Ν. Καραμούζης: Στην Ελλάδα έχουμε όλα τα αναγκαία συστατικά για να υπάρξει ανάπτυξη

Στην Ελλάδα έχουμε σήμερα όλα τα αναγκαία συστατικά για να υπάρξει ανάπτυξη της οικονομίας, όπως προσδοκίες, εμπιστοσύνη και σταθερότητα, εκτίμησε ο Νίκος Καραμούζης, πρόεδρος Grant Thornton, Φορολογικών και Συμβουλευτικών Υπηρεσιών στη διάρκεια συζήτησης με τον Διευθυντή του CNN Greece, Δημήτρη Πεφάνη, στο Fin Forum που πραγματοποιείται στην Αθήνα, υπό την αιγίδα της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών.
Ο κ. Καραμούζης επισήμανε ότι έχουμε μια κυβέρνηση που έχει δεσμευτεί να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις, να μειώσει τους φορολογικούς συντελεστές, να εφαρμόσει τις ιδιωτικοποιήσεις. Παράλληλα, η επενδυτική βαθμίδα είναι κοντά, ενώ η Ελλάδα καθίσταται ξανά ελκυστική για ξένες επενδύσεις. Υπάρχουν, όμως, προκλήσεις όπως ανέφερε ο κ. Καραμούζης.
Το δημογραφικό είναι ένα δομικό πρόβλημα, για το οποίο χρειάζεται μια συνολική επαναπροσέγγιση. Παράλληλα, το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και νοικοκυριά είναι υψηλό, ενώ οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου είναι οι χαμηλότερες, ως ποσοστό του ΑΕΠ, σ’ όλη την Ευρωζώνη. Πρόβλημα αναδύεται κι από το μικρό μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων, συμπλήρωσε.
Όσον αφορά τη διάρθρωση της οικονομίας, ο κ. Καραμούζης υπενθύμισε ότι το 68% αφορά την κατανάλωση και μόλις το 14% τις επενδύσεις. Αυτό πρέπει να αλλάξει με την κατανάλωση να μετασχηματίζεται σε επενδύσεις, ξεκαθάρισε. Τόνισε, παράλληλα, την ανάγκη για ψηφιακό / ενεργειακό μετασχηματισμό, όπως και για ουσιαστική βελτίωση των εξαγωγών.
«Το κρίσιμο είναι να δούμε πώς θα “πάρουν” φόρα οι επενδύσεις, πώς θα αυξήσουμε τις εξαγωγές», σχολίασε.
Τέλος, αναφερόμενος στις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις, υποστήριξε ότι «το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν ένα σοκ για όλους, ιδίως για τις εδραιωμένες κεντροαριστερές αντιλήψεις που επικρατούσαν στην οικονομία». «Αυτό το σοκ θα κάνει καλό, καθώς όλοι θα πρέπει να διαβάσουν τα νέα δεδομένα. Μπορούμε να πάμε καλύτερα, αρκεί να σπάσουμε αυγά», κατέληξε.
Καραμούζης (ΕΤΕ): Εφικτός ο στόχος για έσοδα των 18,2 δισ. ευρώ από τον τουρισμό το 2023

Στις πολύ θετικές προοπτικές που εμφανίζει ο ελληνικός τουρισμός, στον αυξανόμενο ρόλο που διαδραματίζει στις ισχυρές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας καθώς και στη σημαντική στήριξη που προσφέρει στον κλάδο η Εθνική Τράπεζα, εστίασε ο κ. Βασίλης Καραμούζης, Γενικός Διευθυντής Εταιρικής και Επενδυτικής Τραπεζικής της Εθνικής Τράπεζας, κατά τη διάρκεια του Delphi Economic Forum.
Ο κ. Καραμούζης εκτίμησε πως είναι εφικτό ο ελληνικός τουρισμός να εισφέρει στην ελληνική οικονομία πέραν των 18,2 δισ. ευρώ που ήταν το τουριστικό εισόδημα ρεκόρ του 2019 και τελευταίο έτος προ πανδημίας, τονίζοντας παράλληλα ότι η Εθνική Τράπεζα στοχεύει τα επόμενα χρόνια σε νέες χρηματοδοτήσεις ύψους 0,5-1 δισ. ευρώ ετησίως στον Τουρισμό, εξελίσσοντας διαρκώς τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες της προς το σύνολο των επιχειρήσεων.
Όπως τόνισε, η Εθνική Τράπεζα στήριξε έργα και εταιρείες που σχετίζονται άμεσα με τον τουρισμό, εκμεταλλευόμενη τη δυναμική που της προσφέρει η εξειδίκευση και μεγάλη εμπειρία της σε όλο το φάσμα των Τουριστικών δραστηριοτήτων και τραπεζικών εργασιών – από τη χρηματοδότηση μικρομεσαίων ξενοδοχειακών μονάδων μέχρι την παροχή σύνθετων χρηματοοικονομικών υπηρεσιών για μεγάλα έργα υποδομών – ο υγιής ισολογισμός της και πάνω απ’ όλα η διαχρονική σχέση και η εμπιστοσύνη των πελατών της.
Επίσης, ο κ. Καραμούζης στάθηκε στις πολύ θετικές προοπτικές που εμφανίζει ο ελληνικός τουρισμός και το 2023, τις οποίες επιβεβαιώνουν τόσο οι πρόδρομοι δείκτες, όσο και η σχετική τριμηνιαία έρευνα που διεξάγει η Εθνική Τράπεζα. Βάσει της πρόσφατης έρευνας της ΕΤΕ, τα ελληνικά ξενοδοχεία αναμένουν άνοδο των πωλήσεων της τάξης του 10% για το 2023, με την υψηλότερη άνοδο να αναμένεται σε νησιωτικούς προορισμούς (+13% έναντι +7% για αστικούς) και ξενοδοχεία 4-5 αστέρων (+11% έναντι +8% για λοιπά).
Από την άλλη πλευρά, σημείωσε ο κ. Καραμούζης, το 2023 παραμένει άλλο ένα έτος σημαντικών προκλήσεων τόσο στην πλευρά της ζήτησης, καθώς αβέβαιη παραμένει η διάρκεια και η ένταση της γεωπολιτικής ανασφάλειας, όσο και στην πλευρά της προσφοράς, με τα ελληνικά ξενοδοχεία να καλούνται να ανταπεξέλθουν σε αυξημένο ενεργειακό κόστος (πιεστικό πρόβλημα συγκυρίας για το 80% του κλάδου βάσει της έρευνας της ΕΤΕ) και ελλείψεις εργατικού δυναμικού (πιεστικό πρόβλημα συγκυρίας για τα 2/3 του κλάδου).
Τέλος, ο Γενικός Διευθυντής Εταιρικής και Επενδυτικής Τραπεζικής της Εθνικής Τράπεζας τόνισε πως σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από πληθώρα νέων προκλήσεων και ευκαιριών, η συνέχιση της επιτυχημένης πορείας του ελληνικού τουρισμού σε βάθος χρόνου προϋποθέτει μεθοδική και βιώσιμη ανάπτυξη, λαμβάνοντας υπόψη τις τάσεις της παγκόσμιας αγοράς και αναβαθμίζοντας διαρκώς το προϊόν του.
Ν. Καραμούζης: Θα χρειαστούν τουλάχιστον 2-3 χρόνια για την τιθάσευση του πληθωρισμού

Στην πορεία της ελληνικής οικονομίας, τους παράγοντες που υπονομεύουν τον ρυθμό ανάπτυξης το επόμενο έτος, τους κινδύνους που εγκυμονεί η αύξηση του κόστους χρήματος για το χρέος της χώρας αλλά και ο αυξανόμενος προστατευτισμός για τα μεσοπρόθεσμα συμφέροντα της Ελλάδας, αναφέρεται σε άρθρο του στην «Καθημερινή της Κυριακής» ο Νίκος Καραμούζης, πρόεδρος της SMERemediumCap και της Grant Thornton στην Ελλάδα.
Σε ό,τι αφορά την ελληνική οικονομία, ο κ. Καραμούζης αναμένει σημαντική αύξηση του ΑΕΠ το τρέχον έτος -ίσως αρκετά κοντά στο 6%, όπως σημειώνει-, την ώρα δε που η ευρωζώνη βυθίζεται σε ύφεση, αλλά με τον πληθωρισμό να “τρέχει” με 10% και πλέον. Διαβλέπει, ωστόσο, μια μάλλον δύσκολη χρονιά το 2023, με κατακόρυφη μείωση του ρυθμού ανάπτυξης του ΑΕΠ, ίσως κοντά στο 1% με 2%, αλλά και με επιβράδυνση του πληθωρισμού κοντά στο 6% με 7%.
Προσθέτει, πάντως, ότι υπάρχουν σοβαρότατες αβεβαιότητες που καθιστούν τις ως άνω εκτιμήσεις επισφαλείς, με τον πληθωρισμό να μειώνει την αγοραστική δύναμη μισθών και καταθέσεων, παρά τις όποιες αυξήσεις μισθών ή επιτοκίων σημειωθούν που μάλλον θα υπολείπονται του πληθωρισμού, την εκλογική αβεβαιότητα, το αναγκαίο δημοσιονομικό νοικοκύρεμα χωρίς δημοσιονομικό χώρο για έξτρα δαπάνες (επιστροφή Ελλάδος σε πρωτογενή πλεονάσματα), με την Ευρώπη σχεδόν σε ύφεση, όπου εξάγουμε το 55% του συνόλου, με τα επιτόκια σε κάθετα ανοδική πορεία και με τις επιχειρήσεις να βιώνουν μειωμένη κερδοφορία και δραματική αύξηση του κόστους παραγωγής.
Αναφορικά με τον πληθωρισμό, ο κ. Καραμούζης τονίζει ότι βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη ο πληθωριστικός κύκλος που πυροδοτήθηκε από τον τοξικό συνδυασμό του ρωσο-ουκρανικού πολέμου -που προκάλεσε έκρηξη τιμών και ελλείψεις σε πρώτες ύλες, μέταλλα και αγροτικά προϊόντα-, της υπερβολικής ζήτησης και της σοβαρής επιβράδυνσης της κινεζικής οικονομίας (λόγω των μέτρων κατά του κορονοϊού), ο οποίος έχει οδηγήσει τον πληθωρισμό στο υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγράφει τις τελευταίες δεκαετίες.
Σημειώνει, δε, ότι πρόκειται για ένα σοβαρό πρόβλημα που δεν θα εκλείψει σύντομα, χωρίς τη λήψη σοβαρών μέτρων συσταλτικής δημοσιοοικονομικής και νομισματικής πολιτικής. Επειδή, όμως, δεν διαφαίνεται πρόθεση των κυβερνήσεων να εφαρμόσουν συσταλτική δημοσιονομική πολιτική, το βάρος της διόρθωσης του πληθωρισμού, όπως τονίζει, θα πέσει αναγκαστικά και υπέρμετρα στη νομισματική πολιτική, με μέτρα περιστολής της ρευστότητας στην αγορά και έντονη άνοδο των επιτοκίων, τα οποία θα οδηγήσουν σε επιβράδυνση της οικονομίας, πιθανά σε οικονομική ύφεση και σε αυξανόμενη ανεργία.
Εκτιμά, επίσης, ότι θα χρειαστούν τουλάχιστον δύο με τρία χρόνια πριν τα μέτρα συσταλτικής νομισματικής πολιτικής τιθασεύσουν τον πληθωρισμό στις ανεπτυγμένες χώρες σε αποδεκτά επίπεδα π.χ. του 2%-3% ετησίως, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνοδευθούν από επιβράδυνση του κόστους πρώτων υλών και ενέργειας, την υλοποίηση σταθεροποιητικών δημοσιονομικών μέτρων και την αποφυγή να ενσωματωθεί ο πληθωρισμός στις αυξήσεις μισθών και τις προσδοκίες.
Ο κ. Καραμούζης επισημαίνει μάλιστα ότι η απαιτούμενη αύξηση των επιτοκίων διαφαίνεται πως θα είναι μεγαλύτερη από αυτή που προβλέπουν οι αγορές σήμερα, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, όπου τα βραχυχρόνια επιτόκια θα ξεπεράσουν, κατά την εκτίμησή του, το 5% με 5,5% και τα ευρωπαϊκά το 3% με 3,5% το πρώτο εξάμηνο του 2023.
Άλλωστε, όπως σημειώνει, με βάση τα ιστορικά δεδομένα, ο περιορισμός ενός τόσο υψηλού ρυθμού πληθωρισμού, δεν μπορεί να μειωθεί σημαντικά χωρίς σοβαρή επιβράδυνση της οικονομίας (ύφεση), που όπως διαφαίνεται μάλλον θα συμβεί το 2023. Ήδη, διεθνείς οργανισμοί εκτιμούν σχεδόν μηδενικό ρυθμό ανάπτυξης στις ΗΠΑ και την Ευρώπη και μόνο 2,7% ρυθμό ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας για το 2023, με αυξανόμενη πιθανότητα να είναι τελικά κάτω του 2%, ενώ προσδιορίζουν τον παγκόσμιο πληθυσμό κοντά στο 7% το 2023 και στο 4,3% περίπου το 2024.
Ένας καθοριστικός κίνδυνος για την πορεία και τη δυναμική του πληθωρισμού, σύμφωνα με τον κ. Καραμούζη, είναι επίσης και ο βαθμός που θα ενσωματωθεί ο τρέχων πληθωρισμός στη διαμόρφωση των μισθών και συμβάσεων εργασίας και αν αυτή η εξέλιξη συνοδευθεί ή όχι από πιθανή έξαρση της κερδοσκοπίας και ανοδική αποσταθεροποίηση των πληθωριστικών προσδοκιών.
Αν τα παραπάνω συμβούν, εν μέρει ή εν όλω, όπως εξηγεί η αντιμετώπιση του πληθωρισμού θα απαιτήσει, ceteris paribus, ακόμα πιο έντονη συσταλτική νομισματική πολιτική και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Επίσης, ο κ. Καραμούζης προειδοποιεί για μια ακόμη παρενέργεια που ενέχει η παρούσα κρίση και αφορά την έντονη όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και την ανακατανομή του παγκόσμιου πλούτου.
Όπως σημειώνει, εντός της ευρωζώνης, χώρες όπως η Ελλάδα, με υψηλότερο του μέσου όρου ρυθμό πληθωρισμού (10 %) τους τελευταίους μήνες και με χρόνια χαμηλή παραγωγικότητα, χάνουν σε ανταγωνιστικότητα και οικονομική προοπτική. Επίσης, χώρες όπως η Ελλάδα και η Ιταλία, με υψηλό λόγο χρέους προς ΑΕΠ, αν και βραχυχρόνια κερδίζουν από τη διάβρωση της αξίας του χρέους τους, μακροχρόνια αυτό θα αντισταθμιστεί σε μεγάλο βαθμό από την αύξηση του κόστους αναχρηματοδότησης αυτού το μεγάλου χρέους. Για παράδειγμα, η απόδοση του δεκαετούς ελληνικού ομολόγου έχει αυξηθεί μέσα σε ένα χρόνο από 0,6% σε 5% ετησίως. Αυτό, όπως τονίζει, αυξάνει τον κίνδυνο απώλειας ικανοποιητικής πρόσβασης στις αγορές κι επομένως καθιστά επιτακτική τη δημοσιονομική σταθερότητα, σύνεση και πειθαρχία, παρά την ευνοϊκή δομή του ελληνικού δημόσιου χρέους (μακρές λήξεις, σταθερά επιτόκια).
Τέλος, επισημαίνει τους κινδύνους που ενέχουν ο εθνικισμός και η εσωστρέφεια, τάσεις που έχει εντείνει η τρέχουσα κρίση, εξηγώντας πως μια επιστροφή στο παρελθόν, στις κλειστές και προστατευμένες αγορές, στον κρατισμό, στο φλύαρο και ψευδεπίγραφο εθνικισμό, στο τοξικό κλίμα για τους μετανάστες και τη διαφορετικότητα, μια σοβαρή αποδυνάμωση της ευρωζώνης που κυοφορείται, θα βλάψουν σοβαρά τα μεσοπρόθεσμα συμφέροντα μας γιατί η ευημερία μας ενισχύεται με ξένες επενδύσεις και κεφάλαια, με ξένους επισκέπτες, κατοίκους και εργατικό δυναμικό.