Κορκίδης: Αυξημένες οι συναλλαγές του τελευταίου τριημέρου

«Αυξημένες εμφανίζονται οι συναλλαγές του τελευταίου τριημέρου στις ταμειακές των εμπορικών καταστημάτων κατά 10-12% από πέρυσι με τον εκτιμώμενο αριθμό να ξεπερνά τα 3 εκατ. αγορές και τον εβδομαδιαίο τζίρο λιανικών πωλήσεων των 300 εκατ. ευρώ… Αυξημένη σε πρώτη εκτίμηση φαίνεται και η μέση αξία της απόδειξης των περίπου 100 ευρώ από πέρσι, τουλάχιστον για τον 1 στους 4 καταναλωτές».
Αυτό σημείωσε σε δήλωσή του σχετικά με την εμπορική κίνηση στις αγορές της Αττικής ο πρόεδρος του Περιφερειακού Επιμελητηριακού Συμβουλίου Αττικής και του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς, Βασίλης Κορκίδης:
Συγκεκριμένα δήλωσε:
«Θετικά λειτούργησε για την περίοδο των Black Friday προσφορών στις αγορές της Αττικής η κατάργηση των φθινοπωρινών ενδιάμεσων εκπτώσεων προσελκύοντας έτσι το ενδιαφέρον των καταναλωτών περισσότερο από κάθε προηγούμενη χρονιά, αφού ουσιαστικά έφερε μια ελκυστική εκπτωτική περίοδο λίγο ημερών αντί στην αρχή, στο τέλος του μήνα και πολύ πιο κοντά στα Χριστούγεννα. Πολύ καλή εξελίχθηκε η εμπορική κίνηση στο κέντρο της Αθήνας, τα πολυκαταστήματα, υπερκαταστήματα, εμπορικά κέντρα και εκπτωτικά χωριά. Οι 9 στις 10 μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις με τη μεγαλύτερη συμμετοχή τους αξιοποίησαν υπέρ τους το γνωστό πλέον market event, ενώ φέτος συμμετείχαν ακόμη περισσότερα σούπερ μάρκετ. Ικανοποιητική ήταν και η επισκεψιμότητα στα κέντρα των πόλεων στους Δήμους της Αττικής, με καλύτερη ίσως τη κίνηση στην Γλυφάδα και τον Πειραιά. Αυξημένες εμφανίζονται οι συναλλαγές του τελευταίου τριημέρου στις ταμειακές των εμπορικών καταστημάτων κατά 10-12% από πέρυσι με τον εκτιμώμενο αριθμό να ξεπερνά τα 3 εκατ. αγορές και τον εβδομαδιαίο τζίρο λιανικών πωλήσεων των 300 εκατ. ευρώ. Αυξημένη σε πρώτη εκτίμηση φαίνεται και η μέση αξία της απόδειξης των περίπου 100 ευρώ από πέρσι, τουλάχιστον για τον 1 στους 4 καταναλωτές, κατά 15-20%, αλλά όχι σε όλες τις αγορές της Αττικής, ούτε βεβαίως για όλα τα προϊόντα. Το αγοραστικό ενδιαφέρον του καταναλωτή φαίνεται να προσέλκυσαν και φέτος τα ηλεκτρονικά προϊόντα, οι ηλεκτρικές συσκευές, τα καλλυντικά, τα έπιπλα, τα είδη σπιτιού και γενικά τα επώνυμα προϊόντα ένδυσης-υπόδησης. Η λειτουργία των εμπορικών την Κυριακή «σφήνα» μεταξύ Black Friday και Cyber Monday αύξησε τον τζίρο των φυσικών αγορών και περιόρισε τον συνήθη τετραπλασιασμό των online αγορών από πριν την Παρασκευή έως και μετά την Cyber Δευτέρα. Ουσιαστικά η φετινή εορταστική περίοδος για την αγορά ξεκίνησε καλά, αφού τα Χριστούγεννα απέχουν μόλις τρεις εβδομάδες και οι έμποροι επιθυμούν υψηλότερο τζίρο από πέρυσι, ενώ εύλογα οι καταναλωτές χαμηλότερες τιμές. Μακάρι στην ελληνική αγορά να συνδυαστούν φέτος και τα δύο και η καλή αρχή της εμπορικής κίνησης να συνεχιστεί όλο τον χειμώνα, παρά τις πληθωριστικές δυσκολίες και το ενεργειακό κόστος».
Γεωργιάδης: Πλαφόν 3% στις αυξήσεις επαγγελματικών μισθώσεων

Πλαφόν 3% στην αύξηση των ενοικίων για τις επαγγελματικές μισθώσεις ανακοίνωσε από το βήμα της Βουλής ο υπουργός Ανάπτυξης, Άδωνις Γεωργιάδης, επικαλούμενος τις έκτακτες συνθήκες από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Ο κ. Γεωργιάδης τόνισε ότι θα εισαχθεί διάταξη που θα θέτει πλαφόν 3% στις αυξήσεις επαγγελματικών μισθώσεων από 1-1-2022 και μέχρι το τέλος του χρόνου, ώστε οι επιχειρήσεις να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στις πιέσεις που δέχονται από τον «εισαγόμενο κυρίως πληθωρισμό».
Υπενθυμίζεται ότι ο δείκτης αναπροσαρμογής ενοικίων τον Ιανουάριο διαμορφώθηκε στο 3,8% (πληθωρισμός Δεκεμβρίου 5,1%), τον Φεβρουάριο διαμορφώθηκε στο 4,7% (πληθωρισμός Ιανουαρίου 6,2%) και Μάρτιο διαμορφώθηκε στο 5,4% (πληθωρισμός Φεβρουαρίου 7,2%).
Όμως για τον Απρίλιο εκτιμάται ότι θα ανέβει σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα δεδομένου ότι ο πληθωρισμού του Μαρτίου έχει διαμορφωθεί κοντά στο 9%.
«Έγκαιρη και δίκαιη η επιβολή πλαφόν στις αυξήσεις επαγγελματικών ενοικίων», δήλωσε ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς Βασίλης Κορκίδης.
Συγκεκριμένα ο κ. Κορκίδης ανέφερε:
«Το ΕΒΕΠ επικροτεί την απόφαση του υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων ‘Αδωνι Γεωργιάδη για τη θέσπιση πλαφόν 3% στα επαγγελματικά μισθωτήρια και θεωρεί θεμιτή την περιοριστική παρέμβαση, σε μια χρονιά έξαρσης του πληθωρισμού στα επίπεδα ρεκόρ του 8%, επιμερίζοντας δίκαια το πρόσθετο κόστος, μεταξύ των ιδιοκτητών και των ενοικιαστών.
Η ελληνική επιχειρηματικότητα σε μια παρατεταμένη περιόδο έκτακτων και ακραίων οικονομικών συγκυριών χρειάζεται έμπρακτη στήριξη και δέχεται κάθε μορφής ελέγχο και παρέμβαση κατά της ακρίβειας.
Για άλλη μία φορά με την εν λόγω κίνηση, η κυβέρνηση δείχνει τα γρήγορα ανακλαστικά της, ώστε να αποσοβηθούν τα χειρότερα σε μία χρονική συγκυρία, όπου απαιτείται η μέγιστη στήριξη της αγοράς. Η λελογισμένη τιμαριθμική προσαρμογή των επαγγελματικών μισθωμάτων είναι κρίσιμη για την επιβίωση αλλά και την συνέχιση της βιώσιμης λειτουργίας μιας επιχείρησης, τόσο στη μεταποίηση και το εμπόριο, όσο και τις υπηρεσίες».
Κορκίδης: Η πρόσθετη οικονομική ενίσχυση 1,1 δισ. ευρώ στηρίζει μόνο εν μέρει και όχι επαρκώς

Λελογισμένα σε κόστος και διάρκεια είναι τα νέα μέτρα κατά της ακρίβειας που εξήγγειλε ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, εκτιμά ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς, Βασίλης Κορκίδης, και εξηγεί:
«Η ‘λελογισμένη’ πρόσθετη οικονομική ενίσχυση ύψους 1,1 δισ. ευρώ, στηρίζει σε εθνικό επίπεδο, τόσο οριζόντια νοικοκυριά και επιχειρήσεις, όσο και στοχευμένα 3,2 εκατ. πολίτες, αλλά μόνο εν μέρει και όχι επαρκώς.
Η διασφάλιση της αναπτυξιακής πορείας της οικονομίας μας, είναι απαραίτητη για την επιχειρηματικότητα του τόπου μέχρι να ολοκληρωθεί και η τελευταία μεταμνημονιακή αξιολόγηση ώστε να περάσουμε σε επενδυτική βαθμίδα. Οι μικρομεσαίοι της αγοράς έχουμε πλήρη συνείδηση ότι η κατάσταση είναι δύσκολη, και το επόμενο διάστημα, όσο διαρκεί ο πόλεμος, θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο. Όμως, η παραγωγική και εφοδιαστική αλυσίδα δεν πρέπει να διαρραγεί και αυτό απαιτεί ‘αιμοδυναμικά’ μέτρα στην πραγματική οικονομία».
Ειδικότερα, ο Κ. Κορκίδης δήλωσε: «Πρώτιστο μέλημα παραμένει η υπεράσπιση νοικοκυριών και επιχειρήσεων από την ‘δίδυμη’ ενεργειακή και διατροφική κρίση, με τη στήριξη της ελληνικής κοινωνίας στους ευαίσθητους τομείς της στέγασης, της διατροφής και των μεταφορών. Το πλαίσιο τρίμηνης διάρκειας για την ενίσχυση νοικοκυριών, επιχειρήσεων και αγροτών, αφορά σε συγκεκριμένα μέτρα προκειμένου να περιορίσουν, κατά το δυνατόν, τις επιπτώσεις από τις υπέρογκες αυξήσεις και τον ανεξέλεγκτο πληθωρισμό που χτυπά την ευρωπαϊκή και ελληνική οικονομία. Τα όσα ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός και θα εξειδικευτούν από το οικονομικό επιτελείο αφορούν σε παρεμβάσεις που θα δίνουν στήριξη σε όλους, αλλά και θα εστιάζουν πρωτίστως σε όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Δικαίως συνεχίζεται η προσπάθεια να ενισχυθούν στοχευμένα όσο το δυνατόν περισσότεροι ευάλωτοι πολίτες, αλλά και όσοι βρίσκονται αντιμέτωποι με υπέρμετρες δυσκολίες στο να καλύψουν τις ακραίες αυξήσεις σε ρεύμα, καύσιμα και τρόφιμα, που είναι δυσανάλογες με το διαθέσιμο εισόδημα και εκτιμάται πως έχουν επιβαρύνει 33-52% τον οικογενειακό μας προϋπολογισμό. Η διασφάλιση της αναπτυξιακής πορείας της οικονομίας μας, είναι απαραίτητη για την επιχειρηματικότητα του τόπου μέχρι να ολοκληρωθεί και η τελευταία μεταμνημονιακή αξιολόγηση ώστε να περάσουμε σε επενδυτική βαθμίδα. Οι μικρομεσαίοι της αγοράς έχουμε πλήρη συνείδηση ότι η κατάσταση είναι δύσκολη, και το επόμενο διάστημα, όσο διαρκεί ο πόλεμος, θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο. Όμως, η παραγωγική και εφοδιαστική αλυσίδα δεν πρέπει να διαρραγεί και αυτό απαιτεί ‘αιμοδυναμικά’ μέτρα στην πραγματική οικονομία. Κατανοούμε ότι δεν πρέπει να θέσουμε σε κίνδυνο την δημοσιονομική σταθερότητα και την εμπιστοσύνη των αγορών, ούτε να αρχίσουμε από την αρχή. Δεν θέλουμε να υπονομεύσουμε το αύριο, αλλά να μην ‘λυγίσουμε’ σήμερα, από το ενεργειακό κόστος. Είναι πράγματι εξαιρετικά αμφίβολο, ακόμα και αν υπήρχε μεγαλύτερος δημοσιονομικός χώρος, πως δεν θα μπορούσε να καλύψει το συνολικό κόστος των νέων και προγενέστερων προβλημάτων που αντιμετωπίζει η αγορά. Η ‘λελογισμένη’ πρόσθετη οικονομική ενίσχυση ύψους 1,1 δισ. ευρώ, στηρίζει σε εθνικό επίπεδο, τόσο οριζόντια νοικοκυριά και επιχειρήσεις, όσο και στοχευμένα 3,2 εκατ. πολίτες, αλλά μόνο εν μέρει και όχι επαρκώς. Ως εκ τούτου, πρέπει σε ευρωπαϊκό επίπεδο να αξιοποιηθεί κάθε θεσμικό εργαλείο που έχει η ΕΕ στη διάθεσή της και κάθε διαθέσιμο ποσό σε διαρθρωτικά ταμεία, για να αντιμετωπιστεί η παγκόσμια κερδοσκοπική ακρίβεια. Η κυβέρνηση οφείλει να επιμείνει στις τεκμηριωμένες προτάσεις που έχει καταθέσει για μια αποτελεσματική και άμεση κεντρική ευρωπαϊκή παρέμβαση, ώστε να αντιμετωπιστούν οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου με γενναίες επιδοτήσεις, που όμως δεν θα γραφτούν στα ελλείμματα των χωρών μελών της Ε.Ε.».
Β. Κορκίδης: Όσα περισσότερα χρήματα απαιτούνται για τα βασικά αγαθά, τόσο λιγότερο περισσεύουν για τις υπόλοιπες κατηγορίες

«Οι αυξήσεις στις διεθνείς τιμές των πρώτων υλών που αναπόφευκτα πέρασαν και το κατώφλι της ελληνικής αγοράς προβληματίζουν παραγωγούς, εισαγωγείς και εμπόρους», αναφέρει σε ανακοίνωσή του ο πρόεδρος του Περιφερειακού Επιμελητηριακού Συμβουλίου Αττικής και του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς, Βασίλης Κορκίδης, επισημαίνοντας ότι η εισαγόμενη ακρίβεια βλάπτει σοβαρά αγορά και καταναλωτές.
Ειδικότερα ο κ. Κορκίδης επισημαίνει τα εξής: «Οι φόβοι του προηγούμενου διαστήματος για ραγδαία άνοδο του κόστους παραγωγής και μεταφορών επαληθεύτηκαν, με τις πρώτες ανατιμήσεις να καταγράφονται σε μια μεγάλη γκάμα “ταχυκίνητων” καταναλωτικών προϊόντων. Η αυξητική τάση αναμένεται μάλιστα να ενταθεί το επόμενο διάστημα, καθώς έχουν δρομολογηθεί σημαντικές ανατιμήσεις που ήδη αποτυπώνονται στα ράφια, πλήττοντας τους καταναλωτές. Οι ανατιμήσεις πηγάζουν κυρίως από το κόστος των πρώτων υλών, λόγω της μειωμένης αποδοτικότητας στις μεγάλες παραγωγικές χώρες, την αύξηση της ζήτησης από την Ασία και τη συρρίκνωση των αποθεμάτων παγκοσμίως. Σημαντικός παράγοντας είναι βεβαίως και η ετήσια αύξηση των ναύλων μεταφοράς container από 350% έως και 485%.
Σύμφωνα με το Γραφείο Έρευνας Αγοράς IRI και τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, στις τιμές φυτικής και ζωικής παραγωγής και γενικά σε 10 κατηγορίες τροφίμων, καταγράφηκε τον Αύγουστο του 2021 σε σύγκριση με τον αντίστοιχο του 2020, αύξηση 4,6%. Πρώτοι στη λίστα των ανατιμήσεων είναι οι “εισαγόμενοι κωδικοί” βιομηχανικών ειδών, με 9,3%. Έχουμε μεγάλες αυξήσεις στη τιμή του φυσικού αερίου, 80%, του πετρελαίου, 40%, την ηλεκτρική ενέργεια, 30%, τις πρώτες ύλες, ακόμα και στον καφέ, 60%, ενώ ακολουθούν τα εγχώρια προϊόντα και κυρίως τρόφιμα, όπως αρνί και κατσίκι 13%, οπωροκηπευτικά 8%, νωπά ψάρια 7%, φρούτα 5%, τυριά και λάδι 3%.
Το ανησυχητικό είναι πως πολλά ακόμη προϊόντα από το “καλάθι της νοικοκυράς” ετοιμάζονται να ακολουθήσουν το “ράλι τιμών”, που καταγράφεται εδώ και 20 εβδομάδες, δεδομένου ότι οι αντοχές των προμηθευτών για απορρόφηση του επιπλέον κόστους που υφίστανται είναι περιορισμένες. Παρά το γεγονός ότι δεν είναι εύκολο, οι επιχειρήσεις από την πλευρά τους προσπαθούν στο μέτρο των δυνατοτήτων τους να συγκρατήσουν τις τιμές και να αποτρέψουν οποιαδήποτε μετακύλιση στον τελικό καταναλωτή, αφού γνωρίζουν ότι οι αυξήσεις θα περιορίσουν τον όγκο πωλήσεων τους. Το σοβαρό πρόβλημα που έχει προκύψει παρακολουθεί στενά η κυβέρνηση, με τα αρμόδια υπουργεία να μην κρύβουν τον προβληματισμό τους για τον εισαγόμενο πληθωρισμό που μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Μια γενικευμένη ακρίβεια μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά στην αναθέρμανση της κατανάλωσης, η οποία αποτελεί βασικό ζητούμενο για την ελληνική οικονομία στη μετά πανδημία εποχή. Οι διεθνείς πληθωριστικές πιέσεις που οφείλονται στην αύξηση των τιμών πετρελαίου, φυσικού αερίου, λιπασμάτων, αγροτικής παραγωγής, βασικών αγαθών και παροχής υπηρεσιών ηλεκτρικού ρεύματος, δύσκολα αντιμετωπίζονται σε εθνικό επίπεδο, εκτός βεβαίως εάν η εκτίναξη του πληθωρισμού αποδειχθεί παροδικό φαινόμενο, που οφείλεται στις επιπτώσεις της πανδημίας και στο μεγάλο χρονικό διάστημα διακοπής της παραγωγής.
Πάντως, οι δείκτες δεν δείχνουν προοπτική αποκλιμάκωσης, αλλά το αντίθετο, με τον δείκτη των Ηνωμένων Εθνών για το παγκόσμιο κόστος των τροφίμων να αυξάνεται τον Αύγουστο για 15ο συνεχόμενο μήνα και τις τιμές να σκαρφαλώνουν στο υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαετίας. Επιπρόσθετα, ο δείκτης “Commodity Food and Beverage Monthly Price Index”, των πρώτων υλών τροφίμων και ποτών του ΔΝΤ παρουσίασε σε ένα μόλις χρόνο αύξηση 30%. Τον κώδωνα του κινδύνου κρούουν οι μεγάλες βιομηχανίες τροφίμων, που επισημαίνουν πως παρατηρούνται ανοδικές τάσεις σε ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής, από τα δημητριακά και το γάλα μέχρι τα υλικά συσκευασίας. Αντίστοιχα, έμποροι του κλάδου αναφέρουν πως λαμβάνουν μηνύματα από τους μεγάλους προμηθευτές τους πως δεν αναμένεται υποχώρηση των τιμών από τα σημερινά επίπεδα.
Οι άνθρωποι της αγοράς είμαστε προ αδιεξόδου, δεδομένου ότι οι αντοχές όλων είναι αναιμικές και τα βασικά είδη με τα τρόφιμα, απαιτούν πάνω από το 20% της μηνιαίας καταναλωτικής δαπάνης των νοικοκυριών. Όσα περισσότερα χρήματα απαιτούνται για τα βασικά αγαθά, τόσο λιγότερο περισσεύουν για τις υπόλοιπες κατηγορίες. Η συγκράτηση όμως των τιμών δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, καθώς εξαρτάται από το μέγεθος και τη διάρκεια της επιβάρυνσης που υφίστανται όλες οι επιχειρήσεις της εφοδιαστικής αλυσίδας. Ως εκ τούτου, ο επιχειρηματικός κόσμος προτείνει πως μια αποκλιμάκωση της έμμεσης φορολογίας θα μπορούσε να δώσει λύση στο πρόβλημα. Η μείωση του ΦΠΑ στο 6% σε περισσότερα βασικά αγαθά, θα μπορούσε να οδηγήσει σε συγκράτηση των τιμών, οδηγώντας παράλληλα σε τόνωση της ζήτησης και κατ’ επέκταση σε ενδυνάμωση των δημόσιων εσόδων. Είναι μια πρόταση που έχει λειτουργήσει στο παρελθόν και μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική και τώρα.
Οι αρχικές αισιόδοξες εκτιμήσεις για εξομάλυνση πριν τα τέλη του φθινοπώρου, έχουν δώσει τη θέση τους σε νεότερες εκτιμήσεις για τα μέσα προς τα τέλη του πρώτου τετράμηνου του 2022 επαναφοράς στη κανονικότητα. Ο ισχυρός κλυδωνισμός στην παγκόσμια εφοδιαστική διατάραξε το ισοζύγιο προσφοράς προς ζήτηση. Το “σοκ” που προκάλεσε η πανδημία στις παγκόσμιες μεταφορές, με αποτέλεσμα την εκτόξευση του μεταφορικού κόστους, αρχίζει να γίνεται μη διαχειρίσιμο, ακόμη και για πολυεθνικούς κολοσσούς που διαθέτουν ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη και αρκετή ρευστότητα για να διατηρούν μεγάλα αποθέματα. Πόσο μάλλον για τις ΜμΕ του χονδρικού και λιανικού εμπορίου που δεν θα μπορούν να απορροφήσουν μέσω αποθεμάτων τις αυξήσεις των τιμών. Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις των ειδικών, οι συνεχείς ανατιμήσεις πρώτων υλών και αγαθών ενδέχεται να ακολουθήσουν δύο σενάρια, είτε αυτό της “τέλειας καταιγίδας” με έντονες αυξήσεις, αλλά παροδική, με διάρκεια μέχρι το τέλος του πρώτου τετραμήνου του 2022, είτε αυτό του “δεκαετούς κύκλου” ανατιμήσεων και πληθωρισμού, που ήδη τρέχει στην Ευρωζώνη με 3%. Πρέπει λοιπόν εγκαίρως, όλοι να κάνουμε ό,τι μπορούμε, μπροστά στις γενικευμένες ανατιμήσεις που απειλούν την ελληνική αγορά. Ο κίνδυνος της “εισαγόμενης ακρίβειας” βλάπτει σοβαρά, αγορά και καταναλωτές, ενώ απαιτεί τη συγκρότηση κοινού μετώπου από παραγωγούς, εμπόρους και κυβέρνηση για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά».
Χατζηθεοδοσίου – Κορκίδης: Αναγκαίο το ευνοϊκό χρηματοδοτικό κλίμα για τις 820.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις

Η δημιουργία ευνοϊκού χρηματοδοτικού κλίματος για τη στήριξη των περίπου 820.000 ΜμΕ στην Ελλάδα θα πρέπει να είναι βασικός στόχος κυβέρνησης, τραπεζών και επιχειρηματικότητας.
Αυτό επεσήμαναν στη σημερινή συνάντησή τους τόσο ο πρόεδρος της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου όσο και ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς και του Περιφερειακού Επιμελητηριακού Συμβουλίου Αττικής, Βασίλης Κορκίδης.
Σύμφωνα με ανακοίνωση, στη συνάντηση επιβεβαιώθηκε, πρωταρχικά, η πρόθεση του ΕΒΕΠ να συνδράμει στις συνεχείς προσπάθειες της επιμελητηριακής κοινότητας και όχι μόνο, για τη συνολική βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος σε μία περίοδο επανεκκίνησης της πραγματικής οικονομίας.
«Η συστράτευση των δυνάμεων του επιχειρείν είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία για να ξεπεραστεί η σοβούσα κρίση και να επιταχυνθούν οι επιχειρηματικές διεργασίες σε όλους τους τομείς της οικονομίας», επεσήμανε ο κ. Κορκίδης αφού υπέβαλε στην ΚΕΕΕ πόνημα με δέκα βασικές προτάσεις για ελαφρύνσεις και διευκολύνσεις σε επιχειρήσεις, τις οποίες επεξεργάστηκε το επιμελητήριο, τονίζοντας ότι απαιτείται αφενός, δημοσιονομικός χώρος τουλάχιστον 1 δις ευρώ ετησίως και, αφετέρου, χρονικό διάστημα τριών ετών για την ολοκλήρωση φοροελαφρύνσεων μόνιμου χαρακτήρα.
Επιπλέον, σύμφωνα με την ανακοίνωση, διεξοδική τοποθέτηση πραγματοποιήθηκε από τον πρόεδρο του ΕΒΕΠ ως προς το θέμα της αυτοχρηματοδότησης επενδύσεων από αφορολόγητο αποθεματικό επιχειρήσεων και την παροχή φορολογικών κινήτρων που ενθαρρύνουν συνέργειες, όπως σχεδιάζεται από το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης και αφορά στη μείωση κατά 50% του φορολογικού συντελεστή όσων συγχωνεύονται ή προχωρούν σε αναδιάρθρωση, υπό τον όρο ότι τα κέρδη δεν θα κεφαλαιοποιούνται, ούτε θα διανέμονται στους μετόχους, αλλά θα κατευθύνονται σε επενδύσεις παγίων.
Ο κ. Κορκίδης αναφέρθηκε περαιτέρω στο πρόβλημα, το οποίο θα κληθεί να αντιμετωπίσει η αγορά σύντομα και αφορά στις «παγωμένες» επιταγές, καθώς επίσης και στο σημαντικό ρόλο, που μπορεί να παίξει ως «επιταχυντής» χρηματοδότησης, η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, επισημαίνοντας ότι στόχος κυβέρνησης, τραπεζών και επιχειρηματικότητας, θα πρέπει να είναι, η δημιουργία ευνοϊκού χρηματοδοτικού κλίματος για τη στήριξη των περίπου 820.000 ΜμΕ στην Ελλάδα.
Στο πλαίσιο αυτό κοινοποιήθηκε και σχετική έρευνα του επιμελητηρίου που αφορά στη συμβολή του τραπεζικού συστήματος στην ενίσχυση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, με έμφαση στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όπου αναφέρονται οι όροι και οι προϋποθέσεις, καθώς και το κόστος του τραπεζικού δανεισμού σε ΜμΕ, οι οποίες επιχειρούν στα κράτη μέλη της Ευρωζώνης.
Αναφορικά τέλος με τις ζημιές από τις φωτιές στη Δυτική Αττική, γνωστοποιήθηκε ότι το ΕΒΕΠ έχει ήδη εγκρίνει κονδύλι 15.000 ευρώ, το οποίο θα διατεθεί άμεσα, μέσω των αρμόδιων δήμων, για την ανακούφιση των πληγεισών επιχειρήσεων που βρίσκονται στην περιφέρεια ελέγχου του.