Χατζηθεοδοσίου: Βοηθά η μείωση της φορολογίας αλλά δεν επαρκεί

«Είδαμε με ικανοποίηση την ανακοίνωση του Πρωθυπουργού για τις πέντε φορολογικές και ασφαλιστικές ελαφρύνσεις. Αποτελεί πάγια θέση μας ότι οι μειώσεις φόρων όχι μόνο ενισχύουν την επιχειρηματικότητα αλλά σε βάθος χρόνου προσφέρουν σημαντικά οφέλη στην ελληνική οικονομία. Οπότε μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι αυτή η κίνηση της κυβέρνησης είναι προς τη σωστή κατεύθυνση», αναφέρει σε ανακοίνωσή του ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, κ. Γιάννης Χατζηθεοδοσίου.
Για να συμπληρώσει: «Όμως σήμερα που οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δίνουν αγώνα επιβίωσης για να ξεπεράσουν τις αρνητικές οικονομικές συνέπειες της πανδημίας, απαιτούνται πολλά περισσότερα από αυτές τις φορολογικές και ασφαλιστικές ελαφρύνσεις. Πρέπει να δοθεί έμφαση στην ενίσχυση της ρευστότητας, καθώς λείπουν τα αναγκαία κεφάλαια από τους μικρομεσαίους για κάνουν την επανεκκίνηση. Και κυρίως να δοθεί λύση στο μεγάλο πρόβλημα των συσσωρευμένων οφειλών που αποτελούν βραχνά για το σύνολο της επιχειρηματικότητας. Η μόνη λύση που βλέπουμε στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών, είναι η διαγραφή μέρους των χρεών που προκάλεσε η πανδημία.
Εφόσον υπάρξει συνδυασμός φορολογικών και ασφαλιστικών ελαφρύνσεων με τη μείωση του ιδιωτικού χρέους που είναι σε δυσθεώρητα ύψη, τότε πράγματι μπορούμε να ελπίζουμε σε μία καλύτερη μέρα για την επιχειρηματικότητα, την οικονομία, την κοινωνία.
Σταϊκούρας: Σταδιακή μείωση της φορολογίας και των εισφορών

Σε σταδιακή μείωση της φορολογίας και κυρίως των εισφορών θα προχωρήσει η κυβέρνηση την επόμενη ημέρα της κρίσης, όπως εξήγγειλε ο υπουργός Οικονομικών, κ. Χρήστος Σταϊκούρας, μιλώντας στο 9ο Ελληνικό Φόρουμ Επενδύσεων.
Όπως επεσήμανε, η ελληνική οικονομία, αν και εισήλθε το 2020 σε υγιή βάση, με πολλά υποσχόμενες προοπτικές, δυστυχώς, λόγω της κρίσης του κορωνοϊού, τα δεδομένα άλλαξαν.
Η κυβέρνηση, από την αρχή της κρίσης έχει υιοθετήσει μια ολοκληρωμένη, ρεαλιστική και δυναμική δέσμη μέτρων για τη στήριξη της δημόσιας υγείας, της απασχόλησης, της ρευστότητας των επιχειρήσεων και της κοινωνικής συνοχής.
Κατά την περίοδο του lockdown λόγω του κορωνοϊού, η κυβέρνηση υποστήριξε το Σύστημα Δημόσιας Υγείας και δημιούργησε ευρύ «δίχτυ ασφαλείας» για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, είπε ο υπουργός Οικονομικών.
Στην τρέχουσα φάση, καλύπτοντας τη σταδιακή επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας, συνεχίζει την υποστήριξη των εργαζομένων και των εργοδοτών με την επέκταση των μέτρων στήριξης της απασχόλησης, την ενίσχυση της ρευστότητας των επιχειρήσεων και την εφαρμογή στοχοθετημένων μέτρων για τομείς που επηρεάζονται περισσότερο από την κρίση.
Στην επόμενη φάση, καθώς ξεκινά η ανάκαμψη, θα υπάρξουν ευκαιρίες να ξεκινήσουν πολιτικές με μόνιμα χαρακτηριστικά, με βάση τη δημοσιονομική αξιοπιστία και την ενίσχυση της οικονομίας ,μέσω της εφαρμογής φιλικών προς την ανάπτυξη διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, συνέχισε.
Όπως τόνισε ο υπουργός, το γεγονός ότι το Eurogroup επαίνεσε την ελληνική κυβέρνηση για τη γρήγορη και αποφασιστική πολιτική απάντηση στην κρίση με τη λήψη των απαραίτητων μέτρων οικονομικής και δημοσιονομικής στήριξης, οφείλεται σε πέντε γεγονότα τις προηγούμενες δύο εβδομάδες και συγκεκριμένα:
* Στην επιτυχή έκδοση νέους 10ετούς ομολόγου, με επιτόκιο παρόμοιο με αυτό του προηγούμενου Οκτωβρίου, μισό από αυτό που ήταν πριν από ένα χρόνο. Αυτό αποτελεί, σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομικών, ψήφο εμπιστοσύνης από τις αγορές.
* Δεύτερον, στη σημαντικά χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ευρωζώνης συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας το 1ο τρίμηνο του 2020.
* Τρίτον, στη σημαντικά χαμηλότερη από το μέσο όρο της ζώνης του ευρώ επιδείνωση του οικονομικού κλίματος.
* Τέταρτον, στην ολοκλήρωση της διαδικασίας από μια συστημική τράπεζα για την εφαρμογή του σχεδίου «Ηρακλής», ενώ οι καταθέσεις στον τραπεζικό τομέα συνεχίζουν να αυξάνονται.
* Πέμπτον, στην επιτυχή ολοκλήρωση της 6ης Έκθεσης Βελτιωμένης Επιτήρησης. Πρόκειται για την 3η συνεχόμενη θετική έκθεση σε λιγότερο από ένα χρόνο.
Ο υπουργός Οικονομικών επανέλαβε ότι το συνολικό κόστος των μέτρων για την αντιμετώπιση της κρίσης εκτιμάται ότι θα ανέλθει σε 24 δισ. ευρώ και ενδέχεται να αυξηθεί ανάλογα με την εξέλιξη της κρίσης και ανάλογα με τις αντοχές της οικονομίας.
Για το επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε τα τελευταία χρόνια, η κυβέρνηση έχει θέσει δύο αλληλένδετους στόχους:
Ο πρώτος είναι πώς θα καλύψουμε το αρνητικό κενό παραγωγής, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τα δημόσια οικονομικά.
Και ο δεύτερος, πώς θα βελτιώσουμε την παραγωγική ικανότητα της οικονομίας, προκειμένου να επιτευχθούν βιώσιμοι και χωρίς αποκλεισμούς υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, με υψηλό επίπεδο κοινωνικών συνοχή, αντιμετωπίζοντας επίσης τις δημογραφικές προκλήσεις.
Για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, η κυβέρνηση έχει καταρτίσει φιλόδοξα σχέδια και ειδικότερα:
– Εφαρμογή συνετής δημοσιονομικής πολιτικής, που θα ενσωματώνει τη σταδιακή μείωση της φορολογίας και κυρίως, των κοινωνικών εισφορών.
– Υλοποίηση του σχεδίου ανάπτυξης περιουσιακών στοιχείων.
Παρά τις αντίξοες συνθήκες της αγοράς, σημειώθηκε πρόοδος στη διαδικασία ιδιωτικοποίησης της ΔΕΠΑ, των λιμένων και της μαρίνας του Αλίμου, καθώς και του Ελληνικού, ανέφερε ο κ. Σταϊκούρας.
– Θα συνεχιστεί ο ψηφιακός μετασχηματισμός του δημόσιου τομέα, ο οποίος, μεταξύ άλλων, θα ελαφρύνει περαιτέρω το διοικητικό φόρτο για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
– Συνεχής εφαρμογή του προγράμματος μεταρρυθμίσεων της κυβέρνησης, με την κατάθεση 25 νομοσχεδίων στο κοινοβούλιο έως τα τέλη Ιουλίου, καλύπτοντας ένα ευρύ φάσμα πολιτικών δράσεων, από τη μικροχρηματοδότηση και την εταιρική διακυβέρνηση, στην ηλεκτροκίνηση και τις ενδογενείς πηγές ανάπτυξης, όπως η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία.
– Εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων
– Επενδύσεις στην πράσινη οικονομία.
Το Ε.Ε.Α. ζητεί άμεση μείωση της φορολογίας από το 24% στο 20% και μείωση κατά 50% του φόρου προκαταβολής

Σε δήλωσή του, ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, κ. Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, δήλωσε:
«Κάθε μέρα που περνά δείχνει ακόμα πιο έντονα το μέγεθος του προβλήματος από την εξάπλωση της πανδημίας, ενώ είναι βέβαιο ότι το οικονομικό αποτύπωμα αυτής της πρωτοφανούς για τα παγκόσμια χρονικά κατάστασης, θα είναι οδυνηρό. Ήδη διεθνείς οίκοι τονίζουν ότι αμέσως μετά την υγειονομική κρίση θα ακολουθήσει η οικονομική και εκτιμούν ότι θα είναι μεγαλύτερη από αυτήν του Κραχ του 1929.
Μέλημά μας λοιπόν πρέπει να είναι η ανάσχεση αυτής της ύφεσης που έρχεται. Και για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο απαιτούνται δραστικές αποφάσεις. Μπορεί η Πολιτεία να ανακοίνωσε μέτρα στήριξης επιχειρήσεων και εργαζομένων αμέσως μόλις έγινε αντιληπτή η σοβαρότητα της κατάστασης, όμως η αλήθεια είναι ότι αυτά δεν αρκούν.
Εδώ και τώρα η κυβέρνηση πρέπει να προχωρήσει για τις επιχειρήσεις στη μείωση της φορολογίας από το 24% τουλάχιστον στο 20%, ενώ πρέπει να μειώσει και το φόρο προκαταβολής κατά 50%.
Η θέση του Ε.Ε.Α. είναι ότι δεν υπάρχει κανένα νόημα να συζητάμε για τόσο υψηλή φορολογία και μάλιστα με πλασματικά δεδομένα. Και εξηγούμαι: Η αγορά έχει «παγώσει» αφού δεν λειτουργεί σχεδόν τίποτα. Υπάρχει αυτή την στιγμή εμπορική δραστηριότητα πέραν των ειδών πρώτης ανάγκης; Λειτουργεί η εστίαση; Ο τουρισμός; Άρα από ποια έσοδα θα μπορέσουν να καλυφθούν οι ήδη υψηλές φορολογικές υποχρεώσεις επιχειρήσεων και επαγγελματιών;
Το ίδιο ισχύει και για τον παραλογισμό με το όνομα «προκαταβολή φόρου». Από την στιγμή που ήδη έχουν χαθεί μήνες επαγγελματικής δραστηριότητας για τους περισσότερους κλάδους της οικονομίας, είναι επόμενο οι τζίροι να μην έχουν καμία σχέση με αυτούς του προηγούμενου χρόνου. Άρα πως θα υπολογιστεί αυτή η προκαταβολή φόρου; Θα είναι κατάφωρη αδικία αν παραμείνει αυτό το εισπρακτικό μέτρο.
Η κυβέρνηση έχει δείξει ότι ακούει τους φορείς. Τρανό παράδειγμα η υιοθέτηση των προτάσεων του Ε.Ε.Α. για την ανάγκη διεύρυνσης του μειωμένου ενοικίου σε όλους τους πληττόμενους, ΚΑΔ αλλά και για την χρονική παράταση δυνατότητας υπαγωγής επιχειρήσεων στο πρόγραμμα Επιστρεπτέας Προκαταβολής. Αποτελούν δικαίωση για το Ε.Ε.Α. οι διορθωτικές παρεμβάσεις της κυβέρνησης. Καλούμε λοιπόν τώρα το οικονομικό επιτελείο να προχωρήσει στην υλοποίηση της πρότασης μας για την άμεση μείωση της φορολογίας.
Σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο, οι φόροι επιβάλλονται στα έσοδα. Απαραίτητη προϋπόθεση για να συνεχίσει η κυβέρνηση να ζητάει φόρους από επιχειρήσεις, είναι αυτές οι επιχειρήσεις να είναι σε λειτουργία. Αν τις ωθήσει στο λουκέτο, τότε θα είναι σαν να πυροβολεί τα πόδια της. Άρα, αν πραγματικά θέλει να στηρίξει την επιχειρηματικότητα, οφείλει να τις κρατήσει ενεργές λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα. Και υπό τις παρούσες συνθήκες, η μείωση των φόρων είναι σίγουρα ένα από αυτά τα μέτρα».