Ρωσία: Έσοδα €93 δισ. από ορυκτά καύσιμα τις πρώτες 100 ημέρες του πολέμου

Η Ρωσία συσσώρευσε έσοδα 93 δισ. ευρώ χάρη στις εξαγωγές ορυκτών καυσίμων τις πρώτες εκατό ημέρες του πολέμου που εξαπέλυσε εναντίον της Ουκρανίας την 24η Φεβρουαρίου, με το μεγαλύτερο μέρος του ποσού αυτού να προέρχεται από την ΕΕ, σύμφωνα με έκθεση ανεξάρτητου κέντρου μελετών που δόθηκε χθες στη δημοσιότητα και φέρνει σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση τη Γαλλία.
Η έρευνα, του Centre for research on energy and clean air (CREA, «Κέντρο έρευνας για την ενέργεια και τον καθαρό αέρα»), με έδρα τη Φινλανδία, δίνεται στη δημοσιότητα καθώς το Κίεβο ασκεί πίεση στους Δυτικούς να διακόψουν κάθε εμπορική συναλλαγή με τη Μόσχα, για να σταματήσουν να τροφοδοτούν την πολεμική μηχανή του Κρεμλίνου.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφάσισε πρόσφατα να επιβάλει προοδευτικό εμπάργκο –με εξαιρέσεις– στην εισαγωγή ρωσικού πετρελαίου. Το ρωσικό φυσικό αέριο, από το οποίο εξαρτάται σε καίριο βαθμό, δεν αναμένεται προς το παρόν να μετατραπεί σε αντικείμενο παρόμοιου μέτρου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του CREA, η ΕΕ αντιπροσώπευε το 61% των εξαγωγών ορυκτών καυσίμων, με αξία περίπου 57 δισ. ευρώ, τις πρώτες 100 ημέρες του πολέμου (24η Φεβρουαρίου-3η Ιουνίου). Οι κυριότεροι εισαγωγείς ρωσικού πετρελαίου το διάστημα αυτό ήταν η Κίνα (12,6 δισ. ευρώ), η Γερμανία (12,1 δισ.) και η Ιταλία (7,8 δισ.).
Τα έσοδα της Ρωσίας προέρχονται κυρίως από την πώληση αργού πετρελαίου (46 δισ.), κατόπιν του αερίου που διαμετακομίζεται μέσω αγωγών (24 δισ.), κατόπιν των πετρελαϊκών προϊόντων, του υγροποιημένου φυσικού αερίου (ΥΦΑ), καθώς και του άνθρακα.
Το μάννα αυτό δεν στέρεψε, παρότι οι εξαγωγές της Ρωσίας μειώθηκαν τον Μάιο και παρότι η Μόσχα υποχρεώθηκε να πουλήσει σε τιμές χαμηλότερες από αυτές της αγοράς. Παρά τις εκπτώσεις, η Ρωσία ωφελήθηκε από την παγκόσμια αύξηση των τιμών της ενέργειας.
Μολονότι ορισμένες χώρες έκαναν μεγάλες προσπάθειες να μειώσουν τις εισαγωγές τους (Πολωνία, Φινλανδία, τα κράτη της Βαλτικής), άλλες αντίθετα αύξησαν τις αγορές τους: η Κίνα, η Ινδία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και… η Γαλλία, σύμφωνα με το CREA.
«Ενώ η ΕΕ προβλέπει πιο αυστηρές κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας, η Γαλλία αύξησε τις εισαγωγές της και έγινε ο μεγαλύτερος αγοραστής ρωσικού ΥΦΑ στον κόσμο», τονίζει ο Λάουρι Μιλιβίρτα, αναλυτής του CREA.
Επρόκειτο για αγορές σποτ (άμεσα πληρωτέες στην παράδοση με ρευστό) και όχι στο πλαίσιο μακροπρόθεσμων συμβάσεων, κάτι που σημαίνει ότι η Γαλλία αποφάσισε εν γνώσει της να αγοράσει περισσότερη ρωσική ενέργεια παρά την εισβολή στην Ουκρανία, σημειώνει ο ειδικός.
Η Γαλλία «οφείλει να ευθυγραμμίσει τα λόγια με τις πράξεις της: εάν υποστηρίζει αληθινά την Ουκρανία, πρέπει να εφαρμόσει άμεσα εμπάργκο στα ρωσικά ορυκτά καύσιμα και να αναπτύξει το ταχύτερο καθαρές μορφές ενέργειας και λύσεις για την ενεργειακή αποδοτικότητα», κρίνει.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η Ελλάδα πρωτοστατεί στις ευρωπαϊκές προσπάθειες για τη σταδιακή απεξάρτηση της ναυτιλίας από τα ορυκτά καύσιμα

Ο Υπουργός Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Γιάννης Πλακιωτάκης, συμμεριζόμενος την ανάγκη συνεισφοράς όλων των οικονομικών τομέων, συμπεριλαμβανομένης της ναυτιλίας, στους φιλόδοξους στόχους της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και της Συμφωνίας των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή, απεύθυνε επιστολή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με την οποία προτείνει μία ρεαλιστική εναλλακτική προσέγγιση, σε συνάρτηση με τη σχεδιαζόμενη από την Ε.Ε. ένταξη της ναυτιλίας στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών (EU ETS).
Εκφράζοντας και τις ανησυχίες της ελληνικής διεθνούς ναυτιλιακής βιομηχανίας ως προς τις προθέσεις της Ευρωπαϊκή Επιτροπής, στο πλαίσιο αναθεώρησης του EU ETS, να συμπεριλάβει σε αυτό τη ναυτιλία, προτείνει τη δημιουργία ενός ειδικού ευρωπαϊκού Ταμείου υπό το EU ETS που θα εξασφαλίσει τη σταθερότητα της τιμής του άνθρακα (carbon price), τη μείωση της επιχειρηματικής αβεβαιότητας και τον περιορισμό των οικονομικών και διοικητικών επιβαρύνσεων για τις χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής ναυτιλίας.
Η πρόταση βασίζεται στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», καθώς επιτρέπει οι φορείς που ελέγχουν την εμπορική λειτουργία του πλοίου (commercial operators) και κατά συνέπεια καθορίζουν με τις αποφάσεις τους την ενεργειακή απόδοση του πλοίου, να καταβάλλουν και το κόστος εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου. Το εν λόγω Ταμείο θα χρηματοδοτήσει παράλληλα την Έρευνα & Τεχνολογία για καύσιμα και τεχνολογίες χαμηλών και μηδενικών εκπομπών, ενώ δυνητικά θα καταστήσει ελκυστικότερη τη χρήση περιβαλλοντικά φιλικών καυσίμων.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι η προτεινόμενη προσέγγιση δύναται να ενταχθεί και σε ένα παγκοσμίως αποδεκτό μέτρο στο πλαίσιο του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού, ο κ. Υπουργός καλεί την Ευρ. Επιτροπή να εξετάσει την σχετική πρόταση με θετικό πρίσμα κατά την επεξεργασία της αναμενόμενης, εντός του προσεχούς Ιουλίου, νομοθετικής πρότασής της.
Η ελληνική πρωτοβουλία απολαμβάνει της συναίνεσης σημαντικών φορέων της ευρωπαϊκής και διεθνούς ναυτιλιακής βιομηχανίας και μη κυβερνητικών περιβαλλοντικών οργανώσεων και φέρνει τη χώρα μας στο επίκεντρο των διεθνών και ευρωπαϊκών προσπαθειών για τη σταδιακή απεξάρτηση της ναυτιλίας από το διοξείδιο του άνθρακα.
Με αφορμή την ελληνική πρόταση προς την Ευρωπαϊκή. Επιτροπή, ο κ. Πλακιωτάκης δήλωσε τα εξής:
«Μετά το Brexit, ο ελληνόκτητος στόλος αποτελεί το 58% του ευρωπαϊκού. Με την ευθύνη που αναλογεί στην Ελλάδα ως πρώτη ναυτιλιακή δύναμη στην Ευρώπη και στον κόσμο, να καταθέτει προτάσεις που θα οδηγήσουν στην επόμενη μέρα της ναυτιλίας με ασφάλεια, προβλεψιμότητα και απόλυτο σεβασμό στους ευρωπαϊκούς περιβαλλοντικούς στόχους, προτείναμε στην Ευρωπαϊκή. Επιτροπή να εξετάσει, αντί της ένταξης της ναυτιλίας στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών που σχεδιάσθηκε για άλλες βιομηχανίες, τη δημιουργία ενός ειδικού ναυτιλιακού κεφαλαίου που θα χρηματοδοτείται με σταθερό τρόπο από τη ναυτιλιακή βιομηχανία, αναλόγως των αερίων εκπομπών κάθε πλοίου.
Η πρότασή μας διασφαλίζει την επίτευξη των κοινών μας περιβαλλοντικών στόχων στην Ε.Ε., την χρηματοδότηση της απαιτούμενης, υψηλής κλίμακας, έρευνας για τη σταδιακή απεξάρτηση της ναυτιλίας από τα ορυκτά καύσιμα, χωρίς να θέτει σε διακινδύνευση τη βιωσιμότητα των χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής ναυτιλίας».