Στο 5,5% το δημοσιονομικό έλλειμμα της Γαλλίας το 2023

Στο 5,5% του ΑΕΠ της χώρας έκλεισε το 2023 το δημοσιονομικό έλλειμμα της Γαλλίας, έναντι 4,9% που ήταν ο αρχικός στόχος.
Η αποτυχία της κυβέρνησης να μειώσει το δημοσιονομικό έλλειμμα βρέθηκε στο επίκεντρο της κριτικής που άσκησαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ορισμένα εκ των οποίων ζήτησαν από τον υπουργό οικονομίας Μπρούνο Λεμέρ να παραιτηθεί.
Την ανησυχία του εξέφρασε και ο πρόεδρος του Ελεγκτικού Συνεδρίου της Γαλλίας, πρώην υπουργός και Επίτροπος Πιέρ Μοσκοβισί, ο οποίος σημείωσε πως, ακόμη κι αν δεν είναι πρωτοφανές, το ύψος του ελλείμματος είναι εξαιρετικά σπάνιο για τα γαλλικά δεδομένα, καλώντας ταυτόχρονα την κυβέρνηση να λάβει μέτρα προς την κατεύθυνση της δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Ιταλία: Συρρίκνωση του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 9% το α΄ τρίμηνο

Το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ιταλίας συρρικνώθηκε στο α΄ τρίμηνο του έτους στο 9% του ΑΕΠ, σε σχέση με το 12,8% της αντίστοιχης περιόδου του 2021, σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία Istat.
Η συρρίκνωση του ελλείμματος αποδίδεται στη μεγάλη αύξηση των εσόδων, υψηλότερα κατά 10,1%, η οποία εξάλειψε την αύξηση των κρατικών δαπανών κατά 2%.
Η Ιταλία έχει θέσει στόχο το έλλειμμα να διαμορφωθεί στο 5,6% του ΑΠΕ το 2022, χαμηλότερα από το 7,2% το προηγούμενο έτος.
Η κυβέρνηση Ντράγκι έχει προϋπολογισμό μεγαλύτερο των 30 δισ. ευρώ αυτό το έτος για να καλύψει λογαριασμούς ενέργειας και να τονώσει την οικονομία, αποφεύγοντας παράλληλα να αυξήσει τον στόχο του ελλείμματος που έθεσε τον προηγούμενο Σεπτέμβριο.
Eurobank: Μειώνονται τα δημοσιονομικά ελλείμματα της πανδημίας

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε πορεία μείωσης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων που δημιούργησε η πανδημία, πορεία αναγκαία για τη συγκράτηση του κόστους χρηματοδότησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και την καλλιέργεια θετικών προσδοκιών για τη μεσομακροπρόθεσμη δυναμική σε όρους πραγματικής μεγέθυνσης, επισημαίνει στο εβδομαδιαίο δελτίο της “7 Ημέρες Οικονομία” η Eurobank, με αφορμή τα μηνιαία στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού.
Σύμφωνα με το μηνιαίο δελτίο εκτέλεσης κρατικού προϋπολογισμού, τα καθαρά έσοδα κρατικού προϋπολογισμού στο διάστημα Ιανουαρίου-Μαΐου 2022 διαμορφώθηκαν στα €22,286 δισ. (σε τροποποιημένη ταμειακή βάση) παρουσιάζοντας υπέρβαση έναντι του στόχου κατά €1,886 δισ. ή 9,2%. Αντιθέτως, στην πλευρά των δαπανών καταγράφηκε υστέρηση έναντι του στόχου κατά €0,549 δισ. € ή 2,0% (€26,352 δισ. vs €26,901 δισ.).
Ως εκ τούτου, το ισοζύγιο κρατικού προϋπολογισμού, ήτοι η διαφορά ανάμεσα στα έσοδα και τις δαπάνες, διαμορφώθηκε σε έλλειμμα €4,066 δισ. έναντι του στόχου για έλλειμμα €6,500 δισ. Αντιστοίχως, το πρωτογενές έλλειμμα ήταν μικρότερο έναντι του στόχου κατά €2,426 δισ. (€1,487 δισ. vs €3,913 δισ.).
Τέλος, σε σύγκριση με το 5μηνο Ιανουαρίου-Μαΐου 2021, τα καθαρά έσοδα κρατικού προϋπολογισμού ήταν αυξημένα κατά €4,011 δισ. ή 18,0% και οι αντίστοιχες δαπάνες μειωμένες κατά €2,722 δισ. ή 10,3%, αντικατοπτρίζοντας σε έναν βαθμό την επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας, την απόσυρση πολλών από τα μέτρα στήριξης και την ενίσχυση του ΑΕΠ.
Η υπέρβαση των καθαρών εσόδων κρατικού προϋπολογισμού στο 5μηνο Ιανουαρίου- Μαΐου 2022 προήλθε κυρίως από την κατηγορία των φόρων. Αναλυτικά, τα έσοδα από φόρους ανήλθαν στα €20,613 δισ. (σε τροποποιημένη ταμειακή βάση) σημειώνοντας υπέρβαση έναντι του στόχου κατά €2,843 δισ. ή 16,0%. Οι φόροι επί αγαθών και υπηρεσιών διαμορφώθηκαν πάνω από τον στόχο κατά €0,837 δισ. ή 7,5% (κυρίως λόγω του ΦΠΑ στα λοιπά προϊόντα και υπηρεσίες και δευτερευόντως στα πετρελαιοειδή και στα παράγωγα αυτών) και ακολούθησαν: οι τακτικοί φόροι ακίνητης περιουσίας (€0,829 δισ. ή 146,5% λόγω της είσπραξης της πρώτης δόσης του ΕΝΦΙΑ τον Μάιο 2022 που είχε προβλεφθεί να εισπραχθεί τον Σεπτέμβριο 2022), ο φόρος εισοδήματος (€0,550 δισ. ή 11,5% κυρίως από τα φυσικά πρόσωπα και δευτερευόντως από τα νομικά πρόσωπα), λοιποί τρέχοντες φόροι (€0,397 δισ. ή 77,4% κυρίως λόγω των φόρων οχημάτων), λοιποί φόροι επί της παραγωγής (€0,144 δισ. ή 28,5%), φόροι και δασμοί επί εισαγωγών (€0,057 δισ. ή 49,6%) και φόροι κεφαλαίου (€0,027 δισ. ή 39,7%).
Η υστέρηση των δαπανών κρατικού προϋπολογισμού στο 5μηνο Ιανουαρίου-Μαΐου 2022 προήλθε από τις κατηγορίες των πιστώσεων υπό κατανομή (πλην ΠΔΕ και ΤΑΑ) με υστέρηση €1,021 δισ., των αποκτήσεων παγίων περιουσιακών στοιχείων (€0,471 δισ.) και των δαπανών Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (€0,401 δισ.). Στην αντίθετη κατεύθυνση, ήτοι σημειώνοντας υπέρβαση έναντι του στόχου, κινήθηκαν οι κατηγορίες των δαπανών προγράμματος δημοσίων επενδύσεων (€0,780 δισ.), των μεταβιβάσεων (€0,401 δισ.) και των αγορών αγαθών και υπηρεσιών (€0,125 δισ.).
Βάσει των παραπάνω στοιχείων αποδεικνύεται ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε πορεία μείωσης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων που δημιούργησε η πανδημία, πορεία αναγκαία για τη συγκράτηση του κόστους χρηματοδότησης της Ελληνικής Δημοκρατίας και την καλλιέργεια θετικών προσδοκιών για τη μεσομακροπρόθεσμη δυναμική σε όρους πραγματικής μεγέθυνσης.
Σύμφωνα με τις εαρινές οικονομικές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης σε όρους ESA 2010 εκτιμάται σε έλλειμμα 4,3% και 1,0% του ΑΕΠ για τα έτη 2022 και 2023 αντίστοιχα (από έλλειμμα 7,4% του ΑΕΠ το 2021). Το αντίστοιχο πρωτογενές αποτέλεσμα, δηλαδή εξαιρώντας την πληρωμή των τόκων από τις δαπάνες, εκτιμάται σε έλλειμμα 1,9% του ΑΕΠ το 2022 και σε πλεόνασμα 1,3% του ΑΕΠ το 2023 (από έλλειμμα 5,0% του ΑΕΠ το 2021). Τέλος, οι εκτιμήσεις για το δημόσιο χρέος τοποθετούνται στο 185,7% και 180,4% του ΑΕΠ για τα έτη 2022 και 2023 αντίστοιχα (από 193,3% του ΑΕΠ το 2021). Το προφίλ του δημόσιου χρέους (κεντρικής διοίκησης), μετά τις ρυθμίσεις του παρελθόντος, παραμένει ευνοϊκό, με τη μέση σταθμική διάρκεια στα 18,7 έτη το 2021 από 7,1 έτη το 2010, το ετήσιο μέσο σταθμικό επιτόκιο στο 1,57% το 2021 από 4,06% το 2010 και τον επίσημο τομέα να κατέχει το 77% του δημοσίου χρέους το 2021 από 16% το 2010.
ΔΝΤ – Ελλάδα: Μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 1,9% του ΑΕΠ εφέτος

Μείωση του πρωτογενούς ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης της Ελλάδας από το 5,9% του ΑΕΠ το 2021 στο 1,9% εφέτος και την επιστροφή σε πρωτογενή πλεονάσματα από το 2023 προβλέπει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο με την έκθεση του για τη δημοσιονομική πολιτική (Fiscal Monitor), η οποία δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα.
Το Ταμείο εκτιμά ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα φθάσει το 1,1% του ΑΕΠ το 2023 και θα αυξάνεται σταδιακά τα επόμενα χρόνια για να φθάσει στο 2% το 2027.
Το συνολικό έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης, το οποίο περιλαμβάνει και τις δαπάνες για τόκους εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, αναμένεται να μειωθεί από το 8,7% του ΑΕΠ το 2021 στο 4,8% εφέτος και να συνεχίσει μειούμενο για να φθάσει στο 0,9% το 2027.
Το δημόσιο χρέος της γενικής κυβέρνησης προβλέπεται να μειωθεί από το 198,9% του ΑΕΠ το 2021 στο 185,4% εφέτος και να υποχωρήσει περαιτέρω σταδιακά στο 160,7% το 2027.
Οι δημόσιες δαπάνες εκτιμάται ότι θα μειωθούν από το 57,9% του ΑΕΠ το 2021 στο 53,1% εφέτος και θα συνεχίσουν να μειώνονται τα επόμενα χρόνια για να φθάσουν στο 45,7% το 2027.
Τα δημόσια έσοδα αναμένεται να μειωθούν από το 49,1% του ΑΕΠ πέρυσι στο 48,3% εφέτος και να υποχωρήσουν σταδιακά περαιτέρω στο 44,8% το 2027.
Εμφανείς οι κίνδυνοι από την αύξηση του παγκόσμιου δημόσιου χρέους
Ο επικεφαλής της διεύθυνσης δημοσιονομικής πολιτικής του ΔΝΤ, Βίτορ Γκασπάρ, τόνισε ότι το χρέος αυξήθηκε κατά 28 ποσοστιαίες μονάδες του παγκόσμιου ΑΕΠ το 2020 – η μεγαλύτερη ιστορικά ετήσια αύξηση, από την οποία το 50% και πλέον αφορούσε το δημόσιο χρέος – και ότι «οι κίνδυνοι που υπάρχουν – για όλες τις ομάδες χωρών – από τα υψηλά επίπεδα του χρέους είναι τώρα πολύ εμφανείς» και αποτελούν το μεγάλο θέμα του Fiscal Monitor.
«Καθώς η νομισματική πολιτική κινείται για να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό, η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να κινηθεί για να διατηρήσει τη βιωσιμότητα του χρέους. Με άλλα λόγια, οι δημοσιονομικοί περιορισμοί έχουν επανέλθει – και είναι δεσμευτικοί», τόνισε ο Γκασπάρ.
Το Ταμείο αναφέρει ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να κάνουν δύσκολες επιλογές και ότι χρειάζονται ευέλικτες δημοσιονομικές πολιτικές για να αντιμετωπίσουν τις αυξήσεις – ρεκόρ των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων.
Με τις διεθνείς τιμές των τροφίμων να έχουν αυξηθεί 33,6% σε ετήσια βάση τον Μάρτιο, το ΔΝΤ προκρίνει στοχευμένα μέτρα για την προστασία των ευάλωτων ομάδων από τις αυξήσεις και την αποφυγή παρεμβάσεων στις εγχώριες τιμές. «Όπου είναι δυνατόν, οι κυβερνήσεις πρέπει να κάνουν στοχευμένες και προσωρινές μεταβιβάσεις στους ευάλωτους, επιτρέποντας τις εγχώριες τιμές να προσαρμοστούν, κάτι που θα βοηθήσει να υπάρξει πρόσθετη προσφορά και να αποφευχθούν ελλείψεις», δήλωσε ο Γκασπάρ.
Για τις υψηλές τιμές ενέργειας είπε ότι η δημοσιονομική πολιτική πρέπει να λαμβάνει υπόψη όχι μόνο τους δημοσιονομικούς περιορισμούς αλλά και την κλιματική κρίση και πρότεινε μέτρα που θα ελαφρύνουν τον αντίκτυπό τους στα ευάλωτα άτομα και επιχειρήσεις, διασφαλίζοντας παράλληλα την επίτευξη των στόχων για τη μείωση των ρύπων έως το 2030.
Το ΔΝΤ σημειώνει ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα και το χρέος μειώνονται από τα επίπεδα – ρεκόρ που έφθασαν το 2020, αλλά αυτό οφείλεται στον προσωρινό θετικό αντίκτυπο από την αύξηση του πληθωρισμού, ενώ οι κίνδυνοι παραμένουν υπερβολικά μεγάλοι.
«Το παγκόσμιο δημόσιο χρέος αναμένεται να μειωθεί το 2022 και στη συνέχει να σταθεροποιηθεί περί το 95% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, 11 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από το προ της πανδημίας επίπεδα», αναφέρει, προσθέτοντας: «Οι μεγάλες πληθωριστικές εκπλήξεις το 2020-21 βοήθησαν στη μείωση των δεικτών του χρέους, αλλά καθώς η νομισματική πολιτική γίνεται πιο σφιχτή για να περιορίσει τον πληθωρισμό, το κόστος δανεισμού των χωρών θα αυξάνεται, περιορίζοντας τη δυνατότητα για κρατικές δαπάνες και αυξάνοντας την ευπάθειά του».