ΕΤΕ: Θετικό αναμένεται το 2024 για τις ελληνικές εξαγωγές

Υπό την πίεση της διεθνούς συγκυρίας οι ελληνικές εξαγωγές σημειώνουν συνεχή επιδείνωση σε μεγάλο εύρος κλάδων και αγορών. Βάσει των εκτιμήσεων της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της ΕΤΕ στο νέο τεύχος της σειράς μελετών συγκυρίας «Τάσεις του επιχειρείν», η τάση αυτή αναμένεται να αναστραφεί το 2024 με την ανάκαμψη του διεθνούς εμπορίου, δεδομένου ότι σε μεγάλο βαθμό τα μερίδια αγοράς των ελληνικών προϊόντων παραμένουν ανθεκτικά.
Πιο αναλυτικά, η δύσκολη διεθνής συγκυρία αναγκάζει τις ελληνικές εξαγωγές – εκτός πετρελαίου – να κατεβάζουν συνεχώς ταχύτητα, καταλήγοντας σε πτώση 6,1% στο 3ο τρίμηνο του 2023 (σε αποπληθωρισμένους όρους συγκριτικά με το αντίστοιχο διάστημα του 2022). Η τρέχουσα επιβράδυνση προκύπτει κατά τα ⅘ της από τη μειωμένη ζήτηση στις διεθνείς αγορές, ενώ το υπόλοιπο ⅕ αφορά καθαρές απώλειες κλαδικών μεριδίων.
Το περιοριστικό αυτό περιβάλλον συνετέλεσε στην κάμψη των εξαγωγών σε όλες τις επιμέρους αγορές των ελληνικών προϊόντων, με μόνη εξαίρεση την Ασία που παραμένει σε θετικό έδαφος αλλά επιβραδύνει έναντι του προηγούμενου ενιαμήνου. Αναλυτικότερα:
– Η Δυτική Ευρώπη υποχωρεί 3% (σε αποπληθωρισμένους όρους) με την πλειοψηφία των επιμέρους κλάδων να είναι πτωτικοί (6 στους 11), ωστόσο οι κλάδοι ξύλου/χαρτιού και φαρμάκου ξεχωρίζουν καταγράφοντας ισχυρές θετικές επιδόσεις (+24% και +14% αντίστοιχα, σε αποπληθωρισμένους όρους).
– Τα Βαλκάνια παρουσιάζουν πτώση 1% (σε αποπληθωρισμένους όρους) με μικρό εύρος στήριξης, καθώς μόλις 3 κλάδοι κινούνται θετικά ενώ οι δύο κύριες αγορές (Βουλγαρία και Τουρκία) παρουσιάζουν πτώση (2% & 5% αντίστοιχα σε αποπληθωρισμένους όρους).
– Η Μέση Ανατολή δέχεται ισχυρή πίεση (-32% σε αποπληθωρισμένους όρους), η οποία εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί λόγω της εντεινόμενης γεωπολιτικής αστάθειας στην περιοχή.
Αντίθετα με τη (σχεδόν συνολικά) καθοδική τάση των διεθνών αγορών, σε κλαδικό επίπεδο διαπιστώνουμε επιδόσεις δύο ταχυτήτων, καθώς:
– Υπάρχουν κλάδοι που οι Έλληνες εξαγωγείς χάνουν μερίδια έναντι των Ευρωπαίων ανταγωνιστών τους, με αποτέλεσμα να επιδεινώνεται η πτωτική πίεση ζήτησης, καταλήγοντας έτσι σε σημαντικά καθοδικές επιδόσεις. Σε αυτή την κατηγορία, ξεχωρίζουν οι μεγάλοι κλάδοι της ένδυσης και των μετάλλων (-40% και -17%, αντίστοιχα, σε αποπληθωρισμένους όρους), στους οποίους οφείλεται το μεγαλύτερο μέρος της πτώσης των συνολικών ελληνικών εξαγωγών.Σημειώνεται ότι κομμάτι της πτώσης εξαγωγών ένδυσης ενδεχομένως συνδέεται με ανακατεύθυνση εμπορικών ροών εφοδιαστικής αλυσίδας (καθώς παρατηρείται επίσης πτώση στις εισαγωγές ένδυσης στην Ελλάδα από χώρες εκτός ΕΕ).
– Υπάρχουν κλάδοι που κατορθώνουν να κερδίσουν μερίδια παρά την πίεση της αγοράς, με εξέχουσες επιδόσεις αυτές του φαρμάκου και του ξύλου/χαρτιού (+7% & +18% αντίστοιχα, σε αποπληθωρισμένους όρους), επιτυγχάνοντας μια συνολικά θετική επίδοση. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα αθροιστικά κέρδη μεριδίων στις διεθνείς αγορές (από τους δύο αυτούς κλάδους και τα τρόφιμα) προσφέρουν ένα πολύτιμο φρένο στην πτώση (της τάξης των €0,3 δις).
Όσον αφορά το 4ο τρίμηνο της χρονιάς, τον οριακά αρνητικό Οκτώβριο (-0,4% σε ετήσια βάση και αποπληθωρισμένους όρους), εκτιμάται ότι θα ακολουθήσει ένα δίμηνο εντονότερων καθοδικών πιέσεων, καθώς θα ξεκινήσει να αποτυπώνεται η επίδραση της μειωμένης φετινής παραγωγής ελαιόλαδου και ελιών. Συγκεκριμένα, η επίδραση αυτή, σε συνδυασμό με τις καταστροφές στην αγροτική παραγωγή της Θεσσαλίας, αναμένουμε να στερήσει 3 ποσοστιαίες μονάδες ανάπτυξης από το 4ο τρίμηνο του 2023, διαμορφώνοντας την εκτίμηση μας για το τρίμηνο αυτό στα επίπεδα του -3% έναντι του 2022 και κρατώντας έτσι το επίπεδο των εξαγωγών για το 2023 σε επίπεδα παρόμοια με τα περσινά (+0,3%, σε αποπληθωρισμένους όρους).
Κοιτάζοντας πιο μπροστά στο 2024, η εκτιμώμενη ανάκαμψη του διεθνούς εμπορίου (+3,4%, από +0,8% φέτος, σε όρους όγκου) εκτιμάται ότι θα δώσει σημαντική ώθηση στις ελληνικές εξαγωγές, ωστόσο τρεις παράγοντες αναμένεται να φρενάρουν μερικώς αυτή τη δυναμική. Ειδικότερα:
– Στους πρώτους μήνες του νέου έτους οι εξαγωγές θα παραμείνουν υπό πίεση (εν μέρει λόγω της μειωμένης παραγωγής ελαιόλαδου και ελιών, στοιχίζοντας περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες ανάπτυξης στο έτος) – τάση που επιβεβαιώνεται από τη χαμηλότερη (έναντι της ευρωπαϊκής) επίδοση των εξαγωγικών παραγγελιών.
– Η απώλεια μεριδίων στους μεγάλους κλάδους ένδυσης/υφασμάτων και μετάλλων θέτει υπό αμφισβήτηση τη δύναμη επανάκαμψής τους.
– Η αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον θα εξακολουθήσει να είναι παρούσα (κυρίως όσον αφορά τη γεωπολιτική αστάθεια, τα υψηλά επιτόκια και τον πληθωρισμό).
Υπό αυτά τα δεδομένα, οι ελληνικές εξαγωγές, επιταχύνοντας συνεχώς μέσα στη χρονιά, εκτιμάται ότι θα αυξηθούν κατά 2-3% το 2024 (σε αποπληθωρισμένους όρους) – παραμένοντας ωστόσο χαμηλότερα της μεσοπρόθεσμης τάσης για την ετήσια ανάπτυξή τους (της τάξης του 5%).

ΕΤΕ: Τα προϊόντα υψηλής και μέσης τεχνολογίας στηρίζουν τη δυναμική των ελληνικών εξαγωγών

Παρά την επιβράδυνση του τελευταίου τριμήνου σε αποπληθωρισμένους όρους, οι ελληνικές εξαγωγές παραμένουν ανοδικές, με στήριξη από κλάδους υψηλής και μέσης τεχνολογίας, ενισχύοντας οριακά τα μερίδιά τους έναντι των ευρωπαίων ανταγωνιστών, σύμφωνα με τη μελέτη της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας για τις “Τάσεις του Επιχειρείν”.
Αναλυτικότερα, σημαντική άνοδο της τάξης του 7% ετησίως σημείωσαν οι ελληνικές εξαγωγές αγαθών σε αποπληθωρισμένους όρους κατά το πρώτο δεκάμηνο του 2022 – ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο της προηγούμενης δεκαετίας. Σημειώνεται ότι η αντίστοιχη ονομαστική άνοδος ήταν της τάξης του 22%, με τα 2/3 να είναι αποτέλεσμα ανοδικών τιμών (αντικατοπτρίζοντας σε μεγάλο βαθμό “εισαγόμενες” πληθωριστικές πιέσεις στο κόστος πρώτων υλών).
Εστιάζοντας στο τελευταίο τρίμηνο Αυγούστου-Οκτωβρίου διαπιστώνεται μια σταδιακή κόπωση, με τον ρυθμό ανάπτυξης των αποπληθωρισμένων εξαγωγών να επιβραδύνει, παραμένοντας ανοδικός στο 4,6% έναντι του Αυγούστου-Οκτωβρίου 2021 (από 7,5% ετησίως κατά το πρώτο επτάμηνο του έτους), πορεία συμβατή με εκείνη της βιομηχανικής παραγωγής.
Ωστόσο, παρά την ήπια επιβράδυνση δυναμικής, το μερίδιο των ελληνικών εξαγωγών το τελευταίο τρίμηνο αυξήθηκε οριακά έναντι των Ευρωπαίων ανταγωνιστών σε αποπληθωρισμένους όρους στο 0,54% (από 0,53% την αντίστοιχη περίοδο του 2021 και 0,45% κατά μέσο όρο την προηγούμενη δεκαετία).
Εμβαθύνοντας περισσότερο στη δομή των εξαγωγικών ροών, παρατηρείται ότι:
– Ανοδική ήταν η πορεία εξαγωγών σε όλες σχεδόν τις γεωγραφικές περιφέρειες προορισμού. Ειδικότερα, αυξημένη διείσδυση εντοπίζεται σε αγορές εκτός Ευρώπης όπως Μέση Ανατολή (κυρίως λόγω ανοδικών εξαγωγών μετάλλων στη Σαουδική Αραβία, αλλά και με μεγάλο εύρος ανοδικών κλάδων), ενώ ο βασικός προορισμός της Δυτικής Ευρώπης (απορροφά άνω του 1/2 των ελληνικών εξαγωγών) συνεχίζει -αν και με μειωμένη δυναμική- την ανοδική του πορεία σε μεγάλο αριθμό κλάδων, επιβεβαιώνοντας την ευρεία βάση της εξαγωγικής μας ανόδου. Σε αναλυτικό επίπεδο χωρών προορισμού, ανοδικά κινήθηκαν 54 από τις 101 εξεταζόμενες χώρες, μεταξύ αυτών και 9 στις 10 κύριες χώρες προορισμού (με κάλυψη σχεδόν 2/3 των ελληνικών εξαγωγών), με Η.Π.Α. και Ην. Βασίλειο να σημειώνουν τη μεγαλύτερη πραγματική αύξηση (της τάξης του 16%).
– Βασικοί πυλώνες της εξαγωγικής ανόδου ήταν: i) κλάδοι υψηλής τεχνολογίας (μηχανήματα και φάρμακα) με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης της τάξης του 14-20% (οι οποίοι ουσιαστικά ακολούθησαν την ευρωπαϊκή τάση διατηρώντας σταθερά μερίδια) καθώς και ii) κλάδοι μέσης τεχνολογίας όπως χημικά και μέταλλα (κυρίως σωλήνες σιδήρου), σημείωσαν ηπιότερες αυξήσεις της τάξης του 4-9% (στην πλειοψηφία των γεωγραφικών περιοχών), ενώ κατάφεραν να αυξήσουν το μερίδιό τους στις ευρωπαϊκές εξαγωγές. Αντίθετα, ασθενέστερες επιδόσεις (σε μεγάλο βαθμό πτωτικές) σημειώθηκαν σε κλάδους χαμηλής τεχνολογίας όπως τρόφιμα, υφάσματα (κυρίως βαμβάκι), ένδυση και ορυκτά (κυρίως μάρμαρο). Σημειώνεται ότι τα τρόφιμα παραμένουν ένας από τους κλάδους με το υψηλότερο μερίδιο στην Ευρώπη (1,3%), αξιοποιώντας ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα σε όρους κλιματολογικών συνθηκών (με ψάρια, κομπόστα και φέτα να ξεχωρίζουν θετικά με σχετικά υψηλά και ανοδικά μερίδια το τελευταίο τρίμηνο). Αξίζει να σημειωθεί ότι συνολικά, σε αναλυτικό επίπεδο 129 προϊόντων (με κάλυψη του 85% των συνολικών εξαγωγών), πάνω από το 1/2 πέτυχαν ανοδικό μερίδιο έναντι ευρωπαίων ανταγωνιστών, με το 20% να το επιτυγχάνει με παράλληλη αύξηση σχετικών τιμών (ποσοστό παρόμοιο με τον μεσοπρόθεσμο μέσο όρο). Όσον αφορά την επεκτατική στρατηγική, εντιπίζεται ότι η πλειοψηφία των κλάδων (τόσο υψηλής-μέσης όσο και χαμηλής τεχνολογίας) στοχεύει στη διεκδίκηση όγκων διεθνούς αγοράς (έστω και με μειωμένη σχετική τιμή).
Συνεκτιμώντας τις συγκρατημένες προσδοκίες εξαγωγικών παραγγελιών (παραμένοντας ωστόσο υψηλότερες του μακροπρόθεσμου μέσου όρου) και τη συνεχιζόμενη πίεση της ενεργειακής κρίσης στο ΑΕΠ βασικών ευρωπαϊκών αγορών προορισμού (με υψηλή συσχέτιση με την πορεία ελληνικών εξαγωγών), οι ελληνικές εξαγωγές εκτιμάται ότι θα συνεχίσουν να κινούνται σε ήπια ανοδικούς ρυθμούς κατά τη διάρκεια του 2023. Για την επόμενη πενταετία, βάσει υποδείγματός μας για τις ελληνικές εξαγωγές, εκτιμάμε μέση ετήσια αύξηση της τάξης του 5-6%, με προοπτική επιπλέον ώθησης της τάξης του 3% ετησίως σε περίπτωση που η Ελλάδα βελτιώσει τις επιδόσεις της σε έρευνα και ανάπτυξη (προσεγγίζοντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο) στηρίζοντας έτσι περαιτέρω την εξαγωγική δυναμική προϊόντων υψηλής τεχνολογίας.