Επιστροφή στην επενδυτική βαθμίδα για την Alpha Bank

Ο οίκος αξιολόγησης Moody’s Ratings προχώρησε στις ακόλουθες αναβαθμίσεις όσον αφορά στην αξιολόγηση τηςAlpha Bank, τοποθετώντας την Τράπεζα σε επενδυτική βαθμίδα μετά από 14 χρόνια:

Αξιολόγηση μακροπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων καταθέσεων: Baa3 (από Ba1, +1 βαθμίδα)
Αξιολόγηση μακροπρόθεσμου χρέους υψηλής εξασφάλισης: Baa3 (από Ba2, +2 βαθμίδες)
Αξιολόγηση χρέους μειωμένης εξασφάλισης (Tier 2): Ba2 (από B1, +2 βαθμίδες)
Βασική πιστοληπτική αξιολόγηση (BCA): Ba2 (από Ba3, +1 βαθμίδα)

Οι ανωτέρω αναβαθμίσεις επιβεβαιώνουν τη δυναμική της Τράπεζας να επιτυγχάνει υψηλότερη βιώσιμη κερδοφορία, βελτιώνοντας παράλληλα την ανθεκτικότητα του ισολογισμού της. Καθοριστικό ρόλο στις αναβαθμίσεις διαδραμάτισαν η βελτίωση της ποιότητας του ενεργητικού και του προφίλ των επαναλαμβανόμενων κερδών της Alpha Bank, η χαμηλότερη βάση κόστους, τα αναμενόμενα οφέλη από την πρόσφατη στρατηγική συνεργασία με την UniCredit και τα σημαντικά και διευρυνόμενα κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας.

 

 
Οι θετικές προοπτικές με τις οποίες αξιολόγησε ο οίκος την Τράπεζα αντανακλούν τις προσδοκίες του για την περαιτέρω βελτίωση του πιστωτικού προφίλ της Alpha Bank, κυρίως μέσω της αύξησης των κερδών της, των υψηλότερων επιπέδων κεφαλαίου και της βελτίωσης της ποιότητας του ενεργητικού της, σε ευθυγράμμιση με το Στρατηγικό της Σχέδιο.
Επιπλέον, οι αναβαθμίσεις του οίκου καθιστούν το χρέος υψηλής εξασφάλισης της Alpha Bank επιλέξιμο από ένα ευρύτερο σύνολο επενδυτών, διαφοροποιώντας περαιτέρω τη χρηματοδοτική της βάση.
Τι επισημαίνει η Moody’s
Στην ανακοίνωση που εξέδωσε ο οίκος αξιολόγησης τονίζει ότι η αναβάθμιση του BCA αντανακλά την περαιτέρω πρόοδο που έχει σημειώσει η ελληνική τράπεζα στη μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs) στο 6% του συνόλου των ακαθάριστων δανείων τον Μάρτιο του 2024 από 7,6% τον αντίστοιχο μήνα του 2023. Σημειώνει επίσης ότι η αναβάθμιση λαμβάνει υπόψη τα σχέδια της τράπεζας για βελτίωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού με μείωση του λόγου των NPEs κάτω από το 4% ώς το τέλος του 2026. 
Η αναβάθμιση αποτυπώνει ακόμα τη βελτίωση της εικόνας όσον αφορά την κερδοφορία της τράπεζας, καθώς και τη μείωση του κόστους. 
Ο οίκος αξιολόγησης επισημαίνει ακόμα ότι η βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων της τράπεζας ενίσχυσε τους κεφαλαιακούς δείκτες CET1 στο 16,2% τον Μάρτιο του 2024, νούμερο που περιλαμβάνει και την πώληση του ποσοστού πλειοψηφίας στη ρουμανική θυγατρική στην UniCredit.
H αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της τράπεζας λαμβάνει επίσης υπόψη την άνετη ρευστότητα και την περαιτέρω βελτίωση του χρηματοδοτικού προφίλ, αναφέρει η Moody’s.
Το θετικό outlook στην αξιολόγηση των μακροπρόθεσμων καταθέσεων αντανακλά την εκτίμηση της Moody’s ότι η Alpha Bank θα συνεχίσει να βελτιώνει το πιστωτικό της προφίλ τους επόμενους 12 με 18 μήνες.

Κ. Χατζηδάκης: Η επενδυτική βαθμίδα βοηθάει να δανειζόμαστε φθηνότερα

Τη σημαντική συμβολή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων στη χρηματοδότηση της ελληνικής οικονομίας κατά την περίοδο της κρίσης αλλά και τις νέες προοπτικές που διανοίγονται για φθηνότερο δανεισμό του ελληνικού Δημοσίου μετά την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας επεσήμανε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κωστής Χατζηδάκης, στο πλαίσιο της τελετής υπογραφής δανειακής σύμβασης για το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας.
«Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων έχει σταθεί δίπλα στην Ελλάδα ιδιαίτερα την προηγούμενη δραματική δεκαετία την οποίαν διανύσαμε και συνετέλεσε στην προώθηση αρκετών ιδιαίτερα κρίσιμων αναπτυξιακών έργων», τόνισε ο υπουργός και πρόσθεσε: «Εμείς προσπαθούμε να δημιουργήσουμε όλες τις προϋποθέσεις ώστε να χρειαζόμαστε την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων ολοένα και λιγότερο. Διότι δεν είναι αυτοσκοπός ο δανεισμός. Έχουμε μια ισχυρή στήριξη μέσω του ΕΣΠΑ και του Ταμείου Ανάκαμψης. Παράλληλα, έχουμε θετικές εξελίξεις στον δανεισμό της χώρας, καθώς έχουμε πάρει την επενδυτική βαθμίδα. Φέτος από τον δανεισμό που θα κάνουμε με ομόλογα δεκαετούς διαρκείας μπορούμε να εξοικονομήσουμε, ποσό ύψους 850.000.000 ευρώ σε βάθος δεκαετίας για τους Έλληνες φορολογούμενους. Από εδώ και πέρα θα χρειαζόμαστε ολοένα και λιγότερο την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, διότι μπορούμε να δανειζόμαστε όπως οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες».
Ο υπουργός σημείωσε ότι η Ελλάδα κατατάσσεται στις πρώτες θέσεις στην κατανομή της χρηματοδότησης των κρατών-μελών της Ε.Ε. ως προς το ποσοστό του ΑΕΠ με 1,14%, ενώ υπενθύμισε ότι μόνο το 2023 υπεγράφησαν δανειακές συμβάσεις ύψους 2,5 δισ. ευρώ τα οποία προστίθενται στα 7,49 δισ. που είχαν εγκριθεί την τριετία 2020-2022.
Οι συμβάσεις που υπεγράφησαν το 2023 αφορούν μεταξύ άλλων την χρηματοδότηση έργων όπως η διασύνδεση των δυτικών και νότιων Κυκλάδων με το ηπειρωτικό δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας και η εγκατάσταση έξυπνων μετρητών κατανάλωσης ρεύματος, την χρηματοδοτική συμβολή στην κάλυψη της εθνικής συμμετοχής στο ΕΣΠΑ, την ενίσχυση καινοτομίας και εξωστρέφειας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, όπως και επενδύσεις μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων.
«Διαμορφώνεται ένα καινούργιο σκηνικό και είναι θετικό ότι η χώρα και οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν έχουν ως ίσως και αποκλειστικό καταφύγιο, όπως συνέβαινε την περασμένη δεκαετία, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Μπαίνουμε πια σε μια νέα φάση Ευρωπαϊκής κανονικότητας, για την οποία εργαστήκαμε σκληρά τα τελευταία 4,5 χρόνια. Στην προσπάθεια μας βοήθησε πολύ ουσιαστικά η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, η οποία ήταν σύμμαχός μας, αλλά θα παραμείνει σύμμαχός μας και στο μέλλον», κατέληξε ο υπουργός.

DBRS: Έδωσε την επενδυτική βαθμίδα στην Ελλάδα

Ο καναδικός οίκος αξιολόγησης DBRS έδωσε σήμερα την πολυπόθητη επενδυτική βαθμίδα στα ελληνικά ομόλογα, αναβαθμίζοντας το αξιόχρεό τους στην κατηγορία ΒΒΒ(low) με σταθερές προοπτικές από ΒΒ(high) με σταθερές προοπτικές. Είναι ο πρώτος από τους τέσσερις αναγνωρισμένους από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα οίκους, ο οποίος δίνει στην Ελλάδα ξανά την επενδυτική βαθμίδα μετά από 13 χρόνια.
Την επόμενη Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου, αναμένεται η αξιολόγηση της Moody’s, που διατηρεί την Ελλάδα τρεις βαθμίδες κάτω από την επενδυτική (Ba3), με θετικές προοπτικές. Στις 20 Οκτωβρίου αναμένεται η αξιολόγηση από τον οίκο Standard & Poor’s και ο κύκλος των αξιολογήσεων για φέτος κλείνει με την τρίτη αξιολόγηση της Fitch την 1η Δεκεμβρίου.
«Σε μια πολύ δύσκολη συγκυρία για την πατρίδα μας, σε μια στιγμή που η σκέψη όλων μας είναι στα θύματα των άνευ προηγουμένου φυσικών καταστροφών και τις οικογένειές τους, η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας για την Ελλάδα μετά από πολλά χρόνια, είναι μια πολύ σημαντική εξέλιξη για τη χώρα μας», δήλωσε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κωστής Χατζηδάκης, μετά την ανακοίνωση του οίκου DBRS Morningstar για την αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας στην επενδυτική βαθμίδα.
«Ο καναδικός οίκος αξιολόγησης DBRS Morningstar, ένας από τους τέσσερις διεθνείς οίκους που αναγνωρίζονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δίνει στην Ελλάδα τη λεγόμενη επενδυτική βαθμίδα και με αυτόν τον τρόπο την κατατάσσει σε μια διαφορετική πλέον κατηγορία από πλευράς πιστοληπτικής αξιολόγησης. Το άλμα αυτό δεν ήταν εύκολο, αλλά ούτε και τεχνικού χαρακτήρα. Προϋπέθετε αφενός τη συστηματική προσπάθεια που έγινε τα τελευταία τέσσερα χρόνια σε οικονομικό επίπεδο και η οποία είχε επιβραβευτεί μέχρι τώρα με αλλεπάλληλες πιστοληπτικές αναβαθμίσεις. Σημαίνει επίσης περαιτέρω βελτίωση των όρων δανεισμού, περισσότερες επενδύσεις στη χώρα, ανάπτυξη και νέες θέσεις εργασίας.
Η ανακοίνωση του οίκου DBRS είναι αρκετά εύγλωττη για να γίνουν πολλά περαιτέρω σχόλια. Μιλάει τόσο για την επιτυχία της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης σε διαφορετικά επίπεδα (αύξηση των επενδύσεων, των εξαγωγών, μείωση της ανεργίας, μείωση του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ), όσο και για τον συνδυασμό της πολιτικής σταθερότητας με την υπεύθυνη οικονομική πολιτική που δημιουργεί ένα κατάλληλο κλίμα για την περαιτέρω ενδυνάμωση και ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Δουλειά μας είναι να συνεχίσουμε με σοβαρότητα τις προσπάθειές μας στο επίπεδο της δημοσιονομικής πολιτικής όσο και των διαρθρωτικών αλλαγών, για να πείθουμε τόσο τους οίκους αξιολόγησης, όσο και τις αγορές και τους επενδυτές ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα που αξίζει κανείς να επενδύει και να ανοίγει καινούργιες δουλειές. Το οφείλουμε σε όλους τους Έλληνες πολίτες, το οφείλουμε στην πατρίδα μας», δήλωσε ο κ. Χατζηδάκης.
Η αιτιολόγηση της αναβάθμισης
Η αναβάθμιση αντανακλά την άποψη της DBRS Morningstar ότι, σύμφωνα με το εντυπωσιακό ιστορικό της Ελλάδας, οι ελληνικές αρχές θα παραμείνουν προσηλωμένες στη δημοσιονομική ευθύνη, διασφαλίζοντας ότι ο δείκτης του δημόσιου χρέους θα παραμείνει σε πτωτική τάση.
Τα μέτρα στήριξης που σχετίζονται με την ενέργεια δεν εμπόδισαν το πρωτογενές δημοσιονομικό ισοζύγιο να φτάσει σε πλεόνασμα 0,1% του ΑΕΠ το 2022. Αναμένεται πλεόνασμα 1,1% φέτος και 2,1% το 2024.
Από την κορύφωσή του το 2020, ο δείκτης δημόσιου χρέους έχει υποχώρησε κατά 35 ποσοστιαίες μονάδες (π.μ.), εκ των οποίων οι 23 π.μ. πέρυσι, επωφελούμενοι από τη δημοσιονομική αποκατάσταση και την ισχυρή αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ. Η σημαντική βελτίωση των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων και του χρέους ενισχύεται από την ισχυρή δέσμευση της ελληνικής κυβέρνησης στην εφαρμογή ενός συνετού δημοσιονομικού σχεδίου που οδηγεί στην αναβάθμιση της αξιολόγησης.
Σύμφωνα με τον καναδικό οίκο, παρά τις δύσκολες οικονομικές συνθήκες το 2022, η ελληνική οικονομία έδειξε ανθεκτικότητα, σημειώνοντας ανάπτυξη 5,9% με επίσης συνεχείς βελτιώσεις στην αγορά εργασίας, υποστηριζόμενη από την ισχυρή ιδιωτική κατανάλωση και επενδύσεις και την ανάκαμψη στον τουριστικό τομέα.
Καθώς το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRP ή Ελλάδα 2.0) συνεχίζει να εφαρμόζεται, οι επενδύσεις θα παραμείνουν σημαντική πηγή ανάπτυξης, αν και υπάρχουν εξωτερικοί καθοδικοί κίνδυνοι. Η βελτιωμένη πιστοληπτική ικανότητα αντικατοπτρίζει επίσης την ενίσχυση σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και τους θεσμούς του συστήματος του ευρώ, που προέρχεται από παλαιότερες δημοσιονομικές εξυγιάνσεις και μεταρρυθμίσεις. Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα συνεχίζει να επωφελείται από ισχυρά οφέλη υποστήριξης και χρηματοδότησης σε περιόδους κρίσεων, ιδίως με τα νέα εργαλεία και μέσα του συστήματος ΕΕ/ευρώ που έχουν εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια. Οι βελτιώσεις στα δομικά στοιχεία «Δημοσιονομική Διαχείριση και Πολιτική» και «Χρέος και Ρευστότητα» είναι οι βασικοί λόγοι για την αναβάθμιση της αξιολόγησης.
Η αξιολόγηση BBB (χαμηλή) και η σταθερή τάση της Ελλάδας υποστηρίζονται από τη συμμετοχή της στην ΕΕ και στη ζώνη του ευρώ και από την εφαρμογή προηγούμενων οικονομικών μεταρρυθμίσεων που έχουν ενισχύσει την ανθεκτικότητα της οικονομίας. Η χώρα συνεχίζει να σημειώνει πρόοδο στην εκτέλεση του RRP της, το οποίο συνίσταται σε μεταρρυθμίσεις που θα τονώσουν την ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς και τις επενδύσεις, μειώνοντας έτσι το επενδυτικό χάσμα μεταξύ της Ελλάδας και των ομοτίμων της στη ζώνη του ευρώ.
Η DBRS Morningstar πιστεύει ότι οι πόροι της ΕΕ θα συνεχίσουν να παρέχουν κίνητρα για την εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την ανάπτυξη, υποστηρίζοντας παράλληλα την ανάπτυξη των επενδύσεων με κεφάλαια που διοχετεύονται επίσης μέσω του ενισχυμένου τραπεζικού συστήματος. , τον πολύ υψηλό δείκτη δημόσιου χρέους, το ακόμη σημαντικό επίπεδο των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) και το υψηλό ποσοστό ανεργίας.
Οι αξιολογήσεις θα μπορούσαν να αναβαθμιστούν εάν συμβεί ένα ή συνδυασμός των παρακάτω:
(1) συνεχιζόμενη εφαρμογή μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν τις επενδύσεις, βελτιώνοντας έτσι τις μακροπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές.
(2) διαρκής δέσμευση για δημοσιονομική ευθύνη, που οδηγεί σε διαρκή μείωση του λόγου του δημόσιου χρέους.
Οι πιθανοί παράγοντες ενεργοποίησης για μια υποβάθμιση περιλαμβάνουν ένα ή συνδυασμό των παρακάτω:
(1) παρατεταμένη αποδυνάμωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας που θέτει τον δείκτη του δημόσιου χρέους σε μια διαρκή ανοδική τάση
(2) αντιστροφή των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.
(3) ανανεωμένη αστάθεια του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Όπως εκτιμά ο οίκος η νέα κυβέρνηση διασφαλίζει τη συνέχεια της πολιτικής που ενισχύει την εφαρμογή του σχεδίου Ανάκαμψης, το οποίο με τη σειρά του υποστηρίζει την οικονομία .
Μετά από δύο διαδοχικές γενικές εκλογές, τον Ιούνιο του 2023, το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας (ΝΔ) εξασφάλισε την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το εκλογικό αποτέλεσμα φέρνει μια άλλη περίοδο πολιτικής σταθερότητας στην Ελλάδα και εξασφαλίζει τη συνέχεια της πολιτικής
Η DBRS Morningstar θεωρεί ότι η πολιτική ατζέντα της νέας κυβέρνησης ευθυγραμμίζεται σε γενικές γραμμές με τις προσδοκίες. Επιπλέον, η νέα κυβέρνηση αναμένεται να παραμείνει προσηλωμένη στη δημοσιονομική πειθαρχία. Στο Πρόγραμμα Σταθερότητας για το 2023, η κυβέρνηση προβλέπει ότι το χρέος θα μειωθεί στο 162,6% του ΑΕΠ στο τέλος του 2023 και στο 135,2% μέχρι το τέλος του 2026. Η Ελλάδα επίσης αποπληρώνει το χρέος του επίσημου τομέα και αυξάνει το μερίδιό της στο χρέος του ιδιωτικού τομέα. Οι κυβερνητικές προτεραιότητες επικεντρώνονται στην επιτυχή εφαρμογή του οικονομικού προγράμματος Greece 2.0, με αρκετές μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις στο δρομολόγιο. Επιπλέον, η νέα κυβέρνηση σχεδιάζει να εκσυγχρονίσει το σύστημα δικαιοσύνης και το σύστημα δημόσιας υγείας, το οποίο μαζί με τις βελτιώσεις στην εκπαίδευση θα συμβάλει στην επίτευξη μακροπρόθεσμων οφελών. Η DBRS Morningstar θεωρεί ότι η βελτίωση του πολιτικού περιβάλλοντος και η δέσμευση της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τις μακροχρόνιες προκλήσεις της Ελλάδας δικαιολογεί μια θετική ποιοτική προσαρμογή στην αξιολόγηση του δομικού στοιχείου του «Πολιτικού Περιβάλλοντος»
Η ανάπτυξη των επενδύσεων οδηγεί την οικονομική απόδοση φέτος
Αφού γνώρισε ισχυρή ανάκαμψη το 2021, η ελληνική οικονομία συνέχισε σε σταθερή βάση το 2002 με το πραγματικό ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 5,9%, ξεπερνώντας τους μέσους όρους της ΕΕ και της ζώνης του ευρώ. Το 2021, η οικονομία αναπτύχθηκε κατά 8,4%, υποστηριζόμενη από την ισχυρή ανάπτυξη των επενδύσεων και των εξαγωγών, καθώς και από τη συσσωρευμένη ιδιωτική κατανάλωση.
Η οικονομία παρέμεινε ισχυρή το 2022 σημειώνοντας αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ 5,9% λόγω των συνεχιζόμενων βελτιώσεων στην αγορά εργασίας και των μέτρων κρατικής στήριξης.
Φέτος, η ανάπτυξη προβλέπεται να συγκρατηθεί, καθώς τα σταθερά έσοδα από τον τουρισμό και η επιτάχυνση της επενδυτικής δραστηριότητας θα στηρίξουν την οικονομία. Στο Πρόγραμμα Σταθερότητας για το 2023, η κυβέρνηση προβλέπει αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,3% φέτος, κυρίως λόγω των επενδύσεων. Υποστηριζόμενες επίσης από τα Ταμεία Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), οι επενδυτικές δαπάνες αυξάνονται από το 2019, αυξάνοντας το μερίδιο των επενδύσεων στο ΑΕΠ από 10,7% σε 13,7% στο τέλος του 2022. Κατά την άποψη της DBRS Morningstar, η εφαρμογή των προηγούμενων μεταρρυθμίσεων έχει ενισχύσει την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Η Ελλάδα συνεχίζει να σημειώνει καλή πρόοδο με την εφαρμογή του σχεδίου Ελλάδα 2.0 αξιοποιώντας τόσο τη συνιστώσα επιχορήγησης όσο και τη συνιστώσα δανείου του NGEU. Αυτό συμβάλλει επίσης στην αύξηση του κεφαλαίου, το οποίο το 2022 έγινε θετικό, για πρώτη φορά από το 2009.
Μέχρι στιγμής, η Ελλάδα έχει λάβει 5,75 δισ. ευρώ επιχορηγήσεις και 5,35 δισ. ευρώ για τη συνιστώσα του δανείου. Στα τέλη Αυγούστου, η κυβέρνηση ζήτησε να τροποποιήσει το σχέδιό της και να προσθέσει πρόσθετο κεφάλαιο στο κεφάλαιο REPowerEU.
Το συνολικό κονδύλιο αναμένεται να φτάσει σχεδόν τα 36 δισεκατομμύρια ευρώ για μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις, γεγονός που προβλέπεται να συμβάλει στη κάλυψη του επενδυτικού χάσματος μεταξύ της Ελλάδας και των ομοτίμων της στην ΕΕ και στη βελτίωση των προοπτικών ανάπτυξης. Αυτό αποτελεί παράγοντα που συμβάλλει στις πιστωτικές βελτιώσεις κατά την άποψη της DBRS Morningstar.
Η διάθεση κονδυλίων της ΕΕ, εάν συνδυαστεί με την εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, θα βελτιώσει τις προοπτικές ανάπτυξης της Ελλάδας και θα δικαιολογήσει μια θετική ποιοτική προσαρμογή στην αξιολόγηση του δομικού στοιχείου «Οικονομική Δομή και Απόδοση». Επιπλέον, το αποτέλεσμα του εκλογικού αποτελέσματος του Ιουνίου 2023 θα φέρει άλλα τέσσερα χρόνια πολιτικής σταθερότητας, επιτρέποντας στην κυβέρνηση να προχωρήσει με ταχύτητα με μεταρρυθμίσεις και επενδύσεις.

Ο οίκος αξιολόγησης Scope έδωσε την επενδυτική βαθμίδα στην Ελλάδα

Έδωσε την πολυπόθητη επενδυτική βαθμίδα στην Ελλάδα ο οίκος αξιολόγησης Scope. Ο οίκος αξιολογεί τη μακροπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας σε BBB- και αλλάζει τις προοπτικές σε σταθερές.
Η αναβάθμιση που σηματοδοτεί την ανεπίσημη επιστροφή της ελληνικής οικονομίας στην επενδυτική διαβάθμιση μετά από 13 χρόνια θεωρείται προπομπός για τις επόμενες αξιολογήσεις που επίκεινται έως το τέλος του έτους και την επάνοδο του ελληνικού αξιόχρεου στην επενδυτική βαθμίδα.
Ο γερμανικός οίκος βρίσκεται «ένα βήμα» από το να λάβει την επίσημη έγκριση της ΕΚΤ κι έτσι οι αξιολογήσεις του δεν λαμβάνονται υπόψη από το Ευρωσύστημα, ωστόσο φιλοδοξεί να καταστεί η ευρωπαϊκή απάντηση στους τοπ τέσσερις οίκους (DBRS, S&P, Moody’s, Fitch), καθώς έχει καταθέσει σχετική αίτηση στην ΕΚΤ.
Οι επόμενες αξιολογήσεις έως το τέλος του 2023 αναμένονται ως εξής:
Αξιολόγηση χρέους από τον οίκο DBRS (8 Σεπτεμβρίου)Αξιολόγηση χρέους από τον οίκο Moody’s (15 Σεπτεμβρίου)Αξιολόγηση χρέους από τον οίκο Standard & Poor’s (20 Οκτωβρίου)Αξιολόγηση χρέους από τον οίκο Fitch (1η Δεκεμβρίου)

Στην επενδυτική βαθμίδα η ελληνική οικονομία σύμφωνα με τον ιαπωνικό οίκο αξιολόγησης R&I

Ο ιαπωνικός οίκος Rating and Investment Information (R&I) αναβάθμισε στις 31 Ιουλίου 2023 το αξιόχρεο του Ελληνικού Δημοσίου στην επενδυτική βαθμίδα, BBB- με σταθερές προοπτικές (από ΒΒ+ με σταθερή προοπτική προηγουμένως).
Στην έκθεση αξιολόγησης που δόθηκε στη δημοσιότητα επισημαίνονται έξι θετικές εξελίξεις που οδήγησαν στην αναβάθμιση και συγκεκριμένα:
1. Η μεγάλη νίκη του κυβερνώντος κόμματος με επικεφαλής τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη στις εκλογές του Ιουνίου, αποτέλεσμα που διασφαλίζει την συνέχιση των πολιτικών με στόχο την αναζωογόνηση της ελληνικής οικονομίας και τη δημοσιονομική εξυγίανση και αυξάνει τις προσδοκίες για ενίσχυση της ανάπτυξης με κινητήρια δύναμη τις επενδύσεις και τις μεταρρυθμίσεις, καθώς και για συνεχή βελτίωση του λόγου του δημόσιου χρέους.
2. Η ισχυρή ανάπτυξη (5,9 %) της ελληνικής οικονομίας το 2022, πάνω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης και οι προβλέψεις της κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ανάπτυξη 2,3% και 2,4% αντίστοιχα, το 2023.
3. Η πρόοδος στη διάθεση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPE) με τη χρήση τιτλοποιήσεων που οδήγησαν τον δείκτη NPE των τραπεζών σε μονοψήφια επίπεδα.
4. Η βελτίωση του δημοσιονομικού ισοζυγίου μετά το μεγάλο έλλειμμα που καταγράφηκε λόγω της πανδημίας COVID-19. Το 2022 καταγράφηκε μικρό πρωτογενές πλεόνασμα, παρά τις επιδοτήσεις προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά για την αντιμετώπιση της αύξησης του πληθωρισμού και των τιμών της ενέργειας. Η κυβέρνηση για το 2023 προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 1,1 % του ΑΕΠ (και μειωμένο δημοσιονομικό έλλειμμα 1,8 % του ΑΕΠ) ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ακόμη μεγαλύτερο πλεόνασμα. «Υπό τον πρωθυπουργό Μητσοτάκη, ο οποίος εξασφάλισε τη δεύτερη θητεία του, η κυβέρνηση αναμένεται να διατηρήσει την πειθαρχημένη δημοσιονομική πολιτική της. Ο οίκος πιστεύει ότι η αύξηση των κρατικών δαπανών θα ελεγχθεί και ότι το πρωτογενές ισοζύγιο θα παραμείνει σε θετικό πρόσημο από το 2024 και μετά», αναφέρεται στην έκθεση.
5. Η μείωση του χρέους της γενικής κυβέρνησης κάτω από τα προ της πανδημίας επίπεδα, στο 171,3% του ΑΕΠ το 2022, ενώ ήταν πάνω από 200% το 2020. Η κυβέρνηση προβλέπει ότι ο δείκτης δημόσιου χρέους για το 2023 θα διαμορφωθεί στο 162,6%. Ο λόγος του δημόσιου χρέους πιθανότατα θα ακολουθήσει μια σταθερή πτωτική πορεία υποστηριζόμενος από το πρωτογενές πλεόνασμα.
6. Η διεκδίκηση πρόσθετης χρηματοδότησης από το REPowerEU Plan, επιπλέον των κεφαλαίων που είναι διαθέσιμα στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ με την εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων σε τομείς όπως το επιχειρηματικό περιβάλλον, η αγορά εργασίας και η δημόσια διοίκηση.
Από το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών επισημαίνεται ότι:
Η αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας στην επενδυτική βαθμίδα από τον οίκο R&I είναι αποτέλεσμα της ανοδικής πορείας της ελληνικής οικονομίας κατά την προηγούμενη τετραετία, της πολιτικής σταθερότητας και των θετικών προοπτικών για τη χώρα που διανοίγονται μετά τις εκλογές του Ιουνίου. Η εξέλιξη αυτή ανοίγει το δρόμο για τα επενδυτικά κεφάλαια της Ιαπωνίας (και συνολικά της ασιατικής αγοράς) προς την ελληνική οικονομία. Επιπλέον, παρά το γεγονός ότι η R&I δεν περιλαμβάνεται στους οίκους που αναγνωρίζει η  Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα , η σημερινή αναβάθμιση αποτελεί προάγγελο των αναβαθμίσεων που αναμένονται το επόμενο διάστημα και από τους λοιπούς αναγνωρισμένους από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα οίκους αξιολόγησης. Γεγονός που θα σημάνει χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης, μεγαλύτερες επενδύσεις στη χώρα, ανάπτυξη και θέσεις εργασίας.

Στουρνάρας: Η Ελλάδα θα εξασφαλίσει την επενδυτική βαθμίδα εντός του 2023

Την πεποίθησή του ότι η Ελλάδα θα εξασφαλίσει την επενδυτική βαθμίδα εντός του 2023 εξέφρασε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας, στη σημερινή του συνέντευξη στο Πρώτο Πρόγραμμα.
«Είμαστε πολύ κοντά» ανέφερε χαρακτηριστικά, για να συμπληρώσει ότι οι αγορές το έχουν τιμολογήσει ήδη στις τιμές των ομολόγων.
Όπως εξήγησε, τούτο δεν σημαίνει ότι αν την πάρουμε την επενδυτική βαθμίδα δεν θα έχουμε πρόσθετα οφέλη. Θα διερευνηθεί πάρα πολύ η επενδυτική βάση. Δηλαδή διάφορα ταμεία, funds τα οποία σήμερα στο καταστατικό τους έχουν ως περιορισμό να μην επενδύουν σε χώρες που δεν έχουν επενδυτική βαθμίδα θα επενδύσουν στην χώρα.
Έτσι και η Ελλάδα πάρει επενδυτική βαθμίδα αυτός ο περιορισμός θα αρθεί, άρα θα έχουμε μια νέα εισροή κεφαλαίων για επενδύσεις, για δάνεια. ‘Αρα το όφελος θα είναι πολύ μεγάλο. Είναι δηλαδή να σας το πω έτσι, εάν μου επιτρέπετε, το κίνητρο. Το κίνητρο είναι τεράστιο στο να πάρουμε την επενδυτική βαθμίδα, διότι σχεδόν την έχουμε πάρει. Δηλαδή χρειάζεται ένα πάρα πολύ μικρό βήμα. Χρειάζεται η επόμενη κυβέρνηση, αυτή που θα εκλεγεί, οι προγραμματικές της δηλώσεις να είναι τέτοιες που θα ωθήσουν τους αξιολογητές, τους οίκους αξιολόγησης, να δώσουν αυτήν την παραπάνω επενδυτική βαθμίδα, ανέφερε ο κ. Στουρνάρας.
Βέβαια, όπως επεσήμανε ο διοικητής της ΤτΕ, τίποτε δεν είναι δεδομένο και για το λόγο αυτό, η ευθύνη την επομένη των εκλογών είναι πολύ μεγάλη. Όπως είπε, επιθυμητό θα ήταν τα κόμματα να δεσμευτούν να στηρίξουν τους στόχους της οικονομικής πολιτικής που υπαγορεύονται από το εθνικό συμφέρον και από το συμφέρον των πολιτών της χώρας. Για τον πρόσθετο λόγο ότι μετά τις εκλογές οι μακροοικονομικές συνθήκες θα είναι δυσκολότερες για την επόμενη κυβέρνηση από ό,τι για τη σημερινή. Και θα είναι δυσκολότερες διότι τα επιτόκια είναι υψηλότερα. Θα έχουμε ένα νέο σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης, ενώ τώρα έχει αναβληθεί λόγω της πανδημίας και λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.
«Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα είναι δύσκολες μέρες. Θα είναι το περιβάλλον δυσκολότερο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι μέρες μας θα είναι δύσκολες. Έχουμε μάθει από τα δύσκολα» είπε χαρακτηριστικά.
Απαντώντας σε ερώτηση για το ενδεχόμενο να αναλάβει μετεκλογικά πρωθυπουργός σε κάποια κυβέρνησης συνεργασίας, ο κ. Στουρνάρας επανέλαβε ότι δεν τον ενδιαφέρει. «Το έχω δηλώσει επανειλημμένα. Έχω πει ότι στόχος μου είναι να τελειώσω τη θητεία μου στην Τράπεζα της Ελλάδος σε 3-3,5 χρόνια, περίπου. Έχω αρκετά πράγματα να κάνω ακόμα στην Τράπεζα της Ελλάδος και στο Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Όταν με το καλό τελειώσω αυτή τη θητεία, γιατί όλα εξαρτώνται από την καλή υγεία που θα έχουμε, θα είμαι 70 ετών, περίπου, άρα θα είναι η ώρα πλέον να αποσυρθώ από τα δημόσια πράγματα στα οποία βρίσκομαι για πολλά χρόνια τώρα».

Σταϊκούρας: Οι προοπτικές της Ελλάδας είναι θετικές, αλλά έχουμε πολλή δουλειά μπροστά μας

«Η ευρωπαϊκή διάκριση στο πρόσωπό μου αντικατοπτρίζει την αναγνώριση και την επιδοκιμασία της διεθνούς κοινότητας για τις επιδόσεις και την πρόοδο της χώρας μας στο κρίσιμο πεδίο της οικονομίας» υπογράμμισε ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας μιλώντας στην εκδήλωση που οργανώθηκε στη Λαμία για την βράβευση του ως «Υπουργό Οικονομικών της Χρονιάς 2023 για την Ευρώπη».
«Η διάκριση επισφραγίζει έναν δύσκολο, αλλά παραγωγικό κύκλο» υπογράμμισε ο κ. Σταϊκούρας για να συμπληρώσει «αποτελεί, παράλληλα, προάγγελο για ακόμα περισσότερες επιτυχίες για τη χώρα μας, ακόμα μεγαλύτερες κατακτήσεις για τον λαό μας, ακόμα καλύτερες προοπτικές για τα παιδιά μας, ακόμα πιο ουσιαστικές και αποτελεσματικές διεκδικήσεις για τον τόπο μας».
Η εκδήλωση οργανώθηκε στο μεγάλο αμφιθέατρο του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας από επιστήμονες της Ν. Άμπλιανης, συνοικίας από όπου κατάγεται, και εκεί βρέθηκαν εκατοντάδες συμπατριώτες του, θέλοντας να τον τιμήσουν.
Με τα πιο θερμά λόγια για την παρουσία του Χρήστου Σταϊκούρα στην πολιτική, αλλά και κοινωνική ζωή της χώρας, αλλά και της Φθιώτιδας μίλησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Φθιώτιδος Συμεών, όπως επίσης και οι βουλευτές της ΝΔ Γιώργος Κοτρωνιάς και Ελένη Μακρή-Θεοδώρου.
Στην ίδια εκδήλωση για το Χρήστο Σταϊκούρα μίλησαν ο περιφερειάρχης Στερεάς Ελλάδας Φάνης Σπανός, αλλά και ο δήμαρχος Λαμίας Θύμιος Καραΐσκος.
Στο σύνολό τους οι ομιλητές έκαναν ιδιαίτερη αναφορά στην πολιτική διαδρομή του Χρήστου Σταϊκούρα στην μεθοδικότητα του, την ευαισθησία του για τα μεγάλα τοπικά θέματα, στην αποτελεσματικότητα του και στην εργασιομανία που τον διακρίνει έτσι ώστε να εξυπηρετείται ο σχεδιασμός και οι στόχοι.
«Αυτή η εξέλιξη αποτελεί διάκριση της χώρας μας και ουσιαστικά αποτυπώνει την επιδοκιμασία της διεθνούς κοινότητας αλλά και την αναγνώριση της για τις επιδόσεις της χώρας μας και την πρόοδο που έχει παρουσιάσει σε ένα πεδίο δύσκολο και πολλαπλώς δοκιμαζόμενο τα τελευταία χρόνια όπως είναι το πεδίο της οικονομίας» υπογράμμισε ο Χρήστος Σταϊκούρας μιλώντας κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης και συνέδεσε το συγκεκριμένο βραβείο συνολικά με την αποτελεσματικότητα της κυβέρνησης σημειώνοντας πως «αποτελεί επιβράβευση στις θυσίες του ελληνικού λαού αλλά και επιβεβαίωση της σκληρής προσπάθειας της κυβέρνησης».
Ο Χρήστος Σταϊκούρας τόνισε ότι «πρόκειται για μία αδιάλειπτη προσπάθεια που ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2019 και συνεχίζεται», ενώ έκανε λόγο για «μία σοβαρή συστηματική προσπάθεια με βαθιά ευθύνη απέναντι στο σήμερα και το αύριο της χώρας» όπως είπε, για να συμπληρώσει «πρέπει να είμαστε υπερήφανοι για όσα, μαζί, κατακτήσαμε, γιατί κατακτήσαμε πολλά. Πρέπει να είμαστε και αισιόδοξοι για όσα θα έρθουν. Γιατί, ρεαλιστικά, οι προοπτικές της Ελλάδας είναι θετικές. Όμως, θέλω να σας πω, με έμφαση, ότι δεν έχουμε περιθώριο επανάπαυσης. Έχουμε πολλή δουλειά μπροστά μας. Και θα την κάνουμε, όλοι μαζί, σε κλίμα εθνικής ευθύνης και σοβαρότητας, με τη μέγιστη δυνατή πολιτική συνεννόηση και συναίνεση, σφυρηλατώντας, περαιτέρω, την κοινωνική συνοχή».
«Η διεθνής διάκρισή μου ως “Υπουργού Οικονομικών της Χρονιάς για την Ευρώπη” το 2023, δεν είναι μόνο προσωπική. Είναι κυρίως και πρωτίστως συλλογική», είπε ο Χρήστος Σταϊκούρας, συμπληρώνοντας πως «αφορά τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και το σύνολο της Κυβέρνησης. Αφορά το κράτος, πολίτες και επιχειρήσεις, την πολιτική και υπηρεσιακή πυραμίδα του υπουργείου Οικονομικών. Αφορά τους συνεργάτες μου, η πλειοψηφία των οποίων κατάγεται από τη Φθιώτιδα – μερικοί δε εξ αυτών από την Άμπλιανη. Πολύτιμοι συνεργάτες που αναδεικνύουν, την τελευταία τετραετία, με το ήθος και την εργατικότητά τους, τις ρίζες, τις αρχές και τις γνώσεις τους. Αφορά σε εσάς, που με τιμάτε, αδιαλείπτως, με την εμπιστοσύνη και την ψήφο σας. Εσάς που μοιραζόμαστε κοινά όνειρα, κοινές αγωνίες, κοινούς στόχους, κοινούς προβληματισμούς, κοινές αξίες, κοινά ιδανικά. Αξίες και ιδανικά βγαλμένα από τα “σπλάχνα” του τόπου μας».

Γ. Στουρνάρας: Εθνικός στόχος η ανάκτηση φέτος της επενδυτικής βαθμίδας

Την ανάγκη σύμπλευσης και συνεννόησης των πολιτικών δυνάμεων ώστε να υλοποιηθούν οι βασικές δεσμεύσεις της οικονομικής πολιτικής και να επιτευχθεί ο εθνικός στόχος ανάκτησης της επενδυτικής βαθμίδας κατά το τρέχον έτος, επεσήμανε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, στην ομιλία του προς το προσωπικό της ΤτΕ κατά τη διάρκεια κοπής της πρωτοχρονιάτικης πίτας.
Ο κ. Στουρνάρας στην ομιλία του επεσήμανε τις σημαντικές προκλήσεις που εγέρθηκαν κατά τη χρονιά που πέρασε για την παγκόσμια οικονομία, που στραγίστηκε από την αιματηρή εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, αναβιώνοντας τον εφιάλτη ενός μεγάλου πολέμου στην Ευρώπη.
Προκλήσεις οι οποίες, όπως τόνισε, έθεσαν στο επίκεντρο της παγκόσμιας προσοχής τη βασική αποστολή των κεντρικών τραπεζών: Η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών.
«Μετά από μια μακρά περίοδο πολύ χαμηλού πληθωρισμού, η άνοδός του εμφανίστηκε απροσδόκητα και κλιμακώθηκε απότομα, ως αποτέλεσμα δύο βασικών διαταραχών κυρίως από την πλευρά της προσφοράς που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, και οι οποίες έπληξαν την οικονομία σε διαδοχικά κύματα: της πανδημίας και του πολέμου στην Ουκρανία, με συνέπεια την άνοδο των τιμών των καυσίμων και των βασικών εμπορευμάτων. Αυτές οι δύο διαταραχές ανήκουν στην κατηγορία των “αγνώστων αγνώστων”, δεν μπορούν δηλαδή να ενσωματωθούν σε υποδείγματα με πιθανοθεωρητικές κατανομές, και συνεπώς, δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από τις κεντρικές τράπεζες, τους οικονομικούς οργανισμούς, τους ακαδημαϊκούς και τις κυβερνήσεις. Όσο μάλιστα συνεχίζεται ο πόλεμος στην Ουκρανία και ο πλανήτης σείεται από αυτήν αλλά και άλλες γεωπολιτικές εντάσεις, η αβεβαιότητα για τις οικονομικές εξελίξεις παραμένει ισχυρή», ανέφερε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος.
Ο κ. Στουρνάρας τόνισε ότι ο υψηλός πληθωρισμός πλήττει όλους τους πολίτες, ιδιαίτερα όμως τους πιο ευάλωτους και μπορεί να οδηγήσει σε έναν φαύλο κύκλο αυξήσεων των τιμών. Ως αποτέλεσμα, ο προγραμματισμός κατανάλωσης και επενδύσεων, τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τις επιχειρήσεις, δυσχεραίνεται. Κλονίζεται επίσης η εμπιστοσύνη τους στο νόμισμα, καθώς αυτό χάνει σταδιακά την αξία του.
Ως εκ τούτου, σημείωσε ότι «όπως συνέβη σε παρόμοιες περιπτώσεις στο παρελθόν, οι πολίτες στρέφουν τότε το βλέμμα τους προς τις κεντρικές τράπεζες, από τις οποίες αναμένουν αποτελεσματικές πρωτοβουλίες για την αποκατάσταση της σταθερότητας της αγοραστικής αξίας του νομίσματος».
Σε ό,τι αφορά τη ζώνη του ευρώ, ο κ. Στουρνάρας ανέφερε ότι οι επιχειρήσεις, οι επενδυτές, οι εργαζόμενοι και οι καταναλωτές θα πρέπει να αισθάνονται βέβαιοι, ότι, όχι μόνο το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αλλά και όλοι όσοι εργάζονται στο Ευρωσύστημα «θα κάνουμε οτιδήποτε είναι απαραίτητο, στο πλαίσιο των καθηκόντων που μας έχουν ανατεθεί, για να διασφαλίσουμε την έγκαιρη επαναφορά του πληθωρισμού στον στόχο του 2% μεσοπρόθεσμα».
Τόνισε ότι τα βασικότερα μέσα νομισματικής πολιτικής παραμένουν τα επιτόκια παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα οποία αναμένεται να αυξηθούν περαιτέρω, έως ότου, οι πρόσφατες θετικές ενδείξεις αποκλιμάκωσης των πληθωριστικών πιέσεων μετατραπούν σε βεβαιότητα προσέγγισης του στόχου του 2% μεσοπρόθεσμα.
«Είναι σημαντικό, όμως, να γνωρίζουμε ότι μια κεντρική τράπεζα δεν μπορεί να ελέγξει αρκετούς παράγοντες που επηρεάζουν τον πληθωρισμό, όπως συνέβη πρόσφατα. Δεν μπορεί να διορθώσει τις δυσχέρειες στην εφοδιαστική αλυσίδα λόγω της πανδημίας ή να μετριάσει τις υψηλές τιμές της ενέργειας και το υψηλό κόστος των τροφίμων, λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Σημαντικό μερίδιο συμμετοχής στη μάχη κατά του πληθωρισμού έχει επίσης η ορθή δημοσιονομική και ενεργειακή πολιτική που ασκείται από τις κυβερνήσεις, όπως επίσης και η υπεύθυνη διαπραγματευτική συμπεριφορά των κοινωνικών εταίρων, η οποία δεν πρέπει να μετατρέψει έναν εξωγενή ενεργειακό κλυδωνισμό που έχει χειροτερεύσει τους όρους εμπορίου ενός μεγάλου καθαρού εισαγωγέα ενέργειας, όπως είναι η Ευρώπη, σε ένα ανοδικό σπιράλ τιμών-μισθών που θα μας γυρίσει στον στασιμοπληθωρισμό της δεκαετίας του ’70 και των αρχών της δεκαετίας του ’80», σημείωσε ο κεντρικός τραπεζίτης.
Πρόσθεσε, πάντως, ότι είναι ενθαρρυντικό και ελπιδοφόρο ότι, προς το παρόν, δεν παρατηρείται σπιράλ τιμών-μισθών που απομακρύνει τον στόχο του 2%, ούτε απαγκίστρωση των μεσο-μακροπρόθεσμων πληθωριστικών προσδοκιών από τον στόχο αυτό.
«Αυτό μας δίνει ελπίδα και κουράγιο να συνεχίσουμε την αντιπληθωριστική πολιτική χωρίς αυξήσεις επιτοκίων τέτοιες που θα προκαλούσαν βαθιά ύφεση. Και δεν σταματάμε βεβαίως να ελπίζουμε και να επιζητούμε την οριστική παύση αυτής της συνεχιζόμενης αβεβαιότητας με το πιο αποτελεσματικό μέσο που υπάρχει: Τον τερματισμό αυτού του αιματηρού πολέμου», σημείωσε.
Ο κ. Στουρνάρας συμπλήρωσε, όμως, ότι οι κεντρικές τράπεζες αναγνωρίζουν φυσικά ότι η δημοσιονομική πολιτική θα πρέπει να αναλάβει ένα κόστος στήριξης των ευάλωτων πολιτών, με μέτρα τα οποία θα είναι στοχευμένα σε αυτούς, θα έχουν παροδικό και όχι μόνιμο χαρακτήρα και θα δίνουν κίνητρα για ενεργειακή εξοικονόμηση.
Στο πλαίσιο αυτό, όπως είπε, «υπό τις παρούσες προεκλογικές συνθήκες, η Τράπεζα της Ελλάδος στην τελευταία Έκθεση Νομισματικής πολιτικής, διατύπωσε την παραίνεση για σύμπλευση και συνεννόηση των πολιτικών δυνάμεων, ώστε να υλοποιηθούν οι βασικές δεσμεύσεις της οικονομικής πολιτικής, κυρίως σε ότι αφορά την επιστροφή σε πρωτογενή πλεονάσματα τέτοια που να εξασφαλίζουν την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους, και να διαφυλαχθούν όσα σημαντικά έχει επιτύχει η ελληνική οικονομία την τελευταία δεκαετία με βασικό στόχο, εθνικό θα τον χαρακτήριζα, την αναβάθμιση των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου στην επενδυτική βαθμίδα κατά το τρέχον έτος».
Στη συνέχεια, ο κεντρικός τραπεζίτης αναφέρθηκε στα πεπραγμένα της Τράπεζας της Ελλάδος. Όπως είπε, το 2022 η ΤτΕ φιλοξένησε τη συνεδρίαση του Εποπτικού Συμβουλίου του SSM, ενώ το 2023 θα υποδεχθεί στην Αθήνα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ. «Η ανάθεση των δύο κορυφαίων συναντήσεων των οργάνων λήψης αποφάσεων της ΕΚΤ και του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού είναι μια πρόκληση για την οργανωτική επαγρύπνηση της Τράπεζας της Ελλάδος και του προσωπικού της. Είμαι βέβαιος ότι θα δώσουμε όλοι τον καλύτερό μας εαυτό ώστε να έχουμε μία επιτυχημένη οργανωτικά συνεδρίαση του ΔΣ της ΕΚΤ και ένα επίπεδο φιλοξενίας των συναδέλφων μας αντάξιο της φήμης της ελληνικής φιλοξενίας».
Ο κ. Στουρνάρας τόνισε ότι η Τράπεζα της Ελλάδος μετεξελίσσεται σταδιακά τα τελευταία χρόνια σε έναν οργανισμό που διαπνέεται από αυτό που η επιστήμη της Οργανωσιακής Ψυχολογίας ορίζει ως “ψυχολογική ασφάλεια”, τη διαμόρφωση δηλαδή ενός εργασιακού περιβάλλοντος που προάγει την καινοτομία, τον συντονισμό και τη συνεργασία, ενώ ενθαρρύνει τη δημιουργική ανταλλαγή απόψεων και ιδεών μεταξύ των εργαζόμενων.
Στο πλαίσιο αυτό σημείωσε ότι τον Ιούλιο του 2022 η Τράπεζα της Ελλάδος συνυπέγραψε τον χάρτη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού για την ισότητα, τη διαφορετικότητα και τη συμπερίληψη.
Πρόσθεσε, δε, ότι πρόσφατα ολοκληρώθηκε το έργο “Μέλλον”, για τη συνολική διοικητική αναδιοργάνωση της Τράπεζας της Ελλάδος, το οποίο έχει στόχο την καλύτερη οργάνωση και λειτουργία της, ώστε να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στις προκλήσεις της νέας εποχής και των τεχνολογικών εξελίξεων. «Από το έργο αυτό προέκυψαν πολύτιμα εργαλεία, τα οποία καλούμαστε πλέον να αξιοποιήσουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο», ανέφερε.
Επίσης, η Τράπεζα, παράλληλα με τις δράσεις της για το κλίμα και τη βιωσιμότητα, σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα υλοποιεί και στο εσωτερικό της ένα ευρύ πρόγραμμα περιβαλλοντικών δράσεων υπό την ονομασία “ΒoGreen”. Οι δράσεις αυτές συνίστανται στην ορθολογικότερη χρήση των φυσικών πόρων που καταναλώνονται στο σύνολο των κτηρίων της και στη βέλτιστη διαχείριση των αποβλήτων που παράγονται στις εγκαταστάσεις της, παράλληλα με δράσεις περιβαλλοντικής ευαισθητοποίησης του συνόλου του προσωπικού της. Τη χρονιά που πέρασε μάλιστα το Σύστημα Περιβαλλοντικής Διαχείρισης της Τράπεζας πιστοποιήθηκε επίσημα σύμφωνα με τις αρχές του διεθνούς προτύπου ISO.
Τέλος, σημείωσε ότι το 2022 έκλεισαν 50 έτη από τα επίσημα εγκαίνια του Τμήματος Τύπωσης Κερμάτων του Νομισματοκοπείου. Με την ευκαιρία αυτή σχεδιάστηκε και εκτυπώθηκε ένα αναμνηστικό κέρμα, το οποίο θα λάβουν όλοι οι συνάδελφοι που εργάζονται στην Τράπεζα ως μια συμβολική κίνηση ευαρέσκειας για τις υπηρεσίες που προσφέρουν διαχρονικά.
Κλείνοντας, ο κ. Στουρνάρας ευχαρίστησε το προσωπικό της ΤτΕ την εργατικότητα, την αφοσίωση και τη συνέπεια, με την οποία επιτελέσε τα καθήκοντά του και το 2022, κάλεσε τους εργαζομένων να συνεχίσουν να εργάζονται με τον ίδιο ζήλο, και το νέο έτος.

Οι ασφαλιστικές εταιρείες «ποντάρουν» στην επενδυτική βαθμίδα το 2023

Πολλά και σημαντικά οφέλη θα αποκομίσουν οι εγχώριες ασφαλιστικές εταιρείες σε περίπτωση που η Ελλάδα επιστρέψει σε καθεστώς επενδυτικής βαθμίδας από τους διεθνείς Οίκους αξιολόγησης και αυτό πιθανολογείται να γίνει ακόμη και μέσα στο πρώτο μισό του 2023.
 —– του Στέφανου Κοτζαμάνη
Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη έκθεση της Goldman Sachs, η οποία -μεταξύ άλλων- αναφέρεται στο θετικό μακροοικονομικό πλαίσιο της Ελλάδας, στην ενίσχυση της οικονομίας της μέσω των Κοινοτικών κονδυλίων, στη φθίνουσα πορεία του δείκτη δημοσίου χρέους προς ΑΕΠ στο 150% έως το 2025, καθώς και ότι σ’ αυτό το πλαίσιο αυξάνεται η πιθανότητα να ανακτήσει η χώρα την επενδυτική βαθμίδα μέσα στο 2023.
Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η δήλωση του υπουργού Οικονομικών, Χρήστου Σταϊκούρα, ότι «η Ελλάδα είναι κοντά στην επίτευξη του στόχου της εξασφάλισης της επενδυτικής βαθμίδας», με την κυβέρνηση να έχει κάθε λόγο κάτι τέτοιο να γίνει πριν τη διεξαγωγή των επικείμενων διπλών βουλευτικών εκλογικών αναμετρήσεων.
Πάντως, η λήψη της επενδυτικής βαθμίδας δεν αποτελεί απλή διαδικασία, καθώς αξιολογείται μια ευρύτατη σειρά στοιχείων όπως η πορεία του ΑΕΠ, οι προοπτικές του χρέους, η υγεία του τραπεζικού συστήματος, ο δείκτης αβεβαιότητας της χώρας, κ.λπ.
Οι αισιόδοξοι πιστεύουν ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να πετύχει το συγκεκριμένο στόχο μέσα στο 2023, ωστόσο υπάρχουν και άλλοι που θεωρούν πως πολύ δύσκολα οι Οίκοι θα προχωρήσουν σε αναβαθμίσεις μέσα σε ένα κλίμα διεθνούς αβεβαιότητας και πως αν το πράξουν, μάλλον θα το κάνουν μετά τις επικείμενες εκλογές υπό την προϋπόθεση ότι θα προκύψει σταθερό και φιλοεπιχειρηματικό κυβερνητικό σχήμα. Από τους τρεις γνωστότερους Οίκους αξιολόγησης, η Standard&Poor’s έχει κατατάξει την Ελλάδα ένα σκαλοπάτι κάτω από την επενδυτική βαθμίδα, με τις αξιολογήσεις των Fitch και Moody’s να είναι δυσμενέστερες.
Άμεσα και έμμεσα οφέλη
Η ουσία είναι ότι τυχόν λήψη της επενδυτικής βαθμίδας θα βοηθήσει σημαντικά και τις εγχώριες ασφαλιστικές εταιρείες, οι οποίες παρακολουθούν με ενδιαφέρον τις εξελίξεις.Πρώτα απ’ όλα, η λήψη επενδυτικής βαθμίδας από τους διεθνείς Οίκους αξιολόγησης σημαίνει ότι η Ελλάδα εντάσσεται στις χώρες χαμηλού ρίσκου και αυτό με τη σειρά του αποκλιμακώνει τα επιτόκια δανεισμού τόσο για το δημόσιο, όσο και για τις εγχώριες επιχειρήσεις. Για παράδειγμα, η Ελλάδα δανείζεται σήμερα (9/12/22) για δέκα χρόνια με επιτόκιο 4%, ενώ η Ισπανία με 2,93% και η Γερμανία με 1,91%.
Αποκλιμάκωση όμως των επιτοκίων σημαίνει και άνοδο στις τιμές των ελληνικών ομολόγων (κρατικών και εταιρικών) με τις ασφαλιστικές εταιρείες να έχουν τοποθετημένο πολύ σημαντικό τμήμα του επενδυτικού τους χαρτοφυλακίου σε τίτλους αυτής της κατηγορίας. Είναι προφανές ότι θα προκύψει σημαντικό κεφαλαιακό όφελος για τον ασφαλιστικό κλάδο, το οποίο θα λειτουργήσει θετικά στο ύψος των ιδίων κεφαλαίων, αλλά και στους εποπτικούς δείκτες κατά Solvency II.
Πέρα όμως από τα άμεσα, υπάρχουν και τα έμμεσα οφέλη, που είναι η μεγαλύτερη δυνατότητα προσέλκυσης επενδύσεων στη χώρα, πράγμα που σημαίνει αύξηση του ΑΕΠ, με όποια θετική επίδραση έχει αυτό και στην πορεία της ασφαλιστικής παραγωγής.
Επιπλέον, τυχόν λήψη της επενδυτικής βαθμίδας θα επιδράσει θετικά και στις αποτιμήσεις των εγχώριων ασφαλιστικών εταιρειών, άρα και στα ποσά που θα κληθεί να καταβάλλει κάποιος επενδυτής στο πλαίσιο ενός ενδεχόμενου νέου γύρου εξαγορών και συγχωνεύσεων στην ασφαλιστική βιομηχανία.
Τέλος, η λήψη επενδυτικής βαθμίδας θα ενισχύσει και τις δυνατότητες συνεργασίας της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς με το εξωτερικό. Ήδη μέσα στο Δεκέμβριο ανώτατο κλιμάκιο της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος προχώρησε σε μια στοχευμένη παρουσίαση της δικής μας αγοράς στο ασφαλιστικό και αντασφαλιστικό κοινό του Λονδίνου.
«Στόχος ήταν να παρουσιαστούν οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς στην κορυφαία εξειδικευμένη ασφαλιστική αγορά του Λονδίνου» αναφέρθηκε χαρακτηριστικά, με τον πρόεδρο της ΕΑΕΕ, Αλέξανδρο Σαρρηγεωργίου, να προσθέτει ότι «η σημερινή παρουσίαση πιστεύουμε ότι θα αποτελέσει έναυσμα για τη σύσφιγξη των σχέσεων μεταξύ της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς και της ασφαλιστικής αγοράς του Λονδίνου, ανοίγοντας νέες ευκαιρίες συνεργασίας και εμβάθυνσης των επιχειρηματικών σχέσεων μεταξύ των ασφαλιστικών αγορών των δύο χωρών. Η ελληνική ασφαλιστική αγορά διαθέτει αξιοπιστία, φερεγγυότητα και μεγάλες προοπτικές ανάπτυξης. Παράλληλα η οικονομία της χώρας αναπτύσσεται παρά το δύσκολο οικονομικό περιβάλλον. Ο συνδυασμός αυτός ενισχύει τις επιχειρηματικές και επενδυτικές ευκαιρίες που προσφέρει ο ασφαλιστικός κλάδος στην Ελλάδα».
Από την έντυπη έκδοση της ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ