Πέθανε ο σκηνοθέτης Γιάννης Καραχισαρίδης

Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 65 ετών ο σκηνοθέτης Γιάννης Καραχισαρίδης, αφήνοντας παρακαταθήκη δεκάδες θεατρικές παραστάσεις και το αποτύπωμά του στα ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης (2007-2014) και Βέροιας (1993-2002), όπου είχε διατελέσει καλλιτεχνικός διευθυντής, όπως και στο Ελληνικό Φεστιβάλ την περίοδο 2001-2006.
Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1955. Απόφοιτος του Κολλεγίου Αθηνών (τάξη ΄74) και στη συνέχεια του Οικονομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής Αθηνών, σπούδασε θέατρο στις σχολές του Πέλου Κατσέλη και του Λεωνίδα Τριβιζά. Σκηνοθέτησε περίπου 70 θεατρικές παραστάσεις και 6 όπερες, στις κρατικές σκηνές, στα περισσότερα ΔΗΠΕΘΕ και στο ελεύθερο θέατρο. Ειδικεύτηκε στο πολιτιστικό μάνατζμεντ.
Από το 1976 συνεργάστηκε με το Εθνικό Θέατρο, την Εθνική Λυρική Σκηνή, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα και ελεύθερους θιάσους σε έργα Αριστοφάνη, Σαίξπηρ, Γκολντόνι, Μολιέρου, Λόρκα, Ντάριο Φο, Ξενόπουλου, Κορρέ, Κορομηλά κ.ά.
Το καλοκαίρι του 1977 υπέγραψε τη σκηνοθεσία στις «Φοίνισσες» του Ευριπίδη με την Άννα Συνοδινού, στο αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Την άνοιξη του 2000 οργάνωσε και σκηνοθέτησε τη συμπαραγωγή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και του ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας με την αγγλόφωνη παράσταση «Follow the fellow who follows a dream».
Έγραψε σενάρια για σειρές και σκηνοθέτησε ντοκιμαντέρ για την τηλεόραση. Επίσης, δημοσίευσε άρθρα με θεωρητικές αναλύσεις για το θέατρο σε λογοτεχνικά περιοδικά.

Πέθανε ο σκηνοθέτης Σταύρος Καπλανίδης

Έφυγε από τη ζωή το βράδυ της Παρασκευής μετά από σύντομη πάλη με τον καρκίνο ο σκηνοθέτης Σταύρος Καπλανίδης.
Ο Σταύρος Καπλανίδης ζούσε και εργαζόταν στο Παρίσι έως το 1975 που επέστρεψε στην Eλλάδα.
Είχε σπουδάσει κινηματογράφο στη Γαλλία και είχε εργαστεί σαν βοηθός σκηνοθέτη σε πολλές ελληνικές και ξένες παραγωγές (Mεγαλέξανδρος του Θόδωρου Aγγελόπουλου, Λούφα και παραλλαγή του Nίκου Περάκη, Fedora του Billy Wilder, Midnight express του Alan Parker κ.α.). Επίσης συνεργάστηκε με την Ανιές Βαρντά, τον Σταύρο Τορνέ, τον Σταύρο Τσιώλη τον Δήμο Αβδελιώδη και άλλους.
Ταινίες του όπως, «Les Amants Terribles (Οι τρομεροί εραστές)«, «O Λούσιας», Tα πουλιά εδώ δεν πετούν…», «Σταύρος Tορνές O φτωχός κυνηγός του νότου» διακρίθηκαν και βραβεύτηκαν σε φεστιβάλ της Ελλάδας και του εξωτερικού.
Το ντοκιμαντέρ του «Play it again Χρήστο» για τον Χρήστο Βακαλόπουλο απέσπασε το Βραβείο κοινού στο 9ο Φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης το 2007.
Επίσης, γύρισε σε μίνι τηλεοπτική σειρά τον Λούσια του Νίκου Χουλιαρά το 2009.
Τελευταία του ταινία «Η Καντίνα», κωμωδία (2009).
Ο εκλιπών είχε διατελέσει μέλος του Δ.Σ. της Eταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών, του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Kινηματογραφίας του YΠΠO και του Δ.Σ. του Eλληνικού Kέντρου Kινηματογράφου.
Η κηδεία του θα είναι πολιτική και θα γίνει την Τρίτη στις 11π.μ. στο νεκροταφείο Ζωγράφου.

Έφυγε από τη ζωή ο σκηνοθέτης Σταύρος Τσιώλης

Έφυγε από τη ζωή σήμερα το πρωί και σε ηλικία 82 ετών, ο γνωστός σκηνοθέτης Σταύρος Τσιώλης. Η είδηση του θανάτου του έγινε γνωστή μέσα από την επίσημη σελίδα του στο Facebook: «Σήμερα Τρίτη 23 Ιουλίου, στις 6.10 το πρωί ο αγαπημένος μας πατέρας φίλος και αδελφός Σταύρος Τσιώλης ταξίδεψε στους ουρανούς, πέταξε προς έναν άλλο πολύχρωμο γαλαξία, ένα καλύτερο κόσμο όπου οι ψυχές χαίρονται το λίκνισμα των αστεριών και δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να προσεύχονται για όλους και όλα τα μικρά και ταπεινά πράγματα που αγάπησαν σ’ αυτή τη ζωή… μόνο λύπη γι όλα αυτά που μας χώρισαν και άγια τύχη γι όλα αυτά που ένωσαν», αναφέρεται στην ανάρτηση. 
Ο Σταύρος Τσιώλης σπούδασε κινηματογράφο στη Σχολή Κινηματογράφου Τηλεόρασης Λ. Σταυράκου στην Αθήνα και από το 1958 δούλεψε ως βοηθός σκηνοθέτη σε 54 ταινίες, πολλές από τις οποίες της Φίνος Φιλμ.
Η πρώτη δική του ταινία, η οποία βασίστηκε και σε δικό του σενάριο ήταν «Ο μικρός δραπέτης» για τη Φίνος Φιλμ το 1968. Το 1970 έκανε διεθνή επιτυχία με την ταινία «Κατάχρησις Εξουσίας». Κατόπιν εγκατέλειψε τον κινηματογράφο για μια δεκαπενταετία και επανήλθε το 1985 με ταινίες που έκαναν ιδιαίτερη επιτυχία.
Η ταινία του «Μια Τόσο Μακρινή Απουσία» απέσπασε έξι πρώτα βραβεία στο φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης 1985, ενώ οι «Ακατανίκητοι Εραστές» το 1988 παίχτηκε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης.