Η Νοτιοανατολική Ευρώπη ηγέτης στον ευρωπαϊκό και διατλαντικό ενεργειακό χάρτη

Με ιδιαίτερη επιτυχία ολοκληρώθηκαν οι εργασίες του 9ου Southeast Europe Energy Forum (SEEF2025) που διοργάνωσαν το Ελληνο-Αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο και η Ελληνική Ένωση για την Ενεργειακή Οικονομία (HAEE) σε στρατηγική συνεργασία με το Atlantic Council και το Global Energy Institute του Εμπορικού Επιμελητηρίου των ΗΠΑ την Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2025, στο ξενοδοχείο MET στη Θεσσαλονίκη.
Όπως τόνισε ο Πρόεδρος του Ελληνοαμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου κ. Ιωάννης Δ. Σαρακάκης κατά την έναρξη του συνεδρίου: «Η πρόοδος στις ανανεώσιμες πηγές, η αποθήκευση ενέργειας, η υπεράκτια αιολική ενέργεια, η δέσμευση άνθρακα, το υδρογόνο και οι ψηφιακές τεχνολογίες μεταμορφώνουν το ενεργειακό τοπίο. Είναι οι συγκεκριμένοι δρόμοι για επενδύσεις, δημιουργία θέσεων εργασίας και κοινή ευημερία. Οι συνιστώσες αυτές δίνουν στην Νοτιοανατολική Ευρώπη την ευκαιρία να τοποθετηθεί ως ηγέτης στον ευρωπαϊκό και διατλαντικό ενεργειακό χάρτη. Η περιοχή μας βρίσκεται σε σταυροδρόμι — γεωγραφικά, στρατηγικά και πολιτικά. Περιβαλλόμενη από συγκρούσεις και αβεβαιότητες, η Νοτιοανατολική Ευρώπη μπορεί να εξελιχθεί είτε σε ανάχωμα είτε σε γέφυρα. Επιλέγοντας τη διασυνδεσιμότητα, ενισχύοντας τη συνεργασία στην περιοχή και αγκαλιάζοντας τις μετασχηματιστικές τεχνολογίες, μπορούμε να μετατρέψουμε την ευαλωτότητα σε ανθεκτικότητα και τις προκλήσεις σε βιώσιμη ανάπτυξη. Η Ελλάδα, με τη στρατηγική της θέση, τον δυναμικό ιδιωτικό τομέα και τις ισχυρές διατλαντικές σχέσεις της, είναι μοναδικά τοποθετημένη για να αποτελέσει κομμάτι αυτού του μετασχηματισμού».
Ο Γενικός Διευθυντής του Ελληνο-Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου κ. Ηλίας Σπυρτούνιας υπογράμμισε ότι: «Ο παγκόσμιος ενεργειακός τομέας βρίσκεται σήμερα στο μέσον μιας βαθιάς μεταμόρφωσης, που διαμορφώνεται από τις διπλές πιέσεις της κλιματικής αλλαγής και της γεωπολιτικής. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν πρόσφατα αναπροσανατολίσει την πολιτική τους, δίνοντας νέα έμφαση στην ανάπτυξη πετρελαίου και φυσικού αερίου και στην ενεργειακή ανεξαρτησία, ενώ συνεχίζουν να συνεργάζονται στρατηγικά με τους συμμάχους τους για την προώθηση της καινοτομίας, των υποδομών και των καθαρότερων τεχνολογιών. Αυτή η αναπροσαρμογή έχει σημαντικές επιπτώσεις για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, η οποία αναδεικνύεται όλο και περισσότερο σε κρίσιμο κόμβο διαμετακόμισης, αποθήκευσης και επενδύσεων. Για την περιοχή μας, πρόκειται για μια καίρια στιγμή. Η στρατηγική θέση της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και ο πλούτος των συμβατικών και ανανεώσιμων πόρων της, την καθιστούν μοναδικά ικανή να συμβάλει τόσο στην ασφάλεια εφοδιασμού όσο και στην καθαρή ενεργειακή μετάβαση. Η επίτευξη των κοινών μας στόχων — διαφοροποίηση, απανθρακοποίηση και τεχνολογική καινοτομία — απαιτεί όραμα, ρεαλισμό και ισχυρές συνεργασίες».
Ο Δρ Κώστας Ανδριοσόπουλος, Πρόεδρος της Επιτροπής Ενέργειας του Ελληνο-Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητήριου ανέφερε μεταξύ άλλων: «Tους τελευταίους μήνες, πολλά έχουν ειπωθεί σχετικά με τις εξελίξεις στον τομέα της ενέργειας. Έχουμε γίνει μάρτυρες ακόμη μίας γεωπολιτικής αναταραχής που ξεδιπλώνεται παγκοσμίως, φέρνοντας αβεβαιότητα και πολυπλοκότητα στις διεθνείς αγορές. Παρατηρείται σημαντική μεταβολή στις ροές ενέργειας από διαφορετικά καύσιμα, γεγονός που επηρεάζει άμεσα το ενεργειακό μείγμα, τη δυναμική και την οικονομία πολλών κλάδων και χωρών. Κάθε χώρα επηρεάζεται με τον δικό της τρόπο, ανάλογα με τη δομή του ενεργειακού της συστήματος και τις συνθήκες της αγοράς της. Αντιμετωπίζουμε πολλές αλλαγές και προκλήσεις, αλλά και μεγάλες ευκαιρίες να μετατρέψουμε αυτές τις προκλήσεις σε θετικά αποτελέσματα και σε μακροχρόνια ανάπτυξη. Στην καρδιά αυτού του μετασχηματισμού βρίσκεται η υποδομή, η οποία αποτελεί τη ραχοκοκαλιά όλων όσων συζητούμε. Τα τελευταία εννέα χρόνια, όσο εξελισσόταν το Forum, η Θεσσαλονίκη αναδεικνύεται σε σημαντικό ενεργειακό κόμβο για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη».
Ο Δρ. Σπύρος Παπαευθυμίου, Πρόεδρος ΗΑΕΕ , Καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης στην εισήγησή του τόνισε: «Η Νοτιοανατολική Ευρώπη βρίσκεται στην καρδιά της παγκόσμιας ενεργειακής μετάβασης. Η περιοχή μας δεν είναι μόνο γέφυρα ανάμεσα στον Βορρά, τον Νότο, την Ανατολή και τη Δύση· είναι και πεδίο δοκιμής, όπου η ενεργειακή ασφάλεια, η ενοποίηση των αγορών και η απανθρακοποίηση πρέπει να προχωρούν ταυτόχρονα. Τα τελευταία χρόνια μας υπενθύμισαν ότι η ενέργεια δεν είναι απλώς ένα εμπόρευμα· είναι στρατηγικός πυλώνας σταθερότητας, ευημερίας και ανθεκτικότητας. Ωστόσο, οι προκλήσεις παραμένουν. Το υψηλό ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να βαραίνει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Τα κενά στις υποδομές επιβραδύνουν την ένταξη των ΑΠΕ. Και οι γεωπολιτικές εντάσεις μας θυμίζουν πόσο εύθραυστα είναι τα ενεργειακά μας συστήματα. Η αντιμετώπιση αυτών των ζητημάτων απαιτεί συνεργασία—όχι μόνο μεταξύ κυβερνήσεων, αλλά και με ηγέτες της αγοράς, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και την κοινωνία των πολιτών. Γι’ αυτό οι σημερινές μας συζητήσεις είναι τόσο κρίσιμες».
Στο 9ο SEEF2025 συμμετείχαν κυβερνητικοί εκπρόσωποι από χώρες της ΝΑ Ευρώπης, policy-makers, πανεπιστημιακοί και ειδικοί στα θέματα ενέργειας καθώς και εκπρόσωποι της επιχειρηματικής κοινότητας του κλάδου της ενέργειας από την Ελλάδα και το εξωτερικό.
ΕΤΕ: Η ταχεία υλοποίηση των επενδυτικών σχεδίων κρίνει τη θέση της Ελλάδας στον ενεργειακό χάρτη

Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία έχει πλέον ανατρέψει τον ενεργειακό σχεδιασμό της ΕΕ, μετατρέποντας το φυσικό αέριο από μεταβατικό καύσιμο (στην προσπάθεια απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα) σε μέσο άσκησης πίεσης στα πλαίσια των γεωπολιτικών εντάσεων.
Σε αυτό το περιβάλλον, το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας γίνεται ύψιστης σημασίας, με την ΕΕ υπό καθεστώς πίεσης να αποφασίζει τη σταδιακή απεξάρτηση από ρωσικές εισαγωγές ενέργειας. Ως συνέπεια, οι στόχοι πράσινης μετάβασης γίνονται πιο φιλόδοξοι – μια παράμετρος που επίσης απασχολεί την εν εξελίξει 27η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (COP27).
Λαμβάνοντας υπόψιν την κρισιμότητα της τρέχουσας συγκυρίας, η Διεύθυνση Οικονομικής Ανάλυσης της ΕΤΕ συνέταξε σχετική κλαδική μελέτη, εκτιμώντας (i) βραχυπρόθεσμα τη δυνατότητα του ενεργειακού τομέα της Ελλάδος να ανταποκριθεί στην ενεργειακή κρίση και (ii) μεσοπρόθεσμα το ρόλο που η χώρα δύναται να διαδραματίσει στον ευρωπαϊκό ενεργειακό χάρτη που, μετά την απομόνωση της Ρωσίας, σχεδιάζεται από την αρχή.
Ξεκινώντας με μια βραχυπρόθεσμη οπτική της συγκυρίας, το κρίσιμο δεδομένο για την Ελλάδα είναι η υψηλή ενεργειακή της εξάρτηση, καθώς παράγει μόλις το ¼ της ενέργειας που καταναλώνει (έναντι 43% στην ΕΕ), η οποία αφορά κυρίως πράσινη ενέργεια (ΑΠΕ) και δευτερευόντως λιγνίτη. Η εξάρτηση από ενεργειακές εισαγωγές εν πολλοίς οφείλεται στην υψηλή συμμετοχή του πετρελαίου στο μείγμα καυσίμων (με μερίδιο 55%), η οποία με τη σειρά της αντανακλά το σημαντικό ποσοστό απορρόφησης ενέργειας από τον τομέα των μεταφορών (36% της κατανάλωσης έναντι 28% στην ΕΕ).
Παράλληλα, σημαντικές είναι οι εισαγωγές φυσικού αερίου (καλύπτοντας το 22% των ενεργειακών αναγκών), οι οποίες κατευθύνονται σε μεγάλο βαθμό στην ηλεκτροπαραγωγή (καλύπτοντας το 40% του παραγόμενου ηλεκτρισμού). Οι εισαγωγές αυτές αποτελούν το βασικότερο παράγοντα αβεβαιότητας στην παρούσα συγκυρία, καθώς η εξάρτηση από τη Ρωσία, αν και μειωμένη, παραμένει σημαντική (35% των εισαγωγών φυσικού αερίου το πρώτο εξάμηνο του 2022, από περίπου 40% το 2021).
Με όλη την Ευρώπη να βρίσκεται σε κατάσταση συναγερμού για ενδεχόμενη διακοπή των ρωσικών ροών φυσικού αερίου, η Ελλάδα έχει πρόσβαση σε πηγές υποκατάστασης. Με εναλλακτικές όπως η αλλαγή καυσίμου στην ηλεκτροπαραγωγή (αυξημένη χρήση λιγνιτών, εναλλαγή καυσίμου από φυσικό αέριο σε diesel και σταδιακή προσθήκη ΑΠΕ), η αξιοποίηση της Ρεβυθούσας για αυξημένη εισαγωγή LNG και μια συντηρητική εξοικονόμηση κατανάλωσης φυσικού αερίου (κυρίως μέσω ηλεκτρισμού), δείχνει εφικτή η εξασφάλιση της ενεργειακής επάρκειας τόσο για την Ελλάδα όσο και για τις ανάγκες της γειτονικής Βουλγαρίας (μέσω ελληνικών εξαγωγών).
Από την άλλη πλευρά, σημαντική πηγή πίεσης για την χώρα είναι το γεγονός ότι η υψηλή εξάρτηση από εισαγωγές ενέργειας την οδηγεί στο να υπομείνει υψηλές τιμές ενέργειας για όσο διαρκεί η κρίση (250% πάνω από το μέσο όρο της 5ετιας κατά το πρώτο 9μηνο του 2022). Η πίεση αυτή αντιστοιχεί σε περίπου 10% του ΑΕΠ, ωστόσο η Ελλάδα εμφανίζεται σχετικά θωρακισμένη έναντι της τρέχουσας κρίσης (χάρη στις αυξημένες τουριστικές εισπράξεις το καλοκαίρι καθώς και σε μέτρα δημοσιονομικής στήριξης), με το ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ για το 2022 να εκτιμάται σε περίπου 6%.
Παράλληλα, η κρισιμότητα της τρέχουσας συγκυρίας δεν πρέπει να εμποδίσει τη χώρα από το να εντοπίσει τις ευκαιρίες που διανοίγονται μόλις η σκόνη του χάους που έχει προκληθεί καταλαγιάσει.
Στρέφοντας την ανάλυση σε πιο μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, τα ζητούμενα για την Ελλάδα είναι:
Βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας: Η άνοδος του εξηλεκτρισμού (σε 33% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας το 2030 από 28% σήμερα) σε συνδυασμό με στοχευμένες πολιτικές (όπως η απόσυρση παλιών οχημάτων και η ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων) αναμένεται να βελτιώσει την ενεργειακή αποδοτικότητα κατά 20%, σε αντιστοιχία με την ευρωπαϊκή τάση, με αποτέλεσμα η εγχώρια κατανάλωση ενέργειας να σημειώνει μόνο οριακή άνοδο την επόμενη δεκαετία.
Αύξηση δυνατότητας παραγωγής ενέργειας: Mε την ενεργειακή κρίση να καθιστά την πράσινη μετάβαση πιο επιτακτική, η Ελλάδα είναι ήδη σε τροχιά αξιοποίησης των ΑΠΕ, με στόχο να καλύψουν το 70% της ηλεκτροπαραγωγής το 2030 (από 40% το 2021). Πρακτικά, αυτό ισοδυναμεί με νέες επενδύσεις ύψους 15 GW στην παραγωγή και 3,5-5 GW στην αποθήκευση, με το επενδυτικό ενδιαφέρον από μεγάλους διεθνείς και εγχώριους παίκτες ήδη να υπερκαλύπτει τις ανάγκες αυτές. Συνεπώς το σύνολο της ελληνικής παραγωγής θα αφορά ΑΠΕ, ενώ ο λιγνίτης αναμένεται να εγκαταλειφθεί μέχρι το 2028. Ειδική μνεία είναι σημαντικό να γίνει στην ταυτόχρονη ανάγκη για αναβάθμιση του εθνικού δικτύου μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας ώστε να είναι εφικτή η αποτελεσματική σύνδεση των νέων μονάδων στο σύστημα. Συνολικά, οι επενδυτικές ανάγκες για την αποτελεσματική διείσδυση των ΑΠΕ ανέρχονται σε περίπου €25 δις.
Αύξηση διεθνών ηλεκτρικών διασυνδέσεων: H πρώτη κατηγορία διασυνδέσεων αφορά τον ηλεκτρισμό, καθώς (i) η υψηλή στοχαστικότητα των ΑΠΕ δημιουργεί εκ περιτροπής πλεονάσματα και ελλείμματα παραγωγής και (ii) τα πράσινα ενεργειακά projects των χωρών της Νότιας Μεσογείου (όπως η Αίγυπτος και το Ισραήλ) δημιουργούν τις συνθήκες η Ελλάδα να αναχθεί σε κόμβο μεταφοράς οικονομικής πράσινης ενέργειας προς την Ευρώπη. Με τις προγραμματιζόμενες διασυνδέσεις με Βαλκανικές και Μεσογειακές χώρες (ύψους περίπου €7 δις), η δυνατότητα της χώρας να εισάγει και να εξάγει ηλεκτρική ενέργεια εκτιμάται ότι θα τριπλασιαστεί μέσα στην επόμενη δεκαετία (με την εγκατεστημένη ισχύ δικτύων να αυξάνεται από περίπου 2.6 GW σε 9 GW).
Αύξηση διεθνών διασυνδέσεων φυσικού αερίου: Η ουκρανική κρίση (με την επακόλουθη τάση απεξάρτησης από τη ρωσική ενέργεια) μετέφερε μέρος του κέντρου βάρους του συστήματος μεταφοράς φυσικού αερίου προς το νότιο κομμάτι της Ευρώπης (για εύρεση εναλλακτικών χωρών προέλευσης) δημιουργώντας έτσι επενδυτικές ευκαιρίες σε μια δεύτερη κατηγορία διασυνδέσεων που αφορά το φυσικό αέριο (με προοπτική μελλοντικά να αξιοποιηθούν για μεταφορά πράσινου υδρογόνου). Οι σχεδιαζόμενες επενδύσεις (ύψους περίπου €2 δις) σε διασυνδέσεις εξαγωγών φυσικού αερίου προς τις χώρες της ΝΑ Ευρώπης (όπως η Βουλγαρία με τον IGB) και σε υποδομές αντίστοιχης δυναμικότητας εισαγωγών (όπως τα LNG terminals) στοχεύει η μεταφορική ικανότητα της χώρας να προσεγγίσει τα 15 bcm σε δυνατότητα εισαγωγών (από 3,5 bcm σήμερα) και τα 8,5 bcm σε δυνατότητα εξαγωγών (από 2,5 bcm σήμερα).Οι ευεργετικές επιδράσεις στην κατανάλωση από την άνοδο της αποδοτικότητας, σε συνδυασμό με τις επενδύσεις σε παραγωγή ΑΠΕ και διεθνείς διασυνδέσεις (συνολικού ύψους της τάξης των €35 δις) θα επιτρέψουν τη μετάβαση σε ένα πράσινο μείγμα ενέργειας ενώ παράλληλα θα προσφέρουν την ευκαιρία στη χώρα να λειτουργήσει ως ένας καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας (εξάγοντας περίπου 1,7 φορές την εγχώρια κατανάλωση).
Επιπλέον, η αύξηση της ενεργειακής αυτονομίας της χώρας σχεδόν στο 1/2 της κατανάλωσης το 2030 από 1/4 σήμερα αναμένεται να οδηγήσει σε όφελος σε όρους ΑΕΠ αναμένεται να προσεγγίζει τα €2,5-3,5 δις ετησίως. Τα οφέλη από τη μείωση καθαρών εισαγωγών ενέργειας θα μπορούσαν να είναι υψηλότερα σε περίπτωση που βρεθούν εναλλακτικές πηγές εγχώριας παραγωγής (πχ κοιτάσματα υδρογονανθράκων, βιομεθάνιο) ή επιτευχθεί υψηλότερη εξοικονόμηση ενέργειας (μειώνοντας τις ενεργειακές ανάγκες της χώρας).
Παράλληλα, αυξημένο όφελος αναμένεται να προκύψει μέσω της προστιθέμενης αξίας από την υπηρεσία επαναεριοποίησης στα LNG terminals καθώς και από τα έσοδα διαμεταφοράς φυσικού αερίου. Σημειώνεται ότι τα παραπάνω ενεργειακά οφέλη υποεκτιμούν τη συνολική επίδραση στην οικονομία, καθώς νοικοκυριά και επιχειρήσεις θα απολαμβάνουν χαμηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.
Καθώς η πράσινη μετάβαση δεν αποτελεί πλέον απλά χρέος προς τις επόμενες γενιές αλλά και επένδυση στην ενεργειακή ασφάλεια και ευημερία, είναι η ευκαιρία της Ελλάδας να κινηθεί γρήγορα στη θέσπιση των σχετικών ρυθμιστικών πλαισίων (όπως χάρτες υπεράκτιων αιολικών πάρκων, κανόνες χρήσης γης και ζητήματα αποθήκευσης φυσικού αερίου) ώστε να εξασφαλιστεί η συντονισμένη και ταχεία (έναντι ανταγωνιστικών σχεδίων άλλων χωρών) υλοποίηση των αναγκαίων επενδύσεων για να αναχθεί η χώρα σε περιφερειακό ενεργειακό κέντρο. Αξιοποιώντας τα φυσικά της πλεονεκτήματα (35% αποδοτικότερη τόσο στην αιολική όσο και στην ηλιακή παραγωγή ενέργειας σε σχέση με την ΕΕ) και την γεωγραφική της θέση, η Ελλάδα μπορεί να γίνει συν-εγγυητής της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας, εξασφαλίζοντας παράλληλα σημαντικά οικονομικά οφέλη.