ΔΣΑ για γνωμοδότηση Ντογιάκου: Ανεπίτρεπτη παρέμβαση στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρμοδιότητα της ΑΔΑΕ

Κατηγορηματικά αντίθετος στη γνωμοδότηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ισίδωρου Ντογιάκου, σε σχέση με το έργο και τη λειτουργία της ΑΔΑΕ, δηλώνει ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, που μετά από έκτακτη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου του, εξέδωσε απόφαση, στην οποία τονίζει ότι «ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου παρεμβαίνει ανεπίτρεπτα στην άσκηση της συνταγματικά και νομοθετικά κατοχυρωμένης ελεγκτικής αρμοδιότητας της ΑΔΑΕ».
Ολόκληρη η ανακοίνωση του ΔΣΑ:
Το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, το οποίο συνεδρίασε εκτάκτως σήμερα 12.1.2023, σε κοινή συνεδρίαση με την Επιτροπή Συνταγματικών Δικαιωμάτων και Ατομικών Ελευθεριών του ΔΣΑ (Χριστόφορος Αργυρόπουλος Πρόεδρος, Νικόλαος Αλιβιζάτος, Άγγελος Βρεττός, Θεόδωρος Σχινάς, Χάρης Τσιλιώτης και ο Βασίλειος Χειρδάρης). με αφορμή την έκδοση της Αρ. 1/2023 Γνωμοδότησης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και αφού έλαβε υπόψη του τη δήλωση των 16 Καθηγητών Συνταγματικού Δικαίου, με την οποία συμφωνεί απολύτως, έλαβε, κατά πλειοψηφία, την ακόλουθη απόφαση:
1. Το ΔΣ του ΔΣΑ εκφράζει την απόλυτη και κατηγορηματική αντίθεσή του τόσο για την έκδοση όσο και για το περιεχόμενο της Αρ. 1/2023 Γνωμοδότησης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
2. Το απόρρητο των επικοινωνιών, όπως κατοχυρώνεται στα άρθρα 19 του Συντάγματος και 8 της ΕΣΔΑ, αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, άμεσα συνδεδεμένο και με τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Γι’ αυτό και, σε αντίθεση με άλλα ατομικά δικαιώματα, το Σύνταγμα το κατοχυρώνει ως «απόλυτα απαραβίαστο» και δεν αναφέρεται σε περιορισμούς ή εξαιρέσεις, παρά μόνο σε «εγγυήσεις» για την άρση του από τη «δικαστική αρχή» και αυτό μόνο «για λόγους εθνικής ασφάλειας» ή «για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων». Για το λόγο αυτό η προστασία του αποτελεί ύψιστη υποχρέωση της πολιτείας και δεσμεύει όλες τις κρατικές λειτουργίες.
3. Το δικηγορικό σώμα, κατά την κοινοβουλευτική διαδικασία θέσπισης του νεοπαγούς ν. 5002/2022, είχε επισημάνει ότι η σχετική νομοθετική πρωτοβουλία δεν ανταποκρίνεται ούτε στις απαιτήσεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, ούτε στις εύλογες προσδοκίες των δημοκρατικών πολιτών, καθώς απέβλεψε σχεδόν αποκλειστικά στην επικοινωνιακή διαχείριση της υπόθεσης της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, χωρίς να αναβαθμίζει λυσιτελώς την παρεχόμενη έννομη προστασία.
Είναι χαρακτηριστικό ότι:
α) η υπό προϋποθέσεις ενημέρωση του θιγόμενου πολίτη μετά από τριετία δεν πληροί τις εγγυήσεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι θα έχει προηγηθεί η καταστροφή του σχετικού υλικού (κατά κανόνα σε έξι μήνες μετά την παύση ισχύος της σχετικής εισαγγελικής διάταξης)·
β) είναι δυνατή στην πράξη η επ’ αόριστον άρση του απορρήτου με την επίκληση λόγων εθνικής ασφαλείας· γ) αντί να ενισχύονται οι εποπτικές και ελεγκτικές αρμοδιότητες της ΑΔΑΕ, δημιουργείται έρεισμα αμφισβήτησής τους.
4. Η ρητή συνταγματική κατοχύρωση της ΑΔΑΕ ως ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 19 παρ. 2 του Συντάγματος) με αποστολή τη διασφάλιση του «απολύτως απαραβίαστου» δικαιώματος απορρήτου των επικοινωνιών, έχει ως αυτόθροη κανονιστική συνέπεια, κατά σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία των διατάξεων του νόμου -και όχι κατά σύμφωνη με τον νόμο ερμηνεία του Συντάγματος, όπως το επιχείρησε απροκάλυπτα ο γνωμοδοτών Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου- ότι :
α) καμία κρατική αρχή δεν μπορεί να παρεμποδίσει την ΑΔΑΕ κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της με βάση τις διατάξεις του εκτελεστικού του Συντάγματος ν. 3115/2003, που περιλαμβάνουν και την ελεγκτική αρμοδιότητα της Αρχής επί τηλεπικοινωνιακών παρόχων
β) ο κοινός νομοθέτης (όπως είναι ο νομοθέτης του ν. 5002/2022) δεν μπορεί να απαγορεύσει από την Αρχή να ασκεί τη συνταγματική αρμοδιότητά της, ούτε μπορεί να αφαιρέσει ουσιώδεις αρμοδιότητες που της έχουν ήδη απονεμηθεί,
γ) κανένα όργανο, μηδέ των δικαστικών εξαιρουμένων, δεν νομιμοποιείται να υπεισέρχεται στο έργο της ΑΔΑΕ και να την υποκαθιστά κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της·
δ) κανένα κρατικό όργανο δεν μπορεί να ασκεί επ’ αυτής οιαδήποτε μορφή προληπτικού ελέγχου ή προληπτικής εποπτείας, καθώς η Αρχή υπόκειται αποκλειστικά και μόνο στον δικαστικό έλεγχο από τον αρμόδιο, κατά τους δικονομικούς κανόνες, δικαστικό σχηματισμό.
5. Η κατά το άρθρο 29 ν. 4938/2022 γνωμοδοτική αρμοδιότητα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τελεί υπό διττό περιορισμό:
α) τα σχετικά νομικά ζητήματα «δεν [πρέπει να] έχουν εισαχθεί στα δικαστήρια» και
β) το ζήτημα πρέπει να είναι «γενικότερο», επομένως, εξ ορισμού, να μην αφορά ατομικές περιπτώσεις.
Άλλωστε, μέχρι σήμερα, παγίως γινόταν δεκτό ότι η γνωμοδοτική αρμοδιότητα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου συνίσταται στη διατύπωση της γνώμης του γενικώς και αφηρημένως ως προς την αμφιλεγόμενη έννοια διατάξεων νόμων επί ζητημάτων γενικότερου ενδιαφέροντος και πάντως όχι επί υποθέσεων επί των οποίων επελήφθησαν οι αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές ή επί των θεμάτων που πρόκειται να απασχολήσουν τα δικαστήρια ή τα δικαστικά συμβούλια προς αποφυγή επηρεασμού της κρίσης τους ενόψει μάλιστα των προβλεπόμενων ενδίκων μέσων και βοηθημάτων» [βλ. Γνωμοδοτήσεις Εισαγγελέα ΑΠ 7/2022 (Αρ. Χριστόπουλος), 5/2022 (Αν . Δημητριάδου), 3/2022 (Δ. Παπαγεωργίου), 22/2021 (Αν. Δημητριάδου), 20/2021 (Λ. Σοφουλάκης), 15/2021 (Δ. Παπαδημητρίου ), 12/2020 (Λ. Σοφουλάκης ), 10/2018 (Δ. Παπαδημητρίου), 4/2014 (Χ. Βουρλιώτης)].
Πάγια επίσης θέση μέχρι σήμερα ήταν επίσης ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν γνωμοδοτεί επί ερωτημάτων που θέτουν ιδιώτες, και δη διάδικοι ή εν δυνάμει διάδικοι ή με οποιονδήποτε τρόπο εμπλεκόμενοι σε συναφή δικαστική διαδικασία [βλ. ενδεικτικά Γνωμοδότηση Εισαγγελέα ΑΠ 3/2022 ( Δ. Παπαδημητρίου) για εκκρεμή ποινική υπόθεση και 22/2021 (Αν. Δημητριάδου) για υπόθεση δεκτική ακυρωτικού ελέγχου ενώπιον του ΣτΕ].
6. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την Αρ. 1/2023 γνωμοδότησή του:
α) Παρεμβαίνει ανεπίτρεπτα (κατά παράβαση των άρθρων 19 και 101Α Συντ.) στην άσκηση της συνταγματικά και νομοθετικά κατοχυρωμένης ελεγκτικής αρμοδιότητας της ΑΔΑΕ, καθώς γνωμοδοτεί ότι η Αρχή όχι μόνο αδυνατεί να αποφανθεί επί ατομικού αιτήματος ενημέρωσης του θιγομένου προ της παρέλευσης τριετίας από την επιβολή της άρσης, αλλά και να πραγματοποιήσει έλεγχο με σκοπό τη διαπίστωση παραβιάσεων της νομοθεσίας που καθιστούν επιβεβλημένη την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, την ενημέρωση της Βουλής, αλλά και τη γνωστοποίηση στις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές.
β) Επισημαίνει απειλητικά στα μέλη της ΑΔΑΕ τις προβλεπόμενες ποινικές κυρώσεις.
γ) Λαμβάνει θέση, κατά παράβαση του ν. 4938/2022, επί ατομικών περιπτώσεων, καθώς εκκρεμούν ενώπιον της Δικαιοσύνης και της ΑΔΑΕ καταγγελίες συγκεκριμένων προσώπων για παραβίαση των δικαιωμάτων τους, τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος ο γνωμοδοτών εσφαλμένα καθ’ ημάς αποδέχεται ότι οι διατάξεις του ν. 5022/2022 έχουν αναδρομική ισχύ και καταλαμβάνουν και τις άρσεις απορρήτου προ της 9.12.2022·
δ) Τοποθετείται επί ερωτήματος ιδιώτη, και δη ελεγχόμενου τηλεπικοινωνικού παρόχου, που πιθανώς καταστεί επ’ αφορμή του συγκεκριμένου ελέγχου διάδικος στο μέλλον· ε) Παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της δικαστικής προστασίας των πολιτών (Συντ. 20 παρ. 1) και της δικαστικής ανεξαρτησίας (Συντ. 87), η οποία καταλαμβάνει και τους εισαγγελικούς λειτουργούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 4938/2022), καθώς έχουν υποβληθεί μηνυτήριες αναφορές θιγομένων από την άρση του απορρήτου προσώπων, οι οποίες βρίσκονται στο στάδιο της ποινικής προδικασίας, ενώ είναι πιθανό να δημιουργηθεί αντιδικία, υπαγόμενη στα διοικητικά δικαστήρια, μεταξύ της ΑΔΑΕ και του τηλεπικοινωνικού παρόχου, σε περίπτωση που η Αρχή επιβάλλει κυρώσεις σε αυτόν.
7. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έχει νομική και ηθική υποχρέωση να συμβάλλει εκ της θέσεώς του στην πλήρη και ταχεία διερεύνηση όλων των καταγγελιών που έχουν υποβληθεί για παράνομες επισυνδέσεις πολιτών και για τη λειτουργία παράνομων κατασκοπευτικών λογισμικών.
8. Οι αντισυνταγματικοί νόμοι δεν τυγχάνουν εφαρμογής και δεν δύνανται να θεραπευτούν με εισαγγελικές γνωμοδοτήσεις.
Ο ΔΣΑ ως θεματοφύλακας των δημοκρατικών ιδεωδών και υπερασπιστής των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και ελευθεριών θα αντισταθεί αποφασιστικά σε κάθε προσπάθεια φαλκίδευσής τους.
Σε ζητήματα δημοκρατίας και κράτους δικαίου δεν χωρούν εκπτώσεις και συμψηφισμοί αλλά υπάρχει υποχρέωση απαρέγκλιτης τήρησης του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής δικαιϊκής τάξης.
Η Δημοκρατία σε αυτόν τον τόπο έχει βαθιές ρίζες και οι δικηγόροι έχουν ταχθεί να την υπηρετούν διαχρονικά και αταλάντευτα.

Δεκαέξι καθηγητές Συνταγματικού Δικαίου σχολιάζουν τη γνωμοδότηση Ντογιάκου

Τη γνωμοδότηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ισίδωρου Ντογιάκου, στην οποία αναφέρεται ότι η ΑΔΑΕ δεν έχει αρμοδιότητα να διαχειρίζεται αιτήματα πολιτών που ζητούν να πληροφορηθούν εάν υπήρξε παρακολούθηση των τηλεφώνων τους για λόγους εθνικής ασφάλειας, σχολιάζουν 16 καθηγητές του Συνταγματικού Δικαίου.
Στο κείμενό τους αναφέρουν τα εξής:
«Οι υπογραφόμενοι ομότιμοι καθηγητές, εν ενεργεία καθηγητές και λοιποί διδάσκοντες Συνταγματικό Δίκαιο στις δύο παλαιότερες νομικές σχολές και τα άλλα πανεπιστήμια της χώρας, εκφράζουμε τη ζωηρή μας ανησυχία για την υπ’ αριθμ. 1/2023 γνωμοδότηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε ερώτημα τηλεπικοινωνιακού παρόχου. Και τούτο διότι η γνωμοδότηση αυτή υποπίπτει σε μια σειρά σοβαρών ατοπημάτων:
1. Ο κ. εισαγγελέας συγχέει αβασάνιστα το δικαίωμα ενημέρωσης των θιγομένων με την ελεγκτική αρμοδιότητα της ΑΔΑΕ. Το μεν πρώτο, μπορεί πράγματι να ρυθμιστεί από τον νομοθέτη, όπως έγινε πρόσφατα με τον ν. 5002/2022. Η ρύθμιση του τελευταίου και ειδικά η προβλεπόμενη τριετία, είναι προβληματική. Εν τούτοις, μέχρις ότου κριθεί αντισυνταγματική ή και αντίθετη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ισχύει.
2. Τουναντίον, η ελεγκτική αρμοδιότητα της ΑΔΑΕ, απονέμεται σε αυτήν απευθείας από το Σύνταγμα (άρθρο 19§2) και η έκτασή της δεν μπορεί να περιοριστεί ουδ’ επ’ ελάχιστο από τον νομοθέτη. Αρμόδια κατά το Σύνταγμα να διασφαλίζει το απόρρητο, η ΑΔΑΕ δεν έχει απλώς τη δυνατότητα αλλά την υποχρέωση να ελέγχει την ΕΥΠ, τους παρόχους και κάθε άλλον εμπλεκόμενο παράγοντα για το αν κάνουν καλά τη δουλειά τους. Και τούτο ανά πάσα στιγμή, αυτεπαγγέλτως, ή κατόπιν καταγγελίας και χωρίς να μπορεί να της αντιταχθεί οποιοδήποτε απόρρητο, ακόμη και για λόγους εθνικής ασφαλείας. Είναι άλλο η ενημέρωση του θιγομένου, ύστερα από αίτησή του, και άλλο ο έλεγχος της ΑΔΑΕ, ο οποίος αποβλέπει στην τήρηση της αντικειμενικής νομιμότητας. Αυτό θέλησε ο συνταγματικός νομοθέτης και η περί του αντιθέτου άποψη του κ. εισαγγελέα, ότι δηλαδή ο εκάστοτε νομοθέτης μπορεί να καθορίζει κατά το δοκούν την έκταση της ελεγκτικής αρμοδιότητας της ΑΔΑΕ, δεν έχει το παραμικρό έρεισμα.
3. Σε κάθε περίπτωση, ενόψει της εκκρεμούς δίκης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας για το δικαίωμα ενημέρωσης των θιγομένων, η έκδοση της ανωτέρω γνωμοδότησης ήταν άτοπη, διότι, όπως έχει αποφανθεί παλαιότερα η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, γνωμοδοτήσεις δεν εκδίδονται για υποθέσεις «επί των οποίων επελήφθησαν ήδη ή πρόκειται να επιληφθούν οι αρμόδιες δικαστικές αρχές». Και τούτο, «προς αποφυγή επηρεασμού της κρίσης τους». (ΓνωμΕισΑΠ 10/2018, 15/2021 και 3/2022). Για το ζήτημα άλλωστε του αθέμιτου επηρεασμού εκκρεμών δικών έχουν αποφανθεί από μακρού οι Ολομέλειες τόσο του Αρείου Πάγου όσο και του Συμβουλίου της Επικρατείας, κάθε φορά που η κυβερνώσα πλειοψηφία θέλησε να παρακάμψει την ετυμηγορία της Δικαιοσύνης [ΑΠ(Ολ.)40/1988, ΣτΕ(Ολ.) 542/1999, 677/2010].
4. Μια φράση, τέλος, όσον αφορά την αναφορά του κ. εισαγγελέα για πιθανή άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον, μεταξύ άλλων, και μελών της ΑΔΑΕ, ακόμη και για κατασκοπεία (άρθρο 148 ΠΚ). Επισημαίνουμε ότι η δύσκολα αποκρυπτόμενη αυτή απειλή δεν είναι σε καμιά περίπτωση ο προσήκων τρόπος για την υπέρβαση των διαφωνιών δύο άμεσων οργάνων του κράτους.
Νίκος Κ. Αλιβιζάτος (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Ευάγγελος Βενιζέλος (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), Γιώργος Δελλής (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Γιάννης Δρόσος (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Ακρίτας Καϊδατζής (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), Ιφιγένεια Καμτσίδου (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), Αλέξανδρος Κεσσόπουλος (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Ξενοφών Κοντιάδης (Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου), Χαράλαμπος Κουρουνδής (Ανοικτό Πανεπιστήμιο), Παναγιώτης Μαντζούφας (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), Λίνα Παπαδοπούλου (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), Νίκος Παπασπύρου (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Φίλιππος Σπυρόπουλος (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Γιώργος Σωτηρέλης (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Γιάννης Τασόπουλος (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Βασιλική Χρήστου (Πανεπιστήμιο Αθηνών)».

Ο Ισίδωρος Ντογιάκος νέος Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου

O Ισίδωρος Ντογιάκος επελέγη για τη θέση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από το υπουργικό Συμβούλιο δια περιφοράς, ο οποίος θα παραμείνει για ένα χρόνο.
Ο κ. Ντογιάκος εισήχθη στον εισαγγελικό κλάδο τον Σεπτέμβριο του 1983 και προήχθη στον βαθμό του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου τον Σεπτέμβριο του 2018. Στην εισαγγελική επετηρίδα είναι 8ος και στη διάσκεψη των προέδρων της Βουλής ήταν πρώτη επιλογή.
Επίσης, νέα πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας για δύο έτη επελέγη η αντιπρόεδρος Ευαγγελία Νίκα, σημερινή πρόεδρος του Γ’ Τμήματος του ΣτΕ. Στο δικαστικό σώμα εισήλθε το 1984 και στη θέση του αντιπροέδρου προήχθη τον Δεκέμβριο του 2019.

Παραίτηση του Ισίδωρου Ντογιάκου από την Ένωση Δικαστών μετά την ανακοίνωση για τον Κουφοντίνα

Την παραίτησή του από την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων γνωστοποίησε δια επιστολής του ο αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Ισίδωρος Ντογιάκος, εκφράζοντας την έντονη αντίδρασή του για τη θέση που έλαβε η Ένωση προ ημερών σε ανακοίνωσή της για την υπόθεση του Δημήτρη Κουφοντίνα, ζητώντας παράλληλα από την Πολιτεία να αναθεωρήσει.
Σημειώνεται ότι μέλη της διοίκησης της Ένωσης Δικαστών διαχώρισαν με ανακοίνωσή τους τη θέση τους στο θέμα Κουφοντίνα από το περιεχόμενο της ανακοίνωσης της Ένωσης και ζήτησαν τη σύγκλιση γενικής συνέλευσης. Την εν λόγω ανακοίνωση υπογράφουν οι Δημ. Φούκας, Ελευθερία Κώνστα, Ευστάθιος Βεργώνης και Μαίρη Μπουτάκη.
Ολόκληρη η επιστολή – παραίτηση του κ. Ντογιάκου: 
«Με ιδιαίτερη έκπληξη ανέγνωσα στα έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ το Δελτίο Τύπου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, με ημερομηνία 24-2-2021, με το οποίο έγινε ευθεία παρέμβαση σε συγκεκριμένη υπόθεση υπέρ συγκεκριμένου καταδίκου.
Το υψηλό επιστημονικό κύρος και η κοινωνική εμβέλεια της Ένωσης επιβάλλουν ιδιαίτερη σπουδή και περίσκεψη πριν από κάθε, εν γένει, ενέργειά της. 
Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση, απευθύνοντας μάλιστα έκκληση (!) στην Πολιτεία ‘… να αναθεωρήσει τη στάση της στο ζήτημα της μεταχείρισης του κρατουμένου Δ. Κουφοντίνα’ παρέβλεψε αδικαιολόγητα ότι:
α) τέτοιου είδους ενέργειες κλονίζουν συθέμελα το κύρος της Δικαιοσύνης στη συνείδηση των πολιτών και προκαλούν ιδιαίτερα αρνητικά σχόλια σε βάρος της, όπως άλλωστε ήδη έχει γίνει με αφορμή τη συγκεκριμένη ενέργειά της,
β) ο αρμόδιος Εισαγγελέας έχει ήδη επιληφθεί της συγκεκριμένης υποθέσεως, όπως άλλωστε και οι θεράποντες ιατροί του Νοσοκομείου στο οποίο ο κατάδικος αυτός νοσηλεύεται, και
γ) παραπέμπει στη λήθη της ιστορίας τους επιφανείς Δικαστές και εισαγγελείς οι οποίοι έπεσαν θύματα τρομοκρατικών υποθέσεων.
Με τις σκέψεις αυτές, επειδή η ως άνω ενέργεια είναι καθ’ όλα αμφιλεγόμενη και χωρίς εμφανή κίνητρα, παραβιάζοντας κατάφωρα την αρχή της ισονομίας, αλλά και επειδή υπήρξα θύμα τρομοκρατικής ενέργειας, η οποία ευτυχώς απέτυχε, Σας δηλώνω ότι δεν επιθυμώ να είμαι πλέον μέλος της
Αθήνα, 26 Φεβρουαρίου 2021
ΙΣΙΔΩΡΟΣ Ε. ΝΤΟΓΙΑΚΟΣ
ΑΝΤΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ».