EY: «Στο κόκκινο» κατάθλιψη, άγχος και θυμός των εργαζομένων στην Ελλάδα

Ενισχύονται οι ανησυχητικές ενδείξεις για την ψυχική υγεία και την ευεξία (wellbeing) των εργαζόμενων στην Ελλάδα, καθώς εντείνονται τα συμπτώματα κατάθλιψης, άγχους και θυμού. Την ίδια στιγμή, όμως, φαίνεται πως η ευαισθητοποίηση αυξάνεται, με την ψυχική υγεία να γίνεται προτεραιότητα για τους εργαζόμενους. Αυτό προκύπτει από έρευνα της ΕΥ Ελλάδος, της Hellas EAP και του Εργαστηρίου Πειραματικής Ψυχολογίας του Τμήματος Ψυχολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε μεταξύ 22 Μαΐου και 20 Ιουνίου 2025, σε διευρυμένο δείγμα 4.457 εργαζόμενων όλων των ηλικιών, από μικρούς και μεγάλους οργανισμούς του ιδιωτικού και Δημόσιου τομέα. Διερεύνησε εννέα παραμέτρους: άγχος, κατάθλιψη, σωματοποίηση, θυμός, μοναξιά, ποιότητα ζωής εργαζόμενου (wellbeing), εργασιακή ποιότητα ζωής, στάσεις απέναντι στην απομακρυσμένη εργασία και στάσεις απέναντι στην ψυχική υγεία.
Πρόκειται για την τρίτη έκδοση της έρευνας που πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά τον Μάιο του 2021, την περίοδο της πανδημίας, ενώ ακολούθησε η δεύτερη έκδοσή της το 2023.
Συνειδητοποίηση και αποδοχή των ζητημάτων ψυχικής υγείας
Το πιο ενθαρρυντικό εύρημα – και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της έρευνας – αποτελεί η ένδειξη ότι, σύμφωνα με τους εργαζόμενους, τα ζητήματα της ψυχικής υγείας και του wellbeing αποτελούν, πλέον, για αυτούς, υψηλή προτεραιότητα. 79% δηλώνουν ότι νοιάζονται τώρα περισσότερο για την ψυχική υγεία, τόσο τη δική τους, όσο και των άλλων, ενώ 69% δηλώνουν διατεθειμένοι να αναζητήσουν βοήθεια από ειδικό ψυχικής υγείας όταν αντιμετωπίζουν αυξημένο άγχος. Συγχρόνως, είναι ενθαρρυντικό ότι 45%, από 38% το 2023, θεωρούν ότι τα τελευταία δύο χρόνια έχουν γίνει ενέργειες που έχουν συμβάλει στη μείωση του στίγματος σε σχέση με την ψυχική υγεία.
Επιδεινώνονται τα συμπτώματα κατάθλιψης, άγχους, θυμού και σωματοποίησης
Παρόλα αυτά, η έρευνα κατέγραψε αυξημένα ποσοστά για μια σειρά από συμπτώματα που σχετίζονται με την κατάθλιψη. Έτσι, 44% των συμμετεχόντων (από 35% το 2021) αισθάνονται μελαγχολία, και 47% (από 35% το 2021) απαισιοδοξία για το μέλλον, ενώ 4% (από 2% το 2023) έχουν σκεφτεί έντονα να δώσουν τέλος στη ζωή τους.
Αυξημένα παρουσιάζονται και τα συμπτώματα που σχετίζονται με το άγχος: 80% των ερωτώμενων (από 75% το 2023) αισθάνονται νευρικότητα ή εσωτερική ταραχή, 50% (από 44% δύο χρόνια πριν) βρίσκονται σε υπερένταση, ενώ 13% (από 10%) βιώνουν κρίσεις πανικού.
Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και τα συμπτώματα θυμού: 80% (από 75% το 2023) αισθάνονται εκνευρισμό, 32% (από 28%) έχουν ξεσπάσματα θυμού που δεν μπορούν να ελέγξουν, και 14% (από 10%) έχουν την επιθυμία ή να χτυπήσουν ή να τραυματίσουν ή να βλάψουν κάποιον.
Μικτά είναι τα ευρήματα ως προς τα συμπτώματα μοναξιάς: το ποσοστό όσων αισθάνονται μοναξιά εμφανίζεται μειωμένο στο 35%, από 46% το 2023. Η σχετική βελτίωση αυτού του δείκτη, θα μπορούσε να αποδοθεί στην αυξημένη φυσική παρουσία στο γραφείο, καθώς το ποσοστό των ερωτηθέντων του δείγματος που εργάζονταν διά ζώσης έφτασε στο 61%, από 52% το 2023 και 30% το 2021. Ωστόσο, 25% – από 19% το 2023 – αισθάνονται ότι τους λείπει μια συντροφιά, και 21%, από 14%, ότι νιώθουν απομονωμένοι.
Τα προβλήματα αυτά, οδηγούν σε αυξημένα φαινόμενα σωματοποίησης, δηλαδή έκφρασης των ψυχολογικών ή συναισθηματικών προβλημάτων ως σωματικών συμπτωμάτων, όπως η κεφαλαλγία κατά το έντονο στρες. Συνολικά, 47% των συμμετεχόντων εμφάνισαν αδυναμία και ζαλάδα (από 41% το 2023), 24% (από 19%) έχουν ναυτία ή στομαχικές διαταραχές, και 33% (από 28%) αισθάνονται αδυναμία σε διάφορα μέρη του σώματος.
Πιο επιβαρυμένες οι γυναίκες και οι νεότεροι
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι γυναίκες και οι νεότεροι ηλικιακά εργαζόμενοι εξακολουθούν, όπως και στις δύο προηγούμενες έρευνες, να είναι πιο επιβαρυμένοι. Συγχρόνως, οι εργαζόμενοι σε μεγάλες εταιρείες (με περισσότερους από 700 εργαζόμενους) έχουν στατιστικώς σημαντικά καλύτερες τιμές σε όλες τις μεταβλητές, με τους ελεύθερους επαγγελματίες να έχουν τις καλύτερες σε όλες τις μεταβλητές. Τέλος, οι εργαζόμενοι σε διοικητικές θέσεις έχουν στατιστικώς σημαντικά χαμηλότερες τιμές άγχους, κατάθλιψης, σωματοποίησης, θυμού και μοναξιάς από τους υπόλοιπους εργαζόμενους.
Ευεξία και εργασιακή ποιότητα ζωής
Ο αντίκτυπος της βεβαρημένης ψυχολογίας στην εργασιακή ποιότητα ζωής και γενικότερα στην ευεξία (wellbeing) των εργαζόμενων είναι εμφανής. Μόλις το 48% (από 52% το 2023) δηλώνουν ότι μπορούν να διαχειριστούν τα επίπεδα του στρες που έχουν, ενώ 66% (από 64%) αισθάνονται ότι το στρες από την εργασία τους επηρεάζει την προσωπική τους ζωή. Επιπλέον, 55% αισθάνονται ότι βιώνουν επαγγελματική εξουθένωση (burnout).
Η πίεση που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι δεν προέρχεται μόνο από την εργασία τους: 55% αισθάνονται έντονη ανησυχία και στρες σε σχέση με το μέλλον (γεωπολιτικές αναταραχές, κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις, κλιματική αλλαγή, κ.λπ.). Συγχρόνως, 37% αισθάνονται έντονη ανησυχία για την επίδραση που έχουν ή θα έχουν στην εργασία τους οι ψηφιακές τεχνολογίες, όπως η τεχνητή νοημοσύνη (AI), η αυτοματοποίηση, κ.λπ. Την ίδια ώρα, ένας στους τρεις (32%) έχει βιώσει τα τελευταία δύο χρόνια κάποιας μορφής παρενόχληση (λεκτική, σεξουαλική, κ.λπ.) στον εργασιακό χώρο, και αυτό επηρεάζει την ψυχική του υγεία.
Παρά τα προβλήματα αυτά, 61% αισθάνονται ότι εύκολα προσαρμόζονται στις καθημερινές αλλαγές και διαχειρίζονται τις υποχρεώσεις τους αποτελεσματικά, ενώ 79% αισθάνονται ικανοί να παίρνουν αποφάσεις.
Απόδοση και παραγωγικότητα
Η ψυχολογική καταπόνηση των εργαζόμενων έχει αρνητικές επιπτώσεις και στην απόδοση/παραγωγικότητά τους: 61%, από 53% το 2023, δηλώνουν ότι νιώθουν κουρασμένοι όταν ξεκινάει η ημέρα τους, και τέσσερις στους δέκα αισθάνονται συχνά ότι δεν μπορούν να συγκεντρωθούν στη δουλειά τους, ενώ μόλις 30% – από 37% πριν δύο χρόνια – αισθάνονται κινητοποιημένοι και χαρούμενοι στην εργασία τους.
Υποστήριξη και φροντίδα από τους οργανισμούς
Η ανταπόκριση των οργανισμών στην ψυχολογική πίεση που βιώνουν οι εργαζόμενοί τους, δε φαίνεται να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των τελευταίων. Μόλις 21% πιστεύουν ότι ο οργανισμός στον οποίο εργάζονται φροντίζει για την ψυχική υγεία και ευεξία τους, 33% γνωρίζουν πού πρέπει να απευθυνθούν για να λάβουν υποστήριξη μέσα στον οργανισμό τους, και 23% δηλώνουν ότι ο οργανισμός τους δίνει τη δυνατότητα σε όλους τους εργαζόμενους να μιλούν ανοιχτά για τα θέματα ψυχικής υγείας.
Και, ενώ για τέσσερις στους πέντε (79%) είναι σημαντικό να είναι καλά εκπαιδευμένος ο προϊστάμενός τους, ώστε να μπορεί να τους υποστηρίξει σε πρώτο στάδιο σε θέματα ψυχικής υγείας, μόλις 28% δηλώνουν ότι ο προϊστάμενός τους επικοινωνεί συχνά μαζί τους για να δει πώς είναι, και μόλις 29% αισθάνονται άνετα να μιλούν στον προϊστάμενό τους για κάποιο θέμα ψυχικής υγείας που μπορεί να αντιμετωπίζουν (π.χ., στρες, άγχος, κ.λπ.).
Σε ερώτηση σχετικά με τις δράσεις που θα πρέπει να αναλάβουν οι οργανισμοί τους για τα ζητήματα ψυχικής υγείας και ευεξίας, οι απαντήσεις των συμμετεχόντων μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε τέσσερις κύριες κατηγορίες: (1) ψυχική υγεία και ευεξία, (2) ανάπτυξη ηγεσίας και κουλτούρας, (3) εργασιακό περιβάλλον και αρμονία προσωπικής-επαγγελματικής ζωής, και (4) ολοκληρωμένο πλαίσιο υποστήριξης ηγεσίας και ευημερίας προσωπικού. Συγκεκριμένα – όσον αφορά τις δράσεις που συγκέντρωσαν τις περισσότερες απαντήσεις – 48% ανέφεραν την καταλληλότερη επιλογή προϊσταμένων, 47% ζητούν εκπαιδεύσεις των στελεχών στη φροντίδα της ψυχικής ευεξίας των εργαζόμενων και εκπαιδεύσεις σε θέματα διαχείρισης στρες και αυτοφροντίδας, 46% καλλιέργεια κουλτούρας σεβασμού του χρόνου μέσα από νέους τρόπους εργασίας (θεσμοθέτηση κανόνων διεξαγωγής συναντήσεων ή συνεργασίας, ανθρωποκεντρικές διαδικασίες με την υποστήριξη της τεχνολογίας, περιορισμός της γραφειοκρατίας) και 42% την παρουσία ψυχολόγου στον χώρο εργασίας.
Θετική ψήφος για την απομακρυσμένη εργασία
Η έρευνα επιβεβαιώνει ότι η μεγάλη πλειονότητα των εργαζόμενων αντιμετωπίζουν θετικά την απομακρυσμένη εργασία. Σχεδόν εννέα στους δέκα (88%, όπως και το 2023) θεωρούν σημαντικό να τους δίνει η δουλειά τους τη δυνατότητα να εργάζονται από απόσταση, ενώ 60% δηλώνουν πιο αποτελεσματικοί ενώ εργάζονται από απόσταση. Συγχρόνως, το ποσοστό όσων αισθάνονται αυξημένο στρες όταν εργάζονται εξ αποστάσεως, έχει μειωθεί στο 8%, από 10% το 2023 και 23% την περίοδο της πανδημίας, το 2021. Ωστόσο, διαπιστώνεται μία ανησυχία για τον αντίκτυπο της τηλεργασίας στην επαγγελματική τους εξέλιξη, καθώς μόνο 45% αισθάνονται σιγουριά ότι μπορούν να εξελιχθούν στην καριέρα τους ενώ εργάζονται απομακρυσμένα.
Σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας, η Ευτυχία Κασελάκη, Εταίρος, Organization, Change and People Consulting, EY Ελλάδος, δήλωσε: «Η εκτίμηση που διατυπώθηκε το 2021, ότι τα ανησυχητικά ευρήματα σχετικά με την ψυχική υγεία των εργαζόμενων ήταν απόρροια των έκτακτων συνθηκών της πανδημίας, σήμερα φαίνεται να διαψεύδεται. Τα ζητήματα αυτά έχουν βαθύτερα αίτια και σωρευτικό ή και μονιμότερο χαρακτήρα. Είναι δεδομένο ότι τα ζητήματα του wellbeing είναι απαραίτητο να βρίσκονται στο επίκεντρο της στρατηγικής των οργανισμών, ώστε να διευκολύνεται για τους ανθρώπους τους η βέλτιστη δυνατή αρμονία και διαχείριση των σύνθετων προκλήσεων της ζωής τους. Η ανάπτυξη των επιχειρήσεων περνάει μέσα από την επένδυση στους ανθρώπους τους, στις νέες δεξιότητες και σχέσεις που απαιτεί η συνδιαμόρφωση του μελλοντικά βιώσιμου επιχειρηματικού μοντέλου, στην ικανότητά τους να επαυξάνουν τη λειτουργία τους συνεργαζόμενοι με το ΑΙ και, βέβαια, στην ψυχική τους υγεία και αρμονία, που ενεργοποιούν τη δημιουργικότητα και συνεισφορά. Είμαστε δίπλα στις επιχειρήσεις για τη συμβολή στην ανάπτυξη ηγετών που συνδέονται, συναισθάνονται, εξελίσσονται μαζί με τους ανθρώπους τους και που, μέσα από νέους τρόπους εργασίας και νέες δεξιότητες των ανθρώπων τους, αντιμετωπίζουν με ανθεκτικότητα και δημιουργικότητα τις προκλήσεις».
Η Τατιάνα Τούντα, Πρόεδρος & CEO της Hellas EAP, τονίζει ότι: «Η ψυχική υγεία δεν είναι ένα “αόρατο” ζήτημα. Είναι μια πραγματικότητα που επηρεάζει όχι μόνο την εργασία, αλλά συνολικά τη ζωή, τις σχέσεις και την ποιότητα της καθημερινότητάς μας. Βλέπουμε όλο και περισσότερους εργαζόμενους να αναζητούν βοήθεια για το άγχος, την εξουθένωση και τα σωματικά συμπτώματα που πηγάζουν από την ψυχολογική πίεση που αισθάνονται, αλλά, ταυτόχρονα, και μια αυξανόμενη ανάγκη για ανθρώπινη επαφή, για ουσιαστικό νοιάξιμο και για ενσυναίσθηση. Είναι ενθαρρυντικό ότι μεγαλώνει η διάθεση να μιλήσουν ανοιχτά, να σπάσουν το στίγμα και να ζητήσουν υποστήριξη – κάτι που αφορά όχι μόνο το εργασιακό περιβάλλον, αλλά και τον τρόπο που πρέπει να στεκόμαστε ο ένας απέναντι στον άλλον ως κοινωνία. Αυτό το κλίμα εμπιστοσύνης και αλλαγής είναι μια μεγάλη ευκαιρία και για τους οργανισμούς. Όσοι επενδύουν σε μια κουλτούρα φροντίδας, σε εκπαίδευση στελεχών και σε δράσεις που καλλιεργούν την ευεξία ολιστικά (wellbeing), αλλά και που ενισχύουν την αλληλεπίδραση, τον σεβασμό και το αίσθημα κοινότητας, κερδίζουν όχι μόνο την εμπιστοσύνη των ανθρώπων τους, αλλά και συμβάλλουν σε έναν πιο υγιή κοινωνικό ιστό. Για εμάς, που βρισκόμαστε δίπλα στους εργαζόμενους και στις οικογένειές τους καθημερινά, φροντίζοντας την ψυχική τους υγεία και ευεξία, είναι ξεκάθαρο: η “καλή” ψυχική υγεία είναι το θεμέλιο της ανθρώπινης ανθεκτικότητας, της ουσιαστικής ευημερίας και της βιώσιμης ανάπτυξης».
Ο Διευθυντής του Εργαστηρίου Πειραματικής Ψυχολογίας του Τμήματος Ψυχολογίας του ΕΚΠΑ, Καθηγητής Πέτρος Ρούσσος, επισημαίνει πως: «Τα ευρήματα της φετινής έρευνας αναδεικνύουν την ψυχική υγεία και την ευεξία των εργαζομένων ως κρίσιμους παράγοντες για τη λειτουργία και τη βιωσιμότητα των οργανισμών. Τα συμπτώματα που συνδέονται με την κατάθλιψη, το άγχος και τον θυμό επιβεβαιώνουν την ανάγκη συστηματικής παρακολούθησης και παρέμβασης, όχι μόνο σε εθνικό, αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Είναι πλέον σαφές ότι η ψυχική υγεία δεν αποτελεί μεμονωμένο ατομικό ζήτημα, αλλά οργανωσιακό κεφάλαιο, που επηρεάζει άμεσα την παραγωγικότητα, τη δέσμευση και την καινοτομία. Η στρατηγική ενσωμάτωση πολιτικών ψυχικής υγείας και ευεξίας στους οργανισμούς δεν είναι απλώς καλή πρακτική, αλλά βασική προϋπόθεση για την ανθεκτικότητα και την ικανότητα προσαρμογής τους στις συνεχείς αλλαγές. Ο σχεδιασμός πολιτικών που στηρίζουν την πρόληψη, την στήριξη της ψυχικής υγείας και την ανάπτυξη μιας κουλτούρας φροντίδας αποτελεί βασικό βήμα για οργανισμούς που θέλουν να ανταποκριθούν με επιτυχία στις προκλήσεις της εποχής. Η πρόκληση, ωστόσο, για τους οργανισμούς δεν είναι μόνο να ανταποκριθούν στις τρέχουσες ανάγκες, αλλά να προετοιμαστούν και για το μέλλον. Η ψυχική υγεία πρέπει να ιδωθεί ως επένδυση που ενισχύει τη επιχειρησιακή ευρωστία και την ικανότητα καινοτομίας, σε ένα περιβάλλον όπου οι αλλαγές είναι συνεχείς και απρόβλεπτες. Η ουσιαστική φροντίδα των εργαζομένων μετατρέπεται, έτσι, σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και σε δείκτη υπεύθυνης ηγεσίας».

Πλήρης Αναστροφή της Ηλικιακής Πυραμίδας – Λιγότεροι και Γηραιότεροι οι Εργαζόμενοι στην Ελλάδα

«Τα ζητήματα που εγείρονται από την ανεστραμμένη πυραμίδα του πληθυσμού των δυτικών κοινωνιών δημιουργούν αλυσιδωτές αντιδράσεις στην αγορά εργασίας, την απασχόληση και το κοινωνικό κράτος.
Πόσο ελκυστική είναι η ελληνική αγορά εργασίας ώστε να θέλουν εργοδότες, εργαζόμενοι και επενδυτές να ενταχθούν στην τυπική εργασία;
Πόσο έτοιμοι είμαστε να επιβιώσουμε και να επιτύχουμε στην νέα κανονικότητα που σχηματίζεται αλλά απαιτεί γερές βάσεις ώστε να υπηρετήσει τις καινούργιες απαιτήσεις του ανθρώπινου κεφαλαίου;
Αρκούν οι συστηματικές προσπάθειες της Κυβέρνησης ώστε να γίνουμε ελκυστικότεροι σε εκείνους που ταιριάζουν στο μεταβαλλόμενο επιχειρηματικό περιβάλλον της χώρας;
Πώς βοηθάει η μεταρρύθμιση στην ασφάλιση να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της συνεχώς διευρυνόμενης ψαλίδας των εισοδημάτων;
Θα καταφέρουμε να τηρήσουμε τις υποσχέσεις μας προς την επόμενη γενιά ώστε να λάβουν αυτό που τους αναλογεί όταν θα έρθει η ώρα;»
Η εισαγωγική τοποθέτηση της Δρ. Βενετίας Κουσία, Γενικής Διευθύντριας του Συμβουλίου Ανταγωστικότητας της Ελλάδας, έθεσε ξεκάθαρα τους προβληματισμούς που επικρατούν σήμερα όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά γενικότερα διεθνώς, στη σημαντική εκδήλωση που διοργάνωσε το Συμβούλιο με θέμα: Δημογραφικό, Ασφαλιστική Μεταρρύθμιση και Επενδύσεις.
Στη συζήτηση συμμετείχαν οι: Σίμος Αναστασόπουλος, Πρόεδρος Συμβουλίου Ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας, Πάνος Τσακλόγλου, Υφυπουργός Κοινωνικής Ασφάλισης, Παναγιώτης Λιαργκόβας , Πρόεδρος του ΔΣ  & Επιστημονικός Διευθυντής ΚΕΠΕ, Χρήστος Ιωάννου, Διευθυντής  τομέα Απασχόλησης και Αγοράς Εργασίας ΣΕΒ, Μιλτιάδης Νεκτάριος – Καθηγητής  της Ασφαλιστικής  Επιστήμης  στο Πανεπιστήμιο  Πειραιώς, Δρ. Μαρίλη Μέξη, Ιnternational Labor Organization (ILO), Λάμπρος Γκόγκος, Partner ΕΥ, Δρ. Βενετία Κουσία, Γενική Διευθύντρια Συμβουλίου Ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας και συντόνισε ο δημοσιογράφος Σταμάτης Ζαχαρός. Ο κ. Τσακλόγλου παρουσίασε την μείωση του πληθυσμού μέσω του κατά κεφαλή γεννήσεων που πέφτει στο 1,37, ενώ αυξάνεται σημαντικά το προσδόκιμο επιβίωσης στα 78 έτη. Έχουμε δηλαδή μια πλήρη αναστροφή της ηλικιακής πυραμίδας και οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα είναι και θα γίνουν λιγότεροι και γηραιότεροι. «Η ασφαλιστική μεταρρύθμιση με τη δημιουργία του νέου Ταμείου Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης (ΤΕΚΑ) έχει μακρόπνοο ορίζοντα, προνοητικό χαρακτήρα και στο επίκεντρό της βρίσκονται οι ανάγκες της νέας γενιάς. Δηλαδή, της γενιάς που έχει μεγαλώσει σε μια δεκαετία κρίσης, στις πλάτες της οποίας έχουν φορτωθεί δυσανάλογα μεγάλα βάρη».
Ο κ. Τσακλόγλου τόνισε, μεταξύ άλλων, ότι «η μεταρρύθμιση έρχεται να αντιμετωπίσει τέσσερα μείζονος σημασίας ζητήματα: (i) την υπερβολική έκθεση του ασφαλιστικού μας συστήματος στο σύνολό του στον λεγόμενο “δημογραφικό κίνδυνο”, δηλαδή στο ότι λόγω της δημογραφικής γήρανσης του πληθυσμού ολοένα και μικρότερος αριθμός  εργαζομένων καλείται να πληρώσει για τις συντάξεις ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού συνταξιούχων, (ii) την εξασφάλιση υψηλότερων επικουρικών συντάξεων για τη νέα γενιά σε σύγκριση με το σημερινό σύστημα, καθώς η εμπειρία χωρών με ώριμα κεφαλαιοποιητικά συνταξιοδοτικά συστήματα δείχνει ότι αυτά έχουν υψηλότερες αποδόσεις από διανεμητικά συστήματα όπως το υφιστάμενο, (iii) τη συνδρομή του ασφαλιστικού μας συστήματος στην αναπτυξιακή διαδικασία της χώρας, καθώς σημαντικό μέρος των εισφορών θα επενδύονται στην ελληνική οικονομία, και, (iv) την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των νέων στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, καθώς με τη δημιουργία ατομικών λογαριασμών και κουλτούρας διαφάνειας μειώνονται τα κίνητρα από πλευράς εργαζομένου για μαύρη-αδήλωτη εργασία».
Ο κ. Λιαργκόβας τόνισε πως η λέξη κλειδί είναι η μεταρρύθμιση. Στο συνταξιοδοτικό αυτή τη στιγμή αλλά είναι επιβεβλημένη η μεταρρύθμιση και σε άλλους χώρους ώστε να δοθούν λύσεις, όπως η αύξηση της παραγωγικότητας. Την αύξηση παραγωγικότητας υποστήριξε και ο κ. Ιωάννου, προτείνοντας μια αναδιάρθρωση των αμοιβών προς τα πάνω και μια παράλληλη κοινωνική πολιτική που θα περιλαμβάνει παροχές όπως την βρεφονηπιακή κάλυψη.
Η Δρ. Μέξη επεσήμανε την ανάγκη για αλλαγή φιλοσοφίας στις πολιτικές σε κάθε επίπεδο εφόσον είναι σαφής η αλληλοεπίδραση τους πλέον, υποστηρίζοντας ότι η αυτοματοποίηση που συντελείται σήμερα μειώνει το εργατικό δυναμικό αλλά ταυτόχρονα το διαφοροποιεί. Κάτι το οποίο επιβάλλει την επανατοποθέτηση της παιδείας και της επαγγελματικής κατάρτισης. Ο κ. Γκόγκος, αναφέρθηκε στον ιδιωτικό τομέα και στο ρόλο που οφείλει να παίξει στη συγκεκριμένη συγκυρία αποφορτίζοντας το διανεμητικό σύστημα. Συμπερασματικά, όλοι οι συμμετέχοντες κατέληξαν ότι το δημογραφικό, το ασφαλιστικό και το συνταξιοδοτικό έχουν ένα κοινό σημείο: είναι όλα σοβαρά προβλήματα που απαιτούν την ευρηματικότητα των διαμορφωτών πολιτικής και όλων των συμμετεχόντων στην αγορά εργασίας.Το περιβάλλον γύρω μας αλλάζει δραματικά και κατά συνέπεια η φιλοσοφία μας απέναντι στην αντιμετώπιση χρόνιων παθογενειών πρέπει να αλλάζει παράλληλα.  Για να έρθουν διαφορετικά αποτελέσματα χρειάζεται να αλλάξει αυτό που κάνουμε.
Για να μην μείνουμε πολίτες ενός απολιθωμένου δάσους, ας ξεκινήσουμε από την μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού που ήταν αφυπνιστική και ας δούμε το επόμενο αναγκαίο και εφικτό και όχι μόνο το επιθυμητό.

Εργασιακή ικανοποίηση αισθάνεται το 70% των εργαζομένων στην Ελλάδα, σύμφωνα με έρευνα

Ανθεκτικότητα και αισιοδοξία των Ελλήνων εργαζομένων παρά την κρίση της πανδημίας του κορονοϊού, καταδεικνύει έρευνα της Randstad που διενεργήθηκε το τέταρτο τρίμηνο του 2020.
Το 2020, σύμφωνα με την έρευνα, προκάλεσε έντονες πιέσεις στον κόσμο της εργασίας υποχρεώνοντας χωρίς καμία εξαίρεση εργαζόμενους και επιχειρήσεις στην Ελλάδα να λειτουργήσουν με διαφορετικούς τρόπους και να υιοθετήσουν νέα μοντέλα εργασίας στην προσπάθειά τους να εναρμονιστούν με τις συνθήκες που επέβαλε το ξέσπασμα της πανδημικής κρίσης. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, στην Ελλάδα, η εργασιακή ικανοποίηση αγγίζει το 70%, ποσοστό αυξημένο κατά 6 μονάδες σε σχέση με το 2019.
Όπως διαφάνηκε από την εξέλιξη της κρίσης, ο αντίκτυπος μεταφράστηκε σε δύο πολύ βασικά ζητούμενα: τόσο η εξ αποστάσεως εργασία συστήθηκε ως η νέα κανονικότητα, όσο και η διασφάλιση της απασχόλησης και η διακράτηση των εργαζομένων στις υφιστάμενες θέσεις εργασίας, την ίδια στιγμή που οι απολύσεις συνεχίζουν να αποτελούν το μεγάλο «αγκάθι», αποδείχθηκαν εξαιρετικά δύσκολες προκλήσεις για τις επιχειρήσεις. Παράλληλα, οι εργαζόμενοι έχουν μάθει, ή πρέπει να μάθουν, να αναβαθμίζουν τις δεξιότητές τους (upskilling) για να παραμείνουν ανταγωνιστικοί στην πρόσφατα μετασχηματισμένη ψηφιακή οικονομία.
Μέσα σε μόλις έναν χρόνο, οι εργοδότες απέκτησαν μεγαλύτερο δίκτυο ενεργών υποψηφίων εργαζομένων ενώ η ανησυχία σχετικά με επικείμενες απολύσεις είναι διάχυτη ανάμεσα στους εργαζόμενους.
Πριν από το ξέσπασμα της κρίσης Covid-19, οι περισσότεροι εργαζόμενοι κατάφερναν να διαχειριστούν τις απαιτήσεις της εργασίας και της προσωπικής ζωής με προβλέψιμο τρόπο. Ωστόσο, η πανδημία ανέτρεψε εντελώς αυτή τη συνθήκη.
Για ένα μεγάλο μέρος των Ελλήνων εργαζομένων, το άγχος των καθημερινών μετακινήσεων και της εργασίας στο γραφείο αντικαταστάθηκε με τις αυξημένες και διευρυμένες οικογενειακές ευθύνες αλλά και την «εισβολή» της εργασίας στην προσωπική ζωή. Η εργασία από το σπίτι αποτέλεσε ταυτόχρονα για πολλές οικογένειες μια ευεργετική και αγχωτική κατάσταση. Χαρακτηριστικά, οι εργαζόμενοι γονείς χρειάστηκε να φροντίζουν τα παιδιά και τα ηλικιωμένα μέλη της οικογένειας, ενώ παράλληλα έπρεπε να ανταποκριθούν στα επαγγελματικά τους καθήκοντα. Συνεπώς, η εργασία και τα οικογενειακά καθήκοντα αναμίχθηκαν για να δημιουργήσουν μια μακρά συνεχή εργάσιμη ημέρα.
Για εκείνους που δεν μπορούσαν να εργαστούν από το σπίτι, η πανδημία επεφύλαξε ακόμη μεγαλύτερους κινδύνους. Πολλοί εργαζόμενοι ήρθαν αντιμέτωποι με πιθανή έκθεση στον ιό κάθε φορά που πήγαιναν στη δουλειά. Η συμβολή τους αποδείχθηκε καταλυτική -σε κλάδους όπως η υγειονομική περίθαλψη, το λιανεμπόριο, οι εφοδιαστικές αλυσίδες και οι υπηρεσίες μεταφορών και παραδόσεων- καθώς κατάφεραν να αντιδράσουν στην απειλή της Covid-19 και επέτρεψαν στις αγορές να συνεχίσουν να λειτουργούν. Επιπλέον, όλοι οι εργαζόμενοι με παιδιά κλήθηκαν επίσης να υποστηρίξουν την εκπαίδευση και το σχολείο από το σπίτι, επιδεινώνοντας την ήδη τεταμένη κατάσταση για τους ίδιους.
Ενώ οι περισσότεροι εργαζόμενοι υποστηρίζουν ότι αισθάνονται τη στήριξη από τους εργοδότες τους, πολλοί δηλώνουν επίσης ότι είναι πρόθυμοι να κάνουν υποχωρήσεις για να διασφαλίσουν τη θέση εργασίας τους. Το 63% των ερωτηθέντων στην Ελλάδα δήλωσαν ότι αισθάνονται ότι υποστηρίζονται συναισθηματικά από τον εργοδότη τους κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Μάλιστα, το 16% των Ελλήνων εργαζομένων δήλωσαν ότι θα ήταν πρόθυμοι να εργαστούν περισσότερες ώρες ακόμη και χωρίς αύξηση της αμοιβής τους μόνο για να διατηρήσουν την εργασία τους. Τέλος, το 45% των Ελλήνων εργαζομένων δήλωσαν ότι θα αναλάμβαναν διαφορετικό ρόλο εντός της εταιρείας, εάν τους ζητηθεί.
Παράλληλα με την ασφάλεια της εργασίας να αποτελεί αναμφίβολα το κύριο ζητούμενο από τους εργαζομένους κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ενδιαφέροντα στοιχεία φανερώνουν ότι η προστασία των μισθών αναφέρεται ως το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό που αξιολογείται με ποσοστό 82% μετά το ξέσπασμα της κρίσης Covid-19.
Το 63% των Ελλήνων/ίδων που ρωτήθηκαν, πιστεύει ότι οι εργοδότες συνεχίζουν να δυσκολεύονται στην εύρεση κατάλληλων ταλέντων ακόμη και σε περιόδους υψηλότερης ανεργίας. Φυσικά, πολλές από τις δεξιότητες που αναζητούσαν οι εταιρείες πριν από την έλευση της πανδημίας, εξακολουθούν να έχουν μεγάλη ζήτηση, με ορισμένα ταλέντα να είναι ακόμη πιο σπάνια. Όπως σημειώνει η έρευνα, κάποιες δεξιότητες θα είναι ιδιαίτερα σημαντικές στην μετά Covid-19 οικονομία λόγω της επιτάχυνσης της ψηφιοποίησης.
Οι εργαζόμενοι σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, έχουν προσαρμοστεί στους νέους τρόπους εργασίας. Όπως καθίσταται σαφές από την έρευνα, οι εργαζόμενοι επιθυμούν να περάσουν λίγο χρόνο στο εργασιακό τους περιβάλλον, τόσο για λόγους κοινωνικής αλληλεπίδρασης, όσο και για τον περιορισμό περισπασμών.
Το 81% των ερωτηθέντων πιστεύουν ότι διαθέτουν τον εξοπλισμό και την τεχνολογία που απαιτούνται για να προσαρμοστούν στον ψηφιακό κόσμο, όμως μόνο το 19% δηλώνει ότι προσπαθεί να μάθει νέες δεξιότητες που απαιτούνται σε αυτό το νέο ψηφιακό περιβάλλον. Το 54% των ερωτηθέντων συμφώνησαν ότι τόσο ο εργοδότης όσο και ο εργαζόμενος πρέπει να είναι από κοινού υπεύθυνοι για την ανανέωση των δεξιοτήτων και των ικανοτήτων των εργαζομένων.
Η έρευνα έδειξε ότι το 72% των Ελλήνων εργαζομένων πιστεύει ότι η εταιρεία τους προσφέρει ένα περιβάλλον χωρίς αποκλεισμούς, όπου τα άτομα με κάθε είδους διαφορετικότητα και αναπηρίες αισθάνονται ευπρόσδεκτα και εκτιμώνται για τη συνεισφορά τους. Προς επίρρωση αυτού, όπως διατυπώνεται στην έρευνα, είναι η παροχή εκπαίδευσης στους υπαλλήλους (41,25%) και η δημιουργία συνθηκών ενός περιβάλλοντος εργασίας χωρίς αποκλεισμούς, όπου όλες οι απόψεις μπορούν να εκφραστούν και να ακουστούν (33,63%).
Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, στην Ελλάδα, η εργασιακή ικανοποίηση αγγίζει το 70%, ποσοστό αυξημένο κατά 6 μονάδες σε σχέση με το 2019. Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί ότι το ποσοστό αυτό παραμένει παραδόξως αρκετά σταθερό τα τελευταία τέσσερα χρόνια.
Η επιθυμία για αλλαγή της εργασίας παρέμεινε και το 2020 για τους Έλληνες ερωτηθέντες στην έρευνα. Το 30% δήλωσε ότι αναζητά το τρέχον διάστημα διαφορετικές ευκαιρίες εργασίας, όπως αντίστοιχα είχε αποτυπωθεί και το 2019.
Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι το 16% των εργαζομένων μετακινήθηκε το 2020, ποσοστό μειωμένο κατά τρεις μονάδες σε σχέση με το 2019. Οι κυριότεροι λόγοι αλλαγής της εργασίας είναι: οι καλύτερες συνθήκες απασχόλησης (38%) και η προσωπική επιθυμία για αλλαγή (33%).
Ποσοστό 29% των ερωτηθέντων της έρευνας ανέφεραν ότι φοβούνται πως θα χάσουν τη θέση εργασίας τους, ποσοστό που παραμένει αμετάβλητο με τα στοιχεία της περυσινής έρευνας.