Η επίπτωση της πανδημίας COVID-19 στη διάγνωση του καρκίνου

Ο καρκίνος του μαστού και του παχέος εντέρου συχνά ανιχνεύονται κατά τη διάρκεια προσυμπτωματικού ελέγχου ασυμπτωματικών ασθενών. Η πρώιμη διάγνωση οδηγεί σε βελτίωση της επιβίωσης, ωστόσο η πανδημία COVID-19 έχει θέσει εμπόδια στην πρόσβαση των ασθενών σε υγειονομικές δομές για προσυμπτωματικό έλεγχο όπως μαστογραφία και κολονοσκόπηση.
Ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών συνοψίζουν τα σχετικά δεδομένα σε πρόσφατη δημοσίευση.
Σκοπός της μελέτης ήταν η σύγκριση του επιπολασμού των πρώιμων διαγνώσεων καρκίνου και των διαγνώσεων καρκίνου προχωρημένου σταδίου πριν και κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19 στο Moores Cancer Center του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια το 2019 και το 2020. Η μελέτη συμπεριέλαβε 55 άνδρες (10.5%) και 467 γυναίκες (89.5%) με μέση ηλικία τα 58 έτη.
Ο συνολικός αριθμός των νέων επισκέψεων για διάγνωση κακοήθους νεοπλάσματος δεν διέφερε σημαντικά μεταξύ του 2019 και του 2020 (1894 έναντι 1915, αντίστοιχα). Επιπρόσθετα, η κατανομή των νέων διαγνώσεων ανά στάδιο της κακοήθειας δεν διέφερε σημαντικά, και πιο συγκεκριμένα καταγράφηκαν 605 ασθενείς (31.9%) με νόσο σταδίου 1 το 2019 έναντι 556 ασθενείς (29%) το 2020, ενώ 492 ασθενείς (26%) διαγνώστηκαν με νόσο σταδίου 4 το 2019 έναντι 506 ασθενείς (26.4%) το 2020.
Μετά την έναρξη της πανδημίας COVID-19, παρατηρήθηκε μια αριθμητική αλλά μη στατιστικά σημαντική αλλαγή στον αριθμό των ασθενών που παρουσιάστηκαν με κολο-ορθικό καρκίνο σταδίου 1 [8 ασθενείς (17.8%) το 2019 και 6 ασθενείς (14.6%) το 2020] ή σταδίου 4 [3 ασθενείς (6.7%) το 2019 και 8 (19.5%) το 2020). Ωστόσο, μεταξύ των ασθενών με καρκίνο του μαστού, παρατηρήθηκε σημαντικά χαμηλότερο ποσοστό ασθενών που διαγνώσθηκαν με νόσο σταδίου 1 [138 ασθενείς (63.9%) το 2019 και 116 (51.3%) το 2020], ενώ σημαντικά υψηλότερος αριθμός ασθενών διαγνώσθηκαν με καρκίνο του μαστού σταδίου 4 [4 (1.9%) το 2019 και το 14 (6.2%) το 2020].
Επιπρόσθετα, τα πιο πρόσφατα δεδομένα για το 2021 υποδηλώνουν ότι η επιδημιολογική τάση συνεχίζεται για τις νέες διαγνώσεις καρκίνου του μαστού, με αύξηση των ασθενών που παρουσιάζονται με νόσο σταδίου 4 και μείωση του ασθενών που παρουσιάζονται με νόσο σταδίου 1 συγκριτικά με το παρελθόν.
Συμπερασματικά, ο προσυμπτωματικός έλεγχος για καρκίνο είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πρόληψης του καρκίνου, ιδιαίτερα για τον καρκίνο του παχέος εντέρου και του μαστού.
Υπάρχει αυξανόμενη ανησυχία σχετικά με την επίδραση της πανδημίας COVID-19 στη θνησιμότητα από καρκίνο λόγω μείωσης των προσυμπτωματικών ελέγχων, ιδιαίτερα καθώς τα στοιχεία δείχνουν ότι ο αριθμός των ασθενών που παρουσιάζονται με καρκίνο σε προχωρημένο στάδιο αυξάνεται.
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό τα άτομα που έχουν καθυστερήσει την προληπτική φροντίδα κατά τη διάρκεια της πανδημίας να ενθαρρύνονται ώστε να προβούν στον απαραίτητο προσυμπτωματικό έλεγχο ανάλογα με το φύλο και την ηλικία τους το συντομότερο δυνατό.
Deloitte: Οι επιπτώσεις της πανδημίας στην ξενοδοχειακή βιομηχανία διαρκούν περισσότερο από ό,τι αρχικά αναμενόταν

Οι επιπτώσεις του COVID-19 διαρκούν περισσότερο από ό,τι αρχικά αναμενόταν και έχουν επιφέρει ιδιαίτερα αρνητικό αντίκτυπο στα οικονομικά αποτελέσματα και τη λειτουργία των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, τονίζεται σε πανευρωπαϊκή έρευνα της Deloitte με τίτλο «Hotel Industry Sentiment Survey – March 2021».
Αυτό φαίνεται άλλωστε και από την ανησυχία που εκφράζεται από τους φορείς του ελληνικού ξενοδοχειακού κλάδου σχετικά με τη σημαντική απώλεια ρευστότητας, εξαιτίας τόσο του ανείσπρακτου τζίρου του 2020 όσο και της συρρίκνωσης των προκαταβολών για το 2021, αναφέρει μεταξύ άλλων η έρευνα. Σε αυτά προστίθεται και η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα για την εξέλιξη της πανδημίας, την επιστροφή στην κανονικότητα και την ανάκαμψη του τουρισμού στα προ κορωνοϊού επίπεδα.
Από την άλλη πλευρά, τα ευρήματα της έρευνας δείχνουν τη συγκριτικά καλύτερη θέση στην οποία έχει τη δυνατότητα να βρεθεί η Ελλάδα ως τουριστικός προορισμός έναντι ανταγωνιστικών χωρών, καθώς βάσει των εκτιμήσεων των ερωτώμενων οι επιπτώσεις της πανδημίας στον ξενοδοχειακό κλάδο της χώρας μας ενδέχεται να είναι ηπιότερες, σε σύγκριση με χώρες όπως η Ισπανία, η Ιταλία και η Πορτογαλία.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την έρευνα:
· Ο αντίκτυπος στον ξενοδοχειακό κλάδο εξαιτίας του COVID-19 αναμένεται να έχει μεγαλύτερη διάρκεια, με το 71% των ερωτηθέντων να εκτιμούν ότι θα διαρκέσει και πέραν του 2021 (έναντι 59% στην αντίστοιχη έρευνα τον Οκτώβριο 2020) και το 24% να αναμένει ότι θα διαρκέσει τουλάχιστον μέχρι το 2023.
· Επιπλέον, οι ερωτηθέντες φάνηκαν λιγότερο αισιόδοξοι σχετικά με την ανάκαμψη του ευρωπαϊκού ξενοδοχειακού κλάδου, καθώς το 90% πιστεύει πλέον ότι η επιστροφή στα προ COVID-19 επίπεδα δεν θα επέλθει πριν το 2023, ενώ το 38% αναμένει ανάκαμψη από το 2024 και έπειτα.
· Σε επίπεδο βραχυπρόθεσμων προτεραιοτήτων, η διαχείριση της ρευστότητας (cash flow / cash management) παραμένει στην κορυφή και ακολουθούν οι συναλλαγές / επέκταση των δραστηριοτήτων, ενώ πτωτική τάση σε σχέση με προηγούμενες έρευνες εμφανίζουν τα θέματα χρηματοδότησης / διαχείρισης δανειστών καθώς και η δυνατότητα εξ αποστάσεως εργασίας.
· Περίπου οι μισοί από τους ερωτηθέντες τροποποιούν τους όρους δανεισμού ή/και αναβάλλουν τις πληρωμές τους, ενώ το 38% εξετάζει το ενδεχόμενο αναδιοργάνωσης και αναδιάρθρωσης του επιχειρηματικού μοντέλου ή/και των επιχειρησιακών λειτουργιών τους.
· Η πλειονότητα των ερωτηθέντων αναμένει από τις εκάστοτε κυβερνήσεις να δώσουν προτεραιότητα σε μέτρα φορολογικών απαλλαγών /ελαφρύνσεων, ενώ κρίνει σημαντικό το θέμα της λήψης μέτρων που θα επιτρέψουν την επανέναρξη των ταξιδιών. Θέματα όπως η κάλυψη του μισθοδοτικού κόστους και η υποστήριξη με τη μορφή κρατικών επιχορηγήσεων, αναστολών πληρωμών, κτλ. παραμένουν ψηλά σε προτεραιότητα αλλά με φθίνουσα σημασία.
· Η οικονομική δυσχέρεια και τα προβλήματα στον ξενοδοχειακό κλάδο πρόκειται να οδηγήσουν σε αναγκαστικές πωλήσεις ξενοδοχειακών μονάδων και επιχειρήσεων, σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Οι συμμετέχοντες στην έρευνα εκτιμούν ότι το φαινόμενο των αναγκαστικών πωλήσεων θα είναι πιο έντονο στην Ισπανία, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Πορτογαλία και στην Ιταλία, ενώ η Ελλάδα ακολουθεί σε ένα δεύτερο επίπεδο, μαζί με χώρες όπως η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιρλανδία.
Alpha Bank: Οι βραχυχρόνιες επιπτώσεις της πανδημίας στο λιανικό εμπόριο και το νέο επιχειρηματικό τοπίο

Στις επιπτώσεις της κρίσης της πανδημίας του κορωνοϊού στο λιανικό εμπόριο και στη διαμόρφωση του επιχειρηματικού τοπίου μέσα από αυτές είναι αφιερωμένο το εβδομαδιαίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων της Alpha Bank.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, επισημαίνουν οι αναλυτές της τράπεζας, ο μέσος ετήσιος δείκτης όγκου στο λιανικό εμπόριο κατέγραψε ετήσια μείωση της τάξης του 4%. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται, σε σημαντικό βαθμό, στη μεγάλη πτώση των πωλήσεων καυσίμων και λιπαντικών, το 2020, κατά 13,3%, σε σύγκριση με το 2019, εξαιτίας των περιορισμών στις μετακινήσεις που τέθηκαν σε εφαρμογή, καθώς ο αντίστοιχος δείκτης όγκου λιανικών πωλήσεων, εξαιρουμένων των καυσίμων-λιπαντικών, μειώθηκε ηπιότερα, κατά 1,3%, σε ετήσια βάση.
Η πανδημική κρίση, ωστόσο, στάθηκε η αφορμή για την ενίσχυση του ηλεκτρονικού εμπορίου αλλά και του ψηφιακού μετασχηματισμού των επιχειρήσεων του κλάδου που αποτελεί σημαντική πρόκληση για το μέλλον, κυρίως για τις ελληνικές, μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Οι επιδόσεις των υποκλάδων του λιανικού εμπορίου το 2020
Από το ξέσπασμα της πανδημίας στη χώρα και μετά, σχεδόν όλους τους μήνες, σημειώθηκε μείωση του κύκλου εργασιών του λιανικού εμπορίου, σε ετήσια βάση, με εξαίρεση τον Οκτώβριο 2020, που σημειώθηκε αύξηση. Οι μεγαλύτερες πτώσεις κατεγράφησαν, όπως ήταν αναμενόμενο, τους μήνες κατά τους οποίους ήταν σε εφαρμογή τα μέτρα περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας και τα φυσικά καταστήματα ήταν κλειστά με κρατική εντολή (Απρίλιο, Νοέμβριο, Δεκέμβριο).
Η εξέλιξη αυτή συνάδει με τον περιορισμό της κινητικότητας προς τους χώρους λιανικού εμπορίου και ψυχαγωγίας, όπως φαίνεται στο γράφημα, με το σχετικό δείκτη να παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, κατά τη διάρκεια των δύο lockdown. Αξίζει να σημειωθεί ότι, κατά το χρονικό διάστημα Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 2020, -στο οποίο κορυφωνόταν τα προηγούμενα χρόνια ο αριθμός τουριστικών αφίξεων, σύμφωνα με το εποχικό πρότυπο του ελληνικού τουρισμού- αυξήθηκε, μεν, η επισκεψιμότητα προς τα καταστήματα λιανικής, σε σύγκριση με τις αρχές του 2020, αλλά ο κύκλος εργασιών μειώθηκε σημαντικά, σε ετήσια βάση, γεγονός που αντανακλά την αρνητική επίδραση της πτώσης των τουριστικών αφίξεων στη ζήτηση.
Σε ό,τι αφορά στις επιμέρους κατηγορίες, ο μέσος ετήσιος δείκτης όγκου των λιανικών πωλήσεων ενισχύθηκε στις κατηγορίες που δεν επηρεάστηκαν από τα περιοριστικά μέτρα, όπως στα φαρμακευτικά-καλλυντικά και τα μεγάλα καταστήματα τροφίμων (super markets), τα οποία σημείωσαν άνοδο, κατά 17,9% και 5,2%, αντίστοιχα.
Αντίθετα, οι υπόλοιπες κατηγορίες σημείωσαν πτώση των πωλήσεων, με τις μεγαλύτερες να έχουν καταγραφεί στα καύσιμα-λιπαντικά αυτοκινήτων (-13,3%), εξαιτίας των περιορισμών στις μετακινήσεις και στην ένδυση-υπόδηση (-21,7%). Συμπεραίνεται, επομένως, ότι η πανδημική κρίση ώθησε τους καταναλωτές σε αγορές προϊόντων πρώτης ανάγκης, ενώ περιορίστηκαν οι δαπάνες για προϊόντα υψηλής ελαστικότητας ζήτησης.
Η άνοδος του ηλεκτρονικού εμπορίου: Από τα capital controls στην πανδημία
Όπως προαναφέρθηκε, μία επιπλέον επίπτωση της πανδημίας Covid-19 και των περιοριστικών μέτρων που τέθηκαν σε ισχύ, με σκοπό τον έλεγχο της εξάπλωσής της, ήταν η ενίσχυση του ηλεκτρονικού εμπορίου. Στην Ελλάδα, το 2020, εκτιμάται ότι περίπου 6 στους 10 χρήστες του διαδικτύου πραγματοποίησαν αγορές μέσω ηλεκτρονικού εμπορίου, ενώ η αντίστοιχη αναλογία, πριν την εμφάνιση της πανδημίας και την επιβολή των περιοριστικών μέτρων (2019), ήταν 5 στους 10.
Την τελευταία δεκαετία, το μερίδιο των διαδικτυακών αγοραστών στη χώρα μας φαίνεται να ακολουθεί μια ήπια, ανοδική πορεία και, παρά το γεγονός ότι υπολείπεται έναντι του μέσου όρου των χωρών της Ευρωζώνης, τα τελευταία έτη, αυτή η διαφορά έχει μειωθεί αισθητά, εξέλιξη που συμβαδίζει με την πρόοδο του ψηφιακού μετασχηματισμού στη χώρα μας.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (“E-commerce statistics for individuals”, January 2021), το 2020, οι πιο δημοφιλείς αγορές μέσω διαδικτύου, στην Ευρωζώνη, ήταν τα διαρκή καταναλωτικά αγαθά, όπως ενδύματα, υποδήματα και αξεσουάρ, έπιπλα και είδη οικιακής χρήσης, είδη καλλωπισμού, βιβλία αλλά και διάφορες υπηρεσίες, όπως οι κατ’ οίκον παραδόσεις από εστιατόρια και αλυσίδες γρήγορου φαγητού.
Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, οι καταναλωτές αξιολογούν ως σημαντική την ευελιξία που προσφέρει το ηλεκτρονικό εμπόριο για αγορές οποτεδήποτε και οπουδήποτε, έχοντας πρόσβαση σε ένα ευρύτερο φάσμα προϊόντων και υπηρεσιών και καθιστώντας τη σύγκριση τιμών πιο εύκολη.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, το 2015 και το 2020, οι ηλεκτρονικές αγορές στη χώρα μας σημείωσαν μεγαλύτερη άνοδο, σε σχέση με άλλες χρονικές περιόδους, καθώς δύο διαφορετικές διαταραχές είχαν σχεδόν παρόμοιο αντίκτυπο στο εγχώριο λιανικό εμπόριο και ιδιαίτερα στο ηλεκτρονικό.
Το 2015, η επιβολή περιορισμών στην ανάληψη μετρητών και στην κίνηση κεφαλαίων εντός της χώρας είχε σαν αποτέλεσμα την απότομη αύξηση των ηλεκτρονικών αγορών, μεταξύ των χρηστών του διαδικτύου. Η τάση αυτή ανακόπηκε ελαφρώς, τη διετία 2016-2017. Αντίστοιχα, το 2020, οι περιορισμοί της φυσικής παρουσίας στα καταστήματα λιανικού εμπορίου,
λόγω της πανδημίας, οδήγησαν σε νέο, απότομο άλμα του ηλεκτρονικού εμπορίου μεταξύ των χρηστών του διαδικτύου, εξέλιξη που αναμένεται να συνεχιστεί με μεγαλύτερη ένταση και τα επόμενα έτη, λόγω της αναβάθμισης των ψηφιακών μέσων παγκοσμίως.
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με σχετική έρευνα του Ινστιτούτου Εμπορίου και Υπηρεσιών της ΕΣΕΕ, η οποία διεξήχθη στα μέσα Νοεμβρίου 2020 σε 500 επιχειρήσεις του κλάδου, αυξήθηκαν οι εναλλακτικοί τρόποι πώλησης, καθώς το 6% δήλωσε ότι δημιούργησε e-shop, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, το 25% ότι ξεκίνησε να κάνει πωλήσεις μέσω τηλεφωνικών παραγγελιών, στο ίδιο χρονικό διάστημα και το 12%, αντίστοιχα, μέσω των κοινωνικών δικτύων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το 70% των επιχειρήσεων, εξαιρουμένων όσων δραστηριοποιούνται στον υποκλάδο των τροφίμων, δήλωσαν ότι η πανδημία τις ώθησε, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, να επενδύσουν στον ψηφιακό μετασχηματισμό τους. Ειδικά για τις επιχειρήσεις τροφίμων, η ροπή επένδυσης στον ψηφιακό μετασχηματισμό ήταν συγκριτικά χαμηλότερη, αφενός λόγω της ανελαστικής ζήτησης των προϊόντων τους, αφετέρου διότι παρέμειναν σε λειτουργία, κατά τη διάρκεια των περιοριστικών μέτρων.
Αυξήθηκαν, ωστόσο, και στην περίπτωση των επιχειρήσεων τροφίμων οι τηλεφωνικές παραγγελίες κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Επιπλέον, σχεδόν το 60% των επιχειρήσεων που συμμετείχαν στην έρευνα και είχαν τη δυνατότητα να πραγματοποιήσουν πωλήσεις εκτός φυσικού καταστήματος, το 2020, κατέγραψαν αύξηση των εν λόγω πωλήσεων, σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αν και ήπια στην πλειονότητα των περιπτώσεων, εξαιτίας των πιέσεων που δημιουργήθηκαν στα εισοδήματα, λόγω της πανδημίας.
Σε ό,τι αφορά στην αξιοποίηση των πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης αλλά και τη νέα προγραμματική περίοδο ΕΣΠΑ 2021-2027, σύμφωνα με την ίδια έρευνα, το 31% των επιχειρήσεων θεωρεί ότι οι ευρωπαϊκοί πόροι θα πρέπει να κατευθυνθούν προς την επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού των επιχειρήσεων, το 17% προς τις συνέργειες και τις δικτυώσεις των επιχειρήσεων, επίσης το 17% προς την εκπαίδευση του προσωπικού στις νέες τεχνολογίες και, τέλος, το 16% προς τον πράσινο μετασχηματισμό των επιχειρήσεων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στα τρόφιμα δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στην πράσινη μετάβαση, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες κατηγορίες επενδύσεων, λόγω της φύσης των προϊόντων που προσφέρουν. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός των επιχειρήσεων αποτελεί έναν από τους άξονες των στρατηγικών κατευθύνσεων του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (Νοέμβριος 2020) και προβλέπει την υιοθέτηση ψηφιακών τεχνολογιών από τις επιχειρήσεις που αποτελεί πρόκληση ιδιαίτερα για τις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις, μειώνοντας το ψηφιακό χάσμα μεταξύ αυτών και του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Αυτό αναμένεται να επιτευχθεί μέσω της παροχής φορολογικών κινήτρων για επενδύσεις και χρηματοδότηση που θα κατευθυνθούν σε νέες τεχνολογίες.
Η διάρθρωση του κλάδου λιανικού εμπορίου στην Ελλάδα και οι προσδοκίες των επιχειρηματιών
Το λιανικό εμπόριο εκτός οχημάτων και ανταλλακτικών, περιλαμβάνει εννέα υποκλάδους. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα κλαδικά διαθρωτικά στοιχεία μεγαλύτερης ανάλυσης της Eurostat για το 2018, προκύπτει πως σε όρους κύκλου εργασιών, ο μεγαλύτερος υποκλάδος είναι το λιανικό εμπόριο σε μη ειδικευμένα καταστήματα, καλύπτοντας το 39% του συνόλου του κύκλου εργασιών.
Ο συγκεκριμένος υποκλάδος περιλαμβάνει τα καταστήματα γενικών λιανικών πωλήσεων και τις υπεραγορές (super market), στα οποία υπερισχύουν τα τρόφιμα, τα ποτά και ο καπνός, αλλά και τα παντοπωλεία, τα περίπτερα και το λοιπό λιανικό εμπόριο σε μη ειδικευμένα καταστήματα. Σε όρους αριθμού επιχειρήσεων, ο υποκλάδος αυτός καλύπτει το 16% του συνόλου, ενώ ως προς την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία (ΑΠΑ), το 45% και ως προς το σύνολο των απασχολουμένων στο λιανεμπόριο, το 30%.
Ο δεύτερος μεγαλύτερος υποκλάδος του λιανικού εμπορίου, σε όρους κύκλου εργασιών, είναι το λιανικό εμπόριο άλλων ειδών σε ειδικευμένα καταστήματα, το οποίο καλύπτει το 23% του συνόλου και περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα προϊόντων, όπως το λιανεμπόριο ενδυμάτων, υποδημάτων και δερμάτινων ειδών, φαρμακευτικά είδη, ιατρικά και ορθοπεδικά είδη, καλλυντικά κ.λπ.
Ο ετερόκλητος αυτός υποκλάδος συγκεντρώνει το 26% της ΑΠΑ του λιανεμπορίου αλλά και τις περισσότερες επιχειρήσεις (35%) και απασχολουμένους (31%). Τρίτος μεγαλύτερος υποκλάδος του λιανεμπορίου, ως προς τον κύκλο εργασιών, είναι τα καύσιμα κίνησης σε ειδικευμένα καταστήματα, ο οποίος καλύπτει το 14% συνόλου, αλλά, μόλις το 3% του αριθμού των επιχειρήσεων, το 5% της ΑΠΑ και το 4% των εργαζομένων. Οι υπόλοιποι έξι υποκλάδοι είναι το λιανεμπόριο α) άλλου οικιακού εξοπλισμού σε ειδικευμένα καταστήματα,
β) τροφίμων, ποτών και καπνού σε ειδικευμένα καταστήματα,
γ) επιμορφωτικών ειδών και ειδών ψυχαγωγίας σε ειδικευμένα καταστήματα,
δ) εξοπλισμού πληροφοριακών και επικοινωνιακών συστημάτων σε ειδικευμένα καταστήματα,
ε) εκτός καταστημάτων, υπαίθριων πάγκων ή αγορών και
στ) σε υπαίθριους πάγκους και αγορές.
Οι έξι αυτοί υποκλάδοι καλύπτουν το υπόλοιπο 24% του συνόλου του κύκλου εργασιών της ΑΠΑ, το 45% του αριθμού επιχειρήσεων και το 35% των απασχολουμένων του λιανικού εμπορίου.
Πώς επηρεάστηκαν οι επιχειρηματικές προσδοκίες των επιχειρήσεων του λιανικού εμπορίου από την πανδημία Covid-19; H έντονα πτωτική πορεία του συνολικού δείκτη ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2020 και έκτοτε οι διαφορές ανά μήνα, σε σχέση με τον αντίστοιχο περσυνό, διατηρούνται κάτω από τις -25 μονάδες. Τον Φεβρουάριο, η διαφορά στο δείκτη σε σχέση με πέρυσι διαμορφώθηκε στις -37 μονάδες, ενώ από τις επιμέρους μεταβλητές του δείκτη, οι προσδοκίες για τις πωλήσεις, το επόμενο τρίμηνο, κατέγραψαν τις πιο μεγάλες αρνητικές μεταβολές κατά τους τελευταίους μήνες (στις -57 μονάδες η διαφορά τoν Φεβρουάριο).
Αυξημένες , όμως, ήταν και οι εκτιμήσεις για το ύψος των αποθεμάτων, αφού ο σχετικός δείκτης για το τρέχον επίπεδό τους, τον Φεβρουάριο, διαμορφώθηκε στις +23 μονάδες. Οι επιχειρηματικές προσδοκίες στο λιανικό εμπόριο τροφίμων, ποτών, καπνού βρίσκονται σε υψηλότερα επίπεδα, έναντι του συνολικού δείκτη λιανεμπορίου (Γράφημα 4β), έχοντας καταγράψει τις μικρότερες απώλειες, αφού τα καταστήματα τροφίμων συνολικά, πωλώντας είδη, σχετικά ανελαστικής ζήτησης, κατέγραψαν άνοδο του κύκλου εργασιών τους.
Οι μακροχρόνιες τάσεις στον κλάδο του λιανικού εμπορίου μετά την πανδημία
Το ραγδαία μεταβαλλόμενο και ανταγωνιστικό περιβάλλον που διαμορφώνεται, μετά την πανδημική κρίση, αναμένεται να ωθήσει τον κλάδο του λιανικού εμπορίου σε μεγάλες αλλαγές, με το ηλεκτρονικό εμπόριο να είναι η πιο σημαντική τάση που θα επηρεάσει το συγκεκριμένο κλάδο. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της εταιρείας McKinsey (“Retail speaks: Seven imperatives for the industry”, March 2021), μετά την τρέχουσα κρίση, οι καταναλωτές προτίθενται να συνεχίσουν με μεγαλύτερη συχνότητα τις διαδικτυακές αγορές από ό,τι πριν την πανδημία, ενώ το ηλεκτρονικό εμπόριο προβλέπεται να αυξήσει σημαντικά το μερίδιό του επί των συνολικών λιανικών πωλήσεων. Οι βασικοί παράγοντες που θα καθορίσουν την εξέλιξη των επιχειρηματιών του εν λόγω κλάδου στο μέλλον είναι:
∙ Ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η αυτοματοποίηση που θα ενισχύσουν τις πωλήσεις, μέσω του ψηφιακού καναλιού και του φυσικού καταστήματος.
∙ Οι νέες εμπορικές στρατηγικές που είναι απαραίτητο να αναπτύξουν οι επιχειρήσεις, ούτως ώστε να δημιουργήσουν συνθήκες πολυκαναλικής πώλησης και εξυπηρέτησης των καταναλωτών.
∙ Οι επενδύσεις που πρέπει να κάνουν οι επιχειρηματίες του κλάδου για τη βελτίωση της εφοδιαστικής αλυσίδας και της ταχύτητας παράδοσης των προϊόντων, καθώς αυτό αποτελεί ένα ισχυρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
∙ Η αναβάθμιση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού στο λιανικό εμπόριο και η ενίσχυση της παραγωγικότητάς τους, ώστε να ανταποκριθούν στη νέα πραγματικότητα της ψηφιοποίησης των υπηρεσιών.
Υπ. Εργασίας: Τα μέτρα για την άμβλυνση των επιπτώσεων της πανδημίας στήριξαν την απασχόληση το 2020

«Η πρακτική επίπτωση των μέτρων που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια του 2020 για τη στήριξη της αγοράς εργασίας απεικονίζεται στην ετήσια έκθεση του Πληροφοριακού Συστήματος “ΕΡΓΑΝΗ”» επισημαίνει το υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων σε σχετική ανακοίνωση.
Η έκθεση βασίζεται στον πίνακα προσωπικού που υποβάλλουν ηλεκτρονικά οι επιχειρήσεις τον Οκτώβριο κάθε έτους. Η προθεσμία υποβολής για το 2020, όπως είναι γνωστό, παρατάθηκε έως τις 31 Δεκεμβρίου του περασμένου έτους.
Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση, από την έκθεση προκύπτουν, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«1. Οι εργαζόμενοι (ως φυσικά πρόσωπα) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου το 2020 ανέρχονταν σε 2.051.025 και απασχολούνταν σε 2.152.910 θέσεις εργασίας (η διαφορά οφείλεται στο γεγονός ότι 101.885 άτομα απασχολούνταν σε περισσότερες από μία επιχειρήσεις). Αντίστοιχα, από τα στοιχεία για το 2019, προκύπτει ότι οι εργαζόμενοι (φυσικά πρόσωπα) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ανέρχονταν σε 1.986.336, ενώ ο αριθμός θέσεων εργασίας ήταν 2.085.581. Δηλαδή, το 2020, ο αριθμός των εργαζομένων που απασχολούνταν με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ήταν μεγαλύτερος σε σχέση με το έτος 2019 κατά 64.689 θέσεις εργασίας, παρουσιάζοντας σε ετήσια βάση αύξηση κατά 3,26%.
2. Οι επιχειρήσεις που απασχολούν εργαζόμενους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου το 2020 ανέρχονταν σε 279.329, ενώ το 2019 ήταν 265.212 (αύξηση κατά 14.117 ή 5,32%).
3. Η μεγάλη πλειονότητα των επιχειρήσεων (88,5% του συνόλου) απασχολούν από 1 έως 10 εργαζόμενους.
4. Οι περισσότερες επιχειρήσεις (17,41% του συνόλου) δραστηριοποιούνται στον κλάδο του λιανικού εμπορίου. Ακολουθούν οι κλάδοι της εστίασης (12,64%), του χονδρεμπορίου (9,6%), της υγείας (5,18%) και οι νομικές-λογιστικές δραστηριότητες (4,06%).
5. Ο μεγαλύτερος εργοδότης στη χώρα είναι το λιανικό εμπόριο (απασχολεί το 13,39 % του συνόλου των εργαζομένων). Ακολουθούν η εστίαση (10,87%), το χονδρικό εμπόριο (9,83%), η εκπαίδευση (4,92%) και η βιομηχανία τροφίμων (4,59%).
6. Η πλειονότητα των εργαζομένων (69,54%) απασχολούνται περισσότερες από 35 ώρες την εβδομάδα, το 12,67% από 20,1-35 ώρες και το 11,99% απασχολούνται από 10,1-20 ώρες την εβδομάδα.
7. Η μεγαλύτερη ηλικιακή ομάδα περιλαμβάνει τους εργαζόμενους από 30-44 ετών (43,13%) και η επόμενη είναι η ομάδα 45-64 ετών (36,03%)».
ΕΚΤ: Περιορισμένες έως τώρα οι επιπτώσεις της πανδημίας στις τράπεζες

Αν και η οικονομία της Ευρωζώνης συρρικνώθηκε πολύ, τα «κόκκινα» δάνεια των τραπεζών μειώθηκαν στο τρίτο τρίμηνο του 2020 χάρη στις πρωτοφανείς κρατικές εγγυήσεις και στις αναστολές καταβολής δόσεων δανείων καθώς και τη στήριξη που παρείχε η ίδια η ΕΚΤ.
Ο επικεφαλής της εποπτείας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Αντρέα Ενρία, ωστόσο, τόνισε ότι δεν υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού και έκανε μία πρόταση για τη διαχείριση ενδεχόμενων χρεοκοπιών μικρών και μεσαίων τραπεζών, οι οποίες δεν καλύπτονται σήμερα από τους κανόνες της ΕΕ.
«Έως τώρα, ο αντίκτυπος της πανδημίας στους ισολογισμούς των τραπεζών παρέμεινε περιορισμένος», είπε ο Ενρία σε ομιλία του, προσθέτοντας: «Δεν θα πρέπει, όμως, να εφησυχάσουμε. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι, μόλις αρθούν τα κρατικά μέτρα στήριξης, κάποιες τράπεζες μπορεί να υποστούν σημαντική επιδείνωση της ποιότητας του ενεργητικού τους».
Ο Ενρία είπε ότι το να επιτραπεί μικρότερες τράπεζες να εκκαθαριστούν ή να διασωθούν δεν είναι αρκετό και ότι αυτό μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
«Το να έχουμε ένα αποτελεσματικό και ολοκληρωμένο πλαίσιο για τη διαχείριση κρίσεων, και για τις μικρές και μεσαίες τράπεζες, είναι αναγκαίο για να διατηρήσουμε την εμπιστοσύνη των καταθετών και του κοινού σε μεγάλο βαθμό, να αποφύγουμε τον χρηματοπιστωτικό κερματισμό και να διασφαλίσουμε τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα», είπε.
Καθώς δεν φαίνεται στο ορατό μέλλον η πανευρωπαϊκή ασφάλιση των καταθέσεων, ο Ενρία πρότεινε μία διαδικασία με την οποία το Ενιαίο Εποπτικό Συμβούλιο (SRB) της ΕΕ θα δίνει το σήμα για εκκαθάριση, την οποία όμως θα πρέπει να εγκρίνουν οι εθνικές αρχές εκκαθάρισης (NRA). «To SRB θα διατηρούσε έναν ισχυρό ρόλο για τη ρευστοποίηση και για να προτείνει τη μεταφορά του ενεργητικού και παθητικού μίας τράπεζας, αλλά το NRA θα διατηρούσε το δικαίωμα να μπλοκάρει τη διαδικασία αν τη θεωρήσει πολύ δαπανηρή για το εθνικό σύστημα εγγύησης καταθέσεων», δήλωσε ο Ενρία.
Οι επιπτώσεις της πανδημίας στις ελληνικές εισηγμένες επιχειρήσεις

Την ανθεκτικότητα και τα γρήγορα αντανακλαστικά του Δημόσιου και Ιδιωτικού τομέα της χώρας καταδεικνύει η μελέτη της PwC Ελλάδας με τίτλο «Οι επιπτώσεις της πανδημίας στις ελληνικές επιχειρήσεις». Η μελέτη* αποτυπώνει και αναλύει τις επιπτώσεις της πανδημίας στην ελληνική οικονομία και πιο συγκεκριμένα στις εισηγμένες επιχειρήσεις οι οποίες αποτελούν σημαντικό μέρος της εγχώριας παραγωγικής διαδικασίας.
Σε αντίθεση με την χρηματοοικονομική κρίση, οι ελληνικές εταιρείες επέδειξαν μεγαλύτερη ετοιμότητα στις νέες συνθήκες που προκάλεσε η υγειονομική κρίση.
Ο Μάριος Ψάλτης, CEO της PwC Ελλάδας, σχολιάζει σχετικά: «Αν αξιολογούσαμε την κατάσταση τον Μάρτιο του 2020 βάσει των χαρακτηριστικών της Ελληνικής οικονομίας αλλά και των επιπτώσεων της οικονομικής κρίσης, θα προβλέπαμε ένα πολύ δυσοίωνο μέλλον. Η μεγάλη εξάρτηση από τους τομείς του τουρισμού και της εστίασης οι οποίοι και επλήγησαν άμεσα σε συνδυασμό με τον χαμηλό βαθμό ψηφιοποίησης καθιστούσε τη χώρα πολύ ευάλωτη.
Ωστόσο, κατά το ξέσπασμα της πανδημίας, το Κράτος, ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας της χώρας επέδειξαν ανθεκτικότητα και γρήγορα αντανακλαστικά στη διαχείριση της υγειονομικής κρίσης. Μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα είδαμε την ψηφιοποίηση και τον εκσυγχρονισμό του Κράτους καθώς και την προσαρμογή των εταιρειών στις νέες συνθήκες μέσω της υιοθέτησης νέων ψηφιακών λύσεων όπως είναι η τηλεργασία και το ηλεκτρονικό εμπόριο».
Χαρακτηριστικό στοιχείο που προκύπτει από την μελέτη είναι η διαπίστωση ότι οι εισηγμένες επιχειρήσεις εκμεταλλεύτηκαν την δυνατότητα που τους δόθηκε για άντληση επιπλέον ρευστότητας μέσω αύξησης του δανεισμού τόσο για την αντιμετώπιση των αρνητικών επιπτώσεων από την αναγκαστική παύση δραστηριότητας όσο και για την δημιουργία επάρκειας σε επίπεδο ταμειακών διαθέσιμων, ως δικλείδα ασφαλείας στο πλαίσιο ενός έντονα αβέβαιου περιβάλλοντος. Έτσι, σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2019, το 2020 ο συνολικός δανεισμός των εισηγμένων εταιρειών αυξήθηκε κατά €1,8 δισ. (6%), ενώ τα ταμειακά διαθέσιμα σημείωσαν συνολική αύξηση κατά €0,9 δισ (9%).
Ταυτόχρονα, οι εισηγμένες εταιρείες αξιοποίησαν τα προγράμματα που προωθήθηκαν από το κράτος συγκρατώντας έτσι τα έξοδά τους.
Ο Μάριος Ψάλτης συνεχίζει: «Πέραν των γρήγορων αντανακλαστικών, αυτή τη φορά η χώρα ξεκινούσε από διαφορετική βάση στην προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης. Κατά τη χρηματοοικονομικη κρίση, η Ελλάδα είχε χάσει την πρόσβαση της στις αγορές λόγω έλλειψης εμπιστοσύνης ενώ η ανάγκη γρήγορης δημοσιονομικής προσαρμογής στερούσε τη ρευστότητα από την οικονομία. Αντίθετα, τώρα, η χώρα έχει ανακτήσει πλήρως την εμπιστοσύνη των αγορών και των εταίρων μας στην Ε.Ε. με αποτέλεσμα οι υφιστάμενες πρόσθετες δημοσιονομικές ανάγκες να χρηματοδοτούνται μέσω του δανεισμού με χαμηλά επιτόκια και από Ευρωπαϊκά προγράμματα.Ταυτόχρονα, το αυστηρό πλαίσιο της ευρωπαϊκής εποπτείας της ελληνικής οικονομίας έχει χαλαρώσει, επιτρέποντας για το τρέχον έτος την απόκλιση από τους στόχους των υψηλών πλεονασμάτων που είχαν τεθεί».
Βάσει του δείγματος της μελέτης, κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους η συνολική χρηματιστηριακή αξία των εισηγμένων κατέρρευσε κατά €13 δις (-28%). Ωστόσο η ανακοίνωση των θετικών ειδήσεων σχετικά με τον εμβολιασμό συνέβαλε σε ανάκαμψη η οποία συνέβαλε σε αύξηση της τάξης του 13% έως τα τέλη Νοεμβρίου.
Ως ήταν αναμενόμενο, ο αναγκαστικός περιορισμός των μετακινήσεων και της λειτουργίας ενός σημαντικού αριθμού επιχειρήσεων οδήγησε στην πτώση του κύκλου εργασιών των εισηγμένων κατά 21,4% σε μέσο όρο, το πρώτο εξάμηνο του έτους με αντίστοιχη αρνητική επίπτωση στη κερδοφορία.
Μια πιο αναλυτική μελέτη της επίπτωσης στο κύκλο εργασιών οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπήρξαν εταιρείες που παρουσίασαν σημαντική μείωση στο κύκλο εργασιών τους ενώ άλλες είχαν οριακή επίπτωση ή ακόμα και αύξηση. Από τις εισηγμένες που είχαν μείωση και οι οποίες αντιστοιχούν σε 67% του συνολικού δείγματος, διαπιστώνεται ότι οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στους κλάδους που επηρεάστηκαν περισσότερο, δηλαδή Aegean, Ελληνικά Πετρέλαια, Μοτορ Όιλ, ΟΠΑΠ, παρουσίασαν μεγαλύτερη πτώση από το μέσο όρο ενώ οι υπόλοιπες κινήθηκαν κοντά στο μέσο όρο της αγοράς.
Οι κλάδοι που παράγουν προϊόντα ανελαστικής ζήτησης ή εμπορεύονται προϊόντα που καλύπτουν βιοτικές ανάγκες παρέμειναν οριακά ανεπηρέαστοι από την πανδημία. Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν και οι υποδομές που κατάφεραν και αύξησαν τα μεγέθη τους, καθώς τα αγαθά και οι υπηρεσίες που παράγουν επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα και τη λειτουργία της οικονομίας (ενέργεια, ύδρευση, τηλεπικοινωνίες).
Αξιοσημείωτο είναι ότι, σε συγκεκριμένους κλάδους υπήρξαν επιχειρήσεις του δείγματος που αύξησαν τον κύκλο εργασιών τους εν μέσω κρίσης, γεγονός που αποδίδεται σε δύο κύριους παράγοντες:
● Ο ένας σχετίζεται με την αύξηση της ζήτησης λόγω των χαρακτηριστικών των προϊόντων που ήδη παρήγαγαν ή εμπορεύονταν (π.χ. τρόφιμα, προϊόντα τεχνολογίας ή φάρμακα).
● Ο δεύτερος αφορά συγκεκριμένες περιπτώσεις εταιρειών που επέδειξαν γρήγορη προσαρμοστικότητα στις νέες ανάγκες που δημιούργησε η πανδημία, επιτυγχάνοντας τον μετασχηματισμό των γραμμών παραγωγής τους για τη διάθεση στην αγορά υγειονομικού υλικού, όπως μάσκες και αντισηπτικά. Ανάλογη αντίδραση είχαν και αρκετές επιχειρήσεις κυρίως στον κλάδο του εμπορίου που παρά τις αναστολές λειτουργίας των φυσικών καταστημάτων, επέδειξαν ευελιξία συνεχίζοντας τη λειτουργία τους μέσω των ηλεκτρονικών καταστημάτων και διασώζοντας σε σημαντικό βαθμό τα μεγέθη του κλάδου.
Ο Κυριάκος Ανδρέου, Αdvisory Leader, PwC Ελλάδας σημειώνει: «Η καλύτερη της αναμενόμενης πορεία που ακολούθησε η ελληνική οικονομία και η πρόοδος που επιτεύχθηκε σε ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες ισχυροποιεί την εμπιστοσύνη στις προοπτικές της χώρας και ενισχύει την εικόνα της διεθνώς. Μπροστά μας ωστόσο έχουμε μια σειρά προκλήσεων με τη διατήρηση της εμπιστοσύνης να αποτελεί την πλέον κρίσιμη».
Όπως προκύπτει από τη μελέτη, στο άμεσο μέλλον η χώρα έχει να αντιμετωπίσει μια σειρά προκλήσεων.
Για τη διαμόρφωση της επόμενης μέρας η μελέτη εντοπίζει μια σειρά από προκλήσεις. Πέραν από την επιτακτική ανάγκη για διατήρηση των συνθηκών που διασφαλίζουν την πρόσβαση στις αγορές και την ομαλή δημοσιονομική προσαρμογή στους προ-υγειονομικής κρίσης στόχους, οι μελλοντικές προκλήσεις σχετίζονται σε μεγάλο βαθμό με την προσπάθεια προσέλκυσης ξένων επενδύσεων και την αποτελεσματική απορρόφηση του Ταμείου Ανάκαμψης. Η μέγιστη δυνατή απορρόφηση των πόρων του Ταμείου μέσω της ένταξης στρατηγικών έργων υποδομής αλλά και ψηφιακού μετασχηματισμού του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση.
Παράλληλα, η χώρα χρειάζεται να εντατικοποιήσει την προσπάθεια εφαρμογής των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων και του μετασχηματισμού του παραγωγικού μοντέλου της οικονομίας, μεγιστοποιώντας έτσι τη δυνατότητα προσέλκυσης νέων εμβληματικών επενδύσεων.
Επίσης, σημαντικό στοίχημα είναι η αποτελεσματική μετάβαση σε ένα μοντέλο πιο φιλικό προς το περιβάλλον που δίνει έμφαση στην χρήση καθαρότερων μορφών ενέργειας και αποσυνδέεται από τον λιγνίτη. Ο σχεδιασμός της μετάβασης αυτής χρειάζεται να λάβει υπόψη του τον κίνδυνο απώλειας θέσεων εργασίας και να περιλαμβάνει δραστικά μέτρα για την υποκατάσταση των χαμένων θέσεων μέσω της αναβάθμισης δεξιοτήτων και της δημιουργίας νέων προοπτικών.
Σύμφωνα με τον Κυριάκο Ανδρέου: «Απαιτείται προσεκτικός σχεδιασμός, τόλμη και συνέπεια στην υλοποίηση ώστε η χώρα να μπορέσει να ηγηθεί της κατάστασης, ενισχύοντας την εμπιστοσύνη και διαμορφώνοντας μια νέα, διαφορετική επόμενη μέρα».
Λίγα λόγια για τη μελέτη*
Για τους σκοπούς της μελέτης έχει πραγματοποιηθεί συγκριτική αξιολόγηση 142 εισηγμένων εταιρειών κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 2019 και 2020. Η επιλογή του δείγματος έγινε βάσει του δεδομένου ότι οι εισηγμένες αποτελούν τις μόνες εταιρείες που έχουν υποχρέωση δημοσίευσης εξαμηνιαίων οικονομικών καταστάσεων. Καθίσταται έτσι, εφικτή η διερεύνηση της επίδρασης της πανδημίας. Σημειώνεται ότι από το δείγμα έχουν εξαιρεθεί οι τράπεζες και οι ασφαλιστικές εταιρείες.
Alpha Bank: Οι πολιτικές της κυβέρνησης δεν αντισταθμίζουν πλήρως τις επιπτώσεις της πανδημίας

Ένα αποδοτικότερο δικαστικό σύστημα μπορεί να λειτουργήσει σαν πολλαπλασιαστής επενδύσεων, ειδικά σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από αυξημένη αβεβαιότητα, λόγω της πανδημικής κρίσης, συμβάλοντας στην ταχύτερη ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, τα επόμενα έτη, αναφέρεται σε ανάλυση στο Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Διευθύνσεως Οικονομικών Μελετών της Alpha Bank.
Όπως αναφέρεται συγκεκριμένα:
«Η άσκηση επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής από την Κυβέρνηση, κατά το τρέχον έτος, αναμένεται να αντισταθμίσει, εν μέρει, τις αρνητικές επιπτώσεις της πανδημικής κρίσης, αμβλύνοντας την πτώση της οικονομικής δραστηριότητας και θέτοντας τις βάσεις για ανάκαμψη από το επόμενο έτος. Σύμφωνα με το Προσχέδιο του Κρατικού Προϋπολογισμού 2021, το συνολικό ύψος των παρεμβάσεων με σκοπό τη στήριξη των επιχειρήσεων και των εργαζομένων, για την αντιμετώπιση των αρνητικών επιπτώσεων της πανδημίας, αναμένεται να ανέλθει σε Ευρώ 24,2 δισ., για τα έτη 2020-2021. Επίσης, πρόσφατα, η Κυβέρνηση ανακοίνωσε επιπλέον μέτρα οικονομικής στήριξης των επαγγελματικών κλάδων που πλήττονται από τoυς νέους περιορισμούς στην οικονομική δραστηριότητα που θα ισχύσουν τον Νοέμβριο, ύψους Ευρώ 3,3 δισ., έως το τέλος του έτους.
Παράλληλα, ο Πρωθυπουργός, στο πλαίσιο της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, τον Σεπτέμβριο, ανακοίνωσε ένα πρόγραμμα δώδεκα σημαντικών μεταρρυθμίσεων που αφορούν στη δημόσια διοίκηση και σε σημαντικούς θεσμικούς τομείς. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές αναμένεται να βελτιώσουν σημαντικά το επιχειρηματικό περιβάλλον, ελαττώνοντας το κόστος εισόδου νέων επιχειρήσεων στην αγορά, εξαλείφοντας περιττές και χρονοβόρες διαδικασίες και εκσυγχρονίζοντας τομείς της δημόσιας διοίκησης και της αγοράς που χαρακτηρίζονται από στρεβλώσεις. Οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις, σε συνδυασμό με τα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης της οικονομίας, αναμένεται να θέσουν τα θεμέλια για την επάνοδο της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας, ενισχύοντας τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της. Το σχέδιο των μεταρρυθμίσεων περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τον εκσυγχρονισμό της αγοράς εργασίας, της δημόσιας διοίκησης και του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), την ενίσχυση του Εθνικού Συστήματος Υγείας και της επαγγελματικής εκπαίδευσης, την εισαγωγή ενός κεφαλοποιητικού συστήματος στην επικουρική ασφάλιση, αλλά και την επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης και την ψηφιοποίηση των δικαστικών διαδικασιών.
Ειδικά ως προς το τελευταίο, οι μεταρρυθμίσεις που προτείνονται -σύμφωνα με την ομιλία του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ- αφορούν στην ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης, με έμφαση στην ψηφιοποίηση και αυτοματοποίηση των διαδικασιών, στην εισαγωγή του θεσμού της πιλοτικής δίκης και των επίκουρων βοηθών-δικαστών, καθώς και στην υιοθέτηση ενός νέου λειτουργικού πλαισίου για την Εθνική Σχολή Δικαστών. Στο παρόν Δελτίο, επιχειρούμε (α) να εξετάσουμε την αποδοτικότητα του συστήματος επίλυσης διαφορών, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία που δημοσιεύτηκαν σε σχετική έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (“The 2020 EU Justice Scoreboard”, Ιούλιος 2020) και αναλύοντας τη σημασία της στην οικονομική μεγέθυνση της χώρας και (β) να παραθέσουμε χρήσιμες προτάσεις πολιτικής προς αυτήν την κατεύθυνση.
Οι διαφορές μεταξύ των χωρών ως προς το ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης οφείλονται τόσο σε οικονομικούς, όσο και σε θεσμικούς παράγοντες. Μεταξύ των θεσμικών παραγόντων που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην επίτευξη σχετικά υψηλών ρυθμών μεγέθυνσης είναι η επιτάχυνση της διαδικασίας λήψης δικαστικών αποφάσεων και η αύξηση του ποσοστού επίλυσης εκκρεμών υποθέσεων. Ένα αποδοτικότερο σύστημα επίλυσης διαφορών που χαρακτηρίζεται από ταχείες διαδικασίες ωθεί τους οικονομικούς παράγοντες να εκπληρώσουν τα επενδυτικά σχέδιά τους, χωρίς σημαντικές καθυστερήσεις και με μειωμένο κόστος, προστατεύοντας τα δικαιώματα ιδιοκτησίας και την εκτέλεση των συμβάσεων.
Ένα αποτελεσματικό, ευέλικτο και αυτοματοποιημένο δικαστικό σύστημα αποτελεί κεφαλαιώδη πυλώνα για την επίτευξη υψηλών και βιώσιμων ρυθμών μεγέθυνσης μέσω των ακόλουθων αξόνων:
• της προσέλκυσης Άμεσων Ξένων Επενδύσεων (ΑΞΕ) που βρίσκονται σε πολύ χαμηλό επίπεδο στην Ελλάδα και μέσω των οποίων δύναται να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας,
• της διευκόλυνσης εισαγωγής νέων καινοτόμων επιχειρηματικών ιδεών και τεχνολογικών ευρεσιτεχνιών, και της δραστηριοποίησης σε τομείς Έρευνας και Ανάπτυξης, καθώς ένα αποτελεσματικό σύστημα απόδοσης δικαιοσύνης διασφαλίζει την κατοχύρωση των σχετικών δικαιωμάτων.
Οι μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση και ειδικότερα στο δικαστικό σύστημα αποτελούν αδήριτη ανάγκη, προκειμένου να βελτιωθεί το επενδυτικό κλίμα στη χώρα, προσελκύοντας ΑΞΕ και ενισχύοντας την παραγωγικότητα και την αναπτυξιακή δυναμική της οικονομίας. Η επιτάχυνση των διαδικασιών για τη λήψη των δικαστικών αποφάσεων, καθώς και η μείωση του αριθμού των συσσωρευμένων εκκρεμών υποθέσεων, αποτελούν σημαντικό δείκτη αποδοτικότητας του δικαστικού συστήματος.
Η εκτιμώμενη μέση διάρκεια επίλυσης δικαστικών υποθέσεων έχει αυξηθεί τα τελευταία έτη, φθάνοντας τις 559 ημέρες το 2018, ενώ το ποσοστό επίλυσης εκκρεμών υποθέσεων μειώθηκε αντίστοιχα, φθάνοντας στο 86,3% το 2018.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, σχετικά με τις διοικητικές υποθέσεις, οι οποίες αφορούν δικαστικές διαφορές ιδιωτών με το Δημόσιο, έχει σημειωθεί σχετική βελτίωση στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, τόσο σε όρους μέσης εκτιμώμενης διάρκειας της επίλυσης δικαστικών υποθέσεων (601 μέρες το 2018, από 1520 μέρες το 2012), όσο και στο ποσοστό επίλυσης των εν λόγω υποθέσεων (από 143,2% το 2012, σε 163,5% το 2018) σε σχέση με το 2012.
Το δικαστικό σύστημα, εκτός από έγκαιρες αποφάσεις, είναι απαραίτητο να επιδεικνύει και στοιχεία αποτελεσματικότητας. Ενδεικτικά, στα Γραφήματα 4α και 4β, παρουσιάζονται δύο δείκτες αποτελεσματικότητας του δικαστικού συστήματος, η επάρκεια του ανθρώπινου δυναμικού και οι δημόσιες δαπάνες για το δικαστικό σύστημα, σε σύγκριση με επιλεγμένες χώρες.
Οι επαρκείς ανθρώπινοι πόροι είναι σημαντικοί για την ποιότητα του δικαστικού συστήματος και στην Ελλάδα, πάρχει σχετικά υψηλός αριθμός δικηγόρων ανά 100 χιλιάδες κατοίκους, ενώ και ο αριθμός των δικαστών παραμένει σε υψηλά επίπεδα, συγκριτικά με τις υπόλοιπες χώρες. Επιπλέον, η διαθεσιμότητα των υλικών πόρων αντανακλάται έμμεσα στις δαπάνες της Γενικής Κυβέρνησης για τη λειτουργία των δικαστηρίων, οι οποίες, ωστόσο, στην Ελλάδα, αν και παρουσιάζουν ανοδική τάση, βρίσκονται σε σχετικά χαμηλό επίπεδο, σε σχέση με άλλες χώρες.