Νέα επιδείνωση της οικονομικής ανάκαμψης τον Ιανουάριο στην Ευρωζώνη

Η οικονομική ανάκαμψη της ευρωζώνης αποδυναμώθηκε περαιτέρω αυτόν τον μήνα, καθώς οι νέοι περιορισμοί που επιβλήθηκαν για τη συγκράτηση της Όμικρον πλήττουν τις δραστηριότητες στον τομέα των υπηρεσιών, τη στιγμή που και οι τιμές συνεχίζουν να αυξάνονται.
Με την Όμικρον να σαρώνει την Ευρώπη, οι κυβερνήσεις ενθαρρύνουν τους πολίτες να μένουν στο σπίτι και να αποφεύγουν τις κοινωνικές συναναστροφές ή τις συναντήσεις με πολλά άτομα.
Ο σύνθετος ΡΜΙ της IHS Markit υποχώρησε στις 52,4 μονάδες τον Ιανουάριο από τις 53,3 μονάδες τον Δεκέμβριο, στο χαμηλότερο επίπεδο από τον Φεβρουάριο και χαμηλότερα από τις εκτιμήσεις για 52,6 μονάδες.
Τα στοιχεία επηρεάστηκαν από τον ΡΜΙ υπηρεσιών, ο οποίος διαμορφώθηκε σε χαμηλό εννέα μηνών στις 51,2 από τις 53,1 μονάδες.
“Η Όμικρον έχει οδηγήσει σε μια ακόμη απότομη πτώση των δαπανών σε πολλές υπηρεσίες που έχουν άμεση σχέση με τον καταναλωτή στην αρχή του έτους, με τον τουρισμό, τα ταξίδια και την αναψυχή να πλήττονται περισσότερο σκληρά”, τόνισε ο Chris Williamson, επικεφαλής οικονομολόγος της IHS Markit.
Με τους καταναλωτές να μένουν στο σπίτι, η αύξηση της ζήτησης για υπηρεσίες έχει σχεδόν εξαντληθεί.
Ο νέος επιχειρηματικός δείκτης υποχώρησε στις 50,8 μονάδες από τις 52,5 μονάδες, και πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο από τον Απρίλιο του προηγουμένου έτους.
Οι καταναλωτές υφίστανται επίσης πλήγμα από τις τιμές που συνεχώς αυξάνονται. Ο σύνθετος δείκτης τιμών παραγωγής διαμορφώθηκε αντίστοιχα των υψηλών του Νοεμβρίου, και έρχεται αφότου ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε σε υψηλό-ρεκόρ τον προηγούμενο μήνα, πιθανότατα αυξάνοντας τις πιέσεις στην ΕΚΤ να αυστηριοποιήσει την πολιτική.
Τα εργοστάσια ωστόσο είναι λιγότερο επηρεασμένα από τους περιορισμούς και σε μεγάλο βαθμό έχουν παραμείνει ανοιχτά.
Ο μεταποιητικός ΡΜΙ σημείωσε άνοδο σε υψηλό πενταμήνου στις 59 μονάδες έναντι των 58.
Ο δείκτης που μετρά την παραγωγή σημείωσε άνοδο στις 55,8 μονάδες από τις 53,8 μονάδες.
Επίσης, για να καλύψουν την αυξημένη ζήτηση, τα εργοστάσια αύξησαν το προσωπικό με ταχύτατους ρυθμούς, με τον δείκτη απασχόλησης να σημειώνει άνοδο στις 57,5 μονάδες από τις 55,3 μονάδες, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο.

ΕΤΕ: Έτος ανάκαμψης το 2021, με τις ανάγκες ρευστότητας να περιορίζονται σημαντικά

Με την πανδημία να εξακολουθεί να πλήττει την ελληνική (και παγκόσμια) οικονομία, το 2021 αναμένεται ως ένα έτος σταδιακής ανάκαμψης της οικονομικής δραστηριότητας μετά από μία πρωτόγνωρη διαταραχή ιστορικών διαστάσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η νέα μελέτη της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας εστιάζει στη διάγνωση των αναγκών χρηματοδότησης που η πανδημία δημιουργεί στον ελληνικό επιχειρηματικό τομέα, καθώς και στις διαθέσιμες επιλογές κάλυψής τους.
Η πορεία των πωλήσεων των ελληνικών επιχειρήσεων το 2021 αποτελεί το πρώτο θεμελιώδες μέρος της προσέγγισής μας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας, το 2021 αναμένεται να αποτελέσει έτος ανάκαμψης των πωλήσεων (της τάξης του +8%), επιτρέποντας την ανάκτηση άνω του 50% των απωλειών του 2020. Η ανάκαμψη αναμένεται να πραγματοποιηθεί σε δύο στάδια, με το 1ο εξάμηνο του έτους να παρουσιάζει σταθεροποιητικές τάσεις (+0,7%, σε ετήσια βάση) και το 2ο εξάμηνο να ενισχύει τη δυναμική της τροχιάς ανάπτυξης (+14,6%, σε ετήσια βάση).
Μεταξύ των κλάδων, ανοδικά σε σχέση με το 2019 αναμένεται να κινηθούν κατά το 2ο εξάμηνο του έτους οι κλάδοι κατασκευών, εμπορίου αυτοκινήτων και υπηρεσιών ICT (καθώς η πανδημία και τα μέσα αντίδρασης λειτουργούν ενισχυτικά για τη ζήτησή τους). Στον αντίποδα, ο κλάδος του τουρισμού θα εξακολουθήσει να δέχεται ισχυρές πιέσεις με τις πωλήσεις να παραμένουν σε επίπεδα χαμηλότερα του 2019 το 2ο εξάμηνο (κατά 38% για τα ξενοδοχεία και κατά 15% για την εστίαση).
Ωστόσο η μερική ανάκαμψη έναντι του 2020 (σχεδόν 50% σε ετήσια βάση) εκτιμάται ότι θα επιτρέψει το άνοιγμα της πλειοψηφίας των ξενοδοχείων κατά τη θερινή τουριστική περίοδο – επιτυγχάνοντας πληρότητες της τάξης του 45% (αντίστοιχα με τις επιδόσεις του 60% των ξενοδοχείων που άνοιξαν το καλοκαίρι του 2020).
Εμβαθύνοντας στην ανάλυσή μας, προσεγγίζουμε τις χρηματοδοτικές ανάγκες του επιχειρηματικού τομέα για το 2021 βάσει του «Υποδείγματος Ενοποιημένου Ισολογισμού του Επιχειρηματικού Τομέα» που έχει αναπτύξει η Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας. Βάσει δείγματος 30.000 επιχειρήσεων (καλύπτοντας τα ⅔ των πωλήσεων του επιχειρηματικού τομέα), καταρτίζονται ενοποιημένοι ισολογισμοί για κάθε κλάδο, στοχεύοντας στην εκτίμηση των χρηματοδοτικών τους αναγκών.
Βάσει των εκτιμήσεων μας, στα τέλη του 2021 το ποσοστό του τομέα που θα εξακολουθήσει να αντιμετωπίζει έντονα προβλήματα ρευστότητας θα παρουσιάσει σημαντική αποκλιμάκωση -από το 88% στο τέλος του 2020 σε 33% στο τέλος του 2021- επιστρέφοντας σταδιακά στα προ πανδημίας επίπεδα (προσεγγίζοντας δηλαδή το 13% του τομέα που είχε παρατηρηθεί στα τέλη του 2019). Τα προβλήματα ρευστότητας εκτιμάται ότι θα δημιουργήσουν συνολικές ανάγκες ύψους περίπου €16 δισ., όταν για την προηγούμενη χρονιά το κενό ρευστότητας των επιχειρήσεων υπολογίζεται ότι ξεπέρασε τα €34 δισ. Πηγές γραφημάτων: Ελ.Στατ., Icap database, Εκτιμήσεις ΕΤΕ
Σε επίπεδο κλάδων, το εμπόριο και η βιομηχανία παρουσιάζουν τις μεγαλύτερες ανάγκες κεφαλαίων κίνησης, με €4,4 δισ. και €2,5 δισ. αντίστοιχα (αντανακλώντας το μέγεθος των κλάδων αυτών). Ωστόσο αξιοσημείωτο είναι ότι ο κλάδος του τουρισμού παρουσιάζει τις πιο πιεστικές χρηματοδοτικές ανάγκες, καθώς αναμένεται να προσεγγίσουν το 40% των πωλήσεων ξενοδοχείων και εστιατορίων.
Η συνδυασμένη πολιτική παρεμβάσεων από το κράτος και τον τραπεζικό τομέα αναμένεται να περιορίσει το αρχικό κενό χρηματοδότησης κατά €5,8 δισ., ενώ η αξιοποίηση του διαθέσιμου ταμειακού μαξιλαριού των επιχειρήσεων μπορεί να μειώσει περαιτέρω το κενό κατά €3,3 δισ., περιορίζοντας έτσι το κενό χρηματοδότησης στα €6,4 δισ.
Εξαιρώντας τις μακροχρόνια ζημιογόνες επιχειρήσεις, τραπεζική χρηματοδότηση θα απαιτηθεί για την κάλυψη υπολειπόμενου κενού της τάξης των €2,2 δισ., επιβεβαιώνοντας έτσι τη διαχειρισιμότητα των αναγκών για κεφάλαια κίνησης τη φετινή χρονιά. Εξασφαλίζοντας ότι το σύνολο των υγιών επιχειρήσεων θα έχει πρόσβαση σε επαρκή ρευστότητα το 2021 (όπως συνέβη και το 2020), φαίνεται ότι συνεχίζει να λειτουργεί το αποτελεσματικό «φρένο» στις δευτερογενείς επιδράσεις της υγειονομικής κρίσης στην ελληνική οικονομία (που θα πρόκυπταν από τη χρηματοοικονομική ασφυξία ενός σημαντικού ποσοστού επιχειρήσεων).
Σε πιο μεσοπρόθεσμη βάση, όσο απομακρυνόμαστε από την επείγουσα συγκυρία εξασφάλισης της επιβίωσης των υγιών επιχειρήσεων, προτεραιότητα θα πρέπει να δοθεί -και με την αξιοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης- στην ανάκτηση του επιπέδου των επιχειρηματικών επενδύσεων που μειώθηκε εξαιτίας της οικονομικής κρίσης (από 10% την περίοδο πριν το 2008 σε λιγότερο από 6% του ΑΕΠ την τελευταία 10ετία) και των αποθεμάτων που μειώθηκαν εν μέσω της πανδημίας (από το 14% το 2018 σε λιγότερο από 12% των πωλήσεων το 2020).