Κ. Χατζηδάκης: Μέσα στην άνοιξη το χωροταξικό για τον τουρισμό και η διαβούλευση για ΑΠΕ-βιομηχανία – Θέμα ημερών οι παρεμβάσεις για το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας

«Μέσα στην άνοιξη θα κλείσει το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον τουρισμό και θα αποτελεί πλέον επίσημο κείμενο, κάτι που αποτελεί σημαντική εξέλιξη για τις επενδύσεις που θα γίνουν στον τομέα. Για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας έχουν προχωρήσει επίσης οι διαδικασίες και θα αναρτηθεί σε δημόσια διαβούλευση ενδεχομένως και εντός του Μαρτίου. Νομίζω ότι θα παρουσιαστεί ένα πολύ ενδιαφέρον χωροταξικό για τις ΑΠΕ. Και το ειδικό χωροταξικό για τη βιομηχανία θα αναρτηθεί επίσης μέσα στην άνοιξη για διαβούλευση».
Τις ανακοινώσεις αυτές έκανε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, μιλώντας στην εκδήλωση για την απονομή των Growth Awards 2026 της Eurobank και της Grant Thornton.
Ο κ. Χατζηδάκης ανέφερε ακόμη ότι είναι θέμα ημερών οι ανακοινώσεις της κυβέρνησης για το ενεργειακό κόστος της βιομηχανίας, με σκοπό την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της. Σημείωσε ότι οι διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το θέμα είναι μακρές, καθώς η Επιτροπή έχει τους δικούς της ρυθμούς.
Αναφερόμενος στην απορρόφηση των Κοινοτικών κονδυλίων, ο κ. Χατζηδάκης δήλωσε αισιόδοξος ότι θα πάμε καλά. «Κάνουμε προσπάθεια να μη χάσουμε λεφτά ούτε από τα δάνεια ούτε από τις επιδοτήσεις του Ταμείου Ανάκαμψης. Είμαστε ψηλά και στους δύο τομείς, τώρα μπαίνουμε στην τελική ευθεία. Εγώ είμαι αισιόδοξος ότι θα πάμε καλά και δε νομίζω ότι μπορεί να με κατηγορήσει κανείς ότι λέω πολλά λόγια. Η προσπάθεια είναι συντονισμένη, κάνουμε συνεχείς επαφές με τα αρμόδια υπουργεία, ώστε η κατάσταση να αντιμετωπιστεί», ανέφερε.
Σε σχέση δε με τις θεωρίες, σύμφωνα με τις οποίες η χώρα μας θα χάσει ευρωπαϊκή στήριξη κατά την επόμενη προγραμματική περίοδο, ο κ. Χατζηδάκης ανέφερε ότι σύμφωνα με την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η κατανομή για την Ελλάδα είναι 49 δισ., ποσό στο οποίο προστίθενται τα δάνεια και αρκετά ακόμη δισεκατομμύρια από το Ταμείο Ανταγωνιστικότητας, που είναι συνολικά 400 δισ. «Το πακέτο που έχουμε τώρα (γεωργία, ΕΣΠΑ, Ταμείο Ανάκαμψης, δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης) είναι 77,5 δισ. ευρώ. Η δική μου εκτίμηση είναι ότι το ποσό που θα έχει η χώρα την επόμενη περίοδο 2028 – 2034, θα είναι συγκρίσιμο. Άρα οι θεωρίες αυτές δεν ευσταθούν», τόνισε.
Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης στάθηκε στα αποτελέσματα της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης τα τελευταία χρόνια, που περιλαμβάνουν τη δημοσιονομική σταθεροποίηση, τη μείωση του χρέους, τα πλεονάσματα στον προϋπολογισμό. Υπογράμμισε ακόμη:
– Τη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος. «Όχι μόνο σταθεροποίηση, αλλά έχουμε πια ένα δυναμικό τραπεζικό σύστημα».- Την πρόοδο, που έχει επιτευχθεί στην ενέργεια, όχι μόνο με τη διάσωση της ΔΕΗ, αλλά και με το γεγονός ότι είμαστε πλέον καθαρός εξαγωγέας μετά από πάρα πολλά χρόνια. «Και αυτό σημαίνει ότι είμαστε ανταγωνιστικοί, γιατί αν ήμασταν ακριβή δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε εξαγωγές».Εξάλλου, ο προγραμματισμός για την περίοδο μέχρι τις εκλογές περιλαμβάνει, όπως είπε ο κ. Χατζηδάκης:- Νέες μειώσεις φόρων, που θα ανακοινωθούν από τον πρωθυπουργό στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.- Μεγαλύτερη απλοποίηση των διαδικασιών, προσεκτικά, διότι πρέπει κανείς να λαμβάνει υπόψη και τις συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας για τους εργαζόμενους.- Ολοκλήρωση του Κτηματολογίου φέτος.- Επιτάχυνση απονομής της δικαιοσύνης. «Έχουμε ήδη στο Πρωτοδικείο Αθηνών μείωση του χρόνου κατά 50%. Πάμε φέτος με τον ψηφιακό φάκελο δικογραφίας, και μέχρι του χρόνου θα έχουμε πιάσει το μέσο όρο της Ευρώπης».- Ολοκλήρωση μεγάλων οδικών, σιδηροδρομικών και ενεργειακών έργων.- Έμφαση στις εξαγωγές, όπου υπάρχει πρόοδος, αλλά πρέπει να γίνουν και άλλα πράγματα. Και γι’ αυτό μας ενδιαφέρει να λειτουργεί πιο ευέλικτα το Enterprise Greece, σε συνδυασμό και συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα.
Νέα έρευνα ΕΕΑ – Pulse με επίκεντρο οφειλές, ενεργειακό κόστος και χρηματοδότηση

Ενδιαφέροντα συμπεράσματα προκύπτουν από τη νέα έρευνα που διεξήγαγε η Pulse RC για λογαριασμό του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών.
Ειδικότερα:
Και σε αυτή την έρευνα, άντρες στις μεσαίες (παραγωγικές) ηλικίες είναι η πλειονότητα των συμμετεχόντων. Περίπου το ένα τρίτο είναι γυναίκες και μόνο το 5% προέρχεται από νεαρές ηλικίες (17 – 29 ετών).
Σχεδόν ένα στα έξι (17% από 23% τον Απρίλιο 2022),από τα μέλη του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών που συμμετείχαν και απάντησαν, έχει επαγγελματικές υποχρεώσεις που έχει καθυστερήσει η πληρωμή τους. Από αυτούς, περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα (43%) χρησιμοποίησαν τη ρύθμιση των 36/72 δόσεων για να τις τακτοποιήσουν – ένας στους πέντε (21%) απάντησε ότι ίσως την χρησιμοποιήσει.
Σχεδόν οι έξι στους δέκα συμμετέχοντες (62%) δηλώνουν ότι έχει επηρεαστεί αρνητικά («Κάπως» έως «Πολύ») η λειτουργία της επιχείρησής τους από το ενεργειακό κόστος το τελευταίο δωδεκάμηνο (σε σύγκριση με το προηγούμενο), ενώ ένας στους τέσσερις (24%) απάντησε ότι δεν έχει επηρεαστεί, ούτε θετικά – ούτε αρνητικά.
Ένας στους τρεις (35%) συμμετέχοντες, δηλώνουν ότι έχει αυξηθεί («Κάπως» έως «Πολύ») ο τζίρος της επιχείρησής τους, το τελευταίο δωδεκάμηνο (σε σύγκριση με το προηγούμενο), ενώ τέσσερις στους δέκα (39%) απάντησε ότι έμεινε πάνω-κάτω ο ίδιος. Λιγότεροι από ένας στους πέντε (18%) συμμετέχοντες απάντησαν ότι μειώθηκε.
Περισσότεροι από τους μισούς (54%) συμμετέχοντες αξιολογούν θετικά («Σίγουρα» ή «Μάλλον») τα μέτρα της κυβέρνησης για την αναβίωση των 120 δόσεων και τη νέα ρύθμιση των 36 και 72 δόσεων – μόνο ένας στους τέσσερις (25%) απάντησε αρνητικά.
Το 13% των μελών του Επιμελητηρίου που συμμετείχαν στην έρευνα, δήλωσε ότι έχει απευθυνθεί σε τράπεζα το τελευταίο εξάμηνο για χρηματοδότηση της επιχείρησής τους. Το διαδίκτυο και η ίδια η τράπεζα, ήταν οι κύριες πηγές (38%) ενημέρωσης για την χρηματοδότησή τους. Από όσους υπέβαλλαν πρόσφατα αίτημα δανειοδότησης, περίπου τέσσερις στους δέκα το έλαβαν (36%) και σχεδόν άλλοι τόσοι (38%) εισέπραξαν αρνητική απάντηση. Η «έλλειψη εξασφαλίσεων» (37%) ήταν ο κύριος λόγος που είχε αρνητική κατάληξη το αίτημα χρηματοδότησης.
Η «αύξηση της ενημέρωσης» συγκέντρωσε το υψηλότερο ποσοστό (37%), μεταξύ των μελών του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών που συμμετείχαν στην έρευνα, ως η πλευρά που πρέπει να βελτιωθεί όσον αφορά την πρόσβασή τους στα επιδοτούμενα προγράμματα χρηματοδότησης. Ακολουθούν η «μείωση της γραφειοκρατίας» (24%) και η «βελτίωση των απαιτήσεων» (21%).
Σκρέκας: «Η Ελλάδα και τον Οκτώβριο στις φθηνότερες χώρες της Ευρώπης στο ενεργειακό κόστος για τα νοικοκυριά»

Για ακόμα έναν μήνα, οι Ελληνίδες και οι Έλληνες έχουν από τις φθηνότερες τιμές ενέργειας στην Ευρώπη, δήλωσε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Κώστας Σκρέκας, με αφορμή τα μηνιαία στοιχεία του HEPI (Ευρωπαϊκός Δείκτης Τιμών Ενέργειας) για τον Οκτώβριο του 2022.
Συγκεκριμένα, όπως αναφέρει, η τιμή λιανικής στην Ελλάδα ήταν η δεύτερη φθηνότερη, ανάμεσα σε 15 ευρωπαϊκές χώρες, στα κυμαινόμενα τιμολόγια τα οποία αντιπροσωπεύουν το 90%, των συνολικών τιμολογίων στα νοικοκυριά στην Ελλάδα.
Ειδικότερα:
– Στην Ελλάδα, η μέση τιμή της κιλοβατώρας διαμορφώθηκε στα 25,37 λεπτά/KWh, την ώρα που μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες όπως η Δανία (68,44 λεπτά/KWh), η Ολλανδία (67,50 λεπτά/KWh), η Ιταλία (64,95 λεπτά/KWh) και το Βέλγιο (57,53 λεπτά/KWh) καταγράφουν υψηλές τιμές ηλεκτρικού ρεύματος.
– Η τιμή λιανικής στα κυμαινόμενα τιμολόγια της Ισπανίας είναι κατά 39% ακριβότερη σε σχέση με την Ελλάδα και της Πορτογαλίας κατά 6%.
– Σε ό,τι αφορά το φυσικό αέριο, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 17η θέση, σε σύνολο 28 χωρών, στην τιμή του φυσικού αερίου για τα νοικοκυριά. Η τιμή στην Ελλάδα για τον Οκτώβριο του 2022 διαμορφώθηκε στα 12,35 λεπτά/KWh, χαμηλότερα από τη μέση τιμή της ΕΕ, η οποία είναι στα 18 λεπτά/KWh. Η Ελλάδα είχε το μεγαλύτερο ποσοστό αποκλιμάκωσης των τιμών του φυσικού αερίου τον Οκτώβριο, σε ποσοστό 55%, σε αντίθεση με τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως την Ιταλία και την Πορτογαλία, που σημείωσαν μεγάλες αυξήσεις.
«Οι άμεσες επιδοτήσεις της κυβέρνησης, έφεραν ουσιαστικά αποτελέσματα για τους λογαριασμούς των Ελλήνων καταναλωτών. Κόντρα στην ανέξοδη και μίζερη κριτική του ΣΥΡΙΖΑ, αποδεικνύουμε ότι οι πολιτικές μας διατηρούν τις τιμές ενέργειας σε όσο το δυνατόν πιο προσιτά επίπεδα και αυτό αποδεικνύεται εμπράκτως. Συνεχίζουμε να στηρίζουμε την ελληνική κοινωνία για όσο αυτό χρειαστεί», τόνισε ο κ. Σκρέκας.
ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ: Οι 8 στις 10 μικρομεσαίες επιχειρήσεις πλήττονται σοβαρά από το ενεργειακό κόστος

Τις σημαντικές επιπτώσεις της αύξησης του ενεργειακού κόστους στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, επισημαίνει το εξαμηνιαίο δελτίο οικονομικού κλίματος μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ, γεγονός που έχει συμβάλλει στην σημαντική αύξηση του αριθμού των ληξιπρόθεσμων οφειλών για λογαριασμούς ενέργειας.
Η έρευνα είναι η πρώτη για το 2022 που διεξάγει το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων της ΓΣΕΒΕΕ σε εξαμηνιαία βάση από τον Μάιο του 2009. Όπως αναφέρει η ΓΣΕΒΕΕ, οι τηλεφωνικές συνεντεύξεις διενεργήθηκαν από την εταιρία MARC AE σε πανελλαδικό δείγμα 802 πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων (0-49 άτομα προσωπικό), κατά το διάστημα 15 Φεβρουαρίου έως 4 Μαρτίου 2022.
Μάλιστα, σημειώνεται πως το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των τηλεφωνικών συνεντεύξεων διενεργήθηκαν πριν από την έναρξη του ρωσο-ουκρανικού πολέμου. Ως εκ τούτου, η ανάγνωση των ευρημάτων σχετικά με τις επιχειρηματικές μελλοντικές προσδοκίες ή/και εκτιμήσεις που παρουσιάζονται στο παρόν δελτίο θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη αυτήν την παράμετρο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας το 77,3% των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων δήλωσε ότι οι ανατιμήσεις έχουν επηρεάσει πολύ ή/και αρκετά τη ζήτηση, έναντι του 22,1% που δήλωσε ότι έχουν επηρεάσει τη ζήτηση λίγο ή/και καθόλου.
Επιπλέον, το 77,5% των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων δήλωσε ότι οι ανατιμήσεις έχουν επηρεάσει πολύ ή/και αρκετά τη λειτουργία της επιχείρησής του, έναντι του 21,6% που δήλωσε ότι την έχει επηρεάσει λίγο ή/και καθόλου.
Σε ό,τι αφορά στα κόστη λειτουργίας των οποίων η αύξηση έχει επηρεάσει αρνητικά τη δραστηριότητα των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων αυτά είναι τα εξής:
– η αύξηση των λογαριασμών ενέργειας για το 61,5% των επιχειρήσεων,
– η αύξηση του κόστους προμήθειας πρώτων υλών και εμπορευμάτων για το 26,9% των επιχειρήσεων,
– η αύξηση του κόστους καυσίμων οχημάτων για το 4,7% των επιχειρήσεων,
– η αύξηση του κόστους προμήθειας εξοπλισμού και μηχανημάτων για το 0,6% των επιχειρήσεων.
Από την ανάλυση των επιμέρους στοιχείων της έρευνας προέκυψαν για το δεύτερο εξάμηνο του 2021 τα εξής:
– το κόστος ενέργειας αυξήθηκε μεσοσταθμικά για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις κατά 89,8%,
– το κόστος προμήθειας πρώτων υλών και εμπορευμάτων αυξήθηκε μεσοσταθμικά κατά 48,2%,
– το κόστος καυσίμων οχημάτων αυξήθηκε μεσοσταθμικά κατά 70,3%,
– το κόστος προμήθειας εξοπλισμού και μηχανημάτων αυξήθηκε μεσοσταθμικά κατά 35%.
Όσον αφορά τα μέτρα που θεωρούν οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις ως τα πλέον κατάλληλα για την αντιμετώπιση των συνεπειών της αύξησης των τιμών, από τα ευρήματα της έρευνας προέκυψε ότι τα δυο σημαντικότερα είναι:
– η μείωση των ειδικών φόρων στην ενέργεια και τα καύσιμα (62,1%) και
– η μείωση του ΦΠΑ (57,5%).
Επιπλέον, από τα επιμέρους στοιχεία, προκύπτει ότι οι επιχειρήσεις που έχουν επηρεαστεί περισσότερο αρνητικά παρατηρούνται στο εμπόριο (80,9%) και οι μικρότερες επιχειρήσεις (το 83,2% των επιχειρήσεων με ετήσιο κύκλο εργασιών έως 50.000 ευρώ και το 81,4% των επιχειρήσεων χωρίς προσωπικό).
Αύξηση τιμών
Σύμφωνα με την έρευνα, στο πρώτο εξάμηνο του 2022, οι εκτιμήσεις των επιχειρήσεων αντιστοιχούσαν σε σημαντικά μεγάλη αύξηση του αριθμού όσων δήλωσαν ότι θα προχωρούσαν σε αύξηση των τιμών τους. Συγκεκριμένα, το 48,9% των επιχειρήσεων εκτιμούσε ότι θα αυξήσει τις τιμές του, έναντι μόλις του 4,4% που δήλωσε ότι θα τις μειώσει και του 43,6% που δήλωσε ότι θα τις διατηρήσει σταθερές.
Οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις επιχειρήσεων που δήλωσαν ότι θα αυξήσουν τις τιμές τους το πρώτο εξάμηνο του 2022 παρατηρήθηκαν στις εμπορικές επιχειρήσεις (61,5%) και τις μεταποιητικές επιχειρήσεις (56%). Επιπλέον, το 31,8% των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα των υπηρεσιών δήλωσε ότι θα προχωρήσει σε αύξηση των τιμών το πρώτο εξάμηνο του 2022.
Μέτρα
Αναφορικά με τα μέτρα που θεωρούν οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις ως τα πλέον κατάλληλα για την αντιμετώπιση των συνεπειών της αύξησης των τιμών, από τα ευρήματα της έρευνας, προέκυψαν τα εξής:
• το 62,1% θεωρεί τη μείωση των ειδικών φόρων στην ενέργεια και τα καύσιμα,
• το 57,5% τη μείωση του ΦΠΑ,
• το 25,7% την περαιτέρω μείωση της φορολόγησης,
• το 15,5% την επιδότηση των επιχειρήσεων για την κάλυψη του επιπρόσθετου κόστους ενέργειας,
• το 15,2% την περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών,
• το 5,5% την εφαρμογή αυστηρότερων κανόνων ανταγωνισμού.
Υποχρεώσεις/Οφειλές
Τον κώδωνα του κινδύνου κρούει το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ με βάση τα ευρήματα της έρευνας για την κατάσταση των υποχρεώσεων των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων και τη δυνατότητά τους να αντεπεξέλθουν σε αυτές.
«Σημαντική αύξηση παρουσιάζουν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές για λογαριασμούς ενέργειας, κάτι που υποδεικνύει τη δύσκολη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ένας ιδιαίτερα υψηλός αριθμός μικρομεσαίων επιχειρήσεων, λόγω της υπέρμετρης αύξησης του ενεργειακού κόστους όπως σημειώνεται στην έρευνα.
Σε σχέση με τις εκτιμήσεις για πρώτο εξάμηνο του 2022, τα ευρήματα διαμορφώνουν την εξής εικόνα:
• Το 21,1% δήλωσε πως δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του για τους λογαριασμούς ενέργειας.
• Το 20% δήλωσε πως δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του προς την εφορία.
• Το 19,8% δήλωσε πως δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του προς τον πρώην ΟΑΕΕ.
• Το 17,6% δήλωσε πως δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του προς τους προμηθευτές.
• Το 14,7% δήλωσε πως δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του προς το πρώην ΙΚΑ. Σημειώνεται ότι από τις επιχειρήσεις που έχουν προσωπικό (το 65,3% του συνόλου των επιχειρήσεων) το ποσοστό των επιχειρήσεων που δήλωσαν ότι δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους προς το πρώην ΙΚΑ αντιστοιχεί στο 22,5%.
• Το 13,5% δήλωσε πως δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του για το ενοίκιο. Σημειώνεται ότι από τις επιχειρήσεις που έχουν ενοίκιο (το 67,7% του συνόλου των επιχειρήσεων) το ποσοστό των επιχειρήσεων που δήλωσαν ότι δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στην καταβολή του ενοικίου αντιστοιχεί στο 19,6%
• Το 10,2% δήλωσε πως δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις τραπεζικές του υποχρεώσεις. Σημειώνεται ότι από τις επιχειρήσεις που έχουν τραπεζικά δάνεια (το 49,9% του συνόλου των επιχειρήσεων), το ποσοστό των επιχειρήσεων που δήλωσαν ότι δεν θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στις τραπεζικές τους υποχρεώσεις αντιστοιχεί στο 20,5%
Επισημαίνεται, τέλος, ότι τα παραπάνω στοιχεία σχετικά με τις εκτιμήσεις των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων ως προς τη δυνατότητα εξυπηρέτησης των μελλοντικών τους υποχρεώσεων, δεν έχουν λάβει υπόψη τις αρνητικές επιπτώσεις του ρωσο-ουκρανικού πολέμου, καθώς το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της έρευνας διενεργήθηκε πριν την έναρξη του πολέμου.
Όσον αφορά στα στοιχεία για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές το δεύτερο εξάμηνο του 2021, σε όλες σχεδόν τις κατηγορίες υποχρεώσεων παρουσιάζεται αύξηση του αριθμού των επιχειρήσεων.
Περίπου 1 στις 2 επιχειρήσεις (47,3%) φαίνεται πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε τουλάχιστον 1 από τις 8 κατηγορίες υποχρεώσεων που παρακολουθεί το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ. Ειδικότερα:
– 1 στις 4 επιχειρήσεις (25,7%) δήλωσε πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τον πρώην ΟΑΕΕ (23,8% το πρώτο εξάμηνο του 2021),
– περισσότερες από 1 στις 5 επιχειρήσεις (22,2%) δήλωσε πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς ενέργειας (15,2% το πρώτο εξάμηνο του 2021),
– περισσότερες από 1 στις 5 επιχειρήσεις (21,7%) δήλωσε πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς προμηθευτές (20,1% το πρώτο εξάμηνο του 2021),
– το 14,8% δήλωσε πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές ενοικίου (14,3% το πρώτο εξάμηνο του 2021),
– Το 13,8% δήλωσε πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λοιπούς λογαριασμούς (νερό, τηλεφωνία κλπ) (13,1% το πρώτο εξάμηνο του 2021),
– Το 13,5% δήλωσε πως έχει ληξιπρόθεσμες τραπεζικές οφειλές (15,4% το πρώτο εξάμηνο του 2021),
– Το 12,1% δήλωσε πως έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το πρώην ΙΚΑ (10,2% το πρώτο εξάμηνο του 2021).
Αυξητικές τάσεις καταγράφονται και στον βαθμό υπερχρέωσης των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, καθώς το δεύτερο εξάμηνο του 2021 οι επιχειρήσεις με ληξιπρόθεσμες οφειλές σε 2 από τις 8 κατηγορίες υποχρεώσεων των ερευνών του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ αντιστοιχούσαν στο 9,9% των επιχειρήσεων, έναντι του 7,7% κατά το πρώτο εξάμηνο του 2021 και του 7,2% του τελευταίου προ πανδημίας εξαμήνου.
Επιπλέον, οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις με ληξιπρόθεσμες οφειλές σε τουλάχιστον 3 από τις 8 κατηγορίες υποχρεώσεων ανήλθαν το δεύτερο εξάμηνο του 2021 στο 24,2%, έναντι του 22,3% που ήταν το πρώτο εξάμηνο του 2021 και του 17,8% που ήταν το τελευταίο προ πανδημίας εξάμηνο.
Σημειώνεται, επίσης, ότι το 32,4% των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε τουλάχιστον μία κατηγορία υποχρεώσεων προς το Δημόσιο (εφορία ή ασφαλιστικά ταμεία), ενώ σχεδόν 1 στις 5 (19,2%) έχει παράλληλα ληξιπρόθεσμες φορολογικές και ασφαλιστικές οφειλές.