ΟΟΣΑ: Περιουσιακά στοιχεία στο εξωτερικό ύψους €10 τρισ. σε γνώση φορολογικών αρχών το 2019

Διπλασιάστηκε στα 10 τρισ. ευρώ το 2019 το συνολικό ποσό των καταθέσεων και άλλων χρηματοπιστωτικών επενδύσεων στο εξωτερικό, το οποίο ήρθε σε γνώση των φορολογικών Αρχών του κόσμου μέσω της μεταξύ τους ανταλλαγής πληροφοριών, σύμφωνα με ανακοίνωση του ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης). 
«Η διεθνής κοινότητα συνεχίζει να κάνει τεράστια πρόοδο στη μάχη κατά της φοροδιαφυγής (μέσω επενδύσεων) στο εξωτερικό, καθώς η εφαρμογή των καινοτόμων κανόνων διαφάνειας από “το Παγκόσμιο Φόρουμ για τη Διαφάνεια και την Ανταλλαγή Πληροφοριών για Φορολογικούς Σκοπούς” οδηγεί τις χώρες όλο και πιο κοντά στον στόχο της εξάλειψης του τραπεζικού απορρήτου για φορολογικούς σκοπούς», σημειώνει ο ΟΟΣΑ.

Σχεδόν 100 χώρες προχώρησαν σε αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών το 2019, επιτρέποντας στις φορολογικές Αρχές τους να αποκτήσουν στοιχεία για 84 εκατ. χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς που κατείχαν κάτοικοί τους στο εξωτερικό, οι οποίοι αφορούσαν συνολικά περιουσιακά στοιχεία ύψους 10 τρισ. ευρώ. Το 2018, που ήταν η πρώτη χρονιά μίας τέτοιας ανταλλαγής πληροφοριών, είχαν ανταλλαχθεί πληροφορίες για 47 εκατ. χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς με συνολικά περιουσιακά στοιχεία 5 τρισ. ευρώ. Ο διπλασιασμός του ποσού προέκυψε από την αύξηση του αριθμού των χωρών που μετέχουν στο σύστημα ανταλλαγής πληροφοριών (97 έναντι 96 το 2018) καθώς και τη διεύρυνση των πληροφοριών που ανταλλάχθηκαν (το 2018 υπήρχαν πληροφορίες για 47 εκατ. χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς).«Η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών αλλάζει τα πάντα», δήλωσε ο γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ, Άνχελ Γκουρία, προσθέτοντας: «Το σύστημα αυτό της πολυμερούς ανταλλαγής, το οποίο έχει δημιουργηθεί από τον ΟΟΣΑ και η διαχείρισή του γίνεται από το Παγκόσμιο Φόρουμ παρέχει στις χώρες σε όλο τον κόσμο έναν πλούτο νέων πληροφοριών, ενισχύοντας τις φορολογικές διοικήσεις τους για να διασφαλίζουν ότι οι λογαριασμοί στο εξωτερικό δηλώνονται με τον κατάλληλο τρόπο. Οι χώρες θα αντλήσουν έσοδα που χρειάζονται πολύ, ιδιαίτερα σήμερα υπό το φως της τρέχουσας κρίσης της COVID-19, κινούμενες εγγύτερα σε έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει μέρος για να κρύψεις κάτι».
Από το 2009, όταν η G20 διακήρυξε το τέλος του τραπεζικού απορρήτου, η διεθνής κοινότητα έχει κάνει ισχυρή και συνεχή πρόοδο στη μάχη της φοροδιαφυγής με επενδύσεις στο εξωτερικό. Τα οφέλη από τη μάχη αυτή φάνηκαν πριν ακόμη από τις ανταλλαγές πληροφοριών.
Μελέτη του ΟΟΣΑ τον Νοέμβριο του 2019 έδειξε ότι η ευρύτερη ανταλλαγή πληροφοριών υπό την καθοδήγηση του Παγκόσμιου Φόρουμ συνοδεύτηκε από μία παγκόσμια μείωση των τραπεζικών καταθέσεων από αλλοδαπούς στα διεθνή χρηματοπιστωτικά κέντρα κατά 24% (410 δισ. δολάρια) από το 2008 έως το 2019.
Τα προγράμματα εθελοντικών αποκαλύψεων, οι φορολογικές έρευνες στο εξωτερικό και σχετικά μέτρα, που είχαν ληφθεί πριν από την αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών, έχουν οδηγήσει ήδη στον εντοπισμό πρόσθετων φορολογικών εσόδων ύψους 100 δισ. ευρώ σε παγκόσμιο επίπεδο. 
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

ΟΟΣΑ: Ψηλά η Ελλάδα στη φορολόγηση εργαζομένων με παιδιά

Τη 2η υψηλότερη φορολόγηση εργαζομένων με παιδιά ανάμεσα σε 36 χώρες του ΟΟΣΑ είχε η Ελλάδα το 2019, σύμφωνα με τη συγκριτική έκθεση φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας που δημοσίευσε το Tax Foundation και παρουσιάζει στη χώρα μας το ΚΕΦιΜ.
Σχετικά με τη φορολογική επιβάρυνση της εργασίας
Οι φόροι εισοδήματος, οι ασφαλιστικές εισφορές και οι φόροι κατανάλωσης όπως ο ΦΠΑ, αποτελούν μεγάλο μέρος των φορολογικών εσόδων σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, αναφέρει η σχετική ανακοίνωση. Ο συνδυασμός αυτών των φόρων αποτελεί αυτό που ονομάζεται «φορολογική επιβάρυνση της εργασίας».
Τα κύρια ευρήματα της έκθεσης για την Ελλάδα
Σε σύγκριση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ που αντιστοιχεί στο 36%, η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα είναι σχετικά υψηλή, στο 40,8%.
Η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στη χώρα μας είναι η 14η υψηλότερη μεταξύ των 36 χωρών του ΟΟΣΑ.
Η προοδευτικότητα της φορολογικής επιβάρυνσης της εργασίας στη χώρα μας είναι επίσης η 14η υψηλότερη μεταξύ των 36 χωρών του ΟΟΣΑ.
Σε αντίθεση με τις περισσότερες χώρες με υψηλή φορολογική επιβάρυνση στην εργασία, η χώρα μας δεν παρέχει σημαντικές φορολογικές ελαφρύνσεις σε οικογένειες με παιδιά. Μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα έχει μια από τις μικρότερες διαφορές μεταξύ των δύο φορολογικών επιβαρύνσεων, με 40,8% για εργαζόμενους και 37,8% για εργαζομένους με οικογένειες με δύο παιδιά.
Η Ελλάδα έχει τη δεύτερη υψηλότερη οικογενειακή φορολογική επιβάρυνση στην εργασία, στο 37,8%, με πρώτη την Ιταλία, στο 39,2%.
Κύρια ευρήματα για τις χώρες του ΟΟΣΑ
Οι μεμονωμένοι εργαζόμενοι μέσου εισοδήματος που ζουν σε χώρες του ΟΟΣΑ κατέβαλαν το 2019 πάνω από 1/3 ή 36% του μισθού τους σε φόρους εισοδήματος και ασφαλιστικές εισφορές.
Η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας για τους εργαζόμενους χωρίς παιδιά στον ΟΟΣΑ κυμαίνεται από μόλις 7% στη Χιλή έως 52,2% στο Βέλγιο.
Από τις 36 χώρες του ΟΟΣΑ σε 14 η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας ξεπερνά το 40%, σε 14 χώρες κυμαίνεται μεταξύ 40-30% και σε 8 χώρες είναι κάτω από 30%.
Οι χώρες με την υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση στην εργασία είναι το Βέλγιο (52,2%), η Γερμανία (49,4%), η Ιταλία (48,0%), η Αυστρία (47,9%) και η Γαλλία (46,7%).
Οι χώρες με τη χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση στην εργασία είναι η Χιλή (7%), η Νέα Ζηλανδία (18,8%), το Μεξικό (20,1%), η Ελβετία (22,3%) και το Ισραήλ (22,7%).
Σχόλιο του Tax Foundation για τα πορίσματα της έκθεσης για την Ελλάδα
«Οι οικονομολόγοι συμφωνούν γενικά ότι η υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση της εργασίας οδηγεί τόσο σε χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης όσο και σε χαμηλότερους μισθούς. Αυτό είναι σημαντικό για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής στην Ελλάδα, καθώς αναζητούν τρόπους για να βοηθήσουν την οικονομία. Εάν ο στόχος είναι να ενθαρρύνουν την απασχόληση, οι πολιτικές που μειώνουν τη φορολογική επιβάρυνση της εργασίας θα μπορούσαν να αποδειχθούν ένα ισχυρό εργαλείο».
Ο Πρόεδρος του ΚΕΦίΜ, Αλέξανδρος Σκούρας, σχολίασε σχετικά με την έρευνα:
«Η μελέτη του Tax Foundation εντοπίζει δύο κρίσιμα προβλήματα. Πρώτον, τη σημαντική οικογενειακή φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα και στην Ιταλία, που σίγουρα επιδεινώνει τα προβλήματα υπογεννητικότητας που αντιμετωπίζουν οι δύο χώρες. Και δεύτερον, την υψηλή φορολογική επιβάρυνση της εργασίας που σε συνδυασμό με την προοδευτικότητά της αυξάνουν ιδιαίτερα τους φορολογικούς συντελεστές στα υψηλά εισοδήματα συμβάλλοντας σε σημαντικό βαθμό στη φυγή από τη χώρα εξειδικευμένου επιστημονικού προσωπικού και διευθυντικών στελεχών».

ΟΟΣΑ: Υψηλή επίδοση των ΜμΕ στην Ελλάδα στην έκθεση «Δείκτες καινοτομίας»

Στη νέα έκδοση του ΟΟΣΑ «Δείκτες Καινοτομίας», η οποία δημοσιεύθηκε στις 29 Ιανουαρίου 2020, παρουσιάζονται τα αποτελέσματα για την καινοτομία των επιχειρήσεων για το διάστημα 2014-2016 σε 39 χώρες, με εστίαση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και με στοιχεία που συλλέχθηκαν σύμφωνα με τις οδηγίες του εγχειριδίου του Όσλο (Eurostat/OΟΣΑ).
Τα στοιχεία για την Ελλάδα προέρχονται από τη στατιστική έρευνα που πραγματοποίησε το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου (EKT), ως η αρμόδια Εθνική Αρχή του Ελληνικού Στατιστικού Συστήματος, με τη συνεργασία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής.
Στην Ελλάδα το 57,7% των επιχειρήσεων χαρακτηρίζονται καινοτόμες. Εστιάζοντας στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ειδικότερα σε αυτές που όχι μόνο υλοποίησαν καινοτομικές δραστηριότητες, αλλά τελικά εισήγαγαν στην αγορά νέα προϊόντα ή εφάρμοσαν νέες επιχειρησιακές διαδικασίες, η Ελλάδα με ποσοστό 56,87% βρίσκεται στη 13η θέση των χωρών μελών του ΟΟΣΑ.
Στην πρώτη θέση των χωρών μελών του ΟΟΣΑ βρίσκεται ο Καναδάς, με ποσοστό 73,3%, ενώ ακολουθούν η Ελβετία και η Νορβηγία, με ποσοστό 72,3% και 68,9% αντίστοιχα. 

Σε όρους απασχόλησης, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα που την τριετία 2014-2016 εισήγαγαν νέα προϊόντα ή νέες επιχειρησιακές διαδικασίες απασχολούν το 73,8% των εργαζομένων στις ΜμΕ που συμμετέχουν στην έρευνα.
Τα σημαντικότερα σημεία της έκθεσης είναι τα εξής:
– Οι δραστηριότητες και τα αποτελέσματα της καινοτομίας εμφανίζονται να έχουν ιδιαίτερα υψηλό βαθμό συγκέντρωσης, καθώς οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις τείνουν να έχουν καλύτερες επιδόσεις. Κατά μέσο όρο, στις 39 χώρες του ΟΟΣΑ, το 53% των επιχειρήσεων εισήγαγαν ένα νέο προϊόν ή μια νέα επιχειρησιακή διαδικασία. Αυτές οι επιχειρήσεις απασχολούν το 70% των εργαζομένων των επιχειρήσεων.
– Οι επιχειρήσεις τείνουν να εισάγουν, παράλληλα, περισσότερους από έναν τύπο καινοτομίας, αναπτύσσοντας τόσο τα προϊόντα τους (αγαθά και υπηρεσίες) όσο και τον τρόπο λειτουργίας και οργάνωσης της επιχείρησης (επιχειρησιακές διαδικασίες).
– Ένα μεγάλο μέρος των καινοτομιών δεν συνδέεται με τη διεξαγωγή ενδοεπιχειρησιακής Ε&Α ή την κατοχύρωση ευρεσιτεχνιών.
– Μικρή μερίδα εταιρειών υιοθετεί καινοτομίες που είναι καινούργιες στην αγορά τους. Συνήθως, οι επιχειρήσεις υιοθετούν καινοτομίες που έχουν αναπτυχθεί από άλλες επιχειρήσεις.
– Η έκδοση αναδεικνύει επίσης τον καθοριστικό ρόλο που έχουν για την καινοτομία τόσο η κρατική χρηματοδότηση όσο η ζήτηση από την αγορά. Όσον αφορά τη ζήτηση από την αγορά, για παράδειγμα, οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται διεθνώς είναι πιο πιθανό να έχουν υψηλά επίπεδα καινοτομίας και το αντίθετο. Από την άλλη, η κρατική χρηματοδότηση δείχνει να ευνοεί περισσότερο τις επιχειρήσεις που υλοποιούν Ε&Α. Κατά μέσο όρο, το 36% των επιχειρήσεων με Ε&Α χρηματοδοτούνται για τις καινοτομικές τους δραστηριότητες σε σχέση με μόλις 13% των επιχειρήσεων χωρίς Ε&Α.
Οι καινοτόμες αυτές επιχειρήσεις δεν ανήκουν μόνο στον κλάδο της μεταποίησης, στις Τεχνολογίες Πληροφορικής και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) ή σε κλάδους με εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό όπως η φαρμακευτική βιομηχανία, επισημαίνει η έκθεση. Οι καινοτομίες εντοπίζονται σε ένα ευρύτερο πεδίο οικονομικών δραστηριοτήτων, γεγονός που αναδεικνύει την υπάρχουσα δυναμική για μεγαλύτερη ανάπτυξη.

Η έρευνα για την Καινοτομία στις επιχειρήσεις
Τα στοιχεία για την Ελλάδα προέρχονται από τη στατιστική έρευνα που πραγματοποίησε το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου (EKT) σε 11.000 επιχειρήσεις με 10 εργαζόμενους και άνω, οι οποίες δραστηριοποιούνται σε διάφορους κλάδους της οικονομίας. Η έρευνα ολοκληρώθηκε το 2018 και τα αποτελέσματά της διαβιβάστηκαν στη Eurostat, σύμφωνα με τις στατιστικές υποχρεώσεις της χώρας, τροφοδοτώντας και άλλες σημαντικές εκδόσεις όπως το European Innovation Scoreboard. Μέρος των στοιχείων, μετά από περαιτέρω επεξεργασία, στάλθηκε στον ΟΟΣΑ.
Η έρευνα για την Καινοτομία στις επιχειρήσεις (Community Innovation Survey) αποτελεί την επίσημη στατιστική έρευνα για την καινοτομία στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διεξάγεται κάθε δύο χρόνια σε όλες τις χώρες – μέλη της ΕΕ μέσω ενιαίου πρότυπου ερωτηματολογίου, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, τις μεθοδολογικές οδηγίες του εγχειριδίου του Όσλο (ΟΟΣΑ/Eurostat 2018) και τις κατευθύνσεις της Eurostat, εξασφαλίζοντας υψηλή ποιότητα και συγκρισιμότητα των δεικτών όλων των χωρών μελών της ΕΕ. Οι στατιστικές καινοτομίας παρέχουν μία πλήρη αποτύπωση των τύπων καινοτομίας που εισάγουν οι επιχειρήσεις, των δραστηριοτήτων που υλοποιούνται για την ανάπτυξή τους και των παραγόντων που συνδέονται με την καινοτομία. Αφορούν επιχειρήσεις µε 10 ή περισσοτέρους εργαζομένους, σε Βιομηχανία και Υπηρεσίες.
Το EKT στο Ελληνικό Στατιστικό Σύστημα
Το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου από το 2012 εντάσσεται στη στατιστική παραγωγή έχοντας την ευθύνη για τη συλλογή, επεξεργασία και παρουσίαση των επίσημων στατιστικών στοιχείων για την Έρευνα, Ανάπτυξη & Καινοτομία στην Ελλάδα. Εκπροσωπεί τη χώρα στη Eurostat, στον ΟΟΣΑ και σε άλλους διεθνείς οργανισμούς, ενώ συνεργάζεται με την ΕΛΣΤΑΤ. Αποστολή του είναι να παρέχει υψηλής ποιότητας στατιστική πληροφόρηση και να καθιστά αυτή την πληροφόρηση διαθέσιμη σε όλους. Όλοι οι δείκτες και οι στατιστικές που παράγει, καθώς και οι μελέτες που εκδίδει το ΕΚΤ βρίσκονται στον δικτυακό τόπο metrics.ekt.gr

ΟΟΣΑ: Η γήρανση του πληθυσμού πληγώνει τα συνταξιοδοτικά συστήματα

Τα συνταξιοδοτικά συστήματα στις ανεπτυγμένες χώρες πρέπει να μεταρρυθμισθούν μπροστά στην επιταχυνόμενη γήρανση του πληθυσμού και τον πολλαπλασιασμό των άτυπων θέσεων εργασίας -ανεξάρτητων και μερικής απασχόλησης-, εκτιμά ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) σε έκθεσή του που δημοσιοποιήθηκε σήμερα.
Ενώ το 1980 υπήρχαν 2 πολίτες άνω των 65 ετών για κάθε 10 ενεργούς, σήμερα είναι 3 ανά 10 και το 2060 αναμένεται ότι θα είναι 6 ανά 10, διευκρινίζει ο ΟΟΣΑ.
Μπροστά σ’ αυτήν την προβλεπόμενη εξέλιξη, καλεί να συνεχισθούν οι μεταρρυθμίσεις ώστε να διασφαλισθεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των συνταξιοδοτικών συστημάτων. «Είναι κατανοητό το γεγονός ότι ορισμένες χώρες επιθυμούν να επανεξετάσουν ορισμένα μη δημοφιλή μέτρα που υιοθετήθηκαν σ’ ένα πλαίσιο κρίσης», εξήγησε στη διάρκεια παρουσίασης στους δημοσιογράφους ο Ερβέ Μπουλόλ, οικονομολόγος του ΟΟΣΑ ειδικός στις συντάξεις και τη δημογραφική γήρανση.
Όμως προειδοποίησε κατά της τάσης για χρηματοοικονομική χαλάρωση επειδή τα διορθωτικά μέτρα που υιοθετήθηκαν «σε πολλές περιπτώσεις αποκάλυψαν αδυναμίες που είναι δομικές και τα μέτρα που ελήφθησαν στόχευαν στην αντιμετώπιση μακροπρόθεσμων τάσεων, κυρίως δημογραφικών, που δεν έχουν σταματήσει».
ΠΗΓΗ: ΑΠΕ

ΟΟΣΑ: Ανάπτυξη 2,1% στην Ελλάδα το 2019

H ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας αναμένεται να διατηρήσει τη δυναμική της, με το ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν) της χώρας να αυξάνεται με ρυθμό 2% ή λίγο υψηλότερα το 2019 και το 2020 έναντι αύξησης 1,9% το 2018, σύμφωνα με την εξαμηνιαία έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (OECD Economic Outlook).
Από τον πίνακα της έκθεσης προκύπτει ότι ο ΟΟΣΑ προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 2,1% φέτος και 2% το 2020. «Η εγχώρια ζήτηση θα συμβάλλει περισσότερο στην ανάπτυξη από ό,τι στο πρόσφατο παρελθόν, αντισταθμίζοντας τη συγκράτηση της αύξησης των εξαγωγών», σημειώνει ο ΟΟΣΑ, προσθέτοντας: «Οι επενδύσεις αναμένεται να αρχίσουν να ανακάμπτουν, καθώς οι χρηματοδοτικές συνθήκες βελτιώνονται. Τα υψηλότερα εισοδήματα των νοικοκυριών, λόγω της πρόσφατης αύξησης του κατώτατου μισθού και της αύξησης της απασχόλησης, θα στηρίξουν την κατανάλωσή τους. Το πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού συνεχίζει να υπερβαίνει τους μεσοπρόθεσμους στόχους, η πρόσβαση στις διεθνείς αγορές ομολόγων βελτιώνεται και το ταμειακό μαξιλάρι είναι σημαντικό».
Ο ΟΟΣΑ τονίζει ότι η διασφάλιση της δημοσιονομικής αξιοπιστίας απαιτεί τη συνέχιση της επίτευξης των μεσοπρόθεσμων δημοσιονομικών στόχων. «Η συνέχιση της προόδου στη μείωση των υψηλών ανοιγμάτων των τραπεζών σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια θα απαιτήσει πιο βαθιά μέτρα. Πρόσθετες μεταρρυθμίσεις χρειάζονται για την ενίσχυση της παραγωγικότητας και των επενδύσεων, τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και την αύξηση των δεξιοτήτων», προσθέτει.
Ο ΟΟΣΑ αναφέρεται στην αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 11% στα 650 ευρώ τον μήνα και την κατάργηση του υποκατώτατου μισθού για τους νέους φέτος τον Φεβρουάριο, σημειώνοντας ότι με τις αυξήσεις αυτές, ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα σε σχέση με τον μέσο μισθό πλησιάζει τον μέσο όρο των χωρών του Οργανισμού. «Η αύξηση θα μειώσει τη φτώχεια των εργαζομένων, αλλά ενέχει τον κίνδυνο να συμβάλει στην άτυπη εργασία και την επιβράδυνση των κερδών στον αριθμό των θέσεων εργασίας, δεδομένης της ασθενούς παραγωγικότητας», σημειώνει.
Όσον αφορά στα δημοσιονομικά, η έκθεση αναφέρει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού ανήλθε στο 4,2% του ΑΕΠ το 2018. Τα ισχυρά έσοδα -όπως αυτά του ΦΠΑ από τις δαπάνες των τουριστών- και οι χαμηλότερες από τις προγραμματισμένες δημόσιες επενδύσεις, συνέβαλαν στην υπεραπόδοση, σημειώνει. Για τον προϋπολογισμό του 2019 επισημαίνει ότι διατηρείται ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ, αλλά «υπάρχουν κίνδυνοι στη διαχείριση των δαπανών λόγω των ληξιπρόθεσμων πληρωμών και τις πιέσεις στις δαπάνες μισθοδοσίας του Δημοσίου που προκύπτουν κυρίως από δικαστικές αποφάσεις».
Για τα πρόσφατα δημοσιονομικά μέτρα, ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι θα μειώσουν τα φορολογικά έσοδα, κυρίως με τη μείωση ορισμένων συντελεστών ΦΠΑ και την αύξηση των δαπανών, κυρίως για τις συντάξεις, από το 2019. «Τα μελλοντικά δημοσιονομικά μέτρα πρέπει να έχουν ως προτεραιότητα τις επενδύσεις στις υποδομέςκαι τις δεξιότητες, την καταπολέμηση της φτώχειας και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητα των δημόσιων δαπανών και των ελέγχων. Τα μέτρα αυτά, μαζί με τη μεγαλύτερη πρόοδο στις μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της δημόσιας διοίκηση, την ανάπτυξη της εξωδικαστικής μεσολάβησης και την ιδιωτικοποίηση κρατικών ενεργειακών περιουσιακών στοιχείων θα βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα και θα μειώσουν τα εμπόδια στην ανάπτυξη των επιχειρήσεων, ενώ θα στηρίξουν τους μεσοπρόθεσμους δημοσιονομικούς στόχους», τονίζει η έκθεση.
Η έκθεση καταλήγει, σημειώνοντας: «Αποκλίσεις από την τρέχουσα μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική στρατηγική θα υπονόμευε τα κέρδη στη δημοσιονομική αξιοπιστία. Οι καθυστερήσεις στις μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, της ανταγωνιστικότητας και της υγείας των τραπεζών θα δημιουργούσαν καθοδικούς κινδύνους στην προβλεπόμενη ανάκαμψη των επενδύσεων. Μία πτώση του τουρισμού ως αποτέλεσμα ενός άτακτου Brexit θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία μεγαλύτερη επιβράδυνση των εξαγωγών. Τα πρόσφατα μέτρα που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ταχύτερα από το αναμενόμενο αποτελέσματα, ενισχύοντας την εμπιστοσύνης και βελτιώνοντας περαιτέρω τις επενδυτικές προοπτικές».