Τράπεζα της Ελλάδος: Αμετάβλητοι οι συστημικοί κίνδυνοι στο β΄ τρίμηνο

Αμετάβλητοι παρέμειναν οι συστημικοί κίνδυνοι στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, σύμφνωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος.
Πιο αναλυτικά η τριμηνιαία αξιολόγηση της έντασης των κυκλικών συστημικών κινδύνων και της καταλληλότητας του ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας για την Ελλάδα λαμβάνει υπόψη την τυποποιημένη διαφορά των πιστώσεων προς το ΑΕΠ, τον οδηγό αποθέματος ασφαλείας και, κυρίως, πρόσθετους δείκτες για τη συσσώρευση των κυκλικών συστημικών κινδύνων.
Ο οδηγός αποθέματος ασφαλείας, όπως ορίζεται στη Σύσταση ΕΣΣΚ/2014/1 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (European Systemic Risk Board – ESRB), είναι «μηδέν», δεδομένου ότι η τυποποιημένη διαφορά των πιστώσεων προς το ΑΕΠ παραμένει αρνητική από το γ΄ τρίμηνο του 2012 και, με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, το γ΄ τρίμηνο του 2025 διαμορφώθηκε σε -21,0 ποσοστιαίες μονάδες.
Επιπλέον, η Τράπεζα της Ελλάδος εξετάζει πρόσθετους δείκτες για τη δημιουργία και συσσώρευση κυκλικών συστημικών κινδύνων, που αφορούν τις πιστωτικές εξελίξεις, τη δανειακή επιβάρυνση του ιδιωτικού τομέα, τα οικιστικά και επαγγελματικά ακίνητα, τις εξωτερικές ανισορροπίες, τον τραπεζικό τομέα και τις αγορές κεφαλαίων.
Η ανάλυση των πρόσθετων δεικτών αναδεικνύει μεν την απαρχή συσσώρευσης κυκλικών συστημικών κινδύνων σε επιμέρους τομείς, όπως η χρηματοδότηση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, οι τιμές των οικιστικών ακινήτων και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, αλλά συνολικά επιβεβαιώνει την εκτίμηση περί απουσίας υπέρμετρης πιστωτικής επέκτασης.
Συμπερασματικά, οι κυκλικοί συστημικοί κίνδυνοι στην Ελλάδα για το β΄ τρίμηνο του 2026 παραμένουν περιορισμένοι και το περιβάλλον κινδύνου εμφανίζεται ουδέτερο.
Στο πλαίσιο αυτό, η Τράπεζα της Ελλάδος δεν κρίνει αναγκαία τη μεταβολή του ποσοστού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας για την Ελλάδα, το οποίο παραμένει στο 0,5%, δηλ. στο επίπεδο του επιδιωκόμενου ποσοστού θετικού αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας σε ουδέτερο περιβάλλον κινδύνου.
Επισημαίνεται ότι η Τράπεζα της Ελλάδος έχει υιοθετήσει τo θετικό αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας σε ουδέτερο περιβάλλον κινδύνου στην Ελλάδα, το οποίο ενεργοποιείται σε πρώιμο στάδιο του οικονομικού και χρηματοπιστωτικού κύκλου, όταν οι κυκλικοί συστημικοί κίνδυνοι δεν είναι ούτε υποτονικοί ούτε αυξημένοι.
Για την περίοδο από 1.10.2025 έως 30.09.2026 το ποσοστό αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας που τηρούν τα πιστωτικά ιδρύματα είναι 0,25%, σύμφωνα με την Πράξη Εκτελεστικής Επιτροπής 235/2/07.10.2024.

Μέρισμα 0,67 ευρώ ανά μετοχή και 244 εκατ. ευρώ στο Δημόσιο από την Τράπεζα της Ελλάδος

Mε 244 εκατ. ευρώ θα ενισχύσει φέτος τον Κρατικό Προϋπολογισμό η Τράπεζα της Ελλάδος μετά από τη σημαντική αύξηση των καθαρών κερδών της το 2025.
Όπως ανακοίνωσε η ΤτΕ, με αφορμή τη δημοσιοποίηση του Ισολογισμού της για τη χρήση του 2025, τα κέρδη προ προβλέψεων στη χρήση 2025 ανήλθαν σε 427,0 εκατ. ευρώ, έναντι 31,9 εκατ. ευρώ στην προηγούμενη χρήση, σημειώνοντας αύξηση κατά 395,1 εκατ. ευρώ.
Τα κέρδη χρήσεως, κατόπιν ενίσχυσης των προβλέψεων κατά 169,2 εκατ. ευρώ, ανήλθαν σε 257,7 εκατ. ευρώ, έναντι 82,9 εκατ. ευρώ στην προηγούμενη χρήση.
Το Γενικό Συμβούλιο, με βάση τις σχετικές διατάξεις του άρθρου 71 του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος, αποφάσισε να προτείνει στη Γενική Συνέλευση των Μετόχων τη διανομή μερίσματος προς τους μετόχους 0,6720 ευρώ ανά μετοχή, (αμετάβλητο σε σχέση με την προηγούμενη χρήση), ήτοι σύνολο 13,3 εκατ. ευρώ, και τη μεταφορά 244,4 εκατ. ευρώ στο Ελληνικό Δημόσιο.
Η Τράπεζα διπλασίασε τα καθαρά της έσοδα σε 880,8 εκατ. ευρώ, έναντι 436,0 εκατ. ευρώ στην προηγούμενη χρήση, σημειώνοντας αύξηση κατά 444,8 εκατ. ευρώ, ενώ το σύνολο των εξόδων προ προβλέψεων διαμορφώθηκε σε 453,8 εκατ. ευρώ, έναντι 404,1 εκατ. ευρώ στην προηγούμενη χρήση.
Σημειώνεται ότι για τη χρήση του 2025 το Ελληνικό Δημόσιο και οι φορείς γενικής κυβέρνησης έλαβαν από τις καταθέσεις τους στην Τράπεζα της Ελλάδος (κατά απαίτηση του σχετικού Νόμου) που εκτοκίζονται με το υψηλότερο επιτρεπτό επιτόκιο από την ΕΚΤ, έσοδο ύψους 353,4 εκατ. ευρώ (2024: 730,4 εκατ. ευρώ) και 308,4 εκατ. ευρώ (2024: 392,3 εκατ. ευρώ), αντίστοιχα.
Όσον αφορά στη διάρθρωση των εσόδων πιο αναλυτικά το καθαρό αποτέλεσμα από τόκους, χρηματοοικονομικές πράξεις, ζημίες αποτίμησης και την αναδιανομή του νομισματικού εισοδήματος του Ευρωσυστήματος διαμορφώθηκε σε 685,2 εκατ. ευρώ, έναντι 191,4 εκατ. ευρώ στην προηγούμενη χρήση.
– Τα καθαρά έσοδα από αμοιβές και προμήθειες διαμορφώθηκαν σε 162,6 εκατ. ευρώ, έναντι 148,3 εκατ. ευρώ στην προηγούμενη χρήση.
– Τα έσοδα από μετοχικούς τίτλους και συμμετοχές διαμορφώθηκαν σε 5,7 εκατ. ευρώ, έναντι 75,3 εκατ. ευρώ στην προηγούμενη χρήση.
Το σύνολο των εξόδων προ προβλέψεων, ήτοι δαπάνες προσωπικού και συνταξιοδοτικών παροχών, λοιπές δαπάνες διαχείρισης και αποσβέσεις, διαμορφώθηκε σε 453,8 εκατ. ευρώ, έναντι 404,1 εκατ. ευρώ στην προηγούμενη χρήση.
Το ενεργητικό της Τράπεζας της Ελλάδος στις 31 Δεκεμβρίου 2025 ανήλθε σε 221,5 δισεκ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 2,2 δισεκ. ευρώ σε σύγκριση με την προηγούμενη χρήση. Το ύψος των συσσωρευμένων προβλέψεων διαμορφώθηκε σε 4,7 δισεκ. ευρώ, έναντι 4,6 δισεκ. ευρώ στην προηγούμενη χρήση.
Τα αποθέματα ασφαλείας (financial buffers) της Τράπεζας, που περιλαμβάνουν τους λογαριασμούς αναπροσαρμογής, τις προβλέψεις για χρηματοοικονομικούς κινδύνους, τα αποθεματικά (τακτικό, έκτακτο και ειδικό αποθεματικό για χρηματοοικονομικούς κινδύνους), καθώς και το μετοχικό κεφάλαιο, διαμορφώθηκαν σε 21,3 δισεκ. ευρώ, έναντι 15,8 δισεκ. ευρώ στην προηγούμενη χρήση.

Ελαφρά αύξηση 1,7% του ενεργητικού των ασφαλιστικών επιχειρήσεων στο γ΄ τρίμηνο

Αύξηση κατά 366 εκατ. ευρώ (1,7%) εμφάνισε το ενεργητικό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων το τρίτο τρίμηνο του 2025 αγγίζοντας τα 21,9 δισ.ευρώ.
Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, οι καταθέσεις στα πιστωτικά ιδρύματα του εσωτερικού αυξήθηκαν κατά 12 εκατ. ευρώ και διαμορφώθηκαν στα 353 εκατ. ευρώ, ενώ οι καταθέσεις στα πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού μειώθηκαν κατά 37 εκατ. ευρώ και διαμορφώθηκαν στα 175 εκατ. ευρώ. Το ποσοστό των καταθέσεων επί του συνολικού ενεργητικού μειώθηκε στο 2,4% το γ΄ τρίμηνο του 2025, έναντι 2,6% το προηγούμενο τρίμηνο.
Η αξία των συνολικών τοποθετήσεων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων σε χρεωστικούς τίτλους αυξήθηκε στα 10,7 δισ. ευρώ στο τέλος του γ΄ τριμήνου του 2025, έναντι 10.621 εκατ. ευρώ το προηγούμενο τρίμηνο, εξέλιξη που οφείλεται κυρίως σε καθαρές αγορές ομολόγων του εξωτερικού. Το ποσοστό των χρεωστικών τίτλων επί του συνολικού ενεργητικού μειώθηκε στο 49,0% το γ΄ τρίμηνο του 2025, έναντι 49,4% το προηγούμενο τρίμηνο.
Η αξία των συνολικών τοποθετήσεων σε μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων αυξήθηκε στα 7,1 δισ.. ευρώ, έναντι 6.808 εκατ. ευρώ το προηγούμενο τρίμηνο, και το ποσοστό τους επί του συνόλου του ενεργητικού αυξήθηκε στο 32,7% το γ΄ τρίμηνο του 2025, έναντι 31,7% το προηγούμενο τρίμηνο. Η αύξηση της αξίας των τοποθετήσεων οφείλεται τόσο σε άνοδο των αποτιμήσεων όσο και σε αγορές μεριδίων του εξωτερικού και του εσωτερικού.
Η αξία των συνολικών τοποθετήσεων σε μετοχές και λοιπά μέσα κυριότητας μειώθηκε στο 1 δισ. ευρώ, έναντι 1,05 δισ. ευρώ το προηγούμενο τρίμηνο, εξέλιξη που οφείλεται κυρίως σε καθαρές πωλήσεις μετοχών του εσωτερικού, οι οποίες αντισταθμίστηκαν εν μέρει από καθαρές αγορές μετοχών του εξωτερικού. Το ποσοστό των συνολικών τοποθετήσεων σε μετοχές επί του συνόλου του ενεργητικού παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητο στο 4,8% το γ΄ τρίμηνο του 2025.
Από την πλευρά του παθητικού, τα ίδια κεφάλαια αυξήθηκαν στα 33,9 δισ.. ευρώ στο τέλος του γ΄ τριμήνου του 2025, έναντι 3,8 δισ. ευρώ το προηγούμενο τρίμηνο. Οι ασφαλιστικές τεχνικές προβλέψεις αυξήθηκαν κατά 262 εκατ. ευρώ και διαμορφώθηκαν στα 15.994 εκατ. ευρώ. Αναλυτικότερα, οι ασφαλιστικές τεχνικές προβλέψεις ζωής αυξήθηκαν κατά 284 εκατ. ευρώ και διαμορφώθηκαν στα 12,4 δισ. εκατ. ευρώ, ενώ οι τεχνικές προβλέψεις ζημιών μειώθηκαν κατά 22 εκατ. ευρώ και διαμορφώθηκαν στα 3.581 εκατ. ευρώ. Από το σύνολο των τεχνικών προβλέψεων, το 77,6% αντιστοιχεί σε τεχνικές προβλέψεις ζωής

Τράπεζα της Ελλάδος: Ανακοίνωση για την ασφαλιστική εταιρεία «INSURANCE JSC DALLBOGG: LIFE AND HEALTH»

Σε συνέχεια του από 2.10.2025 Δελτίου Τύπου της Τράπεζας της Ελλάδος, διά του οποίου ανακοινώθηκε, με απόφαση της Επιτροπής Χρηματοοικονομικής Εποπτείας της Βουλγαρίας (Financial Supervision Commission – FSC), η εκ νέου επιβολή του μέτρου της απαγόρευσης έκδοσης/ανανέωσης συμβολαίων στην Ελλάδα, από την ασφαλιστική εταιρία «INSURANCE JSC DALLBOGG: LIFE AND HEALTH» (LEI 529900ID0B7FXUHGP023), που εδρεύει στη Σόφια Βουλγαρίας και δραστηριοποιείται στην ημεδαπή με καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, για όλους τους ασφαλιστικούς κλάδους, με ισχύ από 1.10.2025 και εφεξής, η FSC δημοσίευσε στον ιστότοπό της «συνήθεις Ερωτήσεις και Απαντήσεις» (Q and A’s) προς διευκόλυνση του κοινού.

ΤτΕ: Προβλέψεις για ανάπτυξη 2,5% το 2025

Υποβλήθηκε σήμερα, Παρασκευή (20.12) στον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων και το Υπουργικό Συμβούλιο η Ενδιάμεση Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη Νομισματική Πολιτική 2024, σύμφωνα με όσα προβλέπει το Καταστατικό της.
Σύμφωνα με τις τρέχουσες προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ αναμένεται να διαμορφωθεί στο 2,3% το 2024, να επιταχυνθεί στο 2,5% το 2025 και να υποχωρήσει ελαφρά στο 2,3% το 2026 και στο 2,0% το 2027. Η βασικότερη συνιστώσα της οικονομικής μεγέθυνσης εκτιμάται ότι θα είναι η κατανάλωση, ενώ οι επενδύσεις και οι εξαγωγές θα συνεχίσουν να συμβάλλουν θετικά. Συνολικά, η καθαρή συμβολή του εξωτερικού τομέα στο ΑΕΠ θα είναι ελαφρώς αρνητική τα επόμενα έτη, καθώς η έντονη επενδυτική δραστηριότητα και η ενίσχυση της κατανάλωσης αναμένεται να προκαλέσουν αύξηση των εισαγωγών με ρυθμούς αντίστοιχους με εκείνους των εξαγωγών.
Ο πληθωρισμός, βάσει του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ), το 2024 αναμένεται να διαμορφωθεί σε 3%, από 4,2% το 2023, αντανακλώντας τη μεγάλη επιβράδυνση του πληθωρισμού των ειδών διατροφής. Μέχρι το 2026 ο πληθωρισμός θα συγκλίνει προς το στόχο της ΕΚΤ (2%), αλλά θα παραμείνει ελαφρά πάνω από αυτόν.
Ο πληθωρισμός των υπηρεσιών αναμένεται να είναι πιο επίμονος σε σχέση με τον πληθωρισμό των λοιπών συνιστωσών του ΕνΔΤΚ, αντανακλώντας κυρίως τις αναμενόμενες αυξήσεις στις αμοιβές εργασίας. Τέλος, ο πυρήνας του πληθωρισμού αναμένεται να μειωθεί σημαντικά στο 3,5% το 2024 και στο 3,1% το 2025, αντικατοπτρίζοντας την αποκλιμάκωση κυρίως του πληθωρισμού των μη ενεργειακών βιομηχανικών αγαθών.
Προκλήσεις
Οι επιτυχίες που καταγράφονται τα τελευταία χρόνια αποτελούν ένδειξη ότι η οικονομία είναι στο σωστό δρόμο. Ωστόσο, η προσπάθεια οικονομικής ανάκαμψης από τη δεκαετή κρίση χρέους δεν έχει ολοκληρωθεί. Σε πραγματικούς όρους, τόσο το ΑΕΠ όσο και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ υπολείπονται ακόμη σε σχέση με τα προ της κρίσης επίπεδα και η σύγκλισή τους με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο απαιτεί ακόμη ισχυρότερους ρυθμούς ανάπτυξης.
Επιπρόσθετα, αρκετές εγχώριες διαρθρωτικές αδυναμίες, κάποιες από τις οποίες προϋπήρχαν της κρίσης χρέους, παραμένουν. Για παράδειγμα, η έλλειψη ανταγωνισμού σε αρκετούς κλάδους της οικονομίας, η οποία επιτείνει το διεθνές πρόβλημα της ακρίβειας, το υψηλό δημόσιο χρέος, το μεγάλο επενδυτικό κενό, η χαμηλή αποταμίευση, η χαμηλή διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα που επιδεινώνει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το χαμηλό ποσοστό συμμετοχής των γυναικών και των νέων στο εργατικό δυναμικό και η γήρανση του πληθυσμού, που επιτείνουν τη στενότητα της αγοράς εργασίας διαχρονικά, αποτελούν παράγοντες που περιορίζουν την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας.
Με αυτές τις εγχώριες αδυναμίες έρχονται να προστεθούν και παγκόσμιες προκλήσεις, όπως η ένταση των γεωπολιτικών αντιπαραθέσεων, ο γεωοικονομικός κατακερματισμός και η αναβίωση της τάσης προς τον εμπορικό προστατευτισμό, η κλιματική κρίση, η ενεργειακή ασφάλεια, η μετάβαση προς μια βιώσιμη και κυκλική οικονομία, καθώς και η επέλαση των νέων ψηφιακών τεχνολογιών και ειδικότερα της τεχνητής νοημοσύνης.
Κίνδυνοι και αβεβαιότητες
Οι κίνδυνοι που περιβάλλουν τις μακροοικονομικές προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος για την ανάπτυξη είναι κυρίως καθοδικοί και συνδέονται με: (α) τυχόν επιδείνωση της γεωπολιτικής κρίσης στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή και τις επιπτώσεις της στο διεθνές οικονομικό περιβάλλον, (β) ενίσχυση του εμπορικού προστατευτισμού διεθνώς, (γ) χαμηλότερο του αναμενομένου ρυθμό απορρόφησης και αξιοποίησης των κονδυλίων του RRF, (δ) εντεινόμενη στενότητα στην αγορά εργασίας και ενδεχόμενες μισθολογικές πιέσεις, (ε) βραδύτερη του αναμενομένου υλοποίηση των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων και (στ) ενδεχόμενες φυσικές καταστροφές λόγω της κλιματικής κρίσης.
Τραπεζικό σύστημα: Βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών
Τα θεμελιώδη μεγέθη των τραπεζών βελτιώθηκαν περαιτέρω το εννεάμηνο του 2024. Συγκεκριμένα, οι δείκτες ρευστότητας και κεφαλαιακής επάρκειας, καθώς και η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου βελτιώθηκαν, ενώ η κερδοφορία των τραπεζικών ομίλων παρέμεινε ικανοποιητική. Σε αυτό συνετέλεσαν, μεταξύ άλλων, η καλή επίδοση της ελληνικής οικονομίας και η αναβάθμιση της κρατικής πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδος στην επενδυτική κατηγορία το 2023. Ως αποτέλεσμα, οι οίκοι αξιολόγησης προχώρησαν πρόσφατα σε αναβαθμίσεις των σημαντικών τραπεζών, διατηρώντας τις προοπτικές θετικές.
Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) σε ατομική βάση μειώθηκε σημαντικά το Σεπτέμβριο του 2024 σε σύγκριση με το Δεκέμβριο του 2023 και διαμορφώθηκε στο χαμηλότερο επίπεδο από την ένταξη της Ελλάδος στη ζώνη του ευρώ. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται στις ενέργειες για την εξυγίανση του δανειακού χαρτοφυλακίου ορισμένων τραπεζών στο πλαίσιο της επικείμενης ένταξης τιτλοποιήσεων ΜΕΔ στο πρόγραμμα κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής».
Πρόοδος
Η ελληνική οικονομία έχει σημειώσει αξιόλογες επιτυχίες τα τελευταία χρόνια και έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα ανθεκτική σε διάφορες εξωτερικές διαταραχές, όπως η πανδημία COVID-19, η ενεργειακή κρίση και ο πόλεμος στην Ουκρανία και η επακόλουθη άνοδος του πληθωρισμού. Ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας είναι υψηλότερος του αντίστοιχου μέσου ρυθμού της ΕΕ από το 2019 και έπειτα, με αποτέλεσμα την επιτάχυνση της πραγματικής σύγκλισης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ με το μέσο ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η απασχόληση αυξάνεται και το ποσοστό ανεργίας έχει υποχωρήσει σε μονοψήφια επίπεδα παρά την πολύ σημαντική αύξηση του κατώτατου μισθού. Ως συνέπεια, το διαθέσιμο εισόδημα αυξάνεται και το ποσοστό του πληθυσμού που αντιμετωπίζει κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού έχει μειωθεί μεταξύ 2019 και 2023. Η συνετή δημοσιονομική πολιτική που ακολουθείται τα τελευταία χρόνια και οι προσπάθειες καταπολέμησης της φοροδιαφυγής αποδίδουν καρπούς, καθώς επιτυγχάνονται υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα χωρίς την ανάγκη λήψης περιοριστικών μέτρων και αποκλιμακώνεται το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Η θετική πορεία της οικονομίας τα τελευταία χρόνια είχε ως αποτέλεσμα την αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του Ελληνικού Δημοσίου στην επενδυτική κατηγορία. Η επιβεβαίωση της προόδου που έχει συντελεστεί αντανακλάται και στην πρόσφατη αναβάθμιση του αξιόχρεου των ελληνικών κρατικών ομολόγων στη βαθμίδα ΒΒΒ από ΒΒΒ- από τον οίκο αξιολόγησης Scope Ratings.
Θετικές οικονομικές εξελίξεις σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας
Η παγκόσμια οικονομία παρέμεινε ανθεκτική το 2024, παρά την περιοριστική νομισματική πολιτική και την αβεβαιότητα από τις συνεχιζόμενες συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή. Ο γενικός πληθωρισμός εξακολούθησε να υποχωρεί σημαντικά στις προηγμένες οικονομίες, λόγω και της ασκηθείσας περιοριστικής νομισματικής πολιτικής. Ωστόσο, ο πληθωρισμός των υπηρεσιών παραμένει υψηλός και ως εκ τούτου η διαδικασία μείωσης των βασικών επιτοκίων, την οποία ξεκίνησαν το 2024 οι νομισματικές αρχές σε πολλές οικονομίες, προχωρεί με προσεκτικά βήματα. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές συνθήκες σήμερα είναι ευνοϊκότερες σε σύγκριση με δώδεκα μήνες πριν, το παγκόσμιο εμπόριο έχει ανακάμψει και οι διεθνείς τιμές των βασικών εμπορευμάτων και της ενέργειας έχουν σε γενικές γραμμές σταθεροποιηθεί. Η αβεβαιότητα όμως για το μέλλον της παγκόσμιας οικονομίας έχει αυξηθεί σημαντικά.
Όσον αφορά τη ζώνη του ευρώ, παρότι οι δείκτες οικονομικής συγκυρίας υποδηλώνουν ότι η οικονομική δραστηριότητα ήταν οριακά ασθενέστερη από ό,τι αναμενόταν, η οικονομία ανακάμπτει και θα ενισχυθεί με την πάροδο του χρόνου, καθώς η αύξηση των πραγματικών εισοδημάτων επιτρέπει στα νοικοκυριά να καταναλώνουν περισσότερο και καθώς οι επενδύσεις αναμένεται να ανακάμψουν. Η σταδιακή άρση της περιοριστικής νομισματικής πολιτικής αναμένεται να στηρίξει την κατανάλωση και τις επενδύσεις.
Στη διάρκεια του 2024 ο γενικός πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ συνέχισε την πορεία αποκλιμάκωσης που είχε ξεκινήσει το 2023, ενώ οι περισσότεροι δείκτες μακροπρόθεσμων προσδοκιών για τον πληθωρισμό βρίσκονται περίπου στο 2%. Ως εκ τούτου, το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), τον Ιούνιο, το Σεπτέμβριο, τον Οκτώβριο και το Δεκέμβριο μείωσε, κατά 25 μονάδες βάσης κάθε φορά, το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων. Το Διοικητικό Συμβούλιο έχει καταστήσει σαφές ότι δεν δεσμεύεται ως προς τη μελλοντική πορεία των επιτοκίων πολιτικής.
Οι προοπτικές για το παγκόσμιο και το ευρωπαϊκό ΑΕΠ παραμένουν θετικές, ωστόσο οι κίνδυνοι που περιβάλλουν τις προβλέψεις είναι αυξημένοι, εξαιτίας της έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και της ενδεχόμενης ενίσχυσης του εμπορικού προστατευτισμού. Για τη ζώνη του ευρώ, πρόσθετη αβεβαιότητα δημιουργούν οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις σε μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες.
Πραγματική οικονομία: Διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής – Βραδεία αποκλιμάκωση του πληθωρισμού
Η οικονομική δραστηριότητα στην Ελλάδα συνέχισε να αναπτύσσεται με ικανοποιητικό ρυθμό το πρώτο εννεάμηνο του 2024 (2,3% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2023). Βασική συνιστώσα της ανάπτυξης ήταν η εγχώρια ζήτηση, προερχόμενη κυρίως από την ιδιωτική κατανάλωση, αλλά και από τις επενδύσεις. Η άνοδος της κατανάλωσης υποστηρίχθηκε από την αύξηση των εισοδημάτων των νοικοκυριών, καθώς η απασχόληση συνέχισε να κινείται ανοδικά και οι ονομαστικοί μισθοί αυξήθηκαν σημαντικά. Θετικά κινήθηκαν και οι εξαγωγές υπηρεσιών. Ωστόσο, η καθαρή συμβολή του εξωτερικού τομέα ήταν οριακά αρνητική, καθώς οι εξαγωγές αγαθών εκτιμάται ότι επηρεάστηκαν από την υποτονική εξωτερική ζήτηση, ενώ παράλληλα καταγράφηκε σημαντική άνοδος των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών. Τέλος, η μείωση της δημόσιας κατανάλωσης συνέβαλε αρνητικά στη διαμόρφωση του ΑΕΠ.
Ο εναρμονισμένος πληθωρισμός το 2024 αποκλιμακώθηκε σε σύγκριση με το 2023. Ειδικότερα, στο διαθέσιμο ενδεκάμηνο του 2024, διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 3,0%, από 4,2% το 2023. Όσον αφορά τις συνιστώσες του, παρατηρείται σαφής αποκλιμάκωση του πληθωρισμού των ειδών διατροφής και των μη ενεργειακών βιομηχανικών αγαθών μέσα στο 2024 σε σύγκριση με το 2023. Η επιμονή του πληθωρισμού των υπηρεσιών αποτέλεσε ουσιαστικά εμπόδιο στην ταχύτερη αποκλιμάκωση του γενικού πληθωρισμού, ο οποίος ως αποτέλεσμα διαμορφώθηκε σε υψηλότερα επίπεδα έναντι της ευρωζώνης.
Χρηματοπιστωτικές εξελίξεις: Ευνοϊκότερες χρηματοπιστωτικές συνθήκες
Οι προσδοκίες των επενδυτών για τον πληθωρισμό στην ευρωζώνη και τις ΗΠΑ έχουν κινηθεί καθοδικά και συγκλίνουν προς τους αντίστοιχους στόχους της ΕΚΤ και της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ. Ειδικότερα, οι επενδυτές διαμόρφωσαν, ήδη από το τέλος του γ΄ τριμήνου του 2023, προσδοκίες για μειώσεις επιτοκίων από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες διεθνώς. Κατά συνέπεια, οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες διεθνώς σήμερα είναι ευνοϊκότερες σε σύγκριση με δώδεκα μήνες πριν. Σε αυτό το πλαίσιο, οι αποδόσεις των κρατικών και εταιρικών ομολόγων έχουν μειωθεί, περισσότερο για τα ομόλογα βραχύτερης διάρκειας, συμβάλλοντας στη σημαντική βελτίωση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών διεθνώς. Εντούτοις, οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες ενδέχεται να επηρεαστούν δυσμενώς από την αυξημένη διεθνή γεωπολιτική και μακροοικονομική αβεβαιότητα.
Οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων έχουν ακολουθήσει σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις των αποδόσεων των υπόλοιπων κρατικών ομολόγων της ζώνης του ευρώ. Ταυτόχρονα, οι αναβαθμίσεις των πιστοληπτικών αξιολογήσεων για την ελληνική οικονομία οδηγούν σε σημαντικά αυξημένη συμμετοχή των επενδυτών στις νέες εκδόσεις ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, με αποτέλεσμα τη συνεχιζόμενη πτώση του κόστους δανεισμού του.
Κατά τη διάρκεια του 2024 παρατηρήθηκαν αναβαθμίσεις των πιστοληπτικών αξιολογήσεων των ελληνικών τραπεζών. Το γεγονός αυτό οδηγεί στη μείωση του κόστους δανεισμού των ελληνικών τραπεζών από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές και άρα συμβάλλει θετικά στα καθαρά επιτοκιακά τους έσοδα. Αντίστοιχα, οι αποδόσεις των ομολόγων των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων (ΜΧΕ) καταγράφουν μείωση από τις αρχές του 2024.
Οι τιμές των μετοχών στο Χρηματιστήριο Αθηνών (ΧΑ) σημείωσαν ισχυρή άνοδο έως τα τέλη Οκτωβρίου.
Οι τραπεζικές μετοχές παρουσίασαν υψηλότερες αποδόσεις σε σχέση με το γενικό δείκτη του ΧΑ, σε συνάφεια κυρίως με την αναβάθμιση της κρατικής πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδος στην επενδυτική κατηγορία, την αυξημένη κερδοφορία και τις αναβαθμίσεις των πιστοληπτικών αξιολογήσεων των ίδιων των τραπεζών.
Τραπεζικός τομέας: Αύξηση των καταθέσεων, υποχώρηση των επιτοκίων δανεισμού και αύξηση των χορηγήσεων
Τα επιτόκια καταθέσεων προθεσμίας, μετά την ανοδική τάση που ακολουθούσαν επί ένα έτος περίπου, παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα κατά το δ΄ τρίμηνο του 2023 και τους πρώτους δέκα μήνες του 2024 στην πλειονότητα των κατηγοριών, παρά τις πραγματοποιηθείσες μειώσεις στα επιτόκια πολιτικής του Ευρωσυστήματος. Εκτιμάται ότι τα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να περιορίσουν τις εκροές αποταμιευτικών πόρων από τους λογαριασμούς προθεσμίας προς εναλλακτικές τοποθετήσεις, αναβάλλουν την προσαρμογή των επιτοκίων που προσφέρουν στους καταθέτες.
Κατά τους πρώτους δέκα μήνες του 2024 το υπόλοιπο των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα κατέγραψε σωρευτική αύξηση κατά 0,7 δισεκ. ευρώ, λόγω της ανάκαμψης των επιχειρηματικών καταθέσεων, ενώ η άνοδος των καταθέσεων των νοικοκυριών ήταν πιο περιορισμένη. Ως αποτέλεσμα, το υπόλοιπο των ιδιωτικών καταθέσεων διαμορφώθηκε τον Οκτώβριο του 2024 σε 195,5 δισεκ. ευρώ.
Το κόστος τραπεζικού δανεισμού των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών υποχώρησε το τρέχον έτος, σε συνέπεια με τη μείωση των επιτοκίων πολιτικής του Ευρωσυστήματος και την παρατηρηθείσα αποκλιμάκωση του κόστους αναχρηματοδότησης των τραπεζών από τις αγορές κεφαλαίων και ομολόγων.
Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής των τραπεζικών δανείων προς τις ΜΧΕ το δεκάμηνο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2024 ενισχύθηκε και διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο σε 8,5%, έναντι μέσης τιμής 6,5% το 2023. Η επιτάχυνση της πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις συνδέεται με την ενίσχυση της ζήτησης τραπεζικών δανείων, ιδίως εκ μέρους των μεγάλων επιχειρήσεων. Tην παροχή επιχειρηματικών πιστώσεων υποβοήθησαν τα προγράμματα συγχρηματοδότησης και εγγυοδοσίας αναπτυξιακών φορέων, καθώς και τα τραπεζικά δάνεια συγχρηματοδότησης των επενδυτικών σχεδίων τα οποία εντάσσονται στο Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF).
Ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεταβολής των τραπεζικών δανείων προς τα νοικοκυριά έγινε λιγότερο αρνητικός τους πρώτους δέκα μήνες του 2024 (-1,1%) σε σύγκριση με τη μέση τιμή του 2023 (-2,4%). Αυτή η εξέλιξη οφείλεται αφενός στα στεγαστικά δάνεια, τα οποία κατέγραψαν ηπιότερο ρυθμό συρρίκνωσης, και αφετέρου στην καταναλωτική πίστη, ο ρυθμός μεταβολής της οποίας ήταν θετικός και συνέχισε να επιταχύνεται.
Προτάσεις πολιτικής
Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, η οικονομική πολιτική θα πρέπει να παραμείνει προσηλωμένη στη διαφύλαξη της δημοσιονομικής αξιοπιστίας και σταθερότητας και στην υλοποίηση των απαιτούμενων επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων που προβλέπονται στο Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0» και οι οποίες θα διευκολύνουν την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση της οικονομίας και την επιτάχυνση του αναπτυξιακού ρυθμού τα επόμενα χρόνια. Παράλληλα, κάτι τέτοιο θα διασφαλίσει τη βαθμιαία βελτίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της ελληνικής οικονομίας.
Ωστόσο, παρότι η έγκαιρη απορρόφηση και η αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του RRF είναι αποφασιστικής σημασίας για την πορεία της οικονομίας τα επόμενα χρόνια, δεν επαρκεί για να καλύψουμε το χαμένο έδαφος της δεκαετούς κρίσης χρέους. Κατά συνέπεια, απαιτούνται πρόσθετες ενέργειες για την αντιμετώπιση των εγγενών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας και για να επιτευχθεί διατηρήσιμη οικονομική ανάπτυξη.
Ενδεικτικά, η δημογραφική γήρανση αναμένεται να συρρικνώσει το ποσοστό του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας. Αυτό απαιτεί την υιοθέτηση ενεργητικών πολιτικών και προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης στην αγορά εργασίας που θα έχουν ως στόχο την αύξηση της συμμετοχής των γυναικών και των νέων στο εργατικό δυναμικό. Παράλληλα όμως, απαιτούνται και στοχευμένες πολιτικές όσον αφορά την ένταξη των μεταναστών και την προσέλκυση ξένων εργαζομένων για να αντιμετωπιστούν οι ήδη παρατηρούμενες ελλείψεις εργατικού δυναμικού στον αγροτικό τομέα και στους κλάδους που σχετίζονται με τον τουρισμό και τις κατασκευές.
Δεδομένων των περιορισμών που θέτουν οι δημογραφικές εξελίξεις, απαιτείται η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας προκειμένου να διατηρηθεί η αναπτυξιακή δυναμική. Η αύξηση των επενδύσεων αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ενίσχυση της παραγωγικότητας της εργασίας. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει την πλήρη απορρόφηση και παραγωγική αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων. Ταυτόχρονα όμως, προϋποθέτει και την ενίσχυση του τραπεζικού τομέα, ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει τις υφιστάμενες προκλήσεις και να χρηματοδοτήσει αποτελεσματικά τις επενδύσεις και τη μεγέθυνση της οικονομίας. Συνεπώς, χρειάζεται εγρήγορση ώστε να επιτευχθεί περαιτέρω εξυγίανση του ενεργητικού των τραπεζών και να αποφευχθούν νέες καθαρές εισροές μη εξυπηρετούμενων δανείων. Στο ίδιο πλαίσιο, ιδιαίτερα σημαντική είναι και η διαφοροποίηση των πηγών χρηματοδότησης με διεύρυνση των μικροπιστώσεων και πρόσβαση σε εναλλακτικές μορφές χρηματοδότησης μέσω των κεφαλαιαγορών για την κάλυψη των επενδυτικών αναγκών των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ιδίως των νεοφυών και καινοτόμων, που δεν διαθέτουν εμπράγματες εξασφαλίσεις για τη λήψη τραπεζικών δανείων.
Λόγω των περιβαλλοντικών προκλήσεων και της κλιματικής αλλαγής, καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική η βελτίωση της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής, καθώς επιτρέπει τη διατήρηση ή την αύξηση του βιοτικού επίπεδου, προστατεύοντας παράλληλα τους φυσικούς πόρους και το περιβάλλον.
Προκειμένου να ενισχυθεί η συνολική παραγωγικότητα της οικονομίας, απαιτείται η βελτίωση της εκπαίδευσης και κατάρτισης ειδικά σε νέες τεχνολογίες, ούτως ώστε να αυξηθεί το ανθρώπινο κεφάλαιο. Επιπλέον, οι αγορές εργασίας και κεφαλαίων θα πρέπει να λειτουργούν με τέτοιο τρόπο ώστε οι πιο παραγωγικές επιχειρήσεις σε κάθε τομέα να είναι σε θέση να προσελκύουν το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας και του κεφαλαίου. Αυτή η διαδικασία διασφαλίζει ότι οι καλύτερες επιχειρήσεις θα ευδοκιμούν, ενώ οι λιγότερο αποτελεσματικές θα εξέρχονται από την αγορά.
Πρόκειται για τη λεγόμενη «κατανεμητική αποδοτικότητα», η οποία συνεπάγεται την αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας και την οικονομική πρόοδο. Αντίθετα, αν η εργασία και το κεφάλαιο παραμένουν στις σχετικά μη παραγωγικές επιχειρήσεις, η οικονομία και η παραγωγικότητα σταδιακά υποχωρούν. Κάτι τέτοιο μπορεί να προκύψει αν, για παράδειγμα, η αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από υπερβολικές ρυθμίσεις, αν οι μη βιώσιμες επιχειρήσεις συνεχίζουν να λειτουργούν, χάρη σε ευνοϊκές διατάξεις ή φραγμούς στην είσοδο νέων επιχειρήσεων, ή αν οι νέες πιο δυναμικές επιχειρήσεις έχουν δυσκολία πρόσβασης σε χρηματοδότηση.
Ζωτικής σημασίας για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη είναι επίσης η αντιμετώπιση άλλων ζητημάτων που εμποδίζουν την αποτελεσματική κατανομή των πόρων. Τέτοια ζητήματα είναι η πολυνομία και η κακονομία, οι καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης, το ασαφές χωροταξικό πλαίσιο, η ελλιπής διασύνδεση εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας, οι ελλείψεις σε υποδομές, το υψηλό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας, η μεγάλη φορολογική επιβάρυνση του εισοδήματος από εργασία και οι αυξημένοι έμμεσοι φόροι.
Επιπρόσθετα, απαιτείται η ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας, καθώς η πρόσβαση των επιχειρήσεων στην παγκόσμια αγορά τούς δίνει την ευκαιρία να εκμεταλλευθούν οικονομίες κλίμακας και να ενισχύσουν το τεχνολογικό τους περιεχόμενο, ενώ ο διεθνής ανταγωνισμός τείνει να επιβραβεύει τις πλέον παραγωγικές επιχειρήσεις.
Ωστόσο, πέρα από τα ανωτέρω, η βελτίωση της συνολικής παραγωγικότητας προέρχεται από την αυξημένη παραγωγικότητα που επιτυγχάνεται σε επίπεδο επιχείρησης μέσω υιοθέτησης καλύτερης τεχνολογίας, βελτιωμένων πρακτικών διαχείρισης και καινοτόμων διαδικασιών. Συνεπώς, οι επιχειρήσεις που υιοθετούν τεχνολογίες αιχμής και προσελκύουν κορυφαία ταλέντα μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά την παραγωγικότητά τους. Εκτός όμως από τις δράσεις των ίδιων των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων, απαιτείται κρατική παρέμβαση με επιδοτήσεις και φορολογικά κίνητρα ώστε να ενθαρρυνθεί η δημιουργία ενός οικοσυστήματος καινοτομίας με συνεργασίες μεταξύ επιχειρήσεων, ερευνητικών ιδρυμάτων και πανεπιστημίων για να προωθηθεί η βασική έρευνα, αλλά και η εμπορική της αξιοποίηση.
Εν κατακλείδι, η αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας μέσω των μεταρρυθμίσεων και της καινοτομίας, μαζί με την αύξηση των επενδύσεων και του ποσοστού συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό, είναι καθοριστικής σημασίας για την ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Ωστόσο, παρά την προσήλωση που πρέπει να επιδείξουμε ως χώρα στην υλοποίηση των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων, η απάντηση στις νέες παγκόσμιες τάσεις και προκλήσεις δεν μπορεί να προέλθει από καθεμία χώρα μεμονωμένα. Αντίθετα, χρειάζεται κοινή προσέγγιση, σύμπλευση και συνεργασία σε ευρωπαϊκό επίπεδο με βάση τις προτάσεις της πρόσφατης έκθεσης Letta για την αναγκαιότητα ολοκλήρωσης της Ενιαίας Αγοράς και της έκθεσης Draghi για το μέλλον της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας. Βασική προϋπόθεση για να αντιμετωπιστεί το κενό καινοτομίας, παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας και να κατοχυρωθεί η κυριαρχία, ασφάλεια και ανθεκτικότητα της Ευρώπης είναι ο συντονισμός και η κοινή δράση των Ευρωπαίων εταίρων, αξιοποιώντας και την επιτυχημένη εμπειρία του ευρωπαϊκού μέσου ανάκαμψης NextGenerationEU.

Πρωτόκολλο συνεργασίας μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς

Στην ενίσχυση του πλαισίου της συνεργασίας τους προχώρησαν η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με την υπογραφή σχετικού πρωτόκολλου συνεργασίας.
Το πρωτόκολλο υπογράφηκε στο κεντρικό κτήριο της Τράπεζας της Ελλάδος από τον διοικητή της Τράπεζας Γιάννη Στουρνάρα και την πρόεδρο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Βασιλική Λαζαράκου.
Το νέο πρωτόκολλο συνεργασίας αντικαθιστά το προγενέστερο του 2009, ώστε, με γνώμονα τις πιο πρόσφατες διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας και την ήδη ισχυρή κουλτούρα συνέργειας μεταξύ των δύο αρχών, να προσδιορίζονται σαφώς ο τρόπος της μεταξύ τους συνεργασίας, ανταλλαγής πληροφοριών και παροχής αμοιβαίας συνδρομής προς το σκοπό της βέλτιστης άσκησης των εκατέρωθεν αρμοδιοτήτων και καθηκόντων.
Οι βασικότερες ρυθμίσεις που προβλέπονται στο πρωτόκολλο περιλαμβάνουν:
– θέματα εποπτικού και ρυθμιστικού χαρακτήρα, καθώς και ζητήματα που άπτονται της εξυγίανσης του χρηματοπιστωτικού τομέα και της στατιστικής πληροφόρησης,
– την εξειδίκευση της μορφής και της εν γένει συνεργασίας μεταξύ των δύο μερών,
– τους διαύλους και τη συχνότητα επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών,
– τη συνεργασία και τη διαβούλευση για ρυθμιστικά θέματα,
– τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων,
– την πραγματοποίηση συναντήσεων μεταξύ των εκπροσώπων τους.

Τράπεζα της Ελλάδος: Προβλέπει επιτάχυνση της ανάπτυξης το 2024 – 2025

Μικρή επιτάχυνση της ανάπτυξης προβλέπει για το 2024 -2025 η Τράπεζα της Ελλάδος.
Στο οικονομικό δελτίο που εξέδωσε σήμερα η ΤτΕ προβλέπει ότι το 2024 το ΑΕΠ της χώρας θα αυξηθεί κατά 2,2% από 2% το 2023, ενώ για το 2024 ο ρυθμός ανάπτυξης θα διαμορφωθεί 2,5% και στο 2,3% το 2026.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ΤτΕ, η πλήρης εκτέλεση του σχεδίου ανάκαμψης της ΕΕ θα συμβάλει σε σημαντική αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 7% έως το 2026, κυρίως λόγω της αύξησης των συνολικών επενδύσεων και της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής.
Παράλληλα, θα συμβάλει στην αύξηση της απασχόλησης, των ιδιωτικών επενδύσεων, των εξαγωγών και των φορολογικών εσόδων. Η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης αναμένεται να επιφέρει μόνιμη αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ και της συνολικής παραγωγικότητας των συντελεστών παραγωγής (σε βάθος δεκαετίας)
Για το 2024 εκτιμάται ότι η ανάπτυξη θα στηριχθεί κυρίως στις επενδύσεις, οι οποίες υποστηρίζονται από τους διαθέσιμους ευρωπαϊκούς πόρους, και την ιδιωτική κατανάλωση. Ο πληθωρισμός αναμένεται να επιβραδυνθεί περαιτέρω σε 3,0% το 2024, λόγω της περαιτέρω μείωσης των ρυθμών πληθωρισμού των τροφίμων, των μη ενεργειακών βιομηχανικών αγαθών και των υπηρεσιών.
Η δημοσιονομική πολιτική το 2024 αναμένεται να είναι ελαφρώς επεκτατική , λόγω των αυξημένων επενδυτικών δαπανών που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Η ΤτΕ διαβλέπει κινδύνους στην πορεία αυτή οι οποίοι μπορεί να προέλθουν από μία επιδείνωση της γεωπολιτικής κρίσης στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή , εξελίξεις οι οποίες στο βαθμό που επέλθουν τελικά θα επηρεάσουν σημαντικά προς τα κάτω τους ρυθμούς ανάπτυξης καθώς αυξάνουν την αβεβαιότητα και ασκούν ανοδικές πιέσεις στις τιμές της ενέργειας.
Αναφορικά με την βιωσιμότητα του Δημοσίου Χρέους , η ΤτΕ προβλέπει ότι εξαιτίας των αυξημένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν την περίοδο της πανδημίας, της ενεργειακής κρίσης και της συναφούς δημοσιονομικής επέκτασης , μεσοπρόθεσμα ο λόγος του Δημοσίου Χρέους ως προς το ΑΕΠ θα έχει μία αυξητική τάση, όπως επίσης σε μικρότερο βαθμό, θα έχουν και οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Με βάση τις βασικές παραδοχές για την έγκαιρη απόσυρση των επεκτατικών δημοσιονομικών μέτρων που ελήφθησαν στο πλαίσιο της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης, και με την παραδοχή της αποτελεσματικής χρήσης των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης, η πορεία τόσο του Δημοσίου Χρέους όσο και των ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών αναμένεται να επανέλθουν σε πτωτική τροχιά, σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τις προοπτικές που ίσχυαν πριν από την εμφάνιση της πανδημίας μακροπρόθεσμα. Παρά τα υψηλότερα επιτόκια , οι κίνδυνοι για τη βιωσιμότητα του χρέους παραμένουν περιορισμένοι μεσοπρόθεσμα. Αυτό αντανακλά κυρίως:
(i) τους ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους των δανείων του επίσημου τομέα (που περιλαμβάνουν περιόδους χάριτος, μακρές λήξεις και αναβολές τόκων) που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του συσσωρευμένου αποθέματος χρέους,
(ii) το 100% του χρέους σταθερού επιτοκίου της κεντρικής κυβέρνησης (στο τέλος Ιουνίου 2024) και
(iii) ένα πολύ σημαντικό ταμειακό απόθεμα που υπερβαίνει το 15% του ΑΕΠ (στο τέλος Ιουνίου 2024).
Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, οι κίνδυνοι βιωσιμότητας παραμένουν αυξημένοι. Καθώς τα δάνεια με ευνοϊκούς όρους θα αναχρηματοδοτούνται σταδιακά με όρους αγοράς,, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η έκθεση της Χώρας σε δυσμενείς διαταραχές , γεγονός που προϋποθέτει τη δέσμευση της για δημοσιονομική επαγρύπνηση.

Τράπεζα της Ελλάδος: Μειωμένα κέρδη το 2023

Μέρισμα 13,3 εκατ. ευρώ θα διανείμει η Τράπεζα της Ελλάδος τους μετόχους της φέτος για τη χρήση του 2023.
Η Τράπεζα της Ελλάδος όπως προκύπτει από τις λογιστικές της καταστάσεις που εγκρίθηκαν από το Γενικό Συμβούλιο, κατόρθωσε, σε αντίθεση με τις περισσότερες Κεντρικές Τράπεζες του Ευρωσυστήματος προεξαρχούσης της Ευρωπαικής Κεντρικής Τράπεζας, να εμφανίσει κέρδη το 2023 έστω σημαντικά μειωμένα με το 2022, διανέμοντας έτσι μέρισμα στους μετόχους της 0,6720 ευρώ ανά μετοχή , αμετάβλητο σε σχέση με την προηγούμενη χρήση.
Ωστόσο για το Ελληνικό Δημόσιο δεν προβλέπεται φέτος η απευθείας μεταφορά μέρους των κερδών της όπως έγινε πέρυσι 400, 7 εκατ. ευρώ και το 2002 (499,1 εκατ. ευρώ).
Παρά ταύτα, όπως αναφέρεται στη σχετική ανακοίνωση της ΤτΕ, για τη χρήση του 2023 το Ελληνικό Δημόσιο έχει λάβει από την Τράπεζα της ΕλλΌάδος έσοδο ύψους 635,8 εκατ. ευρώ από τόκους, μέσω των καταθέσεών του που εκτοκίζονται με το υψηλότερο επιτρεπτό από την ΕΚΤ επιτόκιο. Tο έσοδο αυτό είναι κατά 179,5 εκατ. ευρώ υψηλότερο σε σύγκριση με το συνολικό ποσό που εισέπραξε για τη χρήση του 2022 μέσω τόκων (55,6 εκατ. ευρώ) και διανομής κερδών της Τράπεζας (400,7 εκατ. ευρώ).
Πιο αναλυτικά, Το Γενικό Συμβούλιο, , αποφάσισε να προτείνει στη Γενική Συνέλευση των Μετόχων τη διανομή μερίσματος προς τους μετόχους 0,6720 ευρώ ανά μετοχή (αμετάβλητο σε σχέση με την προηγούμενη χρήση), ήτοι σύνολο 13,3 εκατ. ευρώ, και την ενίσχυση του έκτακτου αποθεματικού κατά το ποσό των 85,4 εκατ. ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη τους αυξημένους κινδύνους που εγκυμονεί το διεθνές οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον.
Όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα χρήσεως τα τα κέρδη προ προβλέψεων στη χρήση 2023 ανήλθαν σε 176,1 εκατ. ευρώ, έναντι 535,2 εκατ. ευρώ στην προηγούμενη χρήση, σημειώνοντας μείωση κατά 359,1 εκατ. ευρώ (-67,1%).
Τα καθαρά κέρδη χρήσεως, κατόπιν της ενίσχυσης των προβλέψεων κατά 77,4 εκατ. ευρώ, ανήλθαν σε 98,7 εκατ. ευρώ, έναντι 456,8 εκατ. ευρώ στην προηγούμενη χρήση.
Τα καθαρά έσοδα από τόκους, χρηματοοικονομικές πράξεις και την αναδιανομή του νομισματικού εισοδήματος του Ευρωσυστήματος διαμορφώθηκαν σε 359,4 εκατ. ευρώ, έναντι 730,6 εκατ. ευρώ στην προηγούμενη χρήση, σημειώνοντας μείωση κατά 50,8%.
Τα καθαρά έσοδα από αμοιβές και προμήθειες διαμορφώθηκαν σε 138,7 εκατ. ευρώ, έναντι 130,3 εκατ. ευρώ στην προηγούμενη χρήση, σημειώνοντας αύξηση κατά 6,4%.
Τα έσοδα από μετοχές και συμμετοχές διαμορφώθηκαν σε 4,0 εκατ. ευρώ, παραμένοντας αμετάβλητα σε σύγκριση με την προηγούμενη χρήση.
Τέλος, τα λοιπά έσοδα διαμορφώθηκαν σε 41,5 εκατ. ευρώ, έναντι 20,2 εκατ. ευρώ στην προηγούμενη χρήση, κυρίως λόγω του αποτελέσματος που προέκυψε από τον έλεγχο απομείωσης της αξίας των ακινήτων (οικόπεδα και κτήρια).
Από την άλλη πλευρά τα έξοδα προ προβλέψεων, ήτοι δαπάνες προσωπικού και συνταξιοδοτικών παροχών, λοιπές δαπάνες διαχείρισης και αποσβέσεις, διαμορφώθηκαν σε 367,5 εκατ. ευρώ, έναντι 349,9 εκατ. ευρώ στην προηγούμενη χρήση, σημειώνοντας αύξηση κατά 5,0%.

Η Υποδιοικήτρια της Τράπεζας της Ελλάδος Χριστίνα Παπακωνσταντίνου προτείνεται ως νέο μέλος στο Εποπτικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, προτείνει την Υποδιοικήτρια Χριστίνα Παπακωνσταντίνου ως νέο μέλος στο Εποπτικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας από 1.1.2024, εν όψει της λήξης της ευδόκιμης οκταετούς θητείας του κ. Ηλία Πλασκοβίτη στην ανωτέρω θέση. 
Βιογραφικό της Υποδιοικήτριας Χριστίνας Παπακωνσταντίνου

Στην Αθήνα θα συνεδριάσει το Δ.Σ. της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας

Στην Τράπεζα της Ελλάδος πραγματοποιείται αύριο Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου, και μεθαύριο Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου, η συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) με οικοδεσπότη τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα.
Οι διοικητές των εθνικών κεντρικών τραπεζών των χωρών της ζώνης του ευρώ και τα έξι μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ θα συνεδριάσουν στο κεντρικό κτίριο της Τράπεζας της Ελλάδος και θα λάβουν τις αποφάσεις τους για τη νομισματική πολιτική. Μετά το τέλος της συνεδρίασης, θα ακολουθήσει η συνέντευξη Τύπου κατά την οποία η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) Christine Lagarde, επικουρούμενη από τον Αντιπρόεδρο της ΕΚΤ Luis de Guindos και τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα, θα εξηγήσει τις αποφάσεις για τη νομισματική πολιτική.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ συνεδριάζει δια ζώσης στην έδρα της ΕΚΤ στη Φρανκφούρτη ή εξ’ αποστάσεως, ενώ μία φορά τον χρόνο η συνεδρίαση φιλοξενείται από μία εθνική κεντρική τράπεζα.
Πρόκειται για την τρίτη κατά σειρά φιλοξενία της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στην Τράπεζα της Ελλάδος, μετά το 2005 και το 2008.