Ε.Ε.Α.: Αποκαλυπτική έρευνα για τις τιμές των ακινήτων και τις μεσιτικές υπηρεσίες στην Ελλάδα – Το Σάββατο 14/3 η 1η Εθνική Συνδιάσκεψη Εκλεγμένων Μεσιτών στα Επιμελητήρια

Σε μία εποχή που το στεγαστικό πρόβλημα αναδεικνύεται σε ένα από τα σοβαρότερα για την ελληνική κοινωνία, η αποκαλυπτική έρευνα του ΙΜΕ-ΓΣΕΒΕΕ για λογαριασμό του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών και της Επιτροπής Αστικών Συμβάσεων του ΕΕΑ, δίνει πολύτιμα ευρήματα που «φωτίζουν» την αγορά ακινήτων και τις μεσιτικές υπηρεσίες στην Ελλάδα.
Σχετικά με τις τιμές των ακινήτων, το 93,7% των συμμετεχόντων στην έρευνα δηλώνει ότι οι τιμές των ακινήτων αυξήθηκαν κατά την τελευταία πενταετία.
Μεταξύ των ευρημάτων που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, είναι και οι λόγοι που προκρίνονται από τους ερωτηθέντες ως οι βασικότεροι για την αύξηση των τιμών αγοραπωλησίας. Σύμφωνα με όσα δήλωσαν οι πολίτες που συμμετείχαν στην έρευνα, είναι η αγορά ακινήτων από ξένους αγοραστές (34,2%), η ανεπαρκής κρατική πολιτική για προσιτή κατοικία ή την έλλειψη κινήτρων για νέα οικοδομή (28,9%) και η αύξηση του κόστους κατασκευής και πρώτων υλών (23%).
Σχετικά με τα προτεινόμενα μέτρα συγκράτησης των τιμών, το 41,5% ανέδειξε την ενεργοποίηση αχρησιμοποίητων ακινήτων (π.χ. μέσω κινήτρων), το 36,5% την ανάπτυξη κοινωνικής/προσιτής κατοικίας, το 31,9% τις φορολογικές ελαφρύνσεις, το 28,6% την απόδοση κινήτρων για την κατασκευή νέων κατοικιών, το 25,3% την απόδοση κινήτρων για την ανακαίνιση/ανακατασκευή κατοικιών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και το εύρημα ότι το 61,5% όσων δήλωσαν ότι τα τελευταία 5 χρόνια έχουν προβεί σε αγοραπωλησία ή ενοικίαση ακινήτου, αξιοποίησε μεσιτικές υπηρεσίες.
Η σημαντική έρευνα θα αποτελέσει ένα από τα σημεία συζήτησης και προβληματισμού της 1ης Εθνικής Συνδιάσκεψης Εκλεγμένων Μεσιτών στα Επιμελητήρια, που διοργανώνει το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, το Σάββατο 14 Μαρτίου 2026, στις 09:30, στον 2ο όροφο του ΕΕΑ.
Πρόκειται για μία ακόμη πρωτοβουλία του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, με στόχο την ανάδειξη των ζητημάτων που απασχολούν τους μεσίτες, την αναζήτηση των βέλτιστων λύσεων και την ενότητα και ανάπτυξη του κλάδου.
Για τα ευρήματα της έρευνας και τη διοργάνωση της 1ης Εθνικής Συνδιάσκεψης Εκλεγμένων Μεσιτών στα Επιμελητήρια, ο Πρόεδρος του ΕΕΑ, κ. Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, δηλώνει:
«Η έρευνα του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών για τις τιμές στην αγορά ακινήτων και τις μεσιτικές υπηρεσίες αναδεικνύει το πολύ σοβαρό στεγαστικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν σήμερα πολίτες και επιχειρήσεις. Ουσιαστικά αυτό, μαζί με την ακρίβεια, είναι τα προβλήματα που μπορεί να αποτελέσουν απειλή για την κοινωνική συνοχή. Από τα ευρήματα αυτό που φαίνεται ξεκάθαρα είναι η δυσκολία στην αναζήτηση στέγης καθώς και η ανάγκη για περισσότερα μέτρα από την πλευρά από της κυβέρνησης. Η κοινωνία ζητάει στήριξη αυτή τη δύσκολη στιγμή και η Πολιτεία οφείλει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Επίσης είναι βέβαιο ότι αυτή η έρευνα θα απασχολήσει και τις εργασίες της 1ης Εθνικής Συνδιάσκεψης Εκλεγμένων Μεσιτών στα Επιμελητήρια, που διοργανώνει το ΕΕΑ, σε μία προσπάθεια να καθιερωθεί ως θεσμός, κάτι που έχουμε ήδη επιτύχει με τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές. Τέτοιου είδους πρωτοβουλίες συμβάλουν στην ενότητα του κλάδου και στη δημιουργία περαιτέρω προοπτικών ανάπτυξης του».
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Μεσιτών Αστικών Συμβάσεων του ΕΕΑ, κ. Γιάννης Ζιάβρας, δηλώνει:
«Ένα σημαντικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι, σε πολύ μεγάλο ποσοστό, η τελική διαμόρφωση των τιμών των ακινήτων γίνεται από τους ίδιους τους ιδιοκτήτες και όχι από τους μεσίτες, όπως συχνά πιστεύεται». Και προσθέτει για την 1η Εθνική Συνδιάσκεψη: «Πρόκειται για μια σημαντική πρωτοβουλία που φιλοδοξεί να φέρει κοντά μεσίτες από όλη την Ελλάδα, να αναδείξει τον ρόλο των επιμελητηρίων στον κλάδο και να δημιουργήσει έναν ουσιαστικό χώρο διαλόγου για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι επαγγελματίες της αγοράς ακινήτων».
Billys: Οι παράγοντες που επηρεάζουν έως 20% την αξία των ακινήτων

Η ελληνική αγορά ακινήτων βρίσκεται τα τελευταία χρόνια σε φάση ανάκαμψης, με αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον και έντονη ζήτηση, κυρίως στα αστικά κέντρα. Ωστόσο, πίσω από τις αγγελίες, τα τετραγωνικά και τις ανακαινίσεις εσωτερικών χώρων, υπάρχει ένας παράγοντας που συχνά υποτιμάται αλλά αποδεικνύεται καθοριστικός για την τελική αξία ενός ακινήτου: η κατάσταση και η διαχείριση της πολυκατοικίας. Η εικόνα των κοινοχρήστων, η οργάνωση, η συντήρηση και η διαφάνεια δεν επηρεάζουν απλώς την καθημερινότητα των κατοίκων, αλλά αποτυπώνονται άμεσα και στην εμπορική αξία κάθε διαμερίσματος.
Έρευνα του Billys, μιας ελληνικής νεοφυούς επιχείρηση που έχει αναπτύξει μια ολοκληρωμένη ψηφιακή πλατφόρμα λογισμικού για τη διαχείριση πολυκατοικιών και επαγγελματικών κτιρίων, με στόχο την απλοποίηση, την οργάνωση και τη διαφάνεια στη διοίκηση των ακινήτων από διαχειριστές και ιδιοκτήτες, δείχνει ότι η πολυκατοικία θα έπρεπε να λειτουργεί ως ένας μικρός οικονομικός οργανισμός, με σαφείς διαδικασίες, ταμείο, κανόνες και μηχανισμούς λήψης αποφάσεων.
Όταν η πολυκατοικία δεν λειτουργεί με αυτή τη λογική, προκύπτουν τρία βασικά προβλήματα: κακή διαχείριση ταμείου, ανεπαρκής συντήρηση και απουσία επενδυτικού σχεδιασμού.
Η έλλειψη ρευστότητας, όπως εκτιμά η ελληνική νεοφυής επιχείρηση που διατηρεί 56.000 ακίνητα στο χαρτοφυλάκιο της, οδηγεί σε καθυστερήσεις πληρωμών, απλήρωτους λογαριασμούς και αδυναμία αντιμετώπισης βασικών λειτουργικών αναγκών. Παράλληλα, η ανεπαρκής συντήρηση έχει άμεσο αντίκτυπο στην ποιότητα ζωής των κατοίκων αλλά και στην αξία των ακινήτων. Βλάβες που διορθώνονται αργά ή καθόλου, προβλήματα σε κοινόχρηστους χώρους και απουσία βασικών παρεμβάσεων συσσωρεύονται και δημιουργούν ένα περιβάλλον σταδιακής απαξίωσης.
Τα στοιχεία της έρευνας δείχνουν ότι η κακή διαχείριση και η ανεπαρκής συντήρηση μίας πολυκατοικίας μπορούν να οδηγήσουν σε μείωση της εμπορικής αξίας ενός διαμερίσματος έως και 20%, ακόμη και όταν το ίδιο το ακίνητο είναι αντίστοιχο με άλλα της αγοράς. Η κατάσταση του ανελκυστήρα αποτελεί έναν από τους πιο κρίσιμους παράγοντες. Σε πολυκατοικίες με μη λειτουργικό ή κακώς συντηρημένο ανελκυστήρα, οι τιμές ανά τετραγωνικό μέτρο εμφανίζονται σημαντικά χαμηλότερες, ιδιαίτερα για διαμερίσματα σε υψηλότερους ορόφους, όπου το κόστος επισκευής και πιστοποίησης γίνεται αντικείμενο έντονης διαπραγμάτευσης.
Αντίστοιχα, η διαχείριση της θέρμανσης επηρεάζει άμεσα την ελκυστικότητα ενός ακινήτου. Κοινόχρηστα συστήματα χωρίς οργάνωση, έλεγχο κόστους και διαφάνεια μειώνουν την προθυμία των αγοραστών να προσφέρουν υψηλότερη τιμή, ενώ διαμερίσματα σε πολυκατοικίες με αποδοτικότερη διαχείριση αποτιμώνται σαφώς καλύτερα. Η εξωτερική εικόνα του κτιρίου – πρόσοψη, μπαλκόνια και είσοδος – λειτουργεί ως ένδειξη μελλοντικών εξόδων και επηρεάζει τη διαπραγμάτευση ήδη από την πρώτη επίσκεψη.
Η πρώτη εικόνα της πολυκατοικίας αποδεικνύεται συχνά καθοριστική στη διαπραγμάτευση της τιμής. Η είσοδος, το κλιμακοστάσιο και το ασανσέρ λειτουργούν ως «φίλτρο» πριν καν ο ενδιαφερόμενος δει το ίδιο το διαμέρισμα.
Σύμφωνα με μεσίτες και εκτιμητές που αξιοποιούν στοιχεία από σύγχρονα εργαλεία διαχείρισης όπως το Billys, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου αγοραστές ή ενοικιαστές ζητούν άμεσα έκπτωση ή αποχωρούν από τη διαδικασία όταν διαπιστώνουν κακή εικόνα στους κοινόχρηστους χώρους. Ένα σκοτεινό κλιμακοστάσιο, ένας θορυβώδης ή παλιός ανελκυστήρας ή μια είσοδος με εμφανή σημάδια εγκατάλειψης μεταφράζονται σχεδόν αυτόματα σε «μελλοντικά έξοδα» στο μυαλό του ενδιαφερόμενου.
Μεσίτες γνωρίζουν ότι η εικόνα των κοινοχρήστων χώρων επηρεάζει άμεσα τόσο την τελική τιμή όσο και τον χρόνο διάθεσης ενός ακινήτου στην αγορά. Η διαφορά στην αξία δύο παρόμοιων διαμερισμάτων μπορεί να ξεπεράσει το 10% έως 20% όταν ανήκουν σε κτίρια με διαφορετικό επίπεδο συντήρησης, ενώ όσο μεγαλύτερη είναι η πολυκατοικία τόσο μεγαλύτερη τείνει να είναι και η απόκλιση.
Η καθαριότητα και η υγιεινή στους κοινόχρηστους χώρους αποτελούν επίσης καθοριστικούς παράγοντες. Ελλιπής καθαριότητα, κακή απεντόμωση και προβλήματα εντόμων οδηγούν συχνά σε πρόωρη αποχώρηση ενοικιαστών, προκαλώντας απώλειες εισοδήματος για τους ιδιοκτήτες. Παράλληλα, ο φωτισμός, η κατάσταση της πυλωτής, των κήπων και των εισόδων διαμορφώνουν συνολικά την εμπειρία διαβίωσης και την αντιλαμβανόμενη αξία του ακινήτου.
Το ύψος των κοινοχρήστων αποτελεί από τις πρώτες πληροφορίες που ζητούν αγοραστές και ενοικιαστές. Υπάρχει μάλιστα και ένα σαφές «ψυχολογικό όριο», πέρα από το οποίο ακόμη και ένα ποιοτικό ακίνητο χάνει αισθητά σε ελκυστικότητα. Τα δεδομένα του Billys δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ποσό, αλλά κυρίως η αδυναμία τεκμηρίωσής του. Όταν οι ένοικοι δεν γνωρίζουν πού πηγαίνουν τα χρήματά τους, η δυσπιστία αυξάνεται και η εμπορική αξία πιέζεται προς τα κάτω.
Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, περίπου τέσσερις στους δέκα ενοίκους καθυστερούν ή οφείλουν κοινόχρηστα, γεγονός που οδηγεί σε συσσωρευμένα χρέη, περιορισμένη συντήρηση και αυξημένη καχυποψία από την πλευρά της αγοράς. Η έλλειψη διαφάνειας εντείνει το πρόβλημα και καθυστερεί αποφάσεις για εργασίες που επηρεάζουν άμεσα την αξία όλων των διαμερισμάτων.
Οι παρεμβάσεις με τον ταχύτερο και μεγαλύτερο αντίκτυπο στην αξία μιας πολυκατοικίας δεν είναι απαραίτητα οι πιο δαπανηρές. Η τακτική καθαριότητα, οι οργανωμένες απεντομώσεις, η βασική συντήρηση εσωτερικών και εξωτερικών επιφανειών, καθώς και η έγκαιρη συντήρηση και πιστοποίηση του ανελκυστήρα βελτιώνουν άμεσα την εικόνα και τη λειτουργικότητα του κτιρίου. Η απόσβεση τέτοιων παρεμβάσεων είναι σχεδόν άμεση, καθώς τα ακίνητα γίνονται πιο ελκυστικά για αγοραστές και ενοικιαστές με το πέρας κιόλας των εργασιών.
Η συνολική εικόνα των πολυκατοικιών στην Αθήνα παραμένει σε μεγάλο βαθμό προβληματική, ανεξαρτήτως ηλικίας κτιρίου ή περιοχής. Καθοριστικός παράγοντας δεν είναι τόσο η παλαιότητα όσο η συνεννόηση και η ανάληψη ευθύνης από τους ιδιοκτήτες. Εκεί όπου υπάρχει οργάνωση, σαφείς διαδικασίες και σύγχρονα εργαλεία διαχείρισης, η πολυκατοικία λειτουργεί καλύτερα και η αξία των ακινήτων διατηρείται. Η απαξίωση των ακινήτων δεν είναι τυχαία, όπως εκτιμάται από το Billys, είναι το αποτέλεσμα συσσωρευμένης αμέλειας στη διαχείριση των κοινών. Όταν η πολυκατοικία αντιμετωπίζεται ως οργανισμός που χρειάζεται φροντίδα, διαφάνεια και βασικό σχεδιασμό, η αξία των διαμερισμάτων προστατεύεται. Όταν όχι, η υποβάθμιση είναι μόνο θέμα χρόνου και συνήθως γίνεται αντιληπτή όταν είναι ήδη αργά.
ΤτΕ: Με επιταχυνόμενο ρυθμό η άνοδος των τιμών των ακινήτων το β΄ τρίμηνο 2025

Ανόδου… συνέχεια για την αγορά ακινήτων στο δεύτερο τρίμηνο του έτους, καθώς οι τιμές αυξήθηκαν κατά 7,3% (σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024) και έναντι αύξησης 7% που καταγράφηκε το πρώτο τρίμηνο του έτους.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για το 2024, οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 9,0% (αναθεωρημένα στοιχεία), έναντι αύξησης 13,9% το 2023.
Πιο αναλυτικά, η αύξηση των τιμών το β΄ τρίμηνο του 2025 σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024 ήταν 6,8% για τα νέα διαμερίσματα, δηλ. ηλικίας έως 5 ετών, και 7,6% για τα παλαιά, δηλ. ηλικίας άνω των 5 ετών. Με βάση τα αναθεωρημένα στοιχεία, για το 2024, ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των τιμών για τα νέα διαμερίσματα ήταν 10,2%, έναντι ρυθμού αύξησης 12,9% το 2023, ενώ ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης για τα παλαιά διαμερίσματα ήταν 8,2% το 2024, έναντι ρυθμού αύξησης 14,5% το 2023.
Από την ανάλυση των στοιχείων κατά γεωγραφική περιοχή προκύπτει ότι η αύξηση των τιμών των διαμερισμάτων το β΄ τρίμηνο του 2025 σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024 ήταν 5,9% στην Αθήνα, 8,8% στη Θεσσαλονίκη, 8,5% στις άλλες μεγάλες πόλεις και 8,8% στις λοιπές περιοχές της χώρας. Για το σύνολο του 2024, η αύξηση των τιμών στις ίδιες περιοχές σε σχέση με το 2023 ήταν 8,5%, 11,6%, 7,5% και 10,7% αντίστοιχα (αναθεωρημένα στοιχεία). Τέλος, για το σύνολο των αστικών περιοχών της χώρας, το β΄ τρίμηνο του 2025 οι τιμές των διαμερισμάτων ήταν κατά μέσο όρο αυξημένες κατά 7,3% σε σύγκριση με το β΄ τρίμηνο του 2024, ενώ για το 2024 η μέση ετήσια αύξηση διαμορφώθηκε στο 8,7% (αναθεωρημένα στοιχεία).
Συνεχίζεται η ανοδική πορεία των τιμών στα ακίνητα

Σταθερά ανοδική πορεία γνωρίζει η αγορά εμπορικών ακινήτων στην χώρα μας με τις προοπτικές να συγκλίνουν ότι θα συνεχιστεί και την επόμενη πενταετία, με την πλειοψηφία των επενδύσεων στην ελληνική αγορά να εστιάζει σε κτήρια γραφείων και τουριστικά ακίνητα.
Όπως αναφέρει η Κορίνα Σαΐα, διευθύνουσα σύμβουλος της Premier Realty οι τιμές σημειώνουν σημαντική αύξηση από το 2019 και μετά.
Ειδικότερα με βάση τα στοιχεία του «Σπιτογάτου», οι τιμές των γραφείων ανά τετραγωνικό μέτρο έχουν αυξηθεί κατά 47,3% στο κέντρο της Αθήνας, κατά 40,6% στα ανατολικά προάστια, κατά 49,9% στα νότια προάστια και κατά 33,3% στην δυτική Αθήνα.
Η ζήτηση παραμένει ισχυρή για βιώσιμα, ενεργειακά αποδοτικά κτίρια γραφείων σε προνομιακές τοποθεσίες, ενώ τα υπόλοιπα γραφεία ενδέχεται να παρουσιάσουν μικρή μείωση της ζήτησης τα επόμενα χρόνια.
Κατά την ίδια περίοδο, οι τιμές για τις αποθήκες και τους αποθηκευτικούς χώρους έχουν επίσης σημειώσει αξιοσημείωτες αυξήσεις: 45,7% στο κέντρο της Αθήνας, 52% στα ανατολικά προάστια, 39,3% στα νότια προάστια και 28,4% στην δυτική Αθήνα.
Σε απόλυτους όρους, οι τιμές των εμπορικών χώρων ανά τετραγωνικό μέτρο έχουν αυξηθεί από το 2019 έως το 2024, με το κέντρο της Αθήνας να σημειώνει αύξηση από 8 ευρώ σε 10,4 ευρώ, τα ανατολικά προάστια από 5 ευρώ σε 7,7 ευρώ, τα νότια προάστια από 7,8 ευρώ σε 10,7 ευρώ και τη Δυτική Αθήνα από 5,4 ευρώ σε 7,6 ευρώ.
Οι νέες τάσεις
Μια αναδυόμενη τάση στην ελληνική αγορά εμπορικών ακινήτων, τονίζει η Κορίνα Σαΐα, είναι η στροφή προς τα έξυπνα κτίρια.
Η παγκόσμια αγορά έξυπνων κτιρίων αποτιμάται σε 108 δισ. δολάρια το 2023. Ένα έξυπνο κτίριο χρησιμοποιεί το διαδίκτυο (IoT) και αυτοματοποιημένες τεχνολογίες για τον έλεγχο διαφόρων συστημάτων, όπως ο φωτισμός, η ασφάλεια, η θέρμανση, ο εξαερισμός και ο κλιματισμός.
Σύμφωνα με την κα Σαΐα, μια άλλη τάση είναι η ανάπτυξη έργων μικτής χρήσης, τα οποία συνδυάζουν διαφορετικούς τύπους ακινήτων -όπως κατοικίες, χώρους λιανικού εμπορίου και γραφείων και κινηματογράφους- μέσα σε ένα ενιαίο συγκρότημα.
Τα έργα μικτής χρήσης κερδίζουν δημοτικότητα επειδή προσφέρουν ένα ευρύ φάσμα ενοικιαστών, συνεπή ταμειακή ροή και προωθούν τη βιωσιμότητα, ενώ διατηρούν χαμηλά ποσοστά κενών κατοικιών, προσφέροντας κατοικίες σε διάφορες τιμές.
Πηγή: zougla.gr
Σημαντική αύξηση στις τιμές των ακινήτων το πρώτο τρίμηνο του 2023

Με επιταχυνόμενο ρυθμό συνεχίστηκε και το 2023 η αύξηση στις τιμές των ακινήτων. Το πρώτο τρίμηνο του 2023 οι τιμές των νέων διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 14,5%, για το 2022, οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 11,7% (αναθεωρημένα στοιχεία), έναντι αύξησης 7,6% το 2021.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει επεξεργαστεί η Τράπεζα της Ελλάδος, τα οποία προέρχονται από τα πιστωτικά ιδρύματα της χώρας, η αύξηση των τιμών το α΄ τρίμηνο του 2023 σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2022 ήταν 12,8% για τα νέα διαμερίσματα, δηλ. ηλικίας έως 5 ετών, και 15,6% για τα παλαιά, δηλ. ηλικίας άνω των 5 ετών. Με βάση τα αναθεωρημένα στοιχεία, για το 2022, ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των τιμών για τα νέα διαμερίσματα ήταν 12,2%, έναντι αύξησης 8,2% το 2021, ενώ ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης για τα παλαιά διαμερίσματα ήταν 11,3% το 2022, έναντι αύξησης 7,2% το 2021.
Από την ανάλυση των στοιχείων κατά γεωγραφική περιοχή προκύπτει ότι η αύξηση των τιμών των διαμερισμάτων το α΄ τρίμηνο του 2023 σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2022 ήταν 16,5% στην Αθήνα, 16,1% στη Θεσσαλονίκη, 13,1% στις άλλες μεγάλες πόλεις και 10,6% στις λοιπές περιοχές της χώρας. Για το σύνολο του 2022, η αύξηση των τιμών στις ίδιες περιοχές σε σχέση με το 2021 ήταν 13,7%, 12,5%, 10,6% και 7,9% αντίστοιχα (αναθεωρημένα στοιχεία).
Τέλος, για το σύνολο των αστικών περιοχών της χώρας, το α΄ τρίμηνο του 2023 οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν σε σύγκριση με το α΄ τρίμηνο του 2022 κατά 14,7%, ενώ για το 2022 η μέση ετήσια αύξηση διαμορφώθηκε στο 12,1%.
Αυξημένες κατά 9,8% οι τιμές των νέων διαμερισμάτων το δ΄ τρίμηνο του 2021

Σημαντική αύξηση κατά 9,8% κατέγραψαν οι τιμές των νέων διαμερισμάτων τη χρονιά που μας πέρασε. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, εκτιμάται ότι το δ΄ τρίμηνο του 2021 οι τιμές των διαμερισμάτων (σε ονομαστικούς όρους) ήταν κατά μέσο όρο αυξημένες κατά 9,1% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2020.
Πιο αναλυτικά, η αύξηση των τιμών το δ΄ τρίμηνο του 2021 σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2020 ήταν 9,8% για τα νέα διαμερίσματα, δηλ. ηλικίας έως 5 ετών, και 8,6% για τα παλαιά, δηλ. ηλικίας άνω των 5 ετών. Για το 2021, ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των τιμών για τα νέα διαμερίσματα ήταν 7,4%, έναντι αύξησης 4,9% το 2020, ενώ ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης για τα παλαιά διαμερίσματα ήταν 6,9% το 2021, έναντι αύξησης 4,2% το 2020.
Από την ανάλυση των στοιχείων κατά γεωγραφική περιοχή προκύπτει ότι η αύξηση των τιμών των διαμερισμάτων το δ΄ τρίμηνο του 2021 σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2020 ήταν 10,5% στην Αθήνα, 8,3% στη Θεσσαλονίκη και στις άλλες μεγάλες πόλεις και 7,1% στις λοιπές περιοχές της χώρας. Για το σύνολο του 2021, η αύξηση των τιμών στις ίδιες περιοχές σε σχέση με το 2020 ήταν 9,1%, 6,9%, 5,4% και 4,6% αντίστοιχα. Τέλος, για το σύνολο των αστικών περιοχών της χώρας, το δ΄ τρίμηνο του 2021 οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 9,7% σε σύγκριση με το δ΄ τρίμηνο του 2020, ενώ για το 2021 η μέση ετήσια αύξηση διαμορφώθηκε στο 7,5%.
Αμετάβλητες οι τιμές επαγγελματικών ακινήτων το α΄ εξάμηνο

Αμετάβλητες παρέμειναν το α΄ εξάμηνο στο σύνολο της χώρας οι ονομαστικές τιμές γραφειακών χώρων υψηλών προδιαγραφών, σε σχέση με το β΄ εξάμηνο του 2019, σύμφωνα με προσωρινά στοιχεία της ΤτΕ.
Κατά την ίδια περίοδο, οι ονομαστικές τιμές γραφειακών χώρων υψηλών προδιαγραφών αυξήθηκαν οριακά κατά 0,3% στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, ενώ μείωση κατά 0,7% καταγράφηκε στη Θεσσαλονίκη και οριακή μείωση 0,1% στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Με βάση τα αναθεωρημένα στοιχεία, το 2019 ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των ονομαστικών τιμών γραφείων υψηλών προδιαγραφών για το σύνολο της χώρας διαμορφώθηκε στο 4,1%. Ο αντίστοιχος ρυθμός μεταβολής για την Αθήνα ήταν 5,0%, για τη Θεσσαλονίκη 2,8% και για την υπόλοιπη Ελλάδα 3,2%.
Δείκτης μισθωμάτων γραφείων
Το α΄ εξάμηνο του 2020, τα μισθώματα των γραφείων για το σύνολο της χώρας μειώθηκαν κατά 1,6% σε σχέση με το β΄ εξάμηνο του 2019 (προσωρινά στοιχεία). Με βάση τα αναθεωρημένα στοιχεία, το α΄ εξάμηνο του 2019 τα μισθώματα των γραφείων αυξήθηκαν κατά 2,3% και το β΄ εξάμηνο του 2019 κατά 0,2% σε σχέση με το προηγούμενο εξάμηνο. Για το σύνολο του 2019 τα μισθώματα των γραφείων αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 2,5%.
Δείκτης τιμών καταστημάτων
Με βάση τα διαθέσιμα προσωρινά στοιχεία, το α΄ εξάμηνο του 2020 οι ονομαστικές τιμές καταστημάτων υψηλών προδιαγραφών για το σύνολο της χώρας αυξήθηκαν κατά 1,1% σε σχέση με το β΄ εξάμηνο του 2019. Κατά την ίδια περίοδο, οι ονομαστικές τιμές καταστημάτων υψηλών προδιαγραφών αυξήθηκαν κατά 1,4% στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, κατά 2,1% στη Θεσσαλονίκη και οριακά κατά 0,2% στην υπόλοιπη Ελλάδα, σε σχέση με το προηγούμενο εξάμηνο.
Με βάση τα αναθεωρημένα στοιχεία, το 2019 ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των ονομαστικών τιμών καταστημάτων υψηλών προδιαγραφών διαμορφώθηκε σε 6,9% για το σύνολο της χώρας, ενώ οι αντίστοιχοι ρυθμοί αύξησης των τιμών ήταν 7,9% για την Αθήνα, 9,3% για τη Θεσσαλονίκη και 4,7% για την υπόλοιπη Ελλάδα.
Δείκτης μισθωμάτων καταστημάτων
Κατά το α΄ εξάμηνο του 2020, τα μισθώματα των καταστημάτων για το σύνολο της χώρας μειώθηκαν κατά 1,0% σε σχέση με το β΄ εξάμηνο του 2019 (προσωρινά στοιχεία). Με βάση τα αναθεωρημένα στοιχεία, το α΄ εξάμηνο του 2019 τα μισθώματα καταστημάτων αυξήθηκαν κατά 1,4%, ενώ το β΄ εξάμηνο του 2019 μειώθηκαν οριακά κατά 0,1% σε σχέση με το προηγούμενο εξάμηνο. Για το σύνολο του 2019 τα μισθώματα των καταστημάτων αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής 1,1%.
Αναλυτικοί πίνακες για τις τιμές και τα μισθώματα των γραφείων και καταστημάτων κατά γεωγραφική περιοχή δημοσιεύονται στο «Στατιστικό Δελτίο Οικονομικής Συγκυρίας» (Πίνακες ΙΙ.9, ΙΙ.10, ΙΙ.11 και ΙΙ.12) και έχουν αναρτηθεί στον ιστοχώρο της Τράπεζας της Ελλάδος στην ενότητα «Αγορά Ακινήτων».
ΤτΕ: Αύξηση των τιμών των ακινήτων κατά 6,9% στο α΄ τρίμηνο

Η άνοδος στις τιμές των ακινήτων συνεχίστηκε και στο πρώτο τρίμηνο του 2020, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος.
Πιο συγκεκριμένα, οι τιμές των διαμερισμάτων (σε ονομαστικούς όρους) ήταν κατά μέσο όρο αυξημένες κατά 6,9% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2019.
Στην Αθήνα η αύξηση των τιμών -προ της πανδημίας- ξεπέρασε το 10,5%. Για το σύνολο του 2019, με βάση τα αναθεωρημένα στοιχεία, οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 7,3%, έναντι αύξησης 1,8% το 2018.
Πιο αναλυτικά, η αύξηση των τιμών το α΄ τρίμηνο του 2020 σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2019 ήταν 7,9% για τα “νέα” διαμερίσματα, δηλ. ηλικίας έως 5 ετών, και 6,3% για τα “παλαιά”, δηλ. ηλικίας άνω των 5 ετών. Για το σύνολο του 2019, με βάση τα αναθεωρημένα στοιχεία, η αύξηση των τιμών σε σχέση με το 2018 ήταν 7,7% για τα «νέα» διαμερίσματα, έναντι αύξησης 2% το 2018, ενώ η αντίστοιχη αύξηση για τα «παλαιά» διαμερίσματα ήταν 7% το 2019, έναντι αύξησης 1,7% το 2018.
Από την ανάλυση των στοιχείων κατά γεωγραφική περιοχή προκύπτει ότι οι τιμές των διαμερισμάτων το α΄ τρίμηνο του 2020 σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2019 αυξήθηκαν κατά 10,6% στην Αθήνα, 5,5% στη Θεσσαλονίκη, 2,9% στις άλλες μεγάλες πόλεις και 4,3% στις λοιπές περιοχές της χώρας.
Για το σύνολο του 2019, με βάση τα αναθεωρημένα στοιχεία, η μέση αύξηση των τιμών των διαμερισμάτων στις ίδιες περιοχές σε σχέση με το 2018 ήταν 10,4%, 7%, 4% και 4,6% αντίστοιχα.
Τέλος, για το σύνολο των αστικών περιοχών της χώρας, το α΄ τρίμηνο του 2020 οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 7,3% σε σύγκριση με το α΄ τρίμηνο του 2019, ενώ για το σύνολο του 2019 η μέση ετήσια αύξηση διαμορφώθηκε σε 7,4%, έναντι αύξησης κατά 1,8% το 2018.
Αύξηση κατά 7,3% στις τιμές των ακινήτων το 2018

Αύξηση 7,3% σε ετήσια βάση παρουσιάζουν οι τιμές πώλησης των ακινήτων, σύμφωνα με τα στοιχεία της RE/MAX Ελλάς, του μεγαλύτερου κτηματομεσιτικού δικτύου της ελληνικής επικράτειας, αλλά και τα επίσημα δεδομένα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής.
Από τα δεδομένα που διατηρεί το κτηματομεσιτικό δίκτυο RE/MAX σε ολόκληρη τη χώρα προκύπτει πως ο πανελλαδικός σταθμισμένος δείκτης τιμών των κατοικιών αυξήθηκε το 2018 σε σχέση με το προηγούμενο έτος κατά 7,3%. Σε εθνικό επίπεδο, οι τιμές των μεταχειρισμένων ακινήτων αυξήθηκαν σταθμισμένα κατά μέσο όρο 8,9%, ενώ των νέων ακινήτων αυξήθηκαν κατά 6,9%.
Αξίζει να τονιστεί ότι στη συγκεκριμένη έρευνα -όπως και σε αυτήν που κοινοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2018 για τις πωλήσεις ακινήτων του 2017- υπάρχει η διάκριση των κατοικιών σε νεότερα της πενταετίας (στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα νεόδμητα) και σε παλαιότερα των 5 ετών. Η διάκριση αυτή «κρίθηκε αναγκαία για την εξαγωγή πιο χρήσιμων συμπερασμάτων, καθώς τα τελευταία 5 χρόνια έχει μειωθεί πάρα πολύ η οικοδομική δραστηριότητα».
Όσον αφορά στην περιοχή της Αττικής, στα μεταχειρισμένα ακίνητα σημειώθηκε αύξηση τιμών 6,9%, ενώ αντίθετα στα νέα ακίνητα είχαμε ακόμη μεγαλύτερη αύξηση, της τάξεως του 10,7%. Στη Θεσσαλονίκη η αύξηση τιμών ακινήτων ηλικίας άνω των 5 ετών διαμορφώνεται στα επίπεδα του 7,9%, ενώ στα νέα ακίνητα ηλικίας έως 5 ετών, οι τιμές αυξήθηκαν κατά 3,1%. Τέλος, στην υπόλοιπη χώρα, οι τιμές στα μεταχειρισμένα ακίνητα σημείωσαν αύξηση κατά 12,9% ενώ σε εκείνα που έχουν κατασκευαστεί την τελευταία 5ετία, η άνοδος ήταν της τάξεως του 8,1%.
Η άνοδος του 2018 «έρχεται ως φυσική συνέχεια της σταθεροποίησης των τιμών με αυξητικές τάσεις, γεγονός που επιβραβεύει όλους όσοι επέλεξαν, στη μεταβατική περίοδο της εξόδου της Ελλάδας από τα μνημόνια, να επενδύσουν στην κτηματαγορά με πολλαπλά οφέλη και επιβεβαιώνοντας ότι η αγορά ακινήτων μπορεί να αποτελέσει και πάλι την ατμομηχανή της ελληνικής οικονομίας όπως είχε συμβεί και πριν την κρίση».
Στην ανακοίνωση του κτηματομεσιτικού δικτύου επισημαίνεται πως «τα στοιχεία της RE/MAX Ελλάς αλλά και τα πλέον επίσημα δεδομένα, αυτά της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, επιβεβαιώνουν τη θετική στροφή των επενδυτών στον κλάδο της κτηματαγοράς, είτε αφορά κατοικίες, είτε επαγγελματικούς χώρους, είτε άλλης μορφής ακίνητα. Αντίστοιχα στοιχεία είχε εμφανίσει η RE/MAX Ελλάς στην περσινή της έρευνα, όπου και τότε είχαν καταγραφεί οι τάσεις ανόδου ενός από τους πιο νευραλγικούς και καίριους κλάδους της ελληνικής οικονομίας».
Για την αύξηση των τιμών πώλησης ακινήτων, «αυτό που φαίνεται από τα στοιχεία είναι ότι τα τελευταία χρόνια, που είχε παγώσει η οικοδομική δραστηριότητα, περιορίστηκε το προσφερόμενο προϊόν και οι νέες αναπτύξεις, με αποτέλεσμα το υπάρχoν απόθεμα ακινήτων να μην ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες του αγοραστικού κοινού. Αυτό παρατηρείται ιδιαίτερα στον τομέα των κατοικιών».
Σημαντικό ρόλο στην αύξηση των τιμών έχουν παίξει και οι αυξημένες αποδόσεις που προσφέρουν οι νέου τύπου βραχυχρόνιες μισθώσεις, που πλέον έχουν κυριαρχήσει σε αστικά κέντρα αλλά και σε πολλές τουριστικές περιοχές. Τα ακίνητα αυτού του είδους βρίσκονται πλέον στις πρώτες επιλογές των ενδιαφερόμενων αγοραστών, καθώς οι αποδόσεις που προσφέρουν θα τις ζήλευαν και οι πιο φιλόδοξοι επενδυτές στον κλάδο του Real Estate.
Καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση του θετικού κλίματος και στη μεγαλύτερη αύξηση του αγοραστικού ενδιαφέροντος αναμένεται να «παίξει» η διαμόρφωση σταθερού επενδυτικού περιβάλλοντος, αλλά και ένα ευρύτερα ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς. Όσον αφορά στον όγκο των αγοραπωλησιών ακινήτων, η Ελληνική Στατιστική Αρχή κατέγραψε, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, αύξηση το 2017 σε σύγκριση με το 2016 κατά 11,6%, ενώ ανοδική είναι η πορεία τους και για το 2018, σύμφωνα με τα στοιχεία της RE/MAX Ελλάς.