμα από 25.12.2018 μέχρι 5.1.2019, επιμερίζεται στα αντίστοιχα φορολογικά έτη (2018 και 2019), με βάση τις ημέρες διαμονής ανά έτος και φορολογείται με τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος έκαστου έτους. Στην περίπτωση αυτή, η μίσθωση θεωρείται ενιαία και προκειμένου να γίνει σωστά ο διαχωρισμός του εισοδήματος ανά έτος, υποβάλλονται δύο «Δηλώσεις Βραχυχρόνιας Διαμονής», μία για κάθε φορολογικό έτος, εκ των οποίων η πρώτη που αφορά το φορολογικό έτος άφιξης του μισθωτή στο «Ακίνητο» υποβάλλεται μέχρι τις 20 Φεβρουαρίου του φορολογικού έτους αναχώρησης του μισθωτή.
7.Το εισόδημα που προκύπτει από την παροχή υπηρεσιών κατά τη διάρκεια της διαμονής του μισθωτή στο «Ακίνητο» (πλην της παροχής κλινοσκεπασμάτων) συνιστά εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ η παροχή υπηρεσιών κατά την εναλλαγή των μισθωτών στο «Ακίνητο», ήτοι, όταν το «Ακίνητο» παραμένει κενό, δεν συνιστά επιχειρηματική δραστηριότητα για φορολογικούς σκοπούς (για παράδειγμα, η καθαριότητα στο ακίνητο μετά την αναχώρηση ενός μισθωτή και πριν την άφιξη ενός άλλου). Τονίζεται, ότι η απλή παροχή – διάθεση κλινοσκεπασμάτων δεν συνιστά επιχειρηματική δραστηριότητα κατά τα ανωτέρω, ενώ η περίπτωση της αλλαγής κλινοσκεπασμάτων κατά την διάρκεια διαμονής του μισθωτή στο «Ακίνητο» συνιστά επιχειρηματική δραστηριότητα.
8.Τα χρηματικά ποσά που καταβάλλονται από τις ψηφιακές πλατφόρμες στους «Διαχειριστές Ακινήτων» (εκμισθωτές – υπεκμισθωτές) με τη μορφή προμήθειας / δώρου (bonus), δεν αποτελούν εισόδημα από ακίνητη περιουσία αλλά εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα. Ειδικά, οι εκμισθωτές-υπεκμισθωτές, που είναι φυσικά πρόσωπα και δεν ασκούν εξ άλλου λόγου επιχειρηματική δραστηριότητα, δεν υποχρεούνται σε έκδοση των παραστατικών πωλήσεων και στην τήρηση των λογιστικών βιβλίων για προμήθειες/δώρα (bonus), που δεν υπερβαίνουν το ποσό των 10.000 ευρώ ετησίως, καθώς τέτοιες συναλλαγές διενεργούνται ευκαιριακά και πραγματοποιούνται ως παρεπόμενη απασχόληση, της βραχυχρόνιας μίσθωσης ακινήτων. Κατά περίπτωση, το εισόδημα αυτό δηλώνεται και φορολογείται στους κωδικούς 403-404 ή 409-410 του εντύπου Ε1.