Όμιλος ΝΝ: Μόνο το 45% των Ελλήνων αισθάνεται έτοιμο να ζήσει μια μακρά ζωή

Σύμφωνα με την έρευνα Μακροζωίας, που ο Όμιλος ΝΝ διεξάγει κάθε χρόνο σε όλες τις χώρες όπου δραστηριοποιείται, οι Έλληνες και οι Ελληνίδες γνωρίζουν ότι πιθανά θα έχουν μια μακρά ζωή, θέλουν να κάνουν όνειρα και να σκεφτούν το μέλλον τους, αλλά ανησυχούν ότι δεν θα καταφέρουν να προετοιμαστούν σωστά για μία ποιοτική, πολύχρονη ζωή. Το 2024 παρουσιάζονται λιγότερο αισιόδοξοι και ευτυχισμένοι σε σχέση με το 2023, αλλά με σχετικά θετική στάση απέναντι στη μακροζωία, η προοπτική της οποίας απασχολεί ολοένα και περισσότερο τη γενιά μας.
Βασικά αποτελέσματα:
– Το ποσοστό των Ελλήνων που πιστεύει πως είναι προετοιμασμένο να ζήσει περισσότερα χρόνια, φέρνει την Ελλάδα στην 4η θέση μεταξύ 11 χωρών στον δείκτη αυτόν, ξεπερνώντας χώρες όπως η Ιαπωνία ή το Βέλγιο
– Το 61% των ερωτηθέντων στην Ελλάδα προσβλέπει σε μακροζωία, ποσοστό που υπερβαίνει τον μέσο όρο του συνόλου των χωρών που συμμετείχαν στην έρευνα
– Ωστόσο, μόνο το 45% αισθάνεται έτοιμο να ζήσει μια μακρά ζωή
– Το 71% θέλει να παραμείνει σε μία καλή κατάσταση καθώς γερνά
– 103 ετών είναι η ηλικία μέχρι την οποία θα ήθελαν να ζήσουν οι Έλληνες, ενώ 83 ετών είναι η ηλικία μέχρι την οποία πιστεύουν ότι θα ζήσουν
– Το 41% αμφιβάλλει αν θα έχει αρκετούς πόρους για να τα βγάλει πέρα μέχρι τα 100
Όπως προκύπτει, όσον αφορά στη μακροζωία, οι Έλληνες διατηρούν μία θετική στάση απέναντι στην προοπτική της μεγάλης ζωής, αν και στα φετινά αποτελέσματα καταγράφεται ελαφριά κάμψη του γενικού δείκτη μακροζωίας σε σχέση με το 2023 (από το 60 στο 58).
Επιπλέον, η σωματική, ψυχική και οικονομική ευημερία, αναδεικνύονται και φέτος σε παράγοντες που συντελούν σημαντικά στο να βελτιωθεί η ποιότητα της διαβίωσης μας κατά τη διάρκεια της ζωής μας.
Σύμφωνα με την έρευνα, ανεξάρτητα από τις προσδοκίες τους όσον αφορά στην μακροζωία, οι μισοί Έλληνες δηλώνουν πως έχουν μια καλή ζωή. Ως προς τη σωματική τους υγεία, και στο ίδιο πλαίσιο, το 63% των ερωτηθέντων δηλώνει πως κάνει μια υγιεινή ζωή, ωστόσο πάνω από τους μισούς Έλληνες απάντησαν πως ανησυχούν μόνο αν προκύψουν προβλήματα. Στην ψυχική ευημερία, για το 43%, οι προσωπικές σχέσεις αναδεικνύονται τη δεδομένη στιγμή στη ζωή τους, πιο σημαντικές και από την οικονομική σταθερότητα. Στα φετινά ευρήματα πρωταγωνιστεί και το αίσθημα μοναξιάς, από το οποίο φαίνεται να υποφέρουν σημαντικά οι νέοι και νέες 18 – 30 ετών.
Ως προς τη χρηματοοικονομική ανθεκτικότητα, βρισκόμαστε χαμηλά, ενώ όσον αφορά τις προοπτικές για το μέλλον, το 74% πιστεύει ότι έχει αρκετό χρόνο μπροστά του για να κάνει νέα σχέδια και το 68% εκτιμά ότι η ζωή είναι γεμάτη αλλαγές. Τα ποσοστά αυτά υποδηλώνουν πως οι συμπολίτες μας αισθάνονται ότι έχουν τη δυνατότητα να διαμορφώσουν το μέλλον τους, ανεξάρτητα από την ηλικία τους και άρα υπάρχει περιθώριο αλλαγών και προσαρμογών στους περισσότερους τομείς της ζωής.
Ενώ όμως οι Έλληνες αισθάνονται σε γενικές γραμμές, ικανοποιημένοι από τη ζωή τους, δεν είναι τόσο αισιόδοξοι ότι εάν ζήσουν μέχρι τα 100 θα μπορούν να ζήσουν όπως θέλουν, με 7% περισσότερους από το 2023 να αμφιβάλλoυν αν θα έχουν αρκετούς πόρους για να τα βγάλουν πέρα μέχρι αυτήν την ηλικία.
Τί μας κάνει να ανησυχούμε;
Η έρευνα ανέδειξε ότι παρά τη διάθεσή μας να σχεδιάσουμε σωστά το μέλλον μας, δεν έχουμε την ηρεμία να το κάνουμε, δεν έχουμε “peace of mind”. Τα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης, τα οποία είναι υψηλότερα σε σχέση με άλλες χώρες, μας εμποδίζουν να σκεφτούμε το «αύριο». Παράλληλα, η έλλειψη οικονομικής σταθερότητας και τα χαμηλά εισοδήματα σε πολλά νοικοκυριά, αναδεικνύονται ως οι κύριες αιτίες. Ειδικότερα, η Ελλάδα έχει τη χαμηλότερη βαθμολογία στον δείκτη χρηματοοικονομικής ευημερίας. Το 35% διαθέτει αποταμιεύσεις για μόνο τρεις μήνες, ενώ μόλις το 15% δηλώνει πως έχει τη δυνατότητα να χειριστεί μία απρόβλεπτη κατάσταση στη ζωή του, όπως μια ασθένεια, μια αναποδιά.
Περισσότερο ευάλωτες οι ηλικίες κάτω των 50 και οι γυναίκες
Οι περισσότερο ευάλωτες είναι οι δυναμικές και παραγωγικές ηλικίες των 35 – 49, οι οποίες δηλώνουν σε ποσοστό 38% υψηλότατο στρες και το 24% πως αντιμετωπίζει κατάθλιψη. Το ίδιο ευάλωτες δείχνουν και οι γυναίκες, που εκδηλώνουν μεγαλύτερο άγχος και αβεβαιότητα για το μέλλον.
Χαμηλά και ο δείκτης Financial Retirement Preparedness
Μόλις το 18% των Ελλήνων γνωρίζουν πώς να υπολογίσουν πόσα χρήματα χρειάζονται για μία άνετη περίοδο σύνταξης και πώς μπορούν να βάλουν κάτι στην άκρη. Ομοίως, το 10% έχει υπολογίσει τί χρειάζεται για τη σύνταξη, ενώ μόλις το 7% αποταμιεύει σήμερα ένα ικανοποιητικό ποσό. Εντούτοις, τους είναι ξεκάθαρο ότι εκείνη είναι η περίοδος που θα ήθελαν να απολαύσουν τα χόμπι τους, να πραγματοποιήσουν σχέδια ζωής, ή ακόμη και να κάνουν μια νέα αρχή, μιας και ο περιορισμός της ηλικίας δεν υφίσταται πλέον όπως ίσως ίσχυε στις προηγούμενες γενιές.
Τα παραπάνω στοιχεία αναδεικνύουν την ανάγκη για βελτίωση της χρηματοοικονομικής εκπαίδευσης και για παροχή κατάλληλων λύσεων και εργαλείων που θα βοηθήσουν τους Έλληνες να σχεδιάσουν μία μεγαλύτερης διάρκειας ζωή.
Τί χρειαζόμαστε λοιπόν για να ζήσουμε πολύ και καλά;
Η υγεία, η οικονομική σταθερότητα και ασφάλεια, κυρίως κατά την περίοδο της συνταξιοδότησης, η διαρκής προσωπική ανάπτυξη, η ψυχική ευημερία, η έννοια της προσφοράς και το να έχουν ένα νόημα στη ζωή τους, αναδεικνύονται πρωταρχικής σημασίας για τους Έλληνες και τις Ελληνίδες. Βασικοί παράγοντες, που συμβάλλουν σε μια ουσιαστική και ευτυχισμένη ζωή, περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, λιγότερο άγχος (69%), καθώς και το να περνούν περισσότερο χρόνο με αγαπημένα πρόσωπα (65%), δύο παράγοντες που εμφανίζονται σημαντικά αυξημένοι σε σχέση με το 2023.
Με άλλα λόγια, απαντώντας στη φετινή έρευνα, οι Έλληνες μας λένε: «Ναι, ξέρω ότι θα ζήσω περισσότερο, ξέρω ότι η ζωή μπορεί να έχει απρόβλεπτες εξελίξεις, θέλω να προετοιμαστώ καλύτερα ώστε να ζήσω μία μεγαλύτερης διάρκειας ζωή και να κάνω πραγματικότητα τα όνειρά μου, αλλά δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω».

Π. Τσακλόγλου: Προκλήσεις και ευκαιρίες της αυξημένης μακροζωίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση

Σε συνέδριο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με θέμα τις προκλήσεις και τις ευκαιρίες της αυξημένης μακροζωίας στην Ευρώπη, συμμετείχε ως ομιλητής ο υφυπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Πάνος Τσακλόγλου, ο οποίος αναφέρθηκε στις δημογραφικές προβλέψεις, που δείχνουν ότι οδεύουμε σε κοινωνίες οι οποίες θα είναι αριθμητικά μικρότερες, αλλά και γηραιότερες, παρότι θα υπάρξουν και σημαντικές διαφορές μεταξύ κρατών-μελών.
Ο κ. Τσακλόγλου σημείωσε ότι οι δημογραφικές αυτές διαδικασίες έχουν ξεκινήσει εδώ και πολλές δεκαετίες στα κράτη-μέλη της ΕΕ.
Όπως είπε, “για την αντιμετώπιση των δημοσιονομικών και μακροοικονομικών συνεπειών τους, οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν λάβει και συνεχίζουν να λαμβάνουν σειρά μέτρων, με σκοπό τόσο την ανάσχεση της αύξησης της συνταξιοδοτικής δαπάνης ως ποσοστού του ΑΕΠ όσο και τον περιορισμό της έκθεσης των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στον δημογραφικό κίνδυνο.
Αναλυτικότερα, στην κατηγορία των πολιτικών που υιοθέτησαν οι ευρωπαϊκές χώρες για την ανάσχεση της αύξησης της συνταξιοδοτικής δαπάνης στο ΑΕΠ συμπεριλαμβάνονται μέτρα, όπως η εξάλειψη των κινήτρων για πρόωρη συνταξιοδότηση, η υιοθέτηση μέτρων για την αύξηση της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό, η αναπροσαρμογή των ποσοστών αναπλήρωσης των συντάξεων και η αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης ή/και σύνδεσή τους με το προσδόκιμο της επιβίωσης, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι μακροχρονίως, εκτός από το προσδόκιμο της επιβίωσης, αυξάνει και το προσδόκιμο της υγιούς επιβίωσης.
Παράλληλα, έχουν ληφθεί μέτρα ενίσχυσης ή δημιουργίας κεφαλαιοποιητικών συνταξιοδοτικών συστημάτων, συμπληρωματικών προς τα υφιστάμενα διανεμητικά συστήματα., δεδομένου ότι τα κεφαλαιοποιητικά συστήματα δεν υπόκεινται στον “δημογραφικό κίνδυνο”.
Επιπρόσθετα, δεδομένου ότι, με βάση τα διαθέσιμα ιστορικά δεδομένα, τα κεφαλαιοποιητικά συστήματα έχουν υψηλότερες αποδόσεις από τα διανεμητικά συστήματα γερασμένων κοινωνιών, το μέτρο αυτό βελτιώνει και την επάρκεια των συντάξεων των μελλοντικών συνταξιούχων”.
Κλείνοντας, ο υφυπουργός Εργασίας τόνισε ότι το η μακροζωία είναι ευλογία.
“Ωστόσο, δημιουργεί προκλήσεις, όταν συνδυάζεται με χαμηλά ποσοστά γεννήσεων και πληθυσμιακή συρρίκνωση. Οι προκλήσεις που φέρνει η γήρανση του πληθυσμού στη λειτουργία των συστημάτων υγείας και μακροχρόνιας φροντίδας αναπόφευκτα θα οδηγήσουν σε αύξηση των δαπανών του κράτους πρόνοιας για τους ηλικιωμένους συμπολίτες μας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η κατανομή των κοινωνικών δαπανών θα πρέπει να γίνει με τρόπο δίκαιο, ώστε το κοινωνικό κράτος να επιτελεί τον σκοπό του ολοκληρωμένα τόσο απέναντι στην τωρινή όσο και στη μελλοντική γενιά” υπογράμμισε ο κ. Τσακλόγλου.