Ευρωζώνη: Σε υψηλά 10 μηνών η μεταποίηση – Οριακή ανάκαμψη της επιχειρηματικής δραστηριότητας τον Ιανουάριο

Ελαφρά ανοδικά κινήθηκε η επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ευρωζώνη τον Ιανουάριο, όπως δείχνουν τα προκαταρκτικά στοιχεία της S&P Global. Οι επιχειρήσεις της ευρωζώνης αντιμετώπισαν ένα δύσκολο ξεκίνημα για το 2024 με τη δραστηριότητα στις υπηρεσίες να συρρικνώνεται ξανά τον Ιανουάριο, καθώς η ζήτηση συνέχισε να μειώνεται ενώ οι πιέσεις στις τιμές αυξήθηκαν λόγω των εντάσεων στην Ερυθρά Θάλασσα.
Ο σύνθετος δείκτης PMI που καταρτίζει η S&P Global αυξήθηκε στις 47,9 μονάδες τον Ιανουάριο από 47,6 τον Δεκέμβριο, οριακά χαμηλότερα από τις προσδοκίες για αύξηση στις 48 μονάδες, όπως ανέμεναν αναλυτές σε δημοσκόπηση του Reuters. Ωστόσο, ο σύνθετος PMI βρέθηκε στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων έξι μηνών, αν και συνεχίζει για όγδοο μήνα να παραμένει κάτω από το 50 το οποίο αποτελεί το όριο μεταξύ της συρρίκνωσης και της ανάπτυξης,.
Ο δείκτης PMI για τον κλάδο των υπηρεσιών διαμορφώθηκε διαμορφώθηκε σε χαμηλά τριών μηνών και στις 48,4 μονάδες τον Ιανουάριο από 48,8 τον προηγούμενο μήνα.
Στον αντίποδα, στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων δέκα μηνών διαμορφώθηκε ο μεταποιητικός PMI, καθώς τον Ιανουάριο βρέθηκε στις 46,6 μονάδες από 44,4 μονάδες τον Δεκέμβριο. Ο δείκτης για την παραγωγή διαμορφώθηκε σε υψηλό εννέα μηνών, επίσης στο 46,6 από 44,4 τον προηγούμενο μήνα.
Τέλος, η αισιοδοξία για το επόμενο έτος βελτιώθηκε και ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών εκτινάχθηκε στο 59,8 από 58,3, στα υψηλότερα επίπεδα από τον Μάιο.
«Τα σημερινά στοιχεία επιβεβαιώνουν την άποψή μας ότι η οικονομική αδυναμία στη ζώνη του ευρώ θα διαρκέσει περισσότερο από ό,τι αναμενόταν από την πλειοψηφία των οικονομολόγων και της ΕΚΤ», δήλωσε ο Christoph Weil στην Commerzbank.
Η Γερμανία και η Γαλλία, οι μεγαλύτερες οικονομίες της νομισματικής ένωσης των 20 χωρών, είδαν και οι δύο βελτίωση στους PMI μεταποίησης αλλά επιδείνωση των υπηρεσιών τους.
Οι βρετανικές εταιρείες υπηρεσιών είδαν άλλη μια ανάκαμψη στην ανάπτυξη αυτόν τον μήνα, ενισχύοντας τα σημάδια μιας μέτριας ανάκαμψης της υποτονικής οικονομίας, αν και τα εργοστάσια που αντιμετωπίζουν προβλήματα πλήττονται τώρα από τον πληθωριστικό αντίκτυπο των εντάσεων στην Ερυθρά Θάλασσα.
Eurobank: Θετικό το αποτύπωμα για τη μεταποίηση το 2022

Οι χειμερινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν έκρυβαν εκπλήξεις για την ελληνική οικονομία, σημειώνει στο εβδομαδιαίο δελτίο της «7 Ημέρες Οικονομία» η Eurobank, εστιάζοντας και στον τομέα της μεταποίησης.
Σύμφωνα με τις χειμερινές εκτιμήσεις της Κομισιόν, η ελληνική οικονομία, μετά την ισχυρή ανάκαμψη το 2021 (+8,4% από -9,0% το 2020) εκτιμάται ότι μεγεθύνθηκε με ρυθμό της τάξης του 5,5% το 2022, ενώ για την επόμενη διετία αρχικά προβλέπεται επιβράδυνση στο 1,2% το 2023 και στη συνέχεια επιτάχυνση στο 2,2% το 2024. Σημειώνουμε ότι η 1η εκτίμηση για τον πραγματικό ρυθμό μεγέθυνσης του 2022 είναι προγραμματισμένο να δημοσιευτεί από την ΕΛΣΤΑΤ στις 7 Μαρτίου 2023 οπότε και θα ανακοινωθούν οι εθνικοί λογαριασμοί του 4ου τριμήνου 2022. Τέλος, σε ό,τι αφορά τον πληθωρισμό, μετά την απότομη και υψηλή αύξησή του στο 9,3% το 2022, προβλέπεται μείωση για φέτος στο 4,5% και περαιτέρω επιβράδυνση του χρόνου στο 2,4%.
Σε σύγκριση με τις φθινοπωρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο πραγματικός ρυθμός μεγέθυνσης στην Ελλάδα για το 2022 αναθεωρήθηκε επί τα χείρω κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες (ΠΜ), ενώ για τα έτη 2023 και 2024 αναθεωρήθηκε επί τα βελτίω κατά 0,2 ΠΜ. Ως εκ τούτου, η προβλεπόμενη σωρευτική μεγέθυνση 2022-2024 παρέμεινε οριακά αμετάβλητη (9,1% σύμφωνα με τις χειμερινές προβλέψεις από 9,2% σύμφωνα με τις φθινοπωρινές).
Όπως σημειώνεται στην ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ιδιωτική κατανάλωση προβλέπεται να ευνοηθεί από την επιβράδυνση του πληθωρισμού, οι επενδύσεις αναμένεται να ενισχυθούν από την αποτελεσματική εφαρμογή του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, ενώ και οι εξαγωγές, λόγω της αναμενόμενης βελτίωσης του εξωτερικού περιβάλλοντος από τα μέσα του 2023, εκτιμάται ότι θα ανακάμψουν το 2024, με τον ρυθμό μεταβολής των τουριστικών εσόδων να κινείται σε θετικό έδαφος, τόσο το 2023 όσο και το 2024.
Επιπρόσθετα, σε όρους πραγματικού ρυθμού μεγέθυνσης, η ελληνική οικονομία προβλέπεται να υπεραποδώσει έναντι της Ευρωζώνης την τριετία 2022-2024.
Τέλος, οι προαναφερθείσες προβλέψεις για το πραγματικό ΑΕΠ και τον πληθωρισμό εμπεριέχουν πτωτικούς και ανοδικούς κινδύνους αντίστοιχα. Οι πτωτικοί κίνδυνοι για το ΑΕΠ εστιάζονται στην επίδραση των γεωπολιτικών εξελίξεων στα τουριστικά έσοδα, ενώ οι ανοδικοί για τον πληθωρισμό, σχετίζονται με την επίδραση της αύξησης του κατώτατου μισθού στις τιμές.
Θετικό το αποτύπωμα για τη μεταποίηση το 2022
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), ο μέσος όρος 12 μηνών του δείκτη παραγωγής στη μεταποίηση παρέμεινε σε ανοδική τροχιά το 2022, ξεπερνώντας το επίπεδο στο οποίο θα βρισκόταν αν για τα έτη 2020, 2021 και 2022 μεγεθυνόταν με τον προ πανδημίας μέσο ετήσιο ρυθμό (2014-2019, 2,2% YoY). Συνεπώς, τα τελευταία 3 χρόνια, χρόνια μεγάλων διαταραχών (υγειονομική και ενεργειακή κρίση) αλλά και ευκαιριών σε διεθνές και σε εγχώριο επίπεδο, ο κλάδος της μεταποίησης στην Ελλάδα υπεραπέδωσε σε σύγκριση με την προ πανδημίας τάση του συνεισφέροντας θετικά στο ΑΕΠ, τις εξαγωγές και την απασχόληση.
Αναλυτικά, ο δείκτης παραγωγής στη μεταποίηση ενισχύθηκε κατά 4,8% σε ετήσια βάση το 2022 από 8,9% το 2021. Σε ό,τι αφορά τους επί μέρους τομείς με σχετικά υψηλά μερίδια επί του συνόλου της παραγωγής στη μεταποίηση, τα αποτελέσματα είχαν ως εξής το 2022: βιομηχανία τροφίμων +4,6% (+4,0% το 2021), παραγωγή βασικών μετάλλων +4,3% (+1,3% το 2021), κατασκευή μεταλλικών προϊόντων, με εξαίρεση τα μηχανήματα και τα είδη εξοπλισμού -0,7% (+13,4% το 2021), παραγωγή βασικών φαρμακευτικών προϊόντων και φαρμακευτικών παρασκευασμάτων +11,2% (+13,1% το 2021), παραγωγή χημικών ουσιών και προϊόντων -2,1% (+3,7% το 2021), παραγωγή άλλων μη μεταλλικών ορυκτών προϊόντων +3,6% (+13,9% το 2021), παραγωγή οπτάνθρακα και προϊόντων διύλισης πετρελαίου -0,6% (+7,6% το 2021), κατασκευή προϊόντων από ελαστικό (καουτσούκ) και πλαστικές ύλες +1,7% (+7,3% το 2021) και κατασκευή ηλεκτρολογικού εξοπλισμού +14,3% (+21,8% το 2021).
Τέλος, ισχυρές αυξήσεις καταγράφηκαν στην παραγωγή των κατηγοριών κατασκευής ηλεκτρονικών υπολογιστών, ηλεκτρονικών και οπτικών προϊόντων (+22,8% από +24,5% το 2021), κατασκευής μηχανοκίνητων οχημάτων, ρυμουλκούμενων και ημιρυμουλκούμενων οχημάτων (+31,1% από 14,8% το 2021) και κατασκευής επίπλων (+16,9% από +10,1% το 2021).
Eurobank: Η μεταποίηση ανεβαίνει αλλά απειλείται από την ενεργειακή κρίση

Θετικό σημάδι για τον πραγματικό ρυθμό μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας το 4ο τρίμηνο 2021 είναι η άνοδος του κλάδου της μεταποίησης όπως εκτιμά η Eurobank στο τελευταίος τεύχος του «7 Ημέρες Οικονομία», ενώ επισημαίνει και τους κινδύνους που αναδύονται από τις υψηλές τιμές ενέργειας.
Λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της διαταραχής του κορωνοϊού COVID-19, ο κλάδος των υπηρεσιών, στο 9μηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2021, υπέστη τις μεγαλύτερες απώλειες σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα. Αντιθέτως, κλάδοι όπως των κατασκευών και της βιομηχανίας, υπερκέρασαν τους περιορισμούς που έθεσε η υγειονομική κρίση, ενώ σε έναν βαθμό ευνοήθηκαν από τις νέες ανάγκες που δημιούργησε η πανδημία. Τα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών του 4ου τριμήνου 2021, μαζί με την πρώτη εκτίμηση για το σύνολο του έτους 2021, αναμένεται να δημοσιευτούν από την ΕΛΣΤΑΤ στις 4 Μαρτίου 2022.
Όπως φαίνεται, η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία στους κλάδους, 1ον των τεχνών, διασκέδασης και ψυχαγωγίας, επισκευών ειδών νοικοκυριού και άλλων υπηρεσιών, 2ον της γεωργίας, δασοκομίας και αλιείας, 3ον των χρηματοπιστωτικών και ασφαλιστικών δραστηριοτήτων, 4ον της διαχείρισης ακίνητης περιουσίας και 5ον του χονδρικού και λιανικού εμπορίου, επισκευών οχημάτων και μοτοσικλετών, μεταφοράς και αποθήκευσης, υπηρεσιών παροχής καταλύματος και εστίασης, υπολείπεται κατά 19,9%, 10,4%, 10,2%, 10,2% και 5,9% σε σύγκριση με τα προ πανδημίας επίπεδα.
Αντιθέτως, η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία στους κλάδους, 1ον των κατασκευών, 2ον της βιομηχανίας, 3ον της ενημέρωσης και επικοινωνίας, 4ον των επαγγελματικών, επιστημονικών και τεχνικών δραστηριοτήτων, διοικητικών και υποστηρικτικών δραστηριοτήτων και 5ον της δημόσιας διοίκησης και άμυνας, υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης, εκπαίδευσης, δραστηριοτήτων σχετικών με την ανθρώπινη υγεία και την κοινωνική μέριμνα, ξεπερνά κατά 23,5%, 11,8%, 10,4%, 6,3% και 1,6% σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα.
Απότομη αύξηση του δείκτη μεταποίησης στο 2021
Ειδική μνεία θα πρέπει να γίνει στην πορεία του κλάδου της μεταποίησης, ενός κλάδου που παράγει διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και προσελκύει απασχολούμενους υψηλού ανθρώπινου κεφαλαίου (π.χ. μηχανικούς, χημικούς, γεωπόνους, φαρμακοποιούς). Σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο δείκτης παραγωγής μεταποίησης, παρά τη μηνιαία πτώση που κατέγραψε τον Δεκέμβριο 2021, ενισχύθηκε κατά 3,5% / 9,8% το 4ο τρίμηνο 2021 από 0,8% / 8,0% το 3ο τρίμηνο 2021. Το εν λόγω αποτέλεσμα αποτελεί ένα θετικό σημάδι για τον πραγματικό ρυθμό μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας το 4ο τρίμηνο 2021. Για το σύνολο του έτους 2021, ο δείκτης παραγωγής μεταποίησης αυξήθηκε απότομα κατά 8,6% YoY, υπερκάλυψε τις σχετικά μικρές απώλειες που είχε την πρώτη χρονιά της πανδημίας (-1,4% YoY το 2020) και βρέθηκε σε επίπεδο υψηλότερο κατά 2,5% σε σύγκριση με την προ πανδημίας τάση του (βλέπε Σχήμα 2).
Σε 5 από τους 24 κλάδους που συνθέτουν τον γενικό κλάδο της μεταποίησης, το επίπεδο παραγωγής το 2021 ήταν χαμηλότερο από το αντίστοιχο το 2019 (κατασκευή ειδών ένδυσης -15,8%, βιομηχανία δέρματος και δερμάτινων ειδών -25,1%, βιομηχανία ξύλου και κατασκευής προϊόντων από ξύλο και φελλό -9,9%), ενώ στους υπόλοιπους 19 ήταν υψηλότερο. Αναλυτικά, ξεχώρισαν οι τομείς, 1ον της παραγωγής βασικών φαρμακευτικών προϊόντων και φαρμακευτικών σκευασμάτων (2021 vs 2019, +28,4%),
2ον της κατασκευής ηλεκτρονικών υπολογιστών, ηλεκτρονικών και οπτικών προϊόντων (+25,7%),
3ον της κατασκευής ηλεκτρολογικού εξοπλισμού (+17,7%),
4ον της κατασκευής λοιπού εξοπλισμού μεταφορών (+17,5%),
5ον της κατασκευής μεταλλικών προϊόντων (+17,3%) και
6ον της παραγωγής άλλων μη μεταλλικών ορυκτών προϊόντων (+12,1%).
Τα παραπάνω αποτελέσματα ερμηνεύονται σε έναν βαθμό από τις έκτακτες ανάγκες που δημιούργησε η πανδημία (π.χ. φαρμακευτικά προϊόντα και ηλεκτρονικός εξοπλισμός προς τηλεργασία). Επιπρόσθετα, ένα μέρος της αυξημένης ζήτησης προήλθε από το εξωτερικό, με την τελευταία δημοσίευση της ΕΛΣΤΑΤ να κάνει λόγο για αύξηση των εξαγωγών εμπορευμάτων εκτός πλοίων και πετρελαιοειδών κατά 19,9% το 2021 από 3,2% το 2020 (οι αντίστοιχες εισαγωγές ενισχύθηκαν κατά 20,5% το 2021 από μείωση 3,6% το 2020, με το εν λόγω εμπορικό έλλειμμα να διευρύνεται σε ετήσια βάση κατά €3,3 δισεκ. σε τρέχουσες τιμές ή 21,3% το 2020 από συρρίκνωση €2,3 δισεκ. ή 12,7% το 2019).
Κίνδυνος η ενεργειακή κρίση
Η προσδοκώμενη εξομάλυνση της πανδημίας αναμένεται να εξαλείψει τους προσωρινούς παράγοντες που ευθύνονται σε έναν βαθμό για τον υψηλό ρυθμό αύξησης της παραγωγής στη μεταποίηση το 2021 (8,6% YoY, ο μεγαλύτερος που έχει καταγραφεί από τότε που υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, χωρίς να υφίστανται έντονες επιδράσεις βάσεις το 2020).
Ως εκ τούτου, ο ρυθμός ανόδου της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας που παράγεται στον κλάδο της μεταποίησης, εκτιμάται ότι θα επιβραδυνθεί το 2022. Ceteris paribus, το εν λόγω σενάριο είναι σενάριο προσαρμογής στην κανονικότητα και όχι κάποιας αρνητικής διαταραχής.
Ο βασικός κίνδυνος που διαμορφώνεται αυτή τη στιγμή πηγάζει από την ενεργειακή κρίση και τη συνεπακόλουθη αύξηση του κόστους παραγωγής. Τον ίδιο κίνδυνο αντιμετωπίζει και ο κλάδος των κατασκευών.
Μαζί με τον κλάδο της μεταποίησης κατέγραψαν τις καλύτερες επιδόσεις, σε όρους ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, κατά τη διάρκεια των δύο ετών της πανδημίας, με τους αντίστοιχους δείκτες εμπιστοσύνης να βρίσκονται, τουλάχιστον προσώρας, σε υψηλά πολλών ετών.
Eurobank: Αύξηση των δεικτών εμπορίου και μεταποίησης το 3ο τρίμηνο 2020

Όπως η επιβολή περιοριστικών μέτρων για την καταπολέμηση του πρώτου κύματος της πανδημίας οδήγησε σε τεχνητή -σε έναν βαθμό- τριμηνιαία κάμψη του πραγματικού ΑΕΠ το 2ο τρίμηνο 2020, έτσι και η αντίστοιχη άρση είχε ως αποτέλεσμα την τεχνητή -σε έναν βαθμό- τριμηνιαία επέκταση το 3ο τρίμηνο 2020, σημειώνει η Eurobank στο εβδομαδιαίο δελτίο της «7 Ημέρες Οικονομία».
Ειδικότερα, η τράπεζα σημειώνει ότι αύριο, 4 Δεκεμβρίου 2020, η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) αναμένεται να δημοσιεύσει τους εθνικούς λογαριασμούς του 3ου τριμήνου 2020. Τα εν λόγω στοιχεία θα αποτυπώσουν σε έναν βαθμό την αντίδραση των φορέων της οικονομίας, τόσο των εγχώριων όσο και αυτών από την αλλοδαπή, στην άρση πολλών από τα περιοριστικά μέτρα του πρώτου κύματος της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19.
Τα τελευταία, κυρίως μέσω της ιδιωτικής κατανάλωσης και των εξαγωγών υπηρεσιών (ταξιδιωτικές εισπράξεις), επηρέασαν έντονα αρνητικά το πραγματικό ΑΕΠ του 2ου τριμήνου 2020 (-14,0% και -15,2% σε τριμηνιαία και σε ετήσια βάση αντίστοιχα).
Στη βάση δεδομένων της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (Eurostat) έχουν ήδη αναρτηθεί τα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών του 3ου τριμήνου 2020 για τις περισσότερες χώρες της ΕΕ-27. Κάποια γενικά συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν έχουν ως εξής:
1ον. Σε όλες τις οικονομίες καταγράφηκε τριμηνιαία αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ το 3ο τρίμηνο 2020. Αυτό ήταν αναμενόμενο να συμβεί. Όπως η επιβολή περιοριστικών μέτρων για την καταπολέμηση του πρώτου κύματος της πανδημίας οδήγησε σε τεχνητή – σε έναν βαθμό – τριμηνιαία κάμψη του πραγματικού ΑΕΠ το 2ο τρίμηνο 2020, έτσι και η αντίστοιχη άρση είχε ως αποτέλεσμα την τεχνητή – σε έναν βαθμό – τριμηνιαία επέκταση το 3ο τρίμηνο 2020.
2ον. Σε όλες τις οικονομίες η ετήσια ύφεση του 3ου τριμήνου 2020 σημείωσε επιβράδυνση σε σύγκριση με το 2ο τρίμηνο 2020.
3ον. Οι επιμέρους οικονομίες παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές αναφορικά με την απόκλιση του πραγματικού ΑΕΠ το 3ο τρίμηνο 2020 σε σύγκριση με το 4ο τρίμηνο 2019, δηλαδή ενός μέτρου καταγραφής των οικονομικών ζημιών που έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής η υγειονομική κρίση.
Σύμφωνα με τη Eurobank, αποδεικνύεται μέχρι στιγμής, με κάποιες εξαιρέσεις, ότι οι μεγαλύτερες απώλειες -σε όρους πραγματικού ΑΕΠ- από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19 καταγράφονται στις χώρες της Νότιας Ευρώπης και οι μικρότερες στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης. Οι χώρες της Κεντρικής Ευρώπης βρίσκονται στο ενδιάμεσο, με απώλειες πολύ κοντά στον μέσο όρο της Ευρωζώνης ή της ΕΕ-27 (-4,4%).
Στην περίπτωση της Ελλάδας, οικονομικοί δείκτες όπως η παραγωγή στη βιομηχανία και στη μεταποίηση, ο βαθμός χρησιμοποίησης εργοστασιακού δυναμικού στη βιομηχανία, οι πωλήσεις στο λιανικό και στο χονδρικό εμπόριο, οι πωλήσεις αυτοκινήτων και η απασχόληση κατέγραψαν τριμηνιαία ενίσχυση το 3ο τρίμηνο 2020, ενώ η πτώση τους σε ετήσια βάση επιβραδύνθηκε σε σχέση με το 2ο τρίμηνο 2020.
Εξαίρεση αποτέλεσαν οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών εξαιρουμένων των πλοίων και των καυσίμων (μη εποχικά διορθωμένα στοιχεία ισοζυγίου πληρωμών της ΤτΕ σε τρέχουσες τιμές), με την ετήσια πτώση να επιταχύνεται στο -42,7% το 3ο τρίμηνο 2020 από -37,4% το 2ο τρίμηνο 2020 (λόγω της συνιστώσας των υπηρεσιών).
Τέλος, ο δείκτης οικονομικού κλίματος και οι επιμέρους δείκτες εμπιστοσύνης (με εξαίρεση τον τομέα των κατασκευών) δεν ανέκαμψαν το 3ο τρίμηνο 2020. Κινήθηκαν πτωτικά, ωστόσο με πολύ χαμηλότερο ρυθμό σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο. Αυτό το στοιχείο ίσως αναδεικνύει τον υψηλό βαθμό αβεβαιότητας που χαρακτηρίζει τη διαταραχή του κορωνοϊού COVID-19. Παράλληλα, ο δείκτης PMI μεταποίησης, ναι μεν ενισχύθηκε σε σχέση με το 2ο τρίμηνο 2020, ωστόσο παρέμεινε κάτω του ορίου επέκτασης-κάμψης των 50 μονάδων δείκτη.
Σε ανάκαμψη η μεταποίηση

Οι δείκτες παραγωγής, παραγγελιών και επιχειρηματικού κλίματος παρουσιάζουν σε γενικές γραμμές θετική τάση, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική του μεταποιητικού τομέα τα τελευταία έτη. Τούτο αποτυπώνεται στη σταδιακή ενίσχυση της συμβολής της μεταποίησης τόσο στη συνολική προστιθέμενη αξία της ελληνικής οικονομίας, όσο και στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, αναφέρουν οικονομικοί αναλυτές της Alpha Bank, στην εβδομαδιαία οικονομική ανάλυση της τράπεζας.
Σύμφωνα με τις πρόσφατες ανακοινώσεις της ΕΛΣΤΑΤ, όπως αναφέρουν οι αναλυτές της τράπεζας, ο γενικός δείκτης της βιομηχανικής παραγωγής αυξήθηκε κατά 1,2% σε ετήσια βάση το διάστημα Ιανουαρίου-Μαΐου, έναντι ανόδου κατά μόλις 0,8% την ίδια περίοδο του 2018. Η αύξηση αυτή οφείλεται στην άνοδο της παραγωγής στον ευρύ τομέα της μεταποίησης (+2,2%), η οποία υπεραντιστάθμισε τη μείωση στην παραγωγή των ορυχείων-λατομείων (-12,8%), ηλεκτρισμού (-0,6%) και παροχής νερού (-1,2%).
Όπως επισημαίνουν οι αναλυτές της Alpha Bank, η διατήρηση της ανάκαμψης της ελληνικής μεταποίησης συνιστά ένα ιδιαίτερα ενθαρρυντικό στοιχείο για την εγχώρια βιομηχανία, δεδομένης της βιομηχανικής επιβράδυνσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Συγκεκριμένα, η υποχώρηση στην παραγωγή της ευρωπαϊκής μεταποίησης, ήδη από το τέλος του 2018 συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την άνοδο του προστατευτισμού στο παγκόσμιο εμπόριο, τις αυστηρότερες συνθήκες χρηματοδότησης και, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την αυτοκινητοβιομηχανία, με την αποδυνάμωση της ζήτησης και την εισαγωγή νέων ρυθμίσεων για τα όρια εκπομπής καυσαερίων
Όπως αναφέρεται στην οικονομική ανάλυση, η βαρύτητα που αποδίδει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη μεταποιητική βιομηχανία είναι ιδιαίτερα σημαντική, ενώ ήδη από το 2014 έχει τεθεί ως ευρωπαϊκός στόχος η αύξηση της συμμετοχής της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας της στο 20% του ΑΕΠ έως το 2020.
Οι προοπτικές του τομέα της μεταποίησης, εκτιμούν οι αναλυτές της τράπεζας, βαίνουν θετικές, με τον εποχικά προσαρμοσμένο Δείκτη Υπευθύνων για τις Προμήθειες στη μεταποίηση (IHS Markit, PMI) να διαμορφώνεται σε επίπεδο άνω των 50 μονάδων για διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι η μεταποίηση βρίσκεται σε φάση ανάπτυξης, παρά την ελαφρά υποχώρηση τον Ιούνιο στις 52,4 μονάδες (από 54,2 μονάδες τον Μάιο). Η εξασθένηση της διεθνούς ζήτησης οδήγησε σε οριακή μόνο αύξηση των νέων παραγγελιών από το εξωτερικό, ενώ οι εταιρείες αύξησαν το εργατικό τους δυναμικό αν και με χαμηλότερο ρυθμό. Επιπρόσθετα, οι τιμές μειώθηκαν λόγω του αυξανόμενου ανταγωνισμού και τα αποθέματα προϊόντων υποχώρησαν περαιτέρω, ενώ οι επιχειρήσεις παρέμειναν έντονα αισιόδοξες ως προς την αύξηση της παραγωγής εντός των επόμενων δώδεκα μηνών.
Η αισιοδοξία ως προς την αναμενόμενη παραγωγική δραστηριότητα τους επόμενους μήνες επιβεβαιώνεται άλλωστε και από την ανοδική πορεία του δείκτη επιχειρηματικών προσδοκιών στη Βιομηχανία που δημοσιεύει το ΙΟΒΕ, ο οποίος κυμαίνεται σε επίπεδα πάνω από το μακροχρόνιο μέσο όρο του από το τέλος του 2017 (με εξαίρεση το τετράμηνο Οκτωβρίου 2018- Ιανουαρίου 2019). Τον Ιούνιο του 2019 αυξήθηκε ελαφρώς στις 104,2 (από 102,9 τον Μάιο) μονάδες.
Κατά το πρώτο πεντάμηνο του έτους, καταγράφεται στην μελέτη, 15 από τους 24 κλάδους της μεταποίησης παρουσίασαν θετικό ετήσιο ρυθμό μεταβολής στην παραγωγή τους, ενώ 18 εξ αυτών κυμαίνονται σε επίπεδο άνω των 100 μονάδων, δηλαδή του έτους βάσης 2015. Σημαντικές θετικές μεταβολές κατέγραψαν οι κλάδοι του καπνού (+33,9%), των φαρμακευτικών προϊόντων (+28,6%), της εγκατάστασης μηχανημάτων και εξοπλισμού (+9,6%) και των χημικών (+7,6%). Αντίθετα, μείωση της παραγωγής παρουσίασαν ο εξοπλισμός μεταφορών (-18,5%), τα παράγωγα πετρελαίου και άνθρακα (-7,7%), τα μηχανοκίνητα οχήματα (-7,3%), η κλωστοϋφαντουργία (-6,4%) και τα είδη ένδυσης (-6,5%).
Η μεταποίηση συνιστά έναν τομέα με σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, τον εξαγωγικό της προσανατολισμό και τη στήριξη της παραγωγικότητας της εργασίας, ενώ συχνά αποτελεί φορέα νέων τεχνολογιών και καινοτομικής δραστηριότητας. Μάλιστα, οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό και εξοπλισμό τεχνολογίας, οι οποίες αποτελούν σημαντικό τμήμα των βιομηχανικών επενδύσεων, αυξήθηκαν συνολικά το 2018 κατά 17% και κατά 1,9% το πρώτο τρίμηνο του 2019 σε ετήσια βάση.
Το μερίδιο της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της μεταποίησης στο ΑΕΠ διαμορφώθηκε συνολικά το 2018 στο 9,6%, ποσοστό αρκετά χαμηλότερο από το αντίστοιχο της ευρωζώνης (15,4%). Ωστόσο, η συμμετοχή της έχει αυξηθεί κατά 2,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2010. Αντιστοίχως, η απασχόληση στη μεταποίηση ως ποσοστό στη συνολική απασχόληση, διαμορφώθηκε στο 9,4% το 2018, με το αντίστοιχο ποσοστό στην ευρωζώνη να είναι αρκετά υψηλότερο (15,6%).