Άλμα στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου

Η τιμή του ευρωπαϊκού φυσικού αερίου σημείωσε και πάλι άλμα εξαιτίας της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή που προκάλεσε το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και της διακοπής της παραγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από τη δημόσια εταιρεία ενέργειας του Κατάρ, QatarEnergy.
Γύρω στις 10:20 (ώρα Ελλάδας), το συμβόλαιο μελλοντικής εκπλήρωσης του ολλανδικού TTF, που θεωρείται η ευρωπαϊκή τιμή αναφοράς, σημείωνε αύξηση άνω του 23%, έπειτα από ένα άλμα άνω του 33%, στα 59,445 ευρώ η μεγαβατώρα, επίπεδο που είχε να καταγραφεί από το Φεβρουάριο 2023, όταν είχαν ανέβει κάθετα οι τιμές εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία.
Παράλληλα, διευρύνθηκε σήμερα (3/3) η πτώση των τιμών των ευρωπαϊκών μετοχών, καθώς αυξήθηκαν οι πωλήσεις από τους επενδυτές που βρίσκονται αντιμέτωποι με την προοπτική ενός παρατεταμένου πολέμου στη Μέση Ανατολή, ενώ η αύξηση των τιμών του πετρελαίου προκαλεί φόβους για άνοδο του κόστους διαβίωσης.
Ο πανευρωπαϊκός δείκτης STOXX 600 σημείωνε στις 10:04 (ώρα Ελλάδας) πτώση 1,3% στις 615,72 μονάδες, αφού χθες, Δευτέρα (2/3), είχε κλείσει στο χαμηλότερο επίπεδο των δύο τελευταίων εβδομάδων.
Ο δείκτης των εταιρειών κοινής ωφελείας και ο τραπεζικός τομέας κατέγραψαν πτώση 2,6% καθένας, ενώ αυξήθηκε οριακά ο ενεργειακός τομέας, αυξάνοντας τα κέρδη από τις προηγούμενες συνεδριάσεις.
Ο επικεφαλής των οικονομολόγων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Φίλιπ Λέιν, δήλωσε τους Financial Times ότι ένας μακροχρόνιος πόλεμος θα μπορούσε να ασκήσει έντονη ανοδική πίεση στον πληθωρισμό και να μειώσει το ρυθμό ανάπτυξης στην ευρωζώνη.
Παράλληλα, οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν και αυτές σε υψηλά επίπεδα για τρίτη συνεχόμενη ημέρα.
Η τιμή του βαρελιού του πετρελαίου Brent Βόρειας Θάλασσας σε παράγωγα (προθεσμιακά συμβόλαια) βρισκόταν στα 78,83 δολάρια (+1,10%) περί τις 03:10 (ώρα Ελλάδας). Χθες απογειώθηκε έως και στα 82,37 δολάρια, αν και η άνοδος περιορίστηκε στο 6,7%.
Η αμερικανική ποικιλία West Texas Intermediate (WTI) κατέγραφε άνοδο 74 σεντς (+1%) στα 71,97 δολάρια. Η απογείωσή του επίσης περιορίστηκε χθες, έκλεισε με άνοδο 6,3%.
Παρατηρητές προεξοφλούν ότι οι τιμές του αργού θα παραμείνουν αυξημένες, τουλάχιστον όσο συνεχίζεται η σύρραξη. Αναλυτές της Bernstein αναθεώρησαν προς τα πάνω την εκτίμησή τους για την τιμή του Μπρεντ Βόρειας Θάλασσας από τα 65 στα 80 δολάρια το βαρέλι το 2026– υπολογίζουν πως ίσως φτάσει ακόμη και τα 120-150 δολάρια, αν ο πόλεμος έχει διάρκεια.

Alpha Bank: Γεωπολιτική, τιμές φυσικού αερίου και κίνδυνος στασιμοπληθωρισμού στην Ευρώπη

Η ολόπλευρη ρωσική επιχείρηση εισβολής στην επικράτεια της Ουκρανίας δύναται να μετατρέψει την κρίση φυσικού αερίου σε μια μονιμότερη πληθωριστική πίεση στις πρώτες ύλες και τα βασικά αγαθά, επαναφέροντας τον κίνδυνο του στασιμοπληθωρισμού πάνω από την Ευρώπη, εκτιμούν οι οικονομικοί αναλυτές της Alpha Bank, σε οικονομική ανάλυση του στο εβδομαδιαίο οικονομικό δελτίο της Τράπεζας.
Οι ορίζουσες της έντασης του νέου σοκ στην ευρωπαϊκή οικονομία, είναι η διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων, η μορφή και η ευστάθεια του νέου status quo που θα προκύψει καθώς και η κλιμάκωση των κυρώσεων έναντι της ρωσικής οικονομίας. Επίσης, η επίπτωση των κρατικών δαπανών των ευρωπαϊκών χωρών -για τη χρηματοδότηση της ενεργειακής κρίσης- επί της δημοσιονομικής τους ισορροπίας, η οποία ήδη, προσωρινώς, διαταράχθηκε τα προηγούμενα χρόνια, λόγω της πανδημίας.
Στην ανάλυση της Alpha Bank επισημαίνονται μεταξύ άλλων:
Οι περιορισμοί που τέθηκαν στις μετακινήσεις και στην παγκόσμια βιομηχανική δραστηριότητα, το 2020, είχαν ως αποτέλεσμα την κατακόρυφη πτώση της ταξιδιωτικής κίνησης και τη μεγάλη μείωση της ζήτησης για ορυκτά καύσιμα και κατά συνέπεια των τιμών τους. Η σταδιακή ομαλοποίηση της οικονομικής δραστηριότητας, η οποία ξεκίνησε από τα μέσα περίπου του 2020, οδήγησε σε αύξηση της ζήτησης για όλα τα καύσιμα, παρά το άκρως ευμετάβλητο περιβάλλον που προκάλεσαν τα διαδοχικά κύματα της πανδημίας. Η ζήτηση για το φυσικό αέριο αναμένεται να είναι υψηλή, καθώς η καύση του έχει λιγότερο επιβλαβείς συνέπειες για το περιβάλλον σε σύγκριση με άλλα καύσιμα, όπως το πετρέλαιο, γεγονός που το καθιστά ως το ενδιάμεσο καύσιμο στη διαδικασία μετάβασης προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Ωστόσο, η καταγραφείσα άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου δεν είχε την ίδια ένταση στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, καθώς οι τιμές αυξήθηκαν περισσότερο στην Ευρώπη σε σύγκριση με τις ΗΠΑ.
Η τιμή του φυσικού αερίου στις ΗΠΑ ανέκαμψε σημαντικά από τα χαμηλά επίπεδα που καταγράφηκαν κατά τους πρώτους μήνες της πανδημίας. Ωστόσο, η τιμή παραμένει σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με το 2005 και το 2008. Αντίθετα, στην Ευρώπη, οι τιμές του φυσικού αερίου ανήλθαν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Αιτίες της μεγάλης αύξησης των τιμών του φυσικού αερίου στην Ευρώπη- Μεταβολή Αποθεμάτων και Βαθμός εξάρτησης από την Ρωσία.
Ο βασικότερος, ενδεχομένως, ερμηνευτικός παράγοντας είναι τα χαμηλά επίπεδα αποθεμάτων φυσικού αερίου στα ευρωπαϊκά κράτη. Σύμφωνα με το εποχικό πρότυπο, τους εαρινούς και τους θερινούς μήνες, τα αποθέματα αυξάνονται προκειμένου να υπάρχει επάρκεια φυσικού αερίου για τους χειμερινούς μήνες. Από το 2011, το ποσοστό κάλυψης των αποθηκευτικών χώρων φυσικού αερίου προσέγγιζε το μέγιστο επίπεδο (84%-98%), το διάστημα περί τα τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου κάθε έτους.
Το 2021, ωστόσο, το μέγιστο ποσοστό έφτασε μόλις στο 77%, δημιουργώντας ανησυχίες σχετικά με την επάρκεια κάλυψης των αναγκών σε φυσικό αέριο, δεδομένου ότι, το δίμηνο Μαρτίου-Απριλίου κάθε έτους, η κάλυψη των αποθηκευτικών χώρων φτάνει στο ελάχιστο επίπεδο. Οι ανησυχίες αυτές αντικατοπτρίστηκαν στην κατακόρυφη αύξηση της τιμής του στην Ευρώπη. Στις 23 Φεβρουαρίου, το ποσοστό κάλυψης των αποθηκευτικών χώρων φυσικού αερίου στην Ευρώπη είχε υποχωρήσει περίπου στο 30%. Από το σύνολο των αποθεμάτων, το 23% βρίσκεται στην Ιταλία, το 22% στην Γερμανία, ενώ ακολουθούν η Ολλανδία και η Γαλλία με 9% αμφότερες. Ωστόσο και στις συγκεκριμένες χώρες, το ποσοστό κάλυψης των αποθηκευτικών χώρων διατηρείται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, καθώς διαμορφώνεται σε 39%, 30%, 22% και 24%, αντίστοιχα.
Βαθμός εξάρτησης των ευρωπαϊκών κρατών από τις ρωσικές εισαγωγές φυσικού αερίου
Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το 2020 οι συνολικές εισαγωγές φυσικού αερίου στην ΕΕ διαμορφώθηκαν σε περίπου 401 δισ. κυβικά μέτρα, με το 38% εξ αυτών να προέρχονται από την Ρωσία. Η Τσεχία και η Λετονία εισήγαγαν από την Ρωσία το σύνολο των αναγκών τους σε φυσικό αέριο, ακολουθούμενες από την Ουγγαρία (95%), την Σλοβακία (85%) και την Βουλγαρία (75%). Αντίθετα, η Δανία, η Κροατία, η Μάλτα, η Αυστρία και η Ιρλανδία είχαν μηδενικές εισαγωγές φυσικού αερίου από την Ρωσία
Η Γερμανία εισήγαγε, το 2020, περίπου 80,4 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου – η οποία είναι η μεγαλύτερη εισαγόμενη ποσότητα μεταξύ των κρατών-μελών, αντιπροσωπεύοντας το 20% των συνολικών εισαγωγών της ΕΕς – με το 65% να προέρχεται από την Ρωσία. Αντίθετα, η Γαλλία, η οποία βασίζεται σε σημαντικό βαθμό στην πυρηνική ενέργεια για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, εισήγαγε μόλις 46,3 δισ. κυβικά μέτρα, με το 17% να προέρχεται από την Ρωσία.
Όπως προκύπτει, η εξάρτηση των ευρωπαϊκών κρατών από την προμήθεια φυσικού αερίου από την Ρωσία είναι ιδιαίτερα σημαντική και ενδεχόμενη διακοπή της τροφοδοσίας θα προκαλούσε πλείστα προβλήματα.
Σε ποιο βαθμό οι ρωσικές εισαγωγές μπορούν να υποκατασταθούν από εισαγωγές φυσικού αερίου σε υγροποιημένη μορφή (LNG) και σε ποιο κόστος αυτό θα γίνει είναι ερωτήματα τα οποία δεν μπορούν να απαντηθούν με βεβαιότητα. Το 2020 οι μεγαλύτεροι εισαγωγείς LNG στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν το Κατάρ, οι ΗΠΑ, η Ρωσία, η Νιγηρία και η Αλγερία ενώ επί του παρόντος διεξάγονται συζητήσεις με ορισμένες χώρες για αύξηση των εισαγωγών. Ωστόσο, είναι σαφές ότι σε ενδεχόμενη κλιμάκωση των εν εξελίξει στρατιωτικών συγκρούσεων μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, ακόμα και εάν η τροφοδοσία φυσικού αερίου μέσω των αγωγών συνεχιστεί απρόσκοπτα, οι τιμές του φυσικού αερίου και του πετρελαίου (η Ρωσία μαζί με τις ΗΠΑ και την Σαουδική Αραβία είναι οι μεγαλύτεροι εξαγωγείς πετρελαίου παγκοσμίως) αναμένεται να καταγράψουν, βραχυπρόθεσμα, μεγάλη άνοδο. Η εξέλιξη αυτή θα ήταν ιδιαίτερα αρνητική για τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η πλειονότητα των οποίων, παρουσιάζει υψηλό ποσοστό εξάρτησης από τις εισαγωγές φυσικού αερίου
Επιπλέον, θα προκαλείτο περαιτέρω αύξηση του ενεργειακού κόστους, αφενός συμπιέζοντας το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και αφετέρου αυξάνοντας το κόστος παραγωγής για τις επιχειρήσεις. Αποτέλεσμα αυτών θα ήταν να ενταθούν οι πληθωριστικές πιέσεις σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, υποχρεώνοντας, ενδεχομένως, τις εθνικές κυβερνήσεις να λάβουν μέτρα στήριξης των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.