ΙΟΒΕ: Επιδείνωση του οικονομικού κλίματος τον Φεβρουάριο

Επιδεινώθηκε το οικονομικό κλίμα τον Φεβρουάριο σύμφωνα ε τα αποτελέσματα της έρευνας οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ. Ο σχετικός δείκτης έκλεισε στις 106,9 μονάδες από τις 108,6 μονάδες τον προηγούμενο μήνα και επανήλθε ουσιαστικά στα επίπεδα που βρισκόταν στο τέλος του προηγούμενου έτους.
Η υποχώρηση του δείκτη προέρχεται, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, από τις κατασκευές και τις υπηρεσίες, ενώ η βιομηχανία, το λιανικό εμπόριο, αλλά και η καταναλωτική εμπιστοσύνη, βελτιώνονται οριακά.
«Άλλωστε, οι κύριες τάσεις της εγχώριας οικονομίας δεν έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά το τελευταίο διάστημα, με αποτέλεσμα οι σχετικές επιχειρηματικές προσδοκίες να επηρεάζονται περισσότερο από επιμέρους συγκυριακά κλαδικά χαρακτηριστικά. Οι αβεβαιότητες του διεθνούς περιβάλλοντος παραμένουν, γεγονός που επηρεάζει τις εξωστρεφείς επιχειρήσεις που είναι, όμως, υψηλής σημασίας στο παραγωγικό μας σύστημα.
Παράλληλα, τα νοικοκυριά παραμένουν απαισιόδοξα με μικρές μεταβολές από έντονη δυσαρέσκεια σε ηπιότερη, είτε για τα στενά οικονομικά τους, είτε ευρύτερα για την οικονομία.
Προσεχώς, το οικονομικό κλίμα θα διαμορφωθεί τόσο από τις εγχώριες εξελίξεις, κυρίως από τον ρυθμό αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού και περαιτέρω μείωσης της ανεργίας αλλά και τη γενικότερη δυναμική που θα διαγράφεται στην οικονομία, όσο και από αναταράξεις στο ευρωπαϊκό και διεθνές οικονομικό περιβάλλον που ενδέχεται να είναι έντονες» τονίζεται στην έρευνα του ΙΟΒΕ. Αναλυτικότερα:
-στη βιομηχανία, το αρνητικό ισοζύγιο των εκτιμήσεων για τις παραγγελίες και τη ζήτηση ενισχύθηκε ελαφρά, οι εκτιμήσεις για τα αποθέματα διατηρήθηκαν, ενώ οι θετικές προβλέψεις για την παραγωγή τους προσεχείς μήνες βελτιώθηκαν αισθητά.
– στις κατασκευές, οι αρνητικές προβλέψεις για πρόγραμμα εργασιών των επιχειρήσεων ενισχύθηκαν, ενώ παράλληλα οι θετικές προβλέψεις για την απασχόληση εξασθένισαν σημαντικά.
– στο λιανικό εμπόριο, οι εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις ενισχύονται ελαφρά, με το ύψος των αποθεμάτων να διατηρείται αμετάβλητο και τις προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη των πωλήσεων να βελτιώνονται σημαντικά.
– στις υπηρεσίες, οι θετικές εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση των επιχειρήσεων υποχώρησαν έντονα, ενώ παράλληλα εξασθενούν ήπια οι εκτιμήσεις για την τρέχουσα ζήτηση με τις προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη της ζήτησης να κλιμακώνονται σημαντικά.
– στην καταναλωτική εμπιστοσύνη, οι αρνητικές προβλέψεις των νοικοκυριών για την οικονομική κατάσταση της χώρας αμβλύνθηκαν, ενώ αντίθετα διατηρήθηκαν οι αντίστοιχες για τη δική τους οικονομική κατάσταση. Παράλληλα, βελτιώθηκαν σημαντικά οι προβλέψεις για μείζονες αγορές ενώ ενισχύθηκε η πρόθεση για αποταμίευση.
ΙΟΒΕ: Βελτίωση στο οικονομικό κλίμα τον Σεπτέμβριο με οδηγό τη βιομηχανία

Μικρή βελτίωση του οικονομικού κλίματος, με ήπια υποχώρηση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης καταγράφει το ΙΟΒΕ στο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα.
Ο δείκτης οικονομικού κλίματος διαμορφώθηκε τον Σεπτέμβριο στις 110,2 μονάδες, έναντι 106,1 μονάδων τον προηγούμενο μήνα και 106,8 μονάδων ένα έτος πριν, όπως σημειώνει το ΙΟΒΕ.
Παράλληλα, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης υποχώρησε τον Σεπτέμβριο και διαμορφώθηκε στις -51,3 μονάδες (από -48,1 μον. τον προηγούμενο μήνα), σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με ένα έτος πριν (-45,0 μονάδες).
Όσον αφορά τις εξελίξεις στη Βιομηχανία, το ΙΟΒΕ καταγράφει βελτίωση των επιχειρηματικών προσδοκιών, με τον σχετικό δείκτη να ενισχύεται τον Σεπτέμβριο στις 110,6 μονάδες (από 99,4 μον. ένα μήνα πριν), σε υψηλότερο επίπεδο από το αντίστοιχο περυσινό (100,5 μον.).
Alpha Bank: Η αλληλεπίδραση της αναπτυξιακής δυναμικής και του οικονομικού κλίματος

Η θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας συνεχίστηκε το πρώτο εξάμηνο του έτους, παρά τη διατήρηση της αβεβαιότητας στο διεθνές περιβάλλον, όπως αναφέρει το Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank.
Σύμφωνα με τα εποχικά διορθωμένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,2%, επιδεικνύοντας ανθεκτικότητα τόσο το πρώτο (2,1%), όσο και το δεύτερο τρίμηνο του έτους (2,3%). Η Ελλάδα σημείωσε υψηλότερο ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης σε σύγκριση με την πλειονότητα των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ-27), ενώ σε ορισμένα εξ αυτών, όπως η Γερμανία, η Ολλανδία, η Αυστρία και η Ιρλανδία, καταγράφηκε συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας. Παράλληλα, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ στην Ελλάδα, το πρώτο εξάμηνο, ήταν υπερτριπλάσιος από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 (0,7%), γεγονός που συνάδει με τον έντονα θετικό Δείκτη Οικονομικού Κλίματος (ESI) στη χώρα μας, ο οποίος κινείται σε επίπεδα σημαντικά υψηλότερα από τον αντίστοιχο ευρωπαϊκό δείκτη (Αύγουστος 2024: 106,3 έναντι 96,9 μονάδων).
Όπως σημειώνουν οι αναλυτές της Alpha Bank, η οικονομική μεγέθυνση το πρώτο εξάμηνο στηρίχθηκε στην ιδιωτική κατανάλωση, στις επενδύσεις και στην υψηλή συμβολή των αποθεμάτων. Ειδικότερα, η ιδιωτική κατανάλωση, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικότερο πυλώνα του αναπτυξιακού προτύπου της χώρας αντιπροσωπεύοντας το 70% του ΑΕΠ, έλαβε ώθηση από τη συνεχιζόμενη αύξηση της απασχόλησης (α’ εξάμηνο: 1,8%), τη σημαντική άνοδο των τουριστικών εισπράξεων (α’ εξάμηνο: 12,2%) και την ενίσχυση των εισοδημάτων σε συνδυασμό με την επιβράδυνση του πληθωρισμού. Παράλληλα, οι επενδύσεις συνέχισαν να κινούνται ανοδικά, με ήπιο ωστόσο ρυθμό. Αν και η Ελλάδα έχει υψηλότερο βαθμό απορρόφησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (48% έναντι 41%), ο μετασχηματισμός τους σε ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου απαιτεί χρόνο και τα οφέλη θα διαχυθούν σε μακρύ χρονικό ορίζοντα, καθώς στο Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας έχουν ενταχθεί ως επί το πλείστον μεγάλα επενδυτικά έργα.
Ενδεικτικά αναφέρεται ότι, σύμφωνα με το δελτίο εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού, το πρώτο επτάμηνο του έτους, οι δαπάνες του Ταμείου Ανάκαμψης υστέρησαν κατά Ευρώ 600 εκατ. έναντι των εκτιμήσεων που περιλαμβάνονταν στην εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού 2024.
Η ελληνική οικονομία εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να μεγεθύνεται τα επόμενα τρίμηνα με ταχύτερο ρυθμό έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου, όπως προκύπτει και από την πορεία του δείκτη ESI, ο οποίος αποτελεί πρόδρομο δείκτη της οικονομικής δραστηριότητας. Σύμφωνα με τις επικαιροποιημένες προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος, το ΑΕΠ της χώρας αναμένεται να αυξηθεί κατά 2,2% το 2024 και 2,5% το 2025. Τα πρόσφατα μέτρα ενίσχυσης των εισοδημάτων που ανακοινώθηκαν στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, όπως ενδεικτικά είναι οι αυξήσεις μισθών και συντάξεων, οι αυξήσεις του κατώτατου μισθού και του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, καθώς και η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 1%, αναμένεται να στηρίξουν την καταναλωτική δαπάνη, ενώ η χορήγηση της “Golden Visa” για κεφάλαια που θα εισάγονται για τη χρηματοδότηση startup εταιρειών με τουλάχιστον Ευρώ 250 χιλ. δύναται να συμβάλλει στην περαιτέρω ώθηση της επενδυτικής δραστηριότητας.
ΙΟΒΕ: Μικρή υποχώρηση του οικονομικού κλίματος τον Μάρτιο

Ο δείκτης οικονομικού κλίματος διέκοψε την ανοδική πορεία των τελευταίων μηνών και υποχώρησε ελαφρά στις 106,8 μονάδες τον Μάρτιο από 107,6 μονάδες τον Φεβρουάριο.
Σύμφωνα με την έρευνα οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ, «αυτή η εξέλιξη είναι αποτέλεσμα της επιδείνωσης των προσδοκιών στη βιομηχανία, καθώς στους υπόλοιπους τομείς οι μεταβολές ήταν ανοδικές, ενώ και η καταναλωτική εμπιστοσύνη βελτιώνεται. Στην Ελλάδα κατά τον προηγούμενο μήνα κυριάρχησε το τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη, ενώ στο παγκόσμιο οικονομικό πεδίο απειλήθηκε δυνητική κρίση στον τραπεζικό τομέα, με έναυσμα την κατάρρευση δύο τραπεζών στις ΗΠΑ και την Ελβετία.
Αν και η επίπτωση των δύο γεγονότων στο επίπεδο της εγχώριας οικονομίας θα μπορούσε να είναι έντονη, αυτό δεν έχει καταγραφεί, τουλάχιστον ακόμη».
Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, «τα κεντρικά δεδομένα της οικονομίας, που προϋπήρχαν αυτών των εξελίξεων, φαίνεται να εξακολουθούν να διατηρούν μάλλον θετικά τις προσδοκίες, όπως συμβαίνει από την αρχή του έτους.
Στο οικονομικό πεδίο, η επίπτωση των υψηλών τιμών ενέργειας έχει αμβλυνθεί, ο πληθωρισμός διατηρείται υψηλά, αλλά έχει πτωτική τάση, οι πρόδρομοι δείκτες για την τουριστική περίοδο είναι ισχυροί και συνολικά η κατανάλωση διατηρείται υψηλά.
Ταυτόχρονα, υπάρχει σημαντική επιβράδυνση της εγχώριας όπως και της ευρωπαϊκής οικονομίας, σε σχέση με πέρυσι, με συνεχιζόμενη άνοδο των επιτοκίων.
Πλέον, ο προγραμματισμός για τις βουλευτικές εκλογές οριστικοποιήθηκε και στο επόμενο διάστημα οι προσδοκίες στην οικονομία θα καθοριστούν κυρίως από τις εκλογικές εξελίξεις και τα χαρακτηριστικά που θα προσδώσει στην οικονομική πολιτική η νέα κυβέρνηση».
Αναλυτικότερα:
– στη βιομηχανία, το αρνητικό ισοζύγιο των εκτιμήσεων για τις παραγγελίες και τη ζήτηση βελτιώθηκε ελαφρά, οι εκτιμήσεις για τα αποθέματα ενισχύθηκαν και οι θετικές προβλέψεις για την παραγωγή τους προσεχείς μήνες ενισχύθηκαν οριακά.
– στις κατασκευές, οι αρνητικές προβλέψεις για την παραγωγή υποχώρησαν σημαντικά ενώ παράλληλα οι ήδη έντονα θετικές προβλέψεις για την απασχόληση βελτιώνονται περαιτέρω.
– στο λιανικό εμπόριο, οι εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις ενισχύθηκαν σημαντικά, με το ύψος των αποθεμάτων να κλιμακώνεται, ενώ οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη των πωλήσεων βελτιώνονται αισθητά.
– στις υπηρεσίες, οι θετικές εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση των επιχειρήσεων υποχώρησαν ελαφρά, εκείνες για τη ζήτηση ενισχύθηκαν ήπια, ενώ αντίθετα οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη της ζήτησης ενισχύθηκαν σημαντικά.
– στην καταναλωτική εμπιστοσύνη, οι αρνητικές προβλέψεις των νοικοκυριών για την οικονομική κατάσταση της χώρας εξασθένισαν ελαφρά, όπως και οι αντίστοιχες για τη δική τους οικονομική κατάσταση. Παράλληλα βελτιώθηκαν οριακά οι προβλέψεις για μείζονες αγορές και ενισχύθηκε ήπια η πρόθεση για αποταμίευση.
Γερμανία: Πτώση για το οικονομικό κλίμα τον Μάρτιο

Βουτιά 15 μονάδων (στις 13 μονάδες από 28,1) σημείωσε το οικονομικό κλίμα στη Γερμανία τον Μάρτιο σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα, σύμφωνα με το Κέντρο Ευρωπαϊκών Οικονομικών Ερευνών (ZEW), το οποίο, ωστόσο, θεωρεί ότι οι προσδοκίες παραμένουν σε θετικό έδαφος. Οι οικονομολόγοι ανέμεναν μικρότερη πτώση, στις 17,1 μονάδες.
Επιδεινώθηκε και η αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης, με τον δείκτη να διολισθαίνει περαιτέρω στις μείον 46,5 μονάδες.
«Οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές βρίσκονται υπό ισχυρή πίεση αυτή τη στιγμή… Η αξιολόγηση της εξέλιξης των τραπεζικών κερδών έχει επιδεινωθεί σημαντικά, αν και παραμένει ελαφρώς θετική. Οι εκτιμήσεις για τον ασφαλιστικό κλάδο έχουν επίσης μειωθεί σημαντικά», σημείωσε ο πρόεδρος της ZEW, Achim Wambach.
Παρόμοια και τα στοιχεία για την ευρωζώνη. Ο δείκτης του οικονομικού κλίματος υποχώρησε αυτόν τον μήνα έναντι του Φεβρουαρίου και διαμορφώθηκε στις 10 μονάδες, ενώ η εκτίμηση της τρέχουσας κατάστασης υποχώρησε στις -44,6 μονάδες.
ΙΟΒΕ: Βελτίωση του οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα

Σύμφωνα με το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), η μέτρηση προσεγγίζει τα εκ νέου τα επίπεδα του καλοκαιριού και είναι στην ίδια κατεύθυνση με τις εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς ανάλογες ανοδικές τάσεις επικρατούν στις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες, για πρώτη φορά από τον Φεβρουάριο.
Η επίδοση είναι αποτέλεσμα της βελτίωσης των προσδοκιών κυρίως στο Λιανικό εμπόριο και δευτερευόντως στις Υπηρεσίες, αλλά και την ανάκαμψη της καταναλωτικής εμπιστοσύνης.
Στη Βιομηχανία, αντίθετα, οι προσδοκίες είναι σταθερές, ενώ τα Δημόσια έργα παύουν να στηρίζουν τις Κατασκευές, όπου οι προσδοκίες υποχωρούν σημαντικά. Το ενεργειακό ζήτημα εξακολουθεί να προβληματίζει και να δημιουργεί αβεβαιότητες, όπως και το πρόβλημα του επίμονου και υψηλού πληθωρισμού που πλήττει πλέον σχεδόν όλες τις κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών και όλα τα νοικοκυριά, ενόψει και της εορταστικής περιόδου.
Από την άλλη πλευρά, η παρατεταμένη καλοκαιρία καθυστερεί την επίπτωση του αυξημένου κόστους και έχει ευνοήσει τα νοικοκυριά ως προς την θέρμανση, ενώ συνέβαλε και στην παράταση της τουριστικής περιόδου.
Το οικονομικό κλίμα παραμένει, γενικά, ευμετάβλητο και θα εξαρτηθεί τους επόμενους μήνες από τις ευρωπαϊκές εξελίξεις, ιδίως στο ενεργειακό ζήτημα, όσο και από τις εγχώριες εξελίξεις στην πορεία προς τις βουλευτικές εκλογές.
Αναλυτικότερα:
Στη Βιομηχανία, το αρνητικό ισοζύγιο των εκτιμήσεων για τις παραγγελίες και τη ζήτηση ενισχύθηκε ελαφρά, οι εκτιμήσεις για τα αποθέματα αποκλιμακώθηκαν και οι θετικές προβλέψεις για την παραγωγή τους προσεχείς μήνες ενισχύθηκαν ελαφρά.
Στις Κατασκευές, οι αρνητικές προβλέψεις για την παραγωγή υποχώρησαν, ενώ αντίθετα οι θετικές προβλέψεις για την απασχόληση εξασθένησαν αισθητά.
Στο Λιανικό Εμπόριο, οι εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις βελτιώθηκαν σημαντικά, με το ύψος των αποθεμάτων να αποκλιμακώνεται ελαφρά, ενώ οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη των πωλήσεων ενισχύονται αισθητά.
Στις Υπηρεσίες, οι θετικές εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση των επιχειρήσεων κινήθηκαν έντονα ανοδικά, εκείνες για τη ζήτηση μεταβλήθηκαν ήπια, ενώ οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη της ζήτησης βελτιώθηκαν ελαφρά.
Στην Καταναλωτική Εμπιστοσύνη, οι αρνητικές προβλέψεις των νοικοκυριών για την οικονομική κατάσταση της χώρας υποχώρησαν αισθητά, όπως και οι αντίστοιχες για τη δική τους οικονομική κατάσταση. Παράλληλα βελτιώθηκαν ήπια οι προβλέψεις για μείζονες αγορές και υποχώρησε ελαφρά η πρόθεση για αποταμίευση.
ΙΟΒΕ: Μικρή επιδείνωση του δείκτη οικονομικού κλίματος τον Δεκέμβριο

Ελαφρά υποχώρηση παρουσίασε τον Δεκέμβριο ο δείκτης οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα, όπως συνέβη συνολικά στην Ευρώπη, διαμορφούμενος στις 110,3 μονάδες (από 113,4 μονάδες).
Σύμφωνα με έρευνα οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ, ο δείκτης εξακολουθεί να κινείται σε υψηλά επίπεδα και δεν ενσωματώνει τις πολύ πρόσφατες εξελίξεις της πανδημίας, με την έξαρση της νέας μετάλλαξης και τα μέτρα πολιτικής για την αντιμετώπισή της.
Η υποχώρηση προήλθε κυρίως από την έντονη επιδείνωση των επιχειρηματικών προσδοκιών στις υπηρεσίες και στις κατασκευές, ενώ η μεταβολή στη βιομηχανία ήταν ήπια. Αντίθετα, οι προσδοκίες βελτιώθηκαν έντονα στο λιανικό εμπόριο, στο επίπεδο του καλοκαιριού του 2019, καθώς φαίνεται πως η δραστηριότητα κινήθηκε σε ικανοποιητικά επίπεδα σε σχεδόν όλους τους επιμέρους κλάδους, υπό την πρόσκαιρη επίδραση και των εποχικών επιδομάτων.
Στην καταναλωτική εμπιστοσύνη συνεχίστηκε η υποχώρηση, κατόπιν της πρόσκαιρης ανόδου της τον Νοέμβριο, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις κλιμακώθηκαν και καταγράφεται ανησυχία για την εξέλιξη των πραγματικών εισοδημάτων των νοικοκυριών. Επισημαίνεται ότι ο δείκτης βρέθηκε ακριβώς στην ίδια επίδοση με τις αρχές του έτους (Ιανουάριος 2021), όταν όμως η χώρα βρισκόταν σε κατάσταση lockdown.
Την τρέχουσα περίοδο, τα μέτρα προστασίας αφορούν σε πολύ λιγότερες δραστηριότητες και έχουν χαμηλότερη ένταση σε σχέση με προηγούμενους κύκλους παρεμβάσεων πολιτικής. Ωστόσο, καθώς η έξαρση της νέας μετάλλαξης βρίσκεται σε εξέλιξη, το εύρος τους την προσεχή περίοδο και οι επιπτώσεις τους στην οικονομία δεν είναι δεδομένα.
Αξιολογώντας συνολικά την πορεία του δείκτη οικονομικού κλίματος το 2021, αυτή χαρακτηρίστηκε από ισχυρή άνοδο, ειδικά στο δεύτερο τρίμηνο τους έτους, ενώ γενικά η εξέλιξή του συγχρονίζεται με τη δυναμική του ΑΕΠ, σύμφωνα με το ΙΟΒΕ. Είναι αξιοσημείωτη, όμως, η απόκλιση που εμφανίστηκε σταδιακά στο δεύτερο εξάμηνο του έτους μεταξύ των τάσεων στις επιχειρηματικές προσδοκίες και την καταναλωτική εμπιστοσύνη, με το δεύτερο δείκτη να επιδεινώνεται σημαντικά (Ιούνιος ’21: -25,6 μονάδες, Δεκέμβριος ’21: -43,2 μονάδες). Αυτό το γεγονός αναδεικνύει διαφορετικές αξιολογήσεις από τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά της πορείας της ελληνικής οικονομίας κατά το δεύτερο εξάμηνο και των προοπτικών της για τη νέα χρονιά. Αναλυτικότερα:
– Στη βιομηχανία, το ήπια θετικό ισοζύγιο των εκτιμήσεων για τις παραγγελίες και τη ζήτηση ενισχύθηκε ελαφρά, οι εκτιμήσεις για τα αποθέματα κλιμακώθηκαν ήπια και οι θετικές προβλέψεις για την παραγωγή τους προσεχείς μήνες αποκλιμακώθηκαν ήπια.
– Στις κατασκευές, οι αρνητικές προβλέψεις για την παραγωγή υποχώρησαν ήπια, ενώ παράλληλα οι προβλέψεις για την απασχόληση επιδεινώθηκαν.
– Στο λιανικό εμπόριο, οι εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις ενισχύθηκαν σημαντικά, με το ύψος των αποθεμάτων να διατηρείται σχεδόν αμετάβλητο, ενώ οι θετικές προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη των πωλήσεων κλιμακώνονται αισθητά.
– Στις υπηρεσίες, οι θετικές εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση των επιχειρήσεων διατηρήθηκαν υψηλά και υποχώρησαν ελαφρά, όπως και εκείνες για τη ζήτηση, ενώ οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη της ζήτησης μεταβλήθηκαν οριακά.
– Στην καταναλωτική εμπιστοσύνη, οι αρνητικές προβλέψεις των νοικοκυριών για την οικονομική κατάσταση της χώρας ενισχύονται ελαφρά όπως και οι αντίστοιχες για τη δική τους οικονομική κατάσταση εντός ενός έτους, ενώ παράλληλα επιδεινώνονται οι εκτιμήσεις για μείζονες αγορές και υποχωρεί η πρόθεση για αποταμίευση.
Eurobank: Επιδεινώθηκε το οικονομικό κλίμα τον Σεπτέμβριο 2021

Έπειτα από 7 μήνες συνεχούς ανοδικής πορείας, ο δείκτης οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα σημείωσε μείωση τον Σεπτέμβριο 2021, όπως αναφέρει η Eurobank στο εβδομαδιαίο της δελτίο. Ειδικότερα, διαμορφώθηκε στις 109,7 μονάδες από 113,0 μονάδες τον Αύγουστο 2021 (89,8 μονάδες τον Σεπτέμβριο 2020).
Ο αντίστοιχος δείκτης στην Ευρωζώνη αυξήθηκε οριακά στις 117,8 μονάδες. Παρά την άνοδο των κρουσμάτων και τις φυσικές καταστροφές τον Αύγουστο 2021, ο δείκτης οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα τον συγκεκριμένο μήνα έλαβε την 2η υψηλότερη τιμή από τον Οκτώβριο 2007. Ως εκ τούτου, η κάμψη του Σεπτεμβρίου 2021 θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια μορφή διόρθωσης.
Όσον αφορά στους δείκτες εμπιστοσύνης που συνθέτουν τον δείκτη οικονομικού κλίματος, οι τομείς της βιομηχανίας, των καταναλωτών και του λιανικού εμπορίου κινήθηκαν πτωτικά, ενώ οι αντίστοιχοι στις υπηρεσίες και τις κατασκευές ανοδικά.
Παρά την κάμψη του Σεπτεμβρίου 2021, ο δείκτης οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα βρέθηκε σε επίπεδα σχετικά κοντά με αυτά προ πανδημίας. Το ίδιο ισχύει και για τους δείκτες εμπιστοσύνης στη βιομηχανία και τις υπηρεσίες. Μια πιθανή ερμηνεία του εν λόγω ποιοτικού χαρακτηριστικού είναι ότι με τις παρούσες συνθήκες η πιθανότητα για εκ νέου εφαρμογή αυστηρών περιοριστικών μέτρων (lock-down) έχει μειωθεί.
Αναντίρρητα, η πανδημία εξακολουθεί να έχει κόστος για την οικονομία, εντούτοις η εμβολιαστική εκστρατεία, το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και η προσαρμογή των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων και της κυβέρνησης στις νέες συνθήκες που δημιούργησε η υγειονομική κρίση, οδηγούν σε σταδιακή αποκλιμάκωση της αβεβαιότητας.
Κάνοντας την υπόθεση ότι δεν θα υπάρξει κάποια έντονη και αιφνίδια αρνητική εξέλιξη στο μέτωπο της πανδημίας, στην τρέχουσα χρονική περίοδο ο νέος πτωτικός κίνδυνος εστιάζεται κυρίως στις επιπτώσεις από τις αυξημένες τιμές ενέργειας και αγαθών (οι ανατιμήσεις στα είδη πρώτης ανάγκης συμπιέζουν το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών ενώ σε πρώτες ύλες και υλικά πλήττουν την οικονομική δραστηριότητα). Ο εν λόγω παράγοντας αναμένεται να επηρεάσει τις τιμές των δεικτών προσδοκιών και οικονομικής συγκυρίας του 4ου τριμήνου 2021.
Η ένταση των προσδοκώμενων μεταβολών θα εξαρτηθεί από τις προσδοκίες που θα διαμορφωθούν για τη χρονική έκταση του εν εξελίξει φαινομένου. Μέχρι τον Σεπτέμβριο 2021, κλάδοι όπως της μεταποίησης και των κατασκευών, δηλαδή τομέων της οικονομίας των οποίων το κόστος παραγωγής επηρεάζεται άμεσα από τις τιμές ενέργειας, παρουσιάζουν ανθεκτικότητα.
Ειδικά στον κλάδο των κατασκευών οι προσδοκίες διαμορφώνονται σε υψηλά πολλών ετών (βλέπε Σχήμα 2α), ενώ ο δείκτης PMI μεταποίησης παραμένει σε επίπεδα αρκετά υψηλότερα του ορίου μηδενικής μεταβολής των 50 μονάδων δείκτη (58,4 μονάδες τον Σεπτέμβριο 2021).
Παρά ταύτα, ο δείκτης τιμών υλικών κατασκευών νέων κτηρίων ενισχύθηκε σε ετήσια βάση 4,6% τον Αύγουστο 2021 (-0,3% τον Αύγουστο 2020), ενώ και στο δελτίο τύπου της IHS Marktit για τον δείκτη PMI μεταποίησης στην Ελλάδα τον Σεπτέμβριο 2021, τονίζεται η αύξηση των τιμών εισροών.
Σε υψηλό 21 ετών το οικονομικό κλίμα στην Eυρωζώνη

Στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 21 ετών έφτασε το οικονομικό κλίμα στην Eυρωζώνη τον Ιούνιο, καθώς η επιτάχυνση του ρυθμού εμβολιασμού κατά του Covid-19 οδήγησε σε περαιτέρω άνοιγμα της οικονομίας και σε βελτίωση της διάθεσης σε όλους τους κλάδους της οικονομίας, κυρίως στο λιανεμπόριο και τις υπηρεσίες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Κομισιόν, ο δείκτης οικονομικού κλίματος αυξήθηκε στις 117,9 μονάδες τον Ιούνιο από 114,5 τον Μάιο, έναντι 116,5 μονάδων που ανέμεναν οι αναλυτές.
Πιο αισιόδοξο το κλίμα στις υπηρεσίες, όπου ο υποδείκτης αυξήθηκε στις 17,9 μονάδες από 11,3 τον προηγούμενο μήνα, πολύ υψηλότερα του αναμενόμενου, ενώ στο λιανεμπόριο αυξήθηκε στις 4,5 μονάδες από 0,5 μονάδες.
Βελτίωση, αλλά πιο περιορισμένη, εμφάνισε το κλίμα και στη βιομηχανία, τις κατασκευές και το καταναλωτικό κλίμα.
Ο δείκτης καταναλωτικού κλίματος διαμορφώθηκε στο -3,3 τον Ιούνιο από -5,1 τον περασμένο μήνα.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Κομισιόν, στη Γερμανία το οικονομικό κλίμα άγγιξε ιστορικό υψηλό, ενώ βελτιώθηκε στις έξι μεγαλύτερες χώρες της ΕΕ εκτός από την Ισπανία, όπου επιδεινώθηκε.
ΙΟΒΕ: Βελτίωση του οικονομικού κλίματος και της καταναλωτικής εμπιστοσύνης τον Μάρτιο

Βελτίωση οικονομικού κλίματος τον Μάρτιο και ανάκαμψη της καταναλωτικής εμπιστοσύνης καταγράφει το ΙΟΒΕ στο τελευταίο Δελτίο Εξελίξεων στη Βιομηχανία που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα.
Ειδικότερα, ο δείκτης οικονομικού κλίματος ενισχύθηκε τον Μάρτιο και διαμορφώθηκε στις 96,9 μονάδες, έναντι 91,9 μονάδων τον προηγούμενο μήνα. Παράλληλα, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης καταγράφει βελτίωση τον Μάρτιο και διαμορφώνεται στις –39,5 (από –46,2) μονάδες τον προηγούμενο μήνα, παραμένοντας όμως πολύ χαμηλότερα σε σχέση με τα περσινά επίπεδα (-16,5 μονάδες).
Παράλληλα, στο Δελτίο καταγράφεται:
– Ενίσχυση των επιχειρηματικών προσδοκιών στη Βιομηχανία, στις 100,8 μον. τον Μάρτιο από τις 98,9 μον. τον Φεβρουάριο.
– Υποχώρηση της ανεργίας και τον Δεκέμβριο του 2020. Μείωση της ανεργίας στο σύνολο του 2020, για έβδομο συνεχόμενο έτος, λόγω της μείωσης του εργατικού δυναμικού
– Σημαντική άνοδος της βιομηχανικής παραγωγής 3,1% τον Ιανουάριο (y-o-y) στην Ελλάδα έναντι οριακής μείωσης 0,2% στην ΕΕ27. Ενίσχυση 3,4% σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2020.
– Ήπια εξασθένιση των εξαγωγών βιομηχανίας 2,6% τον Ιανουάριο (y-o-y). Υποχώρηση εμπορικού ελλείμματος στα €1,8 δισεκ. από €2,4 δισεκ. τον Ιανουάριο του 2020.
– Μείωση σε όγκο των εξαγωγών βιομηχανικών προϊόντων το 2020 (-5,0%), αλλά με μικρή αύξηση της αξίας τους κατά 3,7%. Ηπιότερη η εξασθένιση του όγκου εισαγωγών, 1,1%.