Την Πέμπτη η αποζημίωση ειδικού σκοπού σε 201.819 μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα

Τη μεταφορά πίστωσης ποσού ύψους 93.964.872 ευρώ, από τον Ε.Φ. 1033-501-0000000, ΑΛΕ 2310989899 οικ. έτους 2020, για νέες πληρωμές αποζημιώσεων ειδικού σκοπού σε μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, την Πέμπτη 19 Νοεμβρίου, ενέκρινε ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Γιάννης Βρούτσης.
Αφορά σε 201.819 δικαιούχους, και συγκεκριμένα:
α) Σε αναστολές συμβάσεων εργασίας εργαζομένων κατά τον μήνα Οκτώβριο, για την πληρωμή αποζημίωσης ειδικού σκοπού ύψους 59.797.566 ευρώ στους δικαιούχους, το σύνολο των οποίων ανέρχεται σε 134.829.
β) Σε μονομερείς υπεύθυνες δηλώσεις των εργαζομένων με δικαίωμα υποχρεωτικής επαναπρόσληψης σε επιχειρήσεις-εργοδότες κύριων και μη κύριων ξενοδοχειακών και τουριστικών καταλυμάτων, καθώς σε επιχειρήσεις-εργοδότες τουριστικών λεωφορείων, για την πληρωμή αποζημίωσης ειδικού σκοπού ύψους 25.596.024 ευρώ στους δικαιούχους, το σύνολο των οποίων ανέρχεται σε 50.785.
γ) Σε μονομερείς υπεύθυνες δηλώσεις των επαγγελματιών της τέχνης και του πολιτισμού, ξεναγών και τουριστικών συνοδών, προκειμένου για την πληρωμή αποζημίωσης ειδικού σκοπού ύψους 8.571.282 ευρώ στους δικαιούχους, το σύνολο των οποίων ανέρχεται στους 16.205.
ΕΡΓΑΝΗ: Αύξηση της μισθωτής απασχόλησης τον Ιούλιο

Αύξηση της μισθωτής απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα καταγράφεται για τον μήνα Ιούλιο, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΡΓΑΝΗ, καθώς προκύπτει θετικό ισοζύγιο προσλήψεων/αποχωρήσεων κατά 67.911 θέσεις εργασίας.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα στοιχεία των ροών μισθωτής απασχόλησης του Ιουλίου 2020, οι αναγγελίες πρόσληψης ανήλθαν σε 306.808, ενώ οι αποχωρήσεις σε 238.897. Από τις 238.897 συνολικά αποχωρήσεις, οι 87.824 προήλθαν από οικειοθελείς αποχωρήσεις και οι 151.073 από καταγγελίες συμβάσεων αορίστου χρόνου ή λήξεις συμβάσεων ορισμένου χρόνου.
Από τη σύγκριση των στοιχείων των δύο μηνών, Ιούλιος 2020 και Ιούλιος 2019, προκύπτει αυξημένη επίδοση κατά 82.602 περισσότερων θέσεων εργασίας για τον Ιούλιο 2020 (θετικό ισοζύγιο 67.911 θέσεων εργασίας) έναντι αρνητικού ισοζυγίου (-14.691) τον Ιούλιο του 2019, αποτελώντας την υψηλότερη καταγεγραμμένη θετική επίδοση ισοζυγίου μηνός Ιουλίου από το 2001 μέχρι σήμερα.
«Το ισοζύγιο ροών μισθωτής απασχόλησης σε περιβάλλον πανδημίας λόγω του COVID-19 για τον μήνα Ιούλιο 2020, αποτυπώνει ιδιαιτέρως θετικά αποτελέσματα, συγκριτικά με τους προηγούμενους μήνες, λόγω του ετεροχρονισμένου “ανοίγματος” του τουρισμού. Σε κάθε περίπτωση είμαστε προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις των επόμενων μηνών και τις επιπτώσεις της πανδημίας και της ύφεσης στην αγορά εργασίας. Συνολικά η κυβέρνηση και το υπουργείο Εργασίας, θα συνεχίσει με στοχευμένες πολιτικές, ενέργειες και δράσεις, με υπευθυνότητα και χωρίς εφησυχασμό να υποστηρίζει την διατήρηση θέσεων εργασίας, έχοντας στο επίκεντρο την υγεία και την προστασία των εργαζομένων», δήλωσε ο υπουργός Εργασίας, Γιάννης Βρούτσης.
Διευκρινίσεις για τις εισφορές κύριας σύνταξης μισθωτών που υπάγονται στον e-ΕΦΚΑ

Διευκρινίσεις σχετικά με το καθεστώς ασφαλιστικών εισφορών κύριας σύνταξης των μισθωτών, που υπάγονται στην ασφάλιση του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ), παρέχει απόφαση του υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων Γιάννη Βρούτση, η οποία αναρτήθηκε στη «Διαύγεια».
Σύμφωνα με την υπουργική απόφαση, το βασικό πλαίσιο ως προς το καθεστώς υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών μισθωτών δεν μεταβάλλεται και, συνεπώς, οι μισθωτοί ασφαλισμένοι του e-ΕΦΚΑ εξακολουθούν να καταβάλουν για την κύρια σύνταξη εισφορά, ύψους 20% (6,67% για τον ασφαλισμένο και 13,33% για τον εργοδότη).
Ασφαλιστικές εισφορές μισθωτού, ανεξαρτήτως του χρόνου υπαγωγής στην ασφάλιση (παλαιοί και νέοι ασφαλισμένοι) και διατηρουμένου σε ισχύ του τεκμηρίου υπέρ της μισθωτής εργασίας του άρθρου 2 παρ. 1 του α.ν. 1846/1951, καταβάλλονται στον e-ΕΦΚΑ στις εξής περιπτώσεις ασφαλισμένων:
– Μισθωτοί που υπάγονται στην ασφάλιση του πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, με εξαίρεση όσους καταβάλλουν εισφορές, βάσει κυμαινόμενων αποδοχών ή ειδικών κανονισμών.
– Μισθωτοί που υπάγονται στην ασφάλιση του πρώην ΟΑΕΕ-Τομέας Ναυτικών και Τουριστικών Πρακτόρων (πρώην ΤΑΝΠΥ).
– Μισθωτοί που υπάγονται στην ασφάλιση του πρώην ΕΤΑΑ (ΤΣΜΕΔΕ, ΤΣΑΥ).
– Οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή που υπάγονται στην ασφάλιση του πρώην ΕΤΑΑ (Τομέας Ασφάλισης Νομικών).
– Μισθωτοί ανειδίκευτοι εργάτες που απασχολούνται στον αγροτικό τομέα, καθώς και μετακλητοί πολίτες τρίτων χωρών, οι οποίοι, μέχρι 31/12/2016, υπάγονταν στην ασφάλιση του πρώην ΟΓΑ.
– Μισθωτοί που υπάγονται στην ασφάλιση του πρώην ΕΤΑΠ-ΜΜΕ.
– Πρόσωπα που κατέχουν θέση διευθυντή, γενικού διευθυντή, εντεταλμένου ή διευθύνοντος ή συμπράττοντος συμβούλου, διοικητή εταιρείας ή συνεταιρισμού, εφόσον συνδέονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας.
– Πρόσωπα που διορίζονται ως μέλη διοικητικού συμβουλίου σε ΑΕ ή σε αγροτικούς συνεταιρισμούς, εφόσον λαμβάνουν αμοιβή.
– Οι διαχειριστές των εταιρειών όλων των νομικών μορφών, με εξαίρεση τους διαχειριστές των ΙΚΕ, οι οποίοι εξακολουθούν να καταβάλουν ασφαλιστικές εισφορές ελεύθερου επαγγελματία, σύμφωνα με το άρθρο 39 του ν. 4387/2016, όπως ισχύει.
Σημειώνεται ότι το καθεστώς ασφάλισης και ασφαλιστικών εισφορών στις περιπτώσεις μετακλητών υπαλλήλων, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, ρυθμίζεται ειδικώς με τις διατάξεις του άρθρου 5Α του ν. 4387/2016, όπως αυτό προστίθεται με το άρθρο 23 του ν. 4670/2020.
Ασφάλιση μελών διοικητικού συμβουλίου Ανώνυμων Εταιρειών και αγροτικών συνεταιρισμών
Από την 1η Ιανουαρίου 2020 καθορίζεται ο τρόπος υπολογισμού του χρόνου ασφάλισης στις περιπτώσεις των μελών διοικητικού συμβουλίου Ανώνυμων Εταιρειών και αγροτικών συνεταιρισμών.
Συγκεκριμένα, ορίζεται πλέον ρητά ότι, εφόσον το ποσό ασφαλιστικής εισφοράς που καταβλήθηκε, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παρ. 3, αντιστοιχεί ή υπερβαίνει το ποσό εισφοράς επί του βασικού μισθού μισθωτού, θεωρούνται ως συμπληρωμένες από τον ασφαλισμένο 25 ημέρες ασφάλισης κατά μήνα.
Σε περίπτωση που το ποσό ασφαλιστικής εισφοράς υπολείπεται του ποσού εισφοράς επί του βασικού μισθού μισθωτού, ο χρόνος ασφάλισης κατά μήνα προκύπτει από το πηλίκο της καταβληθείσας ασφαλιστικής εισφοράς διά του ποσού εισφοράς επί του βασικού μισθού μισθωτού, πολλαπλασιαζόμενο επί 25.
Καταβολή μειωμένης εισφοράς
Καταβολή μειωμένων ασφαλιστικών εισφορών προβλέπεται στις εξής περιπτώσεις:
α) Μείωση της εργοδοτικής εισφοράς κατά 6,66 ποσοστιαίες μονάδες για όσους εργοδότες απασχολούν μισθωτούς, ηλικίας έως 25 ετών.
β) Μείωση κατά 50% της εισφοράς ασφαλισμένου για τις μητέρες που αποκτούν παιδί για ένα έτος, μετά τον τοκετό.
Βάση υπολογισμού ασφαλιστικής εισφοράς
Οι ασφαλιστικές εισφορές για την κύρια σύνταξη εξακολουθούν να υπολογίζονται επί των πάσης φύσεως αποδοχών των εργαζομένων, με εξαίρεση τις κοινωνικού χαρακτήρα έκτακτες παροχές, λόγω γάμου, γεννήσεως τέκνων, θανάτου και βαριάς αναπηρίας.
Για τα πρόσωπα που κατέχουν θέση διευθυντή, γενικού διευθυντή, εντεταλμένου ή διευθύνοντος ή συμπράττοντος συμβούλου, διοικητή εταιρείας ή συνεταιρισμού, οι ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται επί του συνολικού ποσού των αμοιβών.
Για τα πρόσωπα που διορίζονται ως μέλη διοικητικού συμβουλίου σε ΑΕ ή σε αγροτικούς συνεταιρισμούς, οι ασφαλιστικές εισφορές υπολογίζονται επί της κατ’ αποκοπή αμοιβής.
Ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών
Το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών επί του οποίου υπολογίζεται η ασφαλιστική εισφορά ορίζεται, μηνιαίως, στο ποσό των 6.500 ευρώ και αποσυνδέεται πλέον από το βασικό μισθό μισθωτού. Ως εκ τούτου, θα παραμένει σταθερό, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε μελλοντικής αύξησης ή μείωσης του βασικού μισθού των εργαζομένων.
Το ανωτέρω ποσό αναπροσαρμόζεται σε ετήσια βάση, με διαπιστωτική πράξη του υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, από 1/1/2023 έως 31/12/2024, κατά το ποσοστό μεταβολής του μέσου ετήσιου γενικού δείκτη τιμών καταναλωτή του προηγούμενου έτους και, σε περίπτωση αρνητικής τιμής του ανωτέρω δείκτη, δεν γίνεται αναπροσαρμογή. Από 1/1/2025 και εφεξής, το ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών προσαυξάνεται σε ετήσια βάση, σύμφωνα με το δείκτη μεταβολής μισθών και τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 8 παρ. 4 του ν. 4387/2016, όπως ισχύει.
Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας: «Υπόθεση… Κορωνοϊός – Υποχρεώσεις και δικαιώματα εργοδοτών και μισθωτών»

Ενόψει της απειλής εξαπλώσεως και στην Ελλάδα του κορωνοϊού και της ενδεχoμένης θέσεως εις εφαρμογήν των δυνατοτήτων που δίδονται με την από 25.2.2020 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ 42/Α΄/25.2.2020), ανακύπτουν ερωτήματα, στα οποία το Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας επιχειρεί να απαντήσει κατωτέρω:
1. Από πλευράς μισθωτών. Εάν ο μισθωτός (λειτουργούσης επιχειρήσεως) νοσήσει, απέχει από την εργασία του έχοντας το δικαίωμα να λάβει τις αποδοχές του μέχρι ενός μηνός αν έχει συμπληρώσει έτος υπηρεσίας ή μέχρι ενός 15θημέρου αν έχη συμπληρώσει 10ήμερο στον εργοδότη αλλά όχι και έτος υπηρεσίας. Ταύτα κατά τις διατάξεις των άρθρων 657 και 658 ΑΚ, περί αποχής εκ της εργασίας για σπουδαίο λόγο μη οφειλόμενο σε υπαιτιότητα του μισθωτού (ανυπαίτιο κώλυμα).
2. Από πλευράς εργοδότου. Αν η επιχείρηση κλείσει κατόπιν διαταγής της Αρχής, εφαρμοστέο είναι το άρθρο 656 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο ο εργαζόμενος δικαιούται να ζητήσει τον μισθό του όταν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη για λόγους που αφορούν τον εργοδότη αλλά δεν οφείλονται σε ανωτέρα βία. Αντιθέτως δεν δικαιούται αποδοχών αν ο λόγος οφείλεται σε ανωτέρα βία.
Ανωτέρα βία θεωρείται κάθε τυχηρόν γεγονός, στην συγκεκριμένη περίπτωση απρόβλεπτο, το οποίο ήταν αδύνατον να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμελείας και συνέσεως.
Εν προκειμένω ο κορωνοϊός και η απειλή διαδόσεώς του συνιστά γεγονός ανωτέρας βίας, το οποίο απαλλάσσει κατά το άρθρο 656 ΑΚ τον εργοδότη που δεν μπορεί να απασχολήσει τους μισθωτούς του, από την καταβολή αποδοχών σ’ αυτούς.
Ως προς την εφαρμογή του άρθρου 656 ΑΚ, στην ΕΡΜΑΚ – Ι. Καποδίστριας υπ’ άρθρον 656 αρ. 58, γίνονται οι εξής διακρίσεις:
α) Εάν ο λόγος που επέφερε την διαταραχή της λειτουργίας της επιχειρήσεως οφείλεται σε ανωτέρα βία και αφορά ή και δεν αφορά την επιχείρηση, ο εργοδότης απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής των αποδοχών.
β) Εάν ο λόγος αφορά την επιχείρηση αλλά δεν οφείλεται σε ανωτέρα βία, ο εργοδότης οφείλει τον μισθό και
γ) Εάν ο λόγος δεν αφορά την επιχείρηση και δεν οφείλεται σε ανωτέρα βία, ο εργοδότης απαλλάσσεται από την καταβολή του μισθού μόνον όταν το τυχηρό γεγονός κατέστησε συγχρόνως και στον εργαζόμενο αδύνατη την παροχή της εργασίας, οπότε εφαρμόζεται το άρθρο 380 ΑΚ περί απαλλαγής τόσο του δανειστού όσο και του οφειλέτου από την παροχή τους.
Στην τελευταία περίπτωση πρέπει να δεχθούμε ότι αντί του άρθρου 380 ΑΚ (διάταξη του ενοχικού δικαίου, γενική) έχει εφαρμογή η ειδικώτερη διάταξη των άρθρων 657-658 ΑΚ περί ανυπαιτίου κωλύματος.
Βάσει των ανωτέρω, όταν δεν υπάρχη ανωτέρα βία για τον εργοδότη, τότε οφείλονται αποδοχές στον κωλυόμενο (ανυπαιτίως) να παράσχει εργασία. Βλ. και Εγγρ. Υπ. Εργασίας στο ΔΕΝ 2017 σελ. 73.
Βλ. πάντως σχετικά και Χ. Γκούτον στο ΔΕΝ 2005 σελ. 897 επ.(906) καθώς και την απόφαση 146/09 Ειρηνοδικείου Χαλκίδος (ΔΕΝ 2009 σελ. 700) που δέχεται ότι το ημερομίσθιο κατά τα άρθρα 657, 658 ΑΚ οφείλεται ανεξαρτήτως του λόγου που εμποδίζει τον εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία (δηλαδή και σε περίπτωση ανωτέρας βίας).
Ταύτα πάντα υπό την επιφύλαξη της τυχόν εκδόσεως ειδικής αποφάσεως που θα ρυθμίζει τα της αμοιβής κ.λπ. των μισθωτών, κατ’ εφαρμογήν της από 25.2.2020 ΠΝΠ κ.λπ.
3. Σύμφωνα με τον Ν. 3850/10 (ΔΕΝ 2010 σελ. 786) περί μέτρων υγιεινής και ασφαλείας (άρθρα 42 επ.), ο εργοδότης υποχρεούται να λάβει μέτρα υγιεινής, όπως υποδεικνύονται από την Πολιτεία, για την περιστολή της απειλής διαδόσεως του κορωνοϊού. Εάν στην επιχείρηση υπάρχει Ιατρός Εργασίας (επιχείρηση με 50 μισθωτούς σε όλα τα παραρτήματα, υποκαταστήματα κ.λπ., κατ’ αρθρ. 36 παρ. 5 του Ν. 4144/13 που προσέθεσε περίπτωση στο άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 3850/10), τότε, στις σχετικές υποδείξεις και συμβουλές αυτού κατά το άρθρο 17 του Ν. 3850/10, απαιτείται να προσφεύγει τόσο ο εργοδότης όσο και οι μισθωτοί. Υποχρέωση να εφαρμόζουν τους κανόνες υγείας και ασφαλείας τόσο για την ασφάλεια και την υγεία τους, όσο «και για την ασφάλεια και την υγεία των άλλων ατόμων που επηρεάζονται από τις πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την εργασία» έχουν και οι μισθωτοί κατά το άρθρο 49 του ιδίου νόμου. Εν προκειμένω οι μισθωτοί πρέπει να πληροφορούν τον εργοδότη αν εμφανίζουν συμπτώματα που μπορεί να οφείλονται σε κορωνοϊό κ.λπ.