Καθοδική πορεία για τις εξαγωγές της Κρήτης το α΄ τετράμηνο – Τα στοιχεία ανά νομό

Οι εξαγωγές της Κρήτης σημείωσαν καθοδική πορεία, κατά το διάστημα Ιανουαρίου – Απριλίου 2024, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, τα οποία επεξεργάστηκε ο Σύνδεσμος Εξαγωγέων Κρήτη. Συγκεκριμένα, έφτασαν τα 262,3 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας μείωση 176,7 εκατ. ευρώ ή 40,3% σε σύγκριση με τα 439 εκατ. ευρώ που καταγράφηκαν την αντίστοιχη περίοδο του 2023.
 
Παράλληλα, καταγράφηκε και μείωση στην ποσότητα των εξαγωγών κατά 7,9%. Οι εξαγωγές έφτασαν τους 172.619 τόνους έναντι των 187.333 τόνων το 2023. Αυτά τα στοιχεία καταδεικνύουν μια σημαντική πτώση στις εξαγωγικές δραστηριότητες της Κρήτης τόσο σε αξία όσο και σε ποσότητα, αντικατοπτρίζοντας ενδεχομένως διάφορους οικονομικούς και γεωπολιτικούς παράγοντες που επηρέασαν την αγορά κατά την περίοδο αυτή.
Κλάδοι
Ο κλάδος των Τροφίμων και Ποτών, ο οποίος αποτελεί το 59,5% του συνόλου των κρητικών εξαγωγών με 156,1 εκατ. ευρώ, παρουσιάζει μείωση ίση με 53,5%. Ο κλάδος των Χημικών & Πλαστικών έρχεται δεύτερος, με μερίδιο περίπου 24,4% επί του συνόλου των εξαγωγών της Κρήτης και αύξηση της τάξεως του 4,2%. Ακολουθούν οι κλάδοι του Αγροτικού Εξοπλισμού (μερίδιο 5,6% και μείωση 9,9%), της Κλωστοϋφαντουργίας & Ένδυσης (μερίδιο 3,4% και μείωση 6,3%) και με μικρότερα μερίδια οι Μηχανές & Συσκευές, τα Δομικά Υλικά και τα λοιπά βιομηχανικά προϊόντα.
Τρόφιμα & Ποτά
Στον αγροδιατροφικό τομέα, το Ελαιόλαδο έφτασε οριακά τα 96,3 εκατ. ευρώ, καταλαμβάνοντας το 61,7% στην κατηγορία των Τροφίμων & Ποτών, με μείωση 63,2% σε αξία και 77,4% σε ποσότητα, σε σχέση με το περσινό αντίστοιχο διάστημα.
Τα Κηπευτικά έφτασαν τα 42,1 εκατ. ευρώ με μείωση 21,8%, τα Ψάρια & Θαλασσινά τα 4,2 εκατ. ευρώ και αύξηση 13,5%, τα Φρούτα τα 3 εκατ. ευρώ και μείωση 11,8% και με μικρότερα ποσοστά ακολουθούν η κατηγορία των Νερών – Αναψυκτικών – Χυμών, τα Γαλακτοκομικά, το Κρασί, το Κρέας & Παρασκευάσματά του και το Μέλι.
Να αναφέρουμε σε αυτό το σημείο ότι για το κυριότερο εξαγώγιμο προϊόν της Κρήτης, το ελαιόλαδο, με βάση τις προβλέψεις που είχαμε κάνει ήταν αναμενόμενη η τεράστια μείωση που παρατηρείται. Η εξαιρετικά χαμηλή παραγωγή της τελευταίας ελαιοκομικής περιόδου και η ασυνήθιστα υψηλή τιμή είναι οι κύριοι λόγοι που ευθύνονται για τη μείωση των εξαγωγών του συγκεκριμένου προϊόντος και κατ’ επέκταση του συνόλου των εξαγωγών της Κρήτης.
Νομοί
Κατά την εξεταζόμενη περίοδο Ιανουαρίου – Απριλίου 2024 ανά Νομό, τα στοιχεία μάς δίνουν τα παρακάτω αποτελέσματα:
Νομός Ηρακλείου: 170,9 εκατ. ευρώ, έναντι των 291,5 το 2023. Μείωση 41,4%Νομός Λασιθίου: 13,5 εκατ. ευρώ, έναντι των 46,6 το 2023. Μείωση 71%Νομός Ρεθύμνου: 11,1 εκατ. ευρώ, έναντι των 32,6 το 2023. Μείωση 66%Νομός Χανίων: 66,8 εκατ. ευρώ, έναντι των 68,3 το 2023. Μείωση 2,2%
Ο πρόεδρος του ΣΕΚ, Αλκιβιάδης Καλαμπόκης, δήλωσε: «Η περίοδος Ιανουαρίου – Απριλίου 2024 όπως είχαμε προβλέψει δεν αποτέλεσε καλή περίοδο για τις εξαγωγές της Κρήτης, και αυτό οφείλεται όπως αναφέραμε ήδη, στον μεγαλύτερο βαθμό, στην τεράστια μείωση των εξαγωγών του ελαιολάδου. Επιτακτική λοιπόν κρίνεται η ανάγκη, όπως διαχρονικά τονίζει ο Σύνδεσμος Εξαγωγέων Κρήτης, να διευρυνθεί η παραγωγική βάση και να δοθεί βαρύτητα και στα υπόλοιπα προϊόντα που παράγει και εξάγει η Κρήτη.
Όπως φαίνεται, η κατάσταση θα αρχίσει να ομαλοποιείται το 2025 και οι Κρήτες εξαγωγείς θα πρέπει να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους, αλλά παράλληλα απαιτείται υποστήριξη από την Πολιτεία με την παροχή υποστηρικτικών εργαλείων, διευκόλυνση της εξαγωγικής διαδικασίας, προκήρυξη επιχειρησιακών προγραμμάτων (όπως π.χ. ο σχεδιασμός νέου προγράμματος ΕΞΩΣΤΡΕΦΕΙΑ), εκπαίδευση και κατάρτιση νέας γενιάς εξαγωγέων, φορολογικά κίνητρα εστιασμένα στις εξαγωγικές εταιρείες, διεύρυνση εξαγωγικής βάσης, άνοιγμα σε Τρίτες Χώρες κ.α.
Αυτά είναι τα κλειδιά που θα πρέπει να αποτελούν έναν μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό προκειμένου οι εξαγωγές μας να επανέλθουν σε ανοδική πορεία, όπως κατέγραφαν τα τελευταία χρόνια, καταρρίπτοντας κάθε χρόνο και νέο ρεκόρ».

Γερμανία: Αύξηση 3,7% των εξαγωγών τον Νοέμβριο έναντι του Οκτωβρίου

Αύξηση σημαντικά υψηλότερη των προσδοκιών εμφάνισαν οι εξαγωγές της Γερμανίας τον Νοέμβριο, καθώς η ζήτηση για γερμανικά προϊόντα από την Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκε έντονα, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε τη Δευτέρα η ομοσπονδιακή στατιστική υπηρεσία της χώρας.
Πιο συγκεκριμένα, οι γερμανικές εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 3,7% τον προτελευταίο μήνα του 2023 σε σύγκριση με τον Οκτώβριο.
Οι οικονομολόγοι σε δημοσκόπηση του Reuters περίμεναν πολύ ηπιότερη άνοδο, της τάξης του 0,3%.
Οι εξαγωγές προς τις χώρες της ΕΕ αυξήθηκαν το συγκεκριμένο διάστημα κατά 5,4% σε σύγκριση με τον Οκτώβριο, ενώ οι εξαγωγές προς χώρες εκτός ΕΕ ενισχύθηκαν κατά 1,8%, σύμφωνα με τα στοιχεία.
 
Οι εισαγωγές επίσης αυξήθηκαν πολύ περισσότερο από το αναμενόμενο, σημειώνοντας άνοδο κατά 1,9% σε σύγκριση με τον Οκτώβριο, σύμφωνα με την ομοσπονδιακή στατιστική υπηρεσία. Οι οικονομολόγοι περίμεναν άνοδο 0,2%.
Το ισοζύγιο εξωτερικού εμπορίου παρουσίασε πλεόνασμα ύψους 20,4 δισ. ευρώ (22,3 δισ. δολαρίων) τον Νοέμβριο, έναντι πλεονάσματος 17,7 δισ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα.

Κ. Χατζηδάκης: Oι εξαγωγές πλησίασαν το 50% του ΑΕΠ

Στη χθεσινή του ομιλία σε εκδήλωση του Ελληνοβρετανικού Επιμελητηρίου, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κωστής Χατζηδάκης, περιέγραψε την «ολιστική προσπάθεια» της κυβέρνησης με στόχο «να κρατήσει ερμητικά κλειστές τις δύο κερκόπορτες που επέτρεψαν στην κρίση να ταλαιπωρήσει τους Έλληνες την προηγούμενη δεκαετία: το δημοσιονομικό έλλειμμα και το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών». Η προσπάθεια αυτή, όπως είπε, γίνεται σε δύο κυρίως μέτωπα: δημοσιονομική σοβαρότητα και αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου «με κοινό παρονομαστή μία πολιτική κοινής λογικής, που ακολουθεί καλές διεθνείς πρακτικές και μετατρέπει την Ελλάδα σε μία χώρα φιλική στις επενδύσεις».
Αναφερόμενος στα δημοσιονομικά ο κ. Χατζηδάκης τόνισε ότι την προηγούμενη δεκαετία έγινε αντιληπτό, ότι η πολιτική τού «δώστα όλα» μόνο φιλολαϊκή δεν είναι, διότι τα σπασμένα της καλούνται να τα πληρώσουν στη συνέχεια οι ίδιοι οι πολίτες και ειδικά οι πιο αδύναμοι. Για τον λόγο αυτό, η κυβέρνηση εφάρμοσε ένα μείγμα οικονομικής πολιτικής που συνδυάζει τη δημοσιονομική ισορροπία από τη μία πλευρά, με αναπτυξιακές πολιτικές που επανεκκίνησαν την οικονομία από την άλλη.
«Δεν μπορείς να πετύχεις μακροχρόνια υψηλή ανάπτυξη, αν δεν ασκείς αξιόπιστη και υπεύθυνη δημοσιονομική πολιτική. Και δεν μπορείς να πετύχεις τους δημοσιονομικούς σου στόχους, αν η οικονομία δεν αναπτύσσεται», ανέφερε ο υπουργός και πρόσθεσε: «Με την πολιτική μας, πετυχαίνουμε και τους δύο στόχους. Σύμφωνα με το προσχέδιο του προϋπολογισμού του 2024, το 2023- παρά τη δυσμενή διεθνή συγκυρία και παρά τις φυσικές καταστροφές και τις επιπτώσεις τους- θα έχουμε μία υπεραπόδοση του προϋπολογισμού που βασίζεται σε υπεραπόδοση της οικονομίας. Και η υπεραπόδοση της οικονομίας βασίζεται στην ίδια την πολιτική μας, η οποία την προηγούμενα τέσσερα χρόνια έβαλε τα θεμέλια, ώστε να γίνει αυτό πραγματικότητα. Γι’ αυτό και είμαστε αποφασισμένοι να συνεχίσουμε σε αυτήν την κατεύθυνση. Έτσι θα κρατήσουμε κλειστή μια και καλή την κερκόπορτα του ελλείμματος του προϋπολογισμού».
Τόνισε, ωστόσο, ότι η δημοσιονομική ισορροπία και η επανεκκίνηση της οικονομίας δεν αρκούν. «Πρέπει τώρα να αυξήσουμε τις ταχύτητες με τις οποίες κινείται η οικονομία, ώστε να διασφαλίσουμε ότι δεν θα ξανανοίξει η δεύτερη κερκόπορτα της οικονομίας. Δηλαδή, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Διότι δεν μπορεί η μελλοντική οικονομική ανάπτυξη να βασίζεται αποκλειστικά στην κατανάλωση. Ούτε είναι βιώσιμο η οικονομία να προχωράει με ανισορροπία ανάμεσα στις εξαγωγές και τις εισαγωγές».
Ο κ. Χατζηδάκης υπενθύμισε ότι ήδη με την πολιτική που εφαρμόστηκε, οι εξαγωγές πλησίασαν το 50% του ΑΕΠ, ωστόσο απέχουν ακόμη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σε αυτό το πλαίσιο η κυβέρνηση θα δώσει έμφαση σε τομείς στους οποίους η Ελλάδα είναι διεθνώς πιο ανταγωνιστική (φαρμακοβιομηχανία, αγροδιατροφικός τομέας, Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας), θα εφαρμόσει ισχυρότερα κίνητρα για τη μεγέθυνση των επιχειρήσεων μέσω εξαγορών και συγχωνεύσεων, για στήριξη της καινοτομίας, καθώς και για ενίσχυση των εξαγωγών υψηλής προστιθέμενης αξίας. «Θα επιταχύνουμε την προσπάθεια αξιοποιώντας στο έπακρο το μεγαλύτερο στην ιστορία “πακέτο” δημόσιων πόρων λόγω και του Ταμείου Ανάκαμψης και του νέου ΕΣΠΑ», ανέφερε. «Ο συνδυασμός του Ταμείου Ανάκαμψης και του νέου ΕΣΠΑ δεν είναι απλώς ένα νέο Σχέδιο Μάρσαλ, όπως πολλές φορές λέγεται. Είναι ένα πακέτο υπερδιπλάσιο από το Σχέδιο Μάρσαλ. Και η Ελλάδα είναι η χώρα της ΕΕ με τη μεγαλύτερη κατά κεφαλήν ενίσχυση από το Ταμείο Ανάκαμψης και το νέο ΕΣΠΑ αθροιστικά. Σκοπεύουμε να αξιοποιήσουμε τις δυνατότητες που μας δίνουν τα δύο αυτά ισχυρά αναπτυξιακά εργαλεία, στο έπακρο».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον τομέα της ναυτιλίας που συνδέει Ελλάδα και Ηνωμένο Βασίλειο και μπορεί να λειτουργήσει ακόμη περισσότερο επ’ ωφελεία των δύο χωρών. «Όπως στη Βρετανία έτσι και στην Ελλάδα, η ναυτιλία με την παρουσία της, τις ισχυρές νομικές και χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες της, καθώς και την ασφάλιση και τις ναυλώσεις, μπορεί να έχει ακόμα θετικότερη επίδραση στην ανάπτυξη και στην δημιουργία νέων θέσεων εργασίας», επεσήμανε.
Αναφερόμενος στις σχέσεις Ελλάδας- Ην. Βασιλείου μετά το Brexit, ο κ. Χατζηδάκης έκανε λόγο για ακμαιότατη διμερή σχέση, καθώς το Ηνωμένο Βασίλειο είναι ένας από τους κορυφαίους εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας, ενώ οι επισκέψεις βρετανών τουριστών στην Ελλάδα πλησίασαν τα 4,5 εκατομμύρια το 2022 και βρέθηκαν στην πρώτη θέση στις αφίξεις στη χώρα μας (τάση η οποία ενισχύεται ακόμη περισσότερο το 2023). Επιπλέον σημαντικός αριθμός βρετανικών εταιρειών έχει επενδύσει στην Ελλάδα, μεταξύ άλλων στους τομείς λιανικού εμπορίου, των τηλεπικοινωνιών, του τουρισμού, των φαρμακευτικών προϊόντων, των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, των αερομεταφορών.
«Σε ένα δυσμενές και αβέβαιο διεθνές περιβάλλον, η Ελλάδα αναδεικνύεται σε σταθερό και αξιόπιστο εταίρο και η ελληνική οικονομία αποδεικνύεται εξαιρετικά ανθεκτική. Σύμφωνα με το προσχέδιο του προϋπολογισμού για το 2024, η ανάπτυξη αναμένεται να φτάσει το 2,3% το 2023 και το 3% το 2024, ο πληθωρισμός, από 9,6% το 2022, θα διαμορφωθεί σε 4% το 2023 και να αποκλιμακωθεί περαιτέρω σε 2,4% το 2024, οι επενδύσεις αναμένεται να αυξηθούν κατά 8,3% κατά το τρέχον έτος και 12,1% το 2024 ενώ η ανεργία θα μειωθεί σε 10,6% το 2024 από 17,5% το 2019», υπογράμμισε ο κ. Χατζηδάκης και κατέληξε:
«Είναι σαφές ότι μιλάμε για αλλαγή παραδείγματος. Από την Ελλάδα των ελλειμμάτων και των κρίσεων, περνάμε στην Ελλάδα, η οικονομία της οποίας- ακόμη και εν μέσω κρίσεων- υπεραποδίδει. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η χώρα έχει ήδη εισέλθει σε έναν ενάρετο κύκλο δημοσιονομικής σταθερότητας, μείωσης τού χρέους και οικονομικής ανάπτυξης. Το σχέδιο που συνεχίζουμε να εφαρμόζουμε στην οικονομία είναι η εγγύηση ότι η προσπάθεια αυτή θα συνεχιστεί».

ΕΛΣΤΑΤ: Αυξημένες κατά 41,1% οι εξαγωγές στο εννεάμηνο

Συνεχίστηκε και τον Σεπτέμβριο η ισχυρή άνοδος των εξαγωγών, με τη συνολική αύξηση στο εννεάμηνο του έτους να ξεπερνά το 41%, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία που ανακοίνωσε η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ).
Ωστόσο, η ακόμη μεγαλύτερη αύξηση των εισαγωγών είχε ως αποτέλεσμα στο εννεάμηνο το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου να διευρυνθεί και να ανέλθει στα 27,3 δισ. ευρώ.
Ειδικότερα, η συνολική αξία των εξαγωγών κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2022 ανήλθε στο ποσό των 40.554,3 εκατ. ευρώ (43.121,6 εκατ. δολάρια) έναντι 28.742,7 εκατ. ευρώ (34.468,4 εκατ. δολάρια) κατά το ίδιο διάστημα του έτους 2021, παρουσιάζοντας αύξηση, σε ευρώ 41,1%. Η αντίστοιχη αξία χωρίς τα πετρελαιοειδή παρουσίασε αύξηση κατά 4.992,4 εκατ. ευρώ, δηλαδή 23,8% και η αντίστοιχη αξία χωρίς τα πετρελαιοειδή και τα πλοία παρουσίασε αύξηση κατά 4.986,5 εκατ. ευρώ, δηλαδή 23,9%, σε σχέση με το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2021.
Το ίδιο διάστημα, η συνολική αξία των εισαγωγών ανήλθε στο ποσό των 67.854,5 εκατ. ευρώ (71.809,6 εκατ. δολάρια) έναντι 45.567,0 εκατ. ευρώ (54.294,0 εκατ. δολάρια) κατά το ίδιο διάστημα του έτους 2021, παρουσιάζοντας αύξηση, σε ευρώ 48,9%. Η αντίστοιχη αξία χωρίς τα πετρελαιοειδή παρουσίασε αύξηση κατά 10.642,1 εκατ. ευρώ, δηλαδή 30,7% και η αντίστοιχη αξία χωρίς τα πετρελαιοειδή και τα πλοία παρουσίασε αύξηση κατά 10.559,3 εκατ. ευρώ, δηλαδή 30,5%, σε σχέση με το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2021.
Ως εκ τούτου, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2022 ανήλθε σε 27.300,2 εκατ. ευρώ (28.688,0 εκατ. δολάρια) έναντι 16.824,3 εκατ. ευρώ (19.825,6 εκατ. δολάρια) κατά το ίδιο διάστημα του έτους 2021, παρουσιάζοντας αύξηση, σε ευρώ, 62,3%. Το αντίστοιχο μέγεθος χωρίς τα πετρελαιοειδή παρουσίασε αύξηση κατά 5.649,7 εκατ. ευρώ, δηλαδή 41,1% και το αντίστοιχο μέγεθος χωρίς τα πετρελαιοειδή και τα πλοία παρουσίασε αύξηση κατά 5.572,8 εκατ. ευρώ, δηλαδή 40,6%.
Η εικόνα τον Σεπτέμβριο
Ειδικότερα για τον Σεπτέμβριο, η συνολική αξία των εξαγωγών ανήλθε στο ποσό των 4.726,2 εκατ. ευρώ (4.694,8 εκατ. δολάρια) έναντι 3.742,8 εκατ. ευρώ (4.418,9 εκατ. δολάρια) κατά τον ίδιο μήνα του έτους 2021 παρουσιάζοντας αύξηση, σε ευρώ, 26,3%. Η αντίστοιχη αξία χωρίς τα πετρελαιοειδή κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2022 παρουσίασε αύξηση κατά 456,1 εκατ. ευρώ δηλαδή 17,7% και η αντίστοιχη αξία χωρίς τα πετρελαιοειδή και τα πλοία κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2022 παρουσίασε αύξηση κατά 461,2 εκατ. ευρώ, δηλαδή 17,9%, σε σχέση με τον μήνα Σεπτέμβριο 2021.
Η συνολική αξία των εισαγωγών, κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2022 ανήλθε στο ποσό των 8.332,7 εκατ. ευρώ (8.228,2 εκατ. δολάρια) έναντι 5.859,1 εκατ. ευρώ (6.876,0 εκατ. δολάρια) κατά τον ίδιο μήνα του έτους 2021 παρουσιάζοντας αύξηση, σε ευρώ, 42,2%. Η αντίστοιχη αξία χωρίς τα πετρελαιοειδή κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2022 παρουσίασε αύξηση κατά 999,7 εκατ. ευρώ, δηλαδή 22,9%, ενώ η αντίστοιχη αξία χωρίς τα πετρελαιοειδή και τα πλοία κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2022 παρουσίασε αύξηση κατά 1003,4 εκατ. ευρώ, δηλαδή 23,0%, σε σχέση με τον μήνα Σεπτέμβριο 2021.
Έτσι, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2022 ανήλθε σε 3.606,5 εκατ. ευρώ (3.533,4 εκατ. δολάρια) έναντι 2.116,3 εκατ. ευρώ (2.457,1 εκατ. δολάρια) κατά τον ίδιο μήνα του έτους 2021, παρουσιάζοντας αύξηση, σε ευρώ, 70,4%. Η αντίστοιχη αξία χωρίς τα πετρελαιοειδή κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2022 παρουσίασε αύξηση του ελλείμματος κατά 543,6 εκατ. ευρώ, δηλαδή 30,3%, ενώ η αντίστοιχη αξία χωρίς τα πετρελαιοειδή και τα πλοία κατά τον μήνα Σεπτέμβριο 2022 παρουσίασε αύξηση κατά 542,2 εκατ. ευρώ, δηλαδή 30,2% σε σχέση με τον μήνα Σεπτέμβριο 2021.

Θετικό ρεκόρ στις εξαγωγές και αρνητικό στο εμπορικό έλλειμμα κατέγραψαν οι εμπορευματικές συναλλαγές στο α΄ τρίμηνο

Σημαντική άνοδο κατέγραψαν οι ελληνικές εξαγωγές στο α’ τρίμηνο του 2022 ξεπερνώντας τα 1 δισ. ευρώ για πρώτη φορά στην ιστορία. Η εν λόγω επίδοση ήταν υψηλότερη συγκριτικά τόσο με το α’ τρίμηνο του 2021 όσο και του 2020 κατά €2,8 δισ. (32,0%) και €3,6 δισ. (45,2%) αντίστοιχα. Αρνητικό ρεκόρ σημείωσε ωστόσο και το εμπορικό έλλειμμα καθώς έφτασε τα €8,5 δισ. εξαιτίας της εκτίναξης των εισαγωγών στο ποσό των €20,1 δισ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε σήμερα η Ελληνική Στατιστική Αρχή και επεξεργάστηκε το Ινστιτούτο Εξαγωγικών Ερευνών και Σπουδών (ΙΕΕΣ) του ΣΕΒΕ, οι εξαγωγικές επιδόσεις του Μαρτίου ανήλθαν σε €4.510,9 εκατ. έναντι €3.356,1 εκατ. τον Μάρτιο του 2021 και €2.470,7 εκατ. τον Μάρτιο του 2020, με τη διαφορά να διαμορφώνεται σε €1.154,8 εκατ. (34,4%) και €2.040,2 εκατ. (82,6%) αντίστοιχα. Οι εισαγωγές αυξήθηκαν, επίσης, κατά €1.436,0 (26,3%) σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2021 με αποτέλεσμα να ανέλθουν σε €6.896,1 εκατ., διαμορφώνοντας έτσι εμπορικό έλλειμμα ύψους €2.385,2 εκατ., το οποίο ήταν υψηλότερο κατά €281,2 εκατ. (13,4%) από το αντίστοιχο έλλειμμα του Μαρτίου 2021.
Αν εξαιρέσουμε τα πετρελαιοειδή, οι εμπορευματικές συναλλαγές για το μήνα Μάρτιο δεν διαφοροποιούνται σημαντικά. Αναλυτικά, οι εξαγωγές διαμορφώθηκαν σε €3.099,2 εκατ. έναντι €2.506,4 εκατ. τον Μάρτιο του 2021 με την αύξηση να ανέρχεται σε €592,8 εκατ. (23,7%), οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν σε €5.138,5 εκατ. έναντι €4.280,6 εκατ. τον Μάρτιο του 2021 με την αύξηση να ανέρχεται σε €857,9 εκατ. (20,0%) και το εμπορικό έλλειμμα διαμορφώθηκε σε €2.039,3 εκατ. έναντι €1.774,2 εκατ. τον Μάρτιο του 2021, με την αύξησή του να ανέρχεται σε €265,1 εκατ. (14,9%).
Από το ποσό των €7.983,1 εκατ. στο α’ τρίμηνο του 2020 και των €8.785,4 εκατ. στο α’ τρίμηνο του 2021, οι ελληνικές εξαγωγές διαμορφώθηκαν στο υψηλό των €11.593,2 εκατ. στο α’ τρίμηνο του 2022 με την αύξησή τους να ανέρχεται σε €2.807,8 εκατ. (32,0%) συγκριτικά με πέρυσι και €3.610,1 εκατ. (45,2%) συγκριτικά με πρόπερσι. Ομοίως, οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν σε €20.069,6 εκατ. από €13.529,2 εκατ. στο α’ τρίμηνο του 2021 και €13.272,8 εκατ. στο α’ τρίμηνο του 2020, όντας αυξημένες κατά €6.540,4 εκατ. (48,3%) και €6.796,8 εκατ. (51,2%) αντίστοιχα. Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου ανήλθε σε €8.476,4 εκατ. στο α’ τρίμηνο του 2022 έναντι €4.743,8 εκατ. πέρυσι, με την αύξηση να διαμορφώνεται σε €3.732,6 εκατ., δηλαδή 78,7%. Χωρίς τα πετρελαιοειδή, οι εξαγωγές ήταν αυξημένες κατά €1.599,0 εκατ. και διαμορφώθηκαν σε €8.257,2 εκατ., ενώ οι εισαγωγές ήταν αυξημένες κατά €3.490,5 εκατ. και διαμορφώθηκαν σε €14.100,2 εκατ.
Σε κλαδικό επίπεδο, το πρώτο τρίμηνο του 2022 συνοδεύτηκε από αύξηση των εξαγωγών όλων των επιμέρους κατηγοριών συγκριτικά με τα διαστήματα των δύο παρελθόντων ετών με σημαντικότερη αυτή των βιομηχανικών προϊόντων (€540,0 εκατ., δηλαδή 38,9%). Αξιοσημείωτη άνοδο σε σχέση με το α’ τρίμηνο του 2021 κατέγραψαν επίσης οι εξαγωγές τροφίμων (€224,7 εκατ., δηλαδή 16,1%), χημικών (€92,2 εκατ., δηλαδή 6,5%), μηχανημάτων και οχημάτων (€355,2 εκατ., δηλαδή 43,7%), διάφορων βιομηχανικών (€139,9 εκατ., δηλαδή 21,7%), πρώτων υλών (€64,0 εκατ., δηλαδή 14,0%), ποτών και καπνών (€17,9 εκατ., δηλαδή 8,4%), λιπών και ελαίων (€27,8 εκατ., δηλαδή 14,9%) και μη ταξινομημένων προϊόντων (€60,5 εκατ., δηλαδή 55,1%).
Αναφορικά με τους σημαντικότερους προορισμούς όπου απεστάλησαν τα ελληνικά προϊόντα στο α’ τρίμηνο του 2022, οι χώρες της Ε.Ε. (27) κυριάρχησαν απορροφώντας το 55,7% και το 66,9% χωρίς τα πετρελαιοειδή, ενώ οι Τρίτες Χώρες υποδέχτηκαν το 44,3% εξ αυτών και το 33,1% χωρίς τα πετρελαιοειδή. Στο αντίστοιχο διάστημα του 2021 τα ποσοστά ήταν 54,1% για τις χώρες της Ε.Ε. (27) και 45,9% για τις Τρίτες Χώρες συμπεριλαμβανομένων πετρελαιοειδών.

Τράπεζα Πειραιώς: Στηρίζει τις εξαγωγές του κλάδου της ναυτιλίας σε συνεργασία με την HEMEXPO

H Τράπεζα Πειραιώς διευρύνοντας την επιχειρηματική σχέση, που διατηρεί με τον Οργανισμό Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων (ΟΑΕΠ), προχώρησε σε νέα εξειδικευμένη συνεργασία με τη HEMEXPO (Hellenic Marine Equipment manufacturers and Exporters), με στόχο την ενίσχυση των εξαγωγικών δραστηριοτήτων του κλάδου της ναυτιλίας.
Η ΗΕΜΕΧΡΟ αποτελεί την πρώτη οργανωμένη ελληνική προσπάθεια, για εξωστρέφεια στον κλάδο των κατασκευών ναυτιλιακού εξοπλισμού. Στόχος είναι η προώθηση του ναυτιλιακού εξοπλισμού, που παράγεται στην Ελλάδα από υγιείς, καινοτόμες επιχειρήσεις και η ενίσχυση της εξωστρέφειας των εταιρειών προς την παγκόσμια αγορά της ναυπήγησης πλοίων. Οι εταιρείες της ΗΕΜΕΧΡΟ διαθέτουν ολοκληρωμένη βιομηχανική γραμμή παραγωγής προϊόντων στην Ελλάδα και παράγουν πιστοποιημένα  προϊόντα υψηλής ποιότητας και προστιθέμενης αξίας. Δραστηριοποιούνται επίσης σε ένα ευρύ φάσμα κατασκευών ναυτιλιακού εξοπλισμού, που αφορούν, την προστασία του περιβάλλοντος, συστήματα ηλεκτρονικής διακυβέρνησης πλοίων, συστήματα μετρήσεων, επικοινωνίες, εσωτερικούς εξοπλισμούς, ξενοδοχειακό εξοπλισμό, συστήματα ασφάλειας και αυτοματισμού και μηχανολογικό εξοπλισμό. Η ΗΕΜΕΧΡΟ αποτελείται από 34 εταιρείες μέλη. Το 2018, ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων της ΗΕΜΕΧΡΟ, ξεπέρασε τα 258 εκατ. ευρώ, ενώ ο μισός περίπου κύκλος εργασιών του συνόλου των επιχειρήσεων (48,6%) προέρχεται από πωλήσεις εκτός Ελλάδας. Η απασχόληση για το 2018 ανήλθε στους 1.800 εργαζομένους πλήρους απασχόλησης.
Ο ΟΑΕΠ μέσω των προγραμμάτων ασφάλισης, που διαθέτει διευκολύνει τη διείσδυση των ελληνικών εξαγωγικών επιχειρήσεων  στις αγορές του εξωτερικού, με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητάς τους και την περαιτέρω ανάπτυξη της εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας. Η ασφάλιση πιστώσεων έχει  ιδιαίτερη σημασία  την εποχή της πανδημίας, καθώς ενισχύεται η αβεβαιότητα  των συναλλαγών και οι έλεγχοι της πιστοληπτικής ικανότητας γίνονται λεπτομερέστεροι. Ο ΟΑΕΠ θα παρέχει στα μέλη της HEMEXPO, που δραστηριοποιούνται στο διεθνές περιβάλλον ασφαλιστική κάλυψη, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες ανάγκες της κάθε συναλλαγής, όπως και της ενδεχόμενης χρηματοδότησης. Η ασφαλιστική κάλυψη αυτή, θα παρέχεται με βάση το θεσμικό πλαίσιο του ΟΑΕΠ και τις καθιερωμένες αρχές ασφάλισης.
Η Τράπεζα Πειραιώς, υποστηρίζοντας αυτή τη συνεργασία, θα εξετάζει τις χρηματοδοτικές ανάγκες των μελών της HEMEXPO, που έχουν ήδη ασφαλιστεί στον ΟΑΕΠ, για την προχρηματοδότηση παραγγελιών ή την προεξόφληση των γεγενημένων απαιτήσεων τους, με ιδιαίτερα ανταγωνιστικούς όρους. Μέσω αυτού του καινοτόμου πλαισίου συνεργασίας, η Τράπεζα Πειραιώς επιτυγχάνει να ενδυναμώσει περαιτέρω τρεις βασικούς πυλώνες της στρατηγικής της:

τις Εξαγωγές,
τη Ναυτιλία,
τις Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις.

Όπως δήλωσε η κυρία Ελένη Βρεττού, Ανώτερη Γενική Διευθύντρια, Επικεφαλής του Corporate και Investment Banking της Τράπεζας Πειραιώς: «Η νέα αυτή συνεργασία αναδεικνύει για μια ακόμα φορά την έμπρακτη δέσμευση της Τράπεζας αναφορικά με την υποστήριξη των μελών της HEMEXPO μέσω προνομιακών χρηματοδοτικών λύσεων που δημιουργούνται με τη συνδρομή του ΟΑΕΠ. Μέσω της τριμερούς συνεργασίας μας θα επιτευχθεί η άμεση  κάλυψη των αναγκών του επιχειρηματικού κόσμου της ναυτιλίας με στόχο την ενίσχυση του εξαγωγικού τους προσανατολισμού. Η ναυτιλία και οι δραστηριότητες που τη συνοδεύουν, ιδιαίτερα δε αν  έχουν παραγωγικό και εξαγωγικό χαρακτήρα, αποτελούν  νευραλγικό τομέα ανάπτυξης για τη χώρα και κατά συνέπεια, για μας στην Τράπεζα Πειραιώς, στρατηγική προτεραιότητα.»
Η συνεργασία αυτή, σύμφωνα με την πρόθεση των τριών μερών, θα αποτελέσει τη βάση μιας ευρύτερης παραγωγικής σχέσης μεταξύ των εμπλεκόμενων μελών με στόχο την περαιτέρω ανάπτυξη των δραστηριοτήτων του κλάδου.

Αύξηση 6,5% για τις ελληνικές εξαγωγές τον Ιούνιο

Αξιοσημείωτες αντοχές επιδεικνύουν οι ελληνικές εξαγωγές, καθώς, σύμφωνα με την ανάλυση του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων, καθώς τον Ιούνιο αυξήθηκαν χωρίς τα πετρελαιοειδή κατά 6,5%, ενώ σημαντική μείωση 10,3% καταγράφηκε και στο εμπορικό έλλειμμα. Ωστόσο, το συνολικό πρόσημο για τις ελληνικές εξαγωγές τον μήνα Ιούνιο ήταν αρνητικό, με τη μείωση να διαμορφώνεται σε 8,5%. Σημειώνεται ότι οι εξαγωγές προς τις χώρες της ΕΕ ήταν αυτές που στήριξαν σε σημαντικό βαθμό τις ελληνικές εξαγωγές.
Ειδικότερα, σύμφωνα με ανάλυση του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων και του Κέντρου Εξαγωγικών Ερευνών και Μελετών (ΚΕΕΜ), επί των προσωρινών στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ, οι εξαγωγές, συμπεριλαμβανομένων των πετρελαιοειδών, τον Ιούνιο του 2020 σημειώνουν πτώση κατά 238,1 εκατ. ευρώ ή κατά -8,5% και διαμορφώθηκαν στα 2,55 δισ. ευρώ από 2,79 δισ. ευρώ τον αντίστοιχο μήνα του 2019. Αντίθετα, ανοδικά κινήθηκαν οι εξαγωγές χωρίς πετρελαιοειδή, καθώς ενισχύθηκαν κατά 6,5% ή κατά 125,7 εκατ. ευρώ και έφθασαν στα 2,05 δισ. ευρώ από 1,92 δισ. ευρώ.
Με σημαντική μείωση καταγράφονται οι εισαγωγές τον Ιούνιο του 2020, καθώς υποχώρησαν κατά 400,5 εκατ. ευρώ ή κατά -9,2% και ανήλθαν σε 3,96 δισ. ευρώ έναντι 4,36 δισ. ευρώ κατά τον ίδιο μήνα του έτους 2019. Εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών, οι εισαγωγές αγαθών ανήλθαν στα 3,40 δισ. ευρώ από 3,35 δισ. ευρώ, δηλαδή αυξήθηκαν ελαφρά κατά 54,3 εκατ. ευρώ ή κατά 1,6%.
Ως αποτέλεσμα των παραπάνω κινήσεων, το εμπορικό έλλειμμα μειώθηκε τον Ιούνιο του 2020 κατά 162,4 εκατ. ευρώ, ή κατά -10,3%, στα -1,41 δισ. ευρώ από -1,57 δισ. ευρώ τον αντίστοιχο μήνα του 2019. Χωρίς τα πετρελαιοειδή, το εμπορικό έλλειμμα μειώθηκε στα -1,35 δισ. ευρώ από -1,42 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά 71,4 εκατ. ευρώ, ή κατά -5%.
Η μείωση των εξαγωγών και κατά τον Ιούνιο, σε συνδυασμό με την πτωτική πορεία των προηγούμενων μηνών, οδήγησε σε σημαντική μείωση τις εξαγωγές της χώρας για το πρώτο εξάμηνο του 2020. Συγκεκριμένα, οι εξαγωγές συνολικά στο διάστημα Ιανουαρίου-Ιουνίου μειώνονται κατά 2,04 δισ. ευρώ ή κατά -12,1% και ανήλθαν σε 14,81 δισ. ευρώ από 16,85 δισ. ευρώ. Αντίθετα, χωρίς τα πετρελαιοειδή οι εξαγωγές κινούνται πλέον στα ίδια σχεδόν επίπεδα με το 2019, στα 11,53 δισ. ευρώ από 11,56 δισ. ευρώ, δηλαδή μειωμένες οριακά κατά 25,2 εκατ. ευρώ ή κατά -0,2%.
Οι εισαγωγές στο εξάμηνο Ιανουαρίου-Ιουνίου 2020 μειώθηκαν κατά περίπου 4,29 δισ. ευρώ ή κατά -15,4%, με τη συνολική τους αξία να διαμορφώνεται στα 23,62 δισ. ευρώ έναντι 27,91 δισ. ευρώ κατά το ίδιο διάστημα του έτους 2019. Εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών, οι εισαγωγές μειώθηκαν στα 18,89 δισ. ευρώ από 20,52 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά 1,63 δισ. ευρώ ή κατά -7,9%.
Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, το εμπορικό έλλειμμα στο πρώτο εξάμηνο του 2020 μειώθηκε κατά 2,25 δισ. ευρώ ή κατά -20,3%, στα -8,81 δισ. ευρώ από -11,06 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2019. Χωρίς τα πετρελαιοειδή, το εμπορικό έλλειμμα μειώθηκε στα -7,36 δισ. ευρώ από -8,97 δισ. ευρώ, δηλαδή κατά 1,61 δισ. ευρώ ή κατά -17,9%.
Η πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων, Χριστίνα Σακελλαρίδη, δήλωσε τα εξής:
«Οι επιπτώσεις της πανδημίας του κορωνοϊού στην οικονομική δραστηριότητα συνεχίζουν να επηρεάζουν τις ελληνικές εξαγωγές. Οι ευρωπαϊκές αγορές, οι οποίες απορροφούν την πλειονότητα των ελληνικών προϊόντων εξακολουθούν να ταλανίζονται από την υγειονομική κρίση, χωρίς να διαφαίνεται -μέχρι στιγμής τουλάχιστον- προοπτική αποκλιμάκωσης της κατάστασης στο αμέσως επόμενο διάστημα. Αντίθετα, η αβεβαιότητα μεγαλώνει καθώς φαίνεται να οδεύουμε προς νέα έξαρση του θανατηφόρου ιού, καθιστώντας εντελώς αχαρτογράφητα τα νερά που κινούμαστε. Κανείς δεν γνωρίζει πώς ακριβώς θα εξελιχθεί η κατάσταση και εάν θα χρειαστεί να ληφθούν νέα περιοριστικά μέτρα για την ανάσχεση του φαινομένου».

Alpha Bank: Ποιες εξαγωγές επηρεάστηκαν περισσότερο από την πανδημία

Οι εξαγωγές αγαθών έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα για το εξωτερικό εμπόριο της χώρας μας, αφού αντιπροσωπεύουν περίπου το 45% των συνολικών εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών και το 17,3% του ΑΕΠ το 2019, ενώ ο ρόλος τους θεωρείται καταλυτικός για την ανάκαμψη της Ελληνικής Οικονομίας από το επόμενο έτος, σημειώνει η Alpha Bank στο εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων.
Οι αναλυτές, βασιζόμενοι στην πορεία των εξαγωγών αγαθών την προηγούμενη δεκαετία, εξετάζουν τον βαθμό στον οποίο τα περιοριστικά μέτρα για την εξάπλωση της πανδημίας επηρέασαν την παραγωγική δραστηριότητα και τη λειτουργία στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες των εξαγωγικών επιχειρήσεων, κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2020 και παραθέτουν προβλέψεις για την τάση των εξαγωγών κατά το τρέχον έτος.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας, οι εξαγωγές των αγαθών παρουσίασαν έντονη μεταβλητότητα, λόγω της οικονομικής κρίσης και των διακυμάνσεων του όγκου του διεθνούς εμπορίου. Το 2017 και 2018, σε συνάρτηση με την ήπια ανάκαμψη της εγχώριας οικονομίας, σημείωσαν έντονα θετικούς ετήσιους ρυθμούς μεταβολής (13,9% και 15,5% αντίστοιχα).
Το 2019, οι εξαγωγές αγαθών επέδειξαν ανθεκτικότητα (ετήσια αύξηση: +0,2%) στις τάσεις επιβράδυνσης της παγκόσμιας ανάπτυξης, καθώς η Ελληνική Οικονομία διατήρησε το πλεονέκτημα της ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας κόστους και τιμών, που σημειώθηκε την περίοδο μετά το 2010, αφενός μέσω της πολιτικής εσωτερικής υποτίμησης και αφετέρου μέσω των μεταρρυθμίσεων που ενίσχυσαν την ευελιξία στην αγορά εργασίας.
Η πορεία των εξαγωγών αγαθών το 2020 θα εξαρτηθεί από τον βαθμό ανάκαμψης κατά το δεύτερο εξάμηνο, της παγκόσμιας οικονομίας και ιδιαίτερα της οικονομίας της Ευρωζώνης, η οποία αποτελεί τη σημαντικότερη εξαγωγική αγορά για τα ελληνικά αγαθά.
Σημειώνεται ότι η εξάπλωση της πανδημίας αποτέλεσε ανασχετικό παράγοντα με αρνητικές επιπτώσεις στις εξαγωγές αγαθών, γεγονός που αποτυπώνεται, ήδη, στην οριακή, ετήσια υποχώρηση κατά το πρώτο τρίμηνο του 2020 (-0,6%), έναντι ήπιας αύξησης κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2019 (+1,0%).
Η κλιμάκωση της πανδημικής κρίσης, κατά τους πρώτους μήνες του 2020, η διάσπαση της διεθνούς εφοδιαστικής αλυσίδας και η επιβράδυνση του παγκόσμιου εμπορίου είχαν αρνητικό αντίκτυπο στο εξαγωγικό εμπόριο αγαθών της χώρας μας.
Στην ανάλυση απεικονίζονται οι 10 μεγαλύτερες αυξήσεις και οι 10 μεγαλύτερες μειώσεις ανά προϊόν, σύμφωνα με τα πρόσφατα απολογιστικά στοιχεία του συνόλου των εξαγωγικών επιχειρήσεων της ΕΛΣΤΑΤ, κατά τη χρονική περίοδο Ιανουαρίου-Μαΐου 2020, σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2019. Όπως φαίνεται, τα αρνητικά αποτελέσματα της μειωμένης εξωτερικής ζήτησης μετριάσθηκαν από τη χαμηλή εισοδηματική ελαστικότητα που χαρακτηρίζει τα κυριότερα εξαγόμενα προϊόντα, όπως τα φάρμακα και τα αγροτικά αγαθά (τρόφιμα, καπνά κ.λπ.).
Αντιθέτως, η πανδημία είχε έντονη πτωτική επίδραση σε προϊόντα που συνιστούν σημαντικούς κρίκους των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων ή δεν είναι αγαθά πρώτης ανάγκης, όπως ορυκτά καύσιμα, βαμβάκι, σίδηρος και χάλυβας, μηχανές και συσκευές, ενδύματα, πλαστικές ύλες κ.λπ.
Σε άλλο σημείο της ανάλυσης, απεικονίζεται ο «χάρτης» των εξαγωγικών προορισμών των ελληνικών προϊόντων κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Μαΐου του 2020. Όπως φαίνεται, η παραδοσιακή διάρθρωση των εμπορικών μας εταίρων δεν μεταβλήθηκε, καθώς χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως η Ιταλία, η Γερμανία, η Κύπρος, η Βουλγαρία, η Γαλλία κ.ά. κατατάσσονται στις πρώτες θέσεις σε όρους αξίας εξαγωγών.
Το ενδιαφέρον εστιάζεται στις ετήσιες ποσοστιαίες μεταβολές των εξαγωγών αγαθών, καθώς αυτές συμβαδίζουν, ως έναν βαθμό, με το μέγεθος του υγειονομικού πλήγματος και το συνεπαγόμενο βάθος της ύφεσης που κατέγραψαν οι επιμέρους χώρες, κατά το πρώτο πεντάμηνο. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Ιταλίας η οποία δέχθηκε σοβαρό οικονομικό πλήγμα (ΑΕΠ 1ου τριμήνου 2020: -5,5% και ΑΕΠ 2ου τριμήνου 2020: -17,3%, σε ετήσια βάση) και η οποία είναι ο πρώτος εξαγωγικός μας προορισμός.
Η ετήσια πτώση των ελληνικών εξαγωγών αγαθών προς αυτή τη χώρα άγγιξε το 12% το πρώτο πεντάμηνο του 2020. Αντιθέτως, προς τη Γερμανία, η οποία κατέγραψε σχετικά μικρότερη συρρίκνωση του αντίστοιχου ΑΕΠ (ΑΕΠ 1ου τριμήνου 2020: -2,2% και ΑΕΠ 2ου τριμήνου 2020: -11,7%, σε ετήσια βάση), οι εξαγωγές μας σημείωσαν ετήσια αύξηση κατά 11,4%, ενώ, παραδόξως, εντυπωσιακή ήταν και η αντίστοιχη αύξηση προς τη Γαλλία (+28,6%), παρά το γεγονός ότι η υποχώρηση του ΑΕΠ της ήταν πολύ έντονη (ΑΕΠ 1ου τριμήνου 2020: -5,7% και ΑΕΠ 2ου τριμήνου 2020: -19,0%, σε ετήσια βάση).
Προσδοκίες των επιχειρήσεων για την πορεία των εξαγωγών Αγαθών το 2020
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα (Απρίλιος-Μάιος 2020) που διεξήχθη από την ΕΛΣΤΑΤ, στο πλαίσιο της οποίας αντλήθηκαν στοιχεία από αντιπροσωπευτικό υποσύνολο των ελληνικών εξαγωγικών επιχειρήσεων, η εκτίμηση για την ετήσια μεταβολή των εξαγωγών αγαθών το 2020 διαμορφώνεται σε +2%.
Η συγκεκριμένη πρόβλεψη που ουσιαστικά αντανακλά τις προσδοκίες των επιχειρήσεων για διατήρηση της ανθεκτικότητας των εξαγωγών και ήπια ανάκαμψή τους, εν μέσω της αναμενόμενης  επιβράδυνσης του διεθνούς εμπορίου, υπολείπεται σημαντικά της πρώτης εκτίμησης της ίδιας έρευνας (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2020), η οποία είχε διαμορφωθεί σε +9%.
Σημειώνεται ότι το ποσοστό των επιχειρήσεων που συμμετέχουν σε συλλογικές προωθητικές ενέργειες εξαγωγών (εμπορικές εκθέσεις και επιχειρηματικές αποστολές στο εξωτερικό) και αποκρίθηκαν στον πρώτο κύκλο συλλογής της έρευνας διαμορφώθηκε σε 47%, ενώ το 53% δεν συμμετέχει σε ανάλογες προωθητικές ενέργειες.
Τούτο, εν μέρει, αποτυπώνει τις περιορισμένες πρωτοβουλίες και δράσεις ενίσχυσης της εξωστρέφειας των ελληνικών επιχειρήσεων, αφού μόνο το ήμισυ εξ αυτών συμμετέχει σε εμπορικές εκθέσεις και επιχειρηματικές αποστολές στο εξωτερικό.
Ως εκ τούτου, θα ήταν σκόπιμο η Πολιτεία να συνδράμει περαιτέρω σε τέτοιου είδους δράσεις, προκειμένου να ενισχυθεί η εξαγωγική δραστηριότητα των ελληνικών επιχειρήσεων και να ανακτηθεί μεσοπρόθεσμα ένα μέρος της απώλειας σε όρους Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος.