ΔΕΕ: Τα ηλεκτρικά ποδήλατα δεν καλύπτονται από την υποχρέωση ασφάλισης μηχανοκίνητων οχημάτων γιατί δεν κινούνται αποκλειστικά με μηχανική ισχύ

Ένας ποδηλάτης που οδηγούσε ηλεκτρικό ποδήλατο σε δημόσιο δρόμο κοντά στην Μπριζ (Βέλγιο) έπεσε θύμα σοβαρού ατυχήματος: χτυπήθηκε από αυτοκίνητο και τραυματίστηκε σοβαρά. Πέθανε αρκετούς μήνες αργότερα. Κατά τη διάρκεια της επακόλουθης δικαστικής διαδικασίας σχετικά με ένα ενδεχόμενο δικαίωμα αποζημίωσης, προέκυψε μια διαφωνία σχετικά με τη νομική κατάταξη του ηλεκτρικού ποδηλάτου: πρέπει να θεωρηθεί ως «όχημα»; Σε αυτή την περίπτωση, ο κινητήρας του ποδηλάτου παρείχε απλώς υποβοήθηση στο πεντάλ, μεταξύ άλλων μέσω της χρήσης μιας λειτουργίας «ενίσχυσης». Επιπλέον, αυτή η λειτουργία «ενίσχυσης» θα μπορούσε να ενεργοποιηθεί μόνο μετά τη χρήση της μυϊκής δύναμης (κάνοντας πετάλι, περπατώντας με το ποδήλατο ή πιέζοντάς το). Η νομική ταξινόμηση του εν λόγω ποδηλάτου είναι ζωτικής σημασίας προκειμένου να καθοριστεί εάν το θύμα ήταν οδηγός «μηχανοκίνητου οχήματος» ή εάν δικαιούταν αυτόματη αποζημίωση ως «ευάλωτος χρήστης του δρόμου» σύμφωνα με τη βελγική νομοθεσία.
Δεδομένου ότι η έννοια του «οχήματος» στη σχετική βελγική νομοθεσία αντιστοιχεί σε αυτήν σε οδηγία της ΕΕ σχετικά με την αστική ευθύνη όσον αφορά τη χρήση μηχανοκίνητων οχημάτων1, το βελγικό ακυρωτικό δικαστήριο αποφάσισε να υποβάλει ερώτηση στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με την ερμηνεία αυτής της έννοιας.
Στην απόφασή του που εκδόθηκε σήμερα, το Δικαστήριο σημειώνει, καταρχάς, ότι η οδηγία δεν αναφέρει εάν ένα «όχημα» πρέπει να κινείται αποκλειστικά με μηχανική ισχύ2.
Ωστόσο, παρατηρεί ότι η οδηγία αναφέρεται στην «ασφάλιση αυτοκινήτων», μια έκφραση που παραδοσιακά αναφέρεται, στην καθημερινή γλώσσα, στην ασφάλιση αστικής ευθύνης για τη χρήση συσκευών όπως μοτοσικλέτες, αυτοκίνητα και φορτηγά που κινούνται αποκλειστικά με μηχανική ισχύς.
Το Δικαστήριο αναφέρεται επίσης στον στόχο της οδηγίας, ο οποίος είναι η προστασία των θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων που προκαλούνται από μηχανοκίνητα οχήματα. Ο σκοπός αυτός δεν απαιτεί τα ηλεκτρικά ποδήλατα να καλύπτονται από την έννοια του «οχήματος», κατά την έννοια της οδηγίας.
Συσκευές που δεν προωθούνται αποκλειστικά με μηχανική ισχύ, όπως ένα ηλεκτρικό ποδήλατο που μπορεί να επιταχύνει στα 20 km/h χωρίς πετάλι, δεν φαίνεται να είναι ικανές να προκαλέσουν σωματικές ή υλικές ζημιές σε τρίτους συγκρίσιμες με τις ζημιές που μπορεί να προκληθούν από μοτοσυκλέτες, αυτοκίνητα, φορτηγά ή άλλα οχήματα που κινούνται αποκλειστικά με μηχανική ισχύ, τα οποία μπορούν να φτάσουν σε σημαντικά υψηλότερες ταχύτητες.
1. Οδηγία 2009/103/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με την ασφάλιση αστικής ευθύνης για τη χρήση μηχανοκίνητων οχημάτων και την επιβολή της υποχρέωσης ασφάλισης έναντι αυτής της ευθύνης (ΕΕ 2009, L 263, σ. 11).2. Ο ορισμός του «οχήματος» που ορίζεται στην οδηγία θα τροποποιηθεί από τις 23 Δεκεμβρίου 2023, όταν η οδηγία (ΕΕ) 2021/2118 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2021, για την τροποποίηση της οδηγίας 2009/103 (ΕΕ 2021 , L 430, σελ. 1) θα ισχύσει. Αυτός ο νέος ορισμός θα υποδεικνύει ρητά ότι «όχημα» είναι «κάθε μηχανοκίνητο όχημα που κινείται αποκλειστικά με μηχανική ισχύ» και θα προσθέτει προδιαγραφές όσον αφορά το βάρος και την ταχύτητα.
ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 155/23Απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C‑286/22 | KBC Verzekeringen
ΔΕΕ: Έγκυρη η υποχρεωτική συλλογή και αποθήκευση δακτυλικών αποτυπωμάτων σε δελτία ταυτότητας

Προτάσεις της γενικής εισαγγελέως στην υπόθεση C-61/22 | Landeshauptstadt Wiesbaden
Κατά τη γενική εισαγγελέα L. Medina, είναι έγκυρη η υποχρεωτική συλλογή και αποθήκευση δακτυλικών αποτυπωμάτων σε δελτία ταυτότητας
Ο κανονισμός 2019/1157 (1) προβλέπει την υποχρέωση ενσωμάτωσης, από τις 2 Αυγούστου 2021, σε όλα τα νεοεκδιδόμενα από τα κράτη μέλη δελτία ταυτότητας (2) και σε μέσο αποθήκευσης υψηλής ασφάλειας, εικόνας των δακτυλικών αποτυπωμάτων του κατόχου του δελτίου ταυτότητας.
Τον Νοέμβριο του 2021, Γερμανός πολίτης υπέβαλε στον Δήμο Wiesbaden (Γερμανία) αίτηση έκδοσης νέου δελτίου ταυτότητας. Με την αίτησή του ζήτησε ρητά την έκδοση του δελτίου ταυτότητας χωρίς την ενσωμάτωση καταγραφής δακτυλικών αποτυπωμάτων στο μικροκύκλωμά του.
Ο Δήμος Wiesbaden απέρριψε την αίτηση, με την αιτιολογία, μεταξύ άλλων, ότι το δελτίο ταυτότητας δεν μπορούσε να εκδοθεί χωρίς την καταγραφή δακτυλικών αποτυπωμάτων του κατόχου, δεδομένου ότι, από τις 2 Αυγούστου 2021, η αποθήκευση καταγραφής δακτυλικών αποτυπωμάτων στο μικροκύκλωμα των νέων δελτίων ταυτότητας κατέστη υποχρεωτική.
Επιληφθέν διαφοράς στο πλαίσιο αυτό, το διοικητικό πρωτοδικείο Wiesbaden διατηρεί αμφιβολίες όσον αφορά το κύρος του κανονισμού 2019/1157 και, ως εκ τούτου, του υποχρεωτικού χαρακτήρα της συλλογής και της αποθήκευσης δακτυλικών αποτυπωμάτων στα γερμανικά δελτία ταυτότητας. Ειδικότερα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί, πρώτον, αν η προσήκουσα νομική βάση για την έκδοση του κανονισμού 2019/1157 ήταν το άρθρο 21, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, και όχι το άρθρο 77, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ· δεύτερον, αν ο κανονισμός 2019/1157 είναι συμβατός με τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη, σε συνδυασμό με το άρθρο του 52, παράγραφος 1· και, τρίτον, αν ο εν λόγω κανονισμός συνάδει με την υποχρέωση διενέργειας εκτίμησης αντικτύπου σχετικά με την προστασία δεδομένων βάσει του άρθρου 35, παράγραφος 10, του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων (3).
Με τις σημερινές προτάσεις της, η γενική εισαγγελέας Laila Medina καταλήγει κατ’ αρχάς στο συμπέρασμα ότι ορθώς ο κανονισμός 2019/1157 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 21, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, με σκοπό τηδιευκόλυνση της άσκησης του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής των πολιτών της Ένωσης εντός των κρατών μελών.
Συναφώς, η γενική εισαγγελέας επισημαίνει ότι το εν λόγω δικαίωμα επιτρέπει στους πολίτες της Ένωσης να βιώσουν την καθημερινότητα των άλλων κατοίκων του κράτους μέλους υποδοχής. Ως εκ τούτου, τα εθνικά δελτία ταυτότητας έχουν την ίδια λειτουργία με εκείνη που επιτελούν για τους εν λόγω κατοίκους, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι μόνο ένα αξιόπιστο και γνήσιο αποδεικτικό ταυτότητας διευκολύνει την πλήρη άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας.
Η ομογενοποίηση του μορφότυπου των εθνικών δελτίων ταυτότητας και η βελτίωση της αξιοπιστίας τους μέσω προτύπων ασφάλειας, περιλαμβανομένων των δακτυλικών αποτυπωμάτων, επηρεάζουν άμεσα την άσκηση του δικαιώματος αυτού, καθιστώντας τα εν λόγω δελτία πιο αξιόπιστα και, ως εκ τούτου, πιο εύκολα αποδεκτά από τις αρχές των κρατών μελών και τους φορείς παροχής υπηρεσιών. Το αποτέλεσμα είναι εν τέλει η μείωση της ταλαιπωρίας, του κόστους και των διοικητικών φραγμών για τους μετακινούμενους πολίτες της Ένωσης.
Η γενική εισαγγελέας εκτιμά, τέλος, ότι η αρμοδιότητα που παρέχεται στο Συμβούλιο από το άρθρο 77, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά μόνον το πλαίσιο πολιτικής σχετικά με τους συνοριακούς ελέγχους. Μέτρο της Ένωσης που βαίνει πέραν του συγκεκριμένου περιεχομένου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του κανονισμού 2019/1157, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω διάταξης.
Εν συνεχεία, η γενική εισαγγελέας εξετάζει αν η υποχρέωση συλλογής και αποθήκευσης εικόνας δύο δακτυλικών αποτυπωμάτων σε δελτία ταυτότητας συνιστά αδικαιολόγητο περιορισμό του θεμελιώδους δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
Κατά τη γνώμη της γενικής εισαγγελέα, ο κανονισμός 2019/1157, ο οποίος θεσπίζει μέτρα παρεμφερή εκείνων που το Δικαστήριο εξέτασε στην απόφαση Schwarz σε σχέση με τα διαβατήρια, συνιστά περιορισμό των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη. Κατά συνέπεια, είναι αναγκαίο να εξακριβωθεί αν η επεξεργασία αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη.
Σχετικά με το αν οι περιορισμοί που απορρέουν από τον κανονισμό 2019/1157 ανταποκρίνονται σε σκοπό γενικού ενδιαφέροντος, η γενική εισαγγελέας εκτιμά ότι, δεδομένου ότι η έλλειψη ομοιογένειας ως προς τους μορφότυπους και τα χαρακτηριστικά ασφάλειας των εθνικών δελτίων ταυτότητας αυξάνει τον κίνδυνο απάτης και πλαστογράφησης εγγράφου, οι περιορισμοί που θεσπίζονται με τον κανονισμό 2019/1157, οι οποίοι αποσκοπούν στην πρόληψη του εν λόγω κινδύνου και, επομένως, στην προώθηση της αποδοχής των συγκεκριμένων δελτίων, επιδιώκουν τέτοιο σκοπό.
Επιπλέον, η γενική εισαγγελέας εκτιμά ότι οι εν λόγω περιορισμοί δεν υπερβαίνουν τα όρια του πρόσφορου και του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του κύριου σκοπού του εν λόγω κανονισμού. Ειδικότερα, δεν φαίνεται να υπάρχει εξίσου κατάλληλη αλλά λιγότερο επεμβατική μέθοδος, σε σύγκριση με τη λήψη και αποθήκευση δακτυλικών αποτυπωμάτων, για την επίτευξη, με εξίσου αποτελεσματικό τρόπο, του σκοπού του κανονισμού. Επιπλέον, ο κανονισμός 2019/1157 προσφέρει επαρκή και κατάλληλα μέτρα τα οποία διασφαλίζουν την αποτελεσματική προστασία της συλλογής, της αποθήκευσης και της χρήσης βιομετρικών αναγνωριστικών στοιχείων από κάθε είδους ακατάλληλη και καταχρηστική επεξεργασία. Τα εν λόγω μέτρα διασφαλίζουν ότι τα βιομετρικά αναγνωριστικά στοιχεία που αποθηκεύονται σε νεοεκδιδόμενο δελτίο ταυτότητας παραμένουν στη διάθεση του κατόχου του δελτίου μετά την έκδοση αυτού και ότι δεν είναι προσβάσιμα στο κοινό. Επιπλέον, ο κανονισμός 2019/1157 δεν παρέχει νομική βάση για τη δημιουργία ή τη διατήρηση εθνικών βάσεων δεδομένων ή κεντρικής βάσης δεδομένων σε επίπεδο Ένωσης.
Τέλος, όσον αφορά το ζήτημα του αν ο κανονισμός 2019/1157 συνάδει με την υποχρέωση διενέργειας εκτίμησης αντικτύπου σχετικά με την προστασία δεδομένων βάσει του άρθρου 35, παράγραφος 10, του ΓΚΠΔ, η γενική εισαγγελέας επισημαίνει ότι ο ΓΚΠΔ και ο κανονισμός 2019/1157 είναι πράξεις παράγωγου δικαίου οι οποίες έχουν την ίδια τυπική ισχύ στην ιεραρχία των πηγών του δικαίου της Ένωσης. Επιπλέον, δεν προκύπτει από κανένα σημείο του ΓΚΠΔ ότι η υποχρέωση διενέργειας εκτίμησης αντικτύπου, όπως προβλέπεται στο άρθρο του 35, παράγραφος 1, είναι δεσμευτική για τον νομοθέτη της Ένωσης, ούτε η διάταξη αυτή θεσπίζει κριτήριο σε σχέση με το οποίο θα πρέπει να αξιολογηθεί το κύρος ενός άλλου κανόνα παράγωγου δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου, κατά τη γνώμη της γενικής εισαγγελέα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δεν υπείχαν υποχρέωση διενέργειας εκτίμησης αντικτύπου στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας που κατέληξε στην έκδοση του κανονισμού 2019/1157.
1. Άρθρο 3, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1157 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για την ενίσχυση της ασφάλειας των δελτίων ταυτότητας των πολιτών της Ένωσης και των εγγράφων διαμονής που εκδίδονται για πολίτες της Ένωσης και τα μέλη των οικογενειών τους που ασκούν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας (ΕΕ 2019 L 188, σ. 67).2. Όσον αφορά την ίδια υποχρέωση σε σχέση με τα διαβατήρια, βλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2013, Schwarz, C-291/12 (βλ. ανακοινωθέν τύπου αριθ. 135/13).3. Άρθρο 35, παράγραφος 10, του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 2016 L 119, σ. 1).
Λουξεμβούργο, 29 Ιουνίου 2023
ΔΕΕ: Απορρίπτεται η αγωγή αποζημίωσης κατόχων ελληνικών χρεογράφων που μετείχαν στην αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους το 2012

Απόφαση στην υπόθεση T-868/16 QI κ.λπ. κατά Επιτροπής και ΕΚΤ«Αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους, εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης» Ενόψει της οικονομικής κρίσης και του κινδύνου χρεοκοπίας της Ελλάδας, η Eυρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών της ζώνης του ευρώ (Ευρωσύστημα), αφενός, και η Ελλάδα, αφετέρου, σύναψαν στις 15 Φεβρουαρίου 2012 συμφωνία για την ανταλλαγή των ελληνικών χρεογράφων τα οποία κατείχαν η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες με νέα χρεόγραφα, με ίδια ονομαστική αξία, επιτόκιο, ημερομηνίες καταβολής τόκων και αποπληρωμής, αλλά με διαφορετικούς αριθμούς σειράς και διαφορετικές ημερομηνίες.
Κατά το ίδιο διάστημα, οι ελληνικές αρχές και ο ιδιωτικός τομέας συμφώνησαν σε οικειοθελή ανταλλαγή και μείωση κατά 53,5 % της αξίας των χρεογράφων τα οποία κατείχαν οι ιδιώτες πιστωτές [Private Sector Involvement (PSI)]. Η Ευρωομάδα (Eurogroup) προσδοκούσε σημαντική συμμετοχή των ιδιωτών πιστωτών στην εν λόγω οικειοθελή ανταλλαγή χρεογράφων. Με το νόμο 4050/2012 της 23ης Φεβρουαρίου 2012, η Ελλάδα προέβη στην ανταλλαγή του συνόλου των χρεογράφων αυτών -περιλαμβανομένων των χρεογράφων τα οποία κατείχαν οι πιστωτές που είχαν απορρίψει την προσφορά οικειοθελούς ανταλλαγής- βάσει «ρήτρας συλλογικής δράσης» (CAC).
Ορισμένοι εκ των πιστωτών αυτών άσκησαν αγωγή αποζημίωσης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ζητώντας την αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν, κατόπιν της εφαρμογής υποχρεωτικής ανταλλαγής κρατικών χρεογράφων στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημόσιου χρέους το 2012, λόγω πράξεων ή συμπεριφορών, ιδίως, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, του Συμβουλίου, της Επιτροπής και της ΕΚΤ.
Με την σημερινή του απόφαση, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει, αρχικά, ότι η εξωσυμβατική ευθύνη της Ένωσης θεμελιώνεται εφόσον συντρέχει ένα σύνολο προϋποθέσεων:1) ο παράνομος χαρακτήρας της προσαπτόμενης στα όργανα της Ένωσης συμπεριφοράς,2) το υποστατό της ζημίας και3) η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του οργάνου και της προβαλλόμενης ζημίας.
Επ’ αυτού, το Γενικό Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι οι δηλώσεις της Ευρωομάδας δεν μπορούν να καταλογιστούν στην Ένωση ή στην ΕΚΤ, με αποτέλεσμα το ίδιο να είναι αναρμόδιο να αποφανθεί επί της τη νομιμότητάς τους στο πλαίσιο αγωγής αποζημίωσης, προκειμένου να εκτιμήσει τη στοιχειοθέτηση ενδεχόμενης εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης ή της ΕΚΤ.
Ειδικότερα, η Ευρωομάδα σχεδιάστηκε ως διακυβερνητικό όργανο, εκτός του θεσμικού πλαισίου της Ένωσης, με σκοπό να παράσχει στους υπουργούς των κρατών μελών με νόμισμα το ευρώ τη δυνατότητα να ανταλλάσσουν και να συντονίζουν τις απόψεις τους επί ζητημάτων σχετικών με τις κοινές αρμοδιότητές τους όσον αφορά το ενιαίο νόμισμα. Ως εκ τούτου, λειτουργεί ως σύνδεσμος μεταξύ του εθνικού και του ενωσιακού επιπέδου για τον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών αυτών των κρατών μελών. Η Ευρωομάδα έχει άτυπη φύση η οποία εξηγείται από τον σκοπό για τον οποίο ιδρύθηκε, δηλαδή, να διαθέτει η οικονομική και νομισματική ένωση ένα διακυβερνητικό εργαλείο συντονισμού, χωρίς παράλληλα να επηρεάζεται η αποστολή του Συμβουλίου, το οποίο βρίσκεται στον πυρήνα της διαδικασίας λήψης αποφάσεων σε επίπεδο Ένωσης στον τομέα της οικονομικής πολιτικής ούτε η ανεξαρτησία της ΕΚΤ.
Το Γενικό Δικαστήριο αρνείται, εν συνεχεία, ότι είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί της νομιμότητάς της κοινής δήλωσης των αρχηγών κρατών μελών και κυβερνήσεων της ζώνης του ευρώ στη σύνοδο κορυφής της ζώνης για το ευρώ. Σχετικά με την κοινή δήλωση των αρχηγών κρατών μελών ή κυβερνήσεων της ζώνης του ευρώ και των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι αυτή αν και υπερβαίνει το αμιγώς διακυβερνητικό πλαίσιο, δεν ήταν δυνατόν να οδηγήσει σε στοιχειοθέτηση εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης.
Έπειτα, το Γενικό Δικαστήριο εξετάζει εάν οι διάφορες πράξεις ή η αδράνεια των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, ενέχουν κατάφωρες παραβιάσεις κανόνων δικαίου της Ένωσης που απονέμουν δικαιώματα σε ιδιώτες.
Το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει, πρώτον, ότι οι κανόνες [1], που επικαλέστηκαν οι ενάγοντες για να υποστηρίξουν το επιχείρημα τους ότι η Ένωση και το Ευρωσύστημα ενήργησαν καθ’ υπέρβαση εξουσίας, δεν τους απονέμουν ειδικά δικαιώματα των οποίων η προσβολή θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει την εξωσυμβατική ευθύνη είτε της Ένωσης είτε της ΕΚΤ.
Δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει τον ισχυρισμό με τον οποίο προβάλλεται κατάφωρη παράβαση του άρθρου 123 ΣΛΕΕ.
Τρίτον, η άσκησή του δικαιώματος ιδιοκτησίας που προστατεύεται από το άρθρο 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς προς επιδίωξη σκοπών γενικού συμφέροντος.Τόσο η θέσπιση και η εφαρμογή του νόμου 4050/2012 όσο κι ο αποκλεισμός συμμετοχής του Ευρωσυστήματος από την αναδιάρθρωση του ελληνικού δημοσίου χρέους είχαν ως συνέπεια την προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας των εναγόντων. Όμως, εξυπηρετούν σκοπό γενικού συμφέροντος που συνίσταται στη διασφάλιση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της και δεν συνιστούν δυσανάλογη και ανεπίτρεπτη προσβολή του δικαιώματος αυτού.
Τέταρτον, εσφαλμένως προέβαλαν οι ενάγοντες παραβίαση από τα θεσμικά όργανα της Ένωσης ή από την ΕΚΤ της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων κατά την έννοια του άρθρου 63 ΣΛΕΕ.
Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι η σύναψη και η εφαρμογή της συμφωνίας ανταλλαγής της 15ης Φεβρουαρίου 2012 δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης. Οι ενάγοντες, ως ιδιώτες επενδυτές, και οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος δεν βρίσκονταν σε παρεμφερή θέση. Οι πρώτοι ενεργούσαν προς εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος, ενώ οι δεύτερες αποκλειστικά με γνώμονα σκοπούς γενικού συμφέροντος, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών και η ορθή διαχείριση της νομισματικής πολιτικής.
Βάσει των παραπάνω, το Γενικό Δικαστήριο απορρίπτει την αγωγή.
[1] Τα άρθρα 120 έως 127, το άρθρο 282, παράγραφος 2, καθώς και το άρθρο 352, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.
Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Λουξεμβούργο, 9/2/2022
ΔΕΕ – Η υποχρέωση ασφάλισης αυτοκινήτου δεν αίρεται απλώς και μόνο λόγω του ότι ένα ταξινομημένο όχημα δεν είναι σε δεδομένη χρονική στιγμή κατάλληλο για κυκλοφορία λόγω της τεχνικής του κατάστασης

Η σύναψη συμβάσεως ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων είναι υποχρεωτική όταν το οικείο όχημα είναι ταξινομημένο σε κράτος μέλος και δεν έχει αποσυρθεί προσηκόντως από την κυκλοφορία
Η υποχρέωση αυτή δεν αίρεται απλώς και μόνο λόγω του ότι ένα ταξινομημένο όχημα δεν είναι, σε δεδομένη χρονική στιγμή, κατάλληλο για κυκλοφορία λόγω της τεχνικής του καταστάσεως
Αυτό όρισε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την απόφασή του στην υπόθεση C‑383/19 Powiat Ostrowski κατά Ubezpieczeniowy Fundusz Gwarancyjny και ειδικότερα η απόφαση ορίζει:
«Στις 7 Φεβρουαρίου 2018 περιήλθε στην κυριότητα της Powiat Ostrowski (περιφέρειας Ostrów, Πολωνία), πολωνικού οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως, όχημα ταξινομημένο στην Πολωνία, δυνάμει δικαστικής αποφάσεως περί κατασχέσεως. Κατόπιν της κοινοποιήσεως της αποφάσεως αυτής, στις 20 Απριλίου 2018, η περιφέρεια ασφάλισε το όχημα από την επομένη ημέρα λειτουργίας των διοικητικών υπηρεσιών, ήτοι από τη Δευτέρα 23 Απριλίου 2018.
Λόγω της κακής τεχνικής καταστάσεως του οχήματος, η Powiat Ostrowski αποφάσισε να δρομολογήσει την καταστροφή του. Βάσει του πιστοποιητικού που εξέδωσε ο σταθμός αποσυναρμολογήσεως, η αποταξινόμηση του οχήματος πραγματοποιήθηκε στις 22 Ιουνίου 2018.
Στις 10 Ιουλίου 2018, το Ubezpieczeniowy Fundusz Gwarancyjny (Ταμείο Εγγυήσεως Ασφαλίσεων, Πολωνία) επέβαλε στην Powiat Ostrowski πρόστιμο ύψους 4 200 πολωνικών ζλότι (PLN) (περίπου 933 ευρώ) λόγω παραβάσεως της υποχρεώσεώς της να συνάψει σύμβαση ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία του εν λόγω οχήματος για το χρονικό διάστημα από τις 7 Φεβρουαρίου έως τις 22 Απριλίου 2018.
Η Powiat Ostrowski προσέφυγε ενώπιον του Sąd Rejonowy w Ostrowie Wielkopolskim (πρωτοβάθμιου περιφερειακού δικαστηρίου Ostrów Wielkopolski), ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι, κατά την επίμαχη περίοδο, δεν ήταν υποχρεωμένη να ασφαλίσει το όχημα. Το εν λόγω δικαστήριο ζήτησε από το Δικαστήριο να παράσχει διευκρινίσεις σχετικά με το κατά πόσον υφίσταται υποχρέωση συνάψεως συμβάσεως ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης (1) για όχημα ταξινομημένο σε κράτος μέλος, το οποίο βρίσκεται σε ιδιωτικό οικόπεδο, είναι ακατάλληλο για κυκλοφορία λόγω της τεχνικής του καταστάσεως και το οποίο, κατόπιν επιλογής του ιδιοκτήτη του, πρόκειται να καταστραφεί.
Με τη σημερινή απόφασή του, το Δικαστήριο κρίνει ότι η σύναψη συμβάσεως ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτου οχήματος είναι υποχρεωτική όταν το οικείο όχημα είναι ταξινομημένο σε κράτος μέλος, εφόσον δεν έχει αποσυρθεί προσηκόντως από την κυκλοφορία σύμφωνα με την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Πρώτον, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η σύναψη συμβάσεως ασφαλίσεως αστικής ευθύνης η οποία προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτου οχήματος είναι, καταρχήν, υποχρεωτική για όχημα ταξινομημένο σε κράτος μέλος, το οποίο βρίσκεται σε ιδιωτικό οικόπεδο και πρόκειται να καταστραφεί κατόπιν επιλογής του κυρίου του, ακόμη και όταν το όχημα αυτό δεν είναι, σε δεδομένη στιγμή, κατάλληλο για κυκλοφορία λόγω της τεχνικής του καταστάσεως.
Συναφώς, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η έννοια του «οχήματος» (2) είναι αντικειμενική και δεν εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί το οικείο όχημα ή από την πρόθεση του κυρίου ή άλλου προσώπου να το χρησιμοποιήσει πραγματικά.
Ωστόσο, η τεχνική κατάσταση ενός οχήματος ενδέχεται να μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου και η ενδεχόμενη επαναφορά του εξαρτάται από υποκειμενικούς παράγοντες, όπως, μεταξύ άλλων, η βούληση του κυρίου ή του κατόχου του να πραγματοποιήσει ή να αναθέσει την πραγματοποίηση των αναγκαίων επισκευών και η διαθεσιμότητα του απαιτούμενου προς τούτο προϋπολογισμού. Κατά συνέπεια, αν απλώς και μόνο το γεγονός ότι ένα όχημα είναι, σε δεδομένη στιγμή, ακατάλληλο για κυκλοφορία αρκούσε για να του στερήσει την ιδιότητα του οχήματος και, επομένως, αρκούσε για να απαλλαγεί το όχημα αυτό από την υποχρέωση ασφαλίσεως, θα διακυβευόταν ο αντικειμενικός χαρακτήρας της έννοιας του «οχήματος». Επιπλέον, η υποχρέωση ασφαλίσεως (3) δεν συνδέεται με τη χρήση του οχήματος ως μέσου μεταφοράς σε δεδομένη χρονική στιγμή, ούτε με το ζήτημα αν το συγκεκριμένο όχημα προκάλεσε, ενδεχομένως, ζημία. Κατά συνέπεια, το γεγονός και μόνον ότι ένα ταξινομημένο όχημα είναι, σε δεδομένη στιγμή, ακατάλληλο για κυκλοφορία λόγω της τεχνικής του καταστάσεως και επομένως δεν είναι σε θέση να προκαλέσει ζημία, έστω και αν αυτό συμβαίνει ήδη από τη μεταβίβαση του δικαιώματος κυριότητας του οχήματος, δεν αίρει την υποχρέωση ασφαλίσεώς του. Ομοίως, το γεγονός ότι ο κύριος του οχήματος ή άλλο πρόσωπο έχει την πρόθεση να το καταστρέψει δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι το εν λόγω όχημα χάνει, απλώς και μόνο λόγω της προθέσεως αυτής, την ιδιότητα του «οχήματος» και, ως εκ τούτου, απαλλάσσεται από την υποχρέωση ασφαλίσεως. Πράγματι, η εξάρτηση του χαρακτηρισμού ως «οχήματος» και του περιεχομένου της υποχρεώσεως ασφαλίσεως από αυτούς τους υποκειμενικούς παράγοντες δεν είναι δυνατή, διότι θα υπονόμευε την προβλεψιμότητα, τη σταθερότητα και τη συνέχεια της εν λόγω υποχρεώσεως, η τήρηση της οποίας είναι, ωστόσο, αναγκαία για την προάσπιση της ασφάλειας δικαίου.
Δεύτερον, το Δικαστήριο αποφαίνεται ότι είναι επιβεβλημένη η καταρχήν υποχρέωση ασφαλίσεως οχήματος ταξινομημένου σε κράτος μέλος, το οποίο βρίσκεται σε ιδιόκτητο οικόπεδο και πρόκειται να καταστραφεί κατόπιν επιλογής του ιδιοκτήτη του έστω και αν, σε δεδομένη στιγμή, δεν είναι κατάλληλο για κυκλοφορία λόγω της τεχνικής του καταστάσεως, αφενός, προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία των θυμάτων τροχαίων ατυχημάτων, δεδομένου ότι η παρέμβαση του οργανισμού αποζημιώσεως για τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από μη ασφαλισμένο όχημα (4) προβλέπεται μόνο στις περιπτώσεις όπου η σύναψη της συμβάσεως ασφαλίσεως είναι υποχρεωτική. Πιο συγκεκριμένα, η ερμηνεία αυτή διασφαλίζει ότι τα εν λόγω θύματα θα αποζημιωθούν, εν πάση περιπτώσει, είτε από τον ασφαλιστή, βάσει συμβάσεως συναφθείσας για τον σκοπό αυτό, είτε από τον οργανισμό αποζημιώσεως, στην περίπτωση που δεν τηρήθηκε η υποχρέωση ασφαλίσεως του εμπλεκομένου στο ατύχημα οχήματος ή δεν κατέστη δυνατόν να ταυτοποιηθεί το όχημα. Αφετέρου, εγγυάται επίσης κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την επίτευξη του σκοπού της διασφαλίσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας τόσο των οχημάτων που σταθμεύουν συνήθως στο έδαφος της Ένωσης όσο και των προσώπων που επιβαίνουν σε αυτά. Πράγματι, μόνον όταν μέσω της υποχρεωτικής ασφαλίσεως διασφαλίζεται η ισχυρή προστασία των εν δυνάμει θυμάτων των ατυχημάτων που προκαλούνται από τα αυτοκίνητα οχήματα μπορεί να ζητηθεί από τα κράτη μέλη (5) να απέχουν από τη διενέργεια συστηματικών ελέγχων ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία οχημάτων τα οποία εισέρχονται στο έδαφός τους από άλλο κράτος μέλος, πράγμα ουσιώδες για τη διασφάλιση της ως άνω ελεύθερης κυκλοφορίας.
Τρίτον, το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι, για να εξαιρεθεί ένα όχημα από την υποχρέωση ασφαλίσεως, είναι αναγκαίο να έχει αποσυρθεί επισήμως από την κυκλοφορία σύμφωνα με την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία. Ειδικότερα, μολονότι η ταξινόμηση οχήματος πιστοποιεί καταρχήν ότι το όχημα είναι κατάλληλο για κυκλοφορία και, ως εκ τούτου, για χρήση ως μέσο μεταφοράς, ενδέχεται ένα ταξινομημένο όχημα να είναι αντικειμενικώς ακατάλληλο για κυκλοφορία λόγω της κακής τεχνικής του καταστάσεως. Ωστόσο, η διαπίστωση της εν λόγω ακαταλληλότητας κυκλοφορίας και, ως εκ τούτου, η διαπίστωση της απώλειας της ιδιότητας του «οχήματος», πρέπει αμφότερες να γίνονται αντικειμενικώς. Συναφώς, καίτοι η αποταξινόμηση του οικείου οχήματος ενδέχεται να συνιστά τέτοια αντικειμενική διαπίστωση, το δίκαιο της Ένωσης (6) δεν ρυθμίζει τον τρόπο με τον οποίο ένα όχημα δύναται να αποσυρθεί νομίμως από την κυκλοφορία. Ως εκ τούτου, η νόμιμη απόσυρση δύναται να διαπιστωθεί, σύμφωνα με την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία, με κάποιον άλλο τρόπο πέραν της αποταξινόμησης του οικείου οχήματος.
1. Άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2009/103/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής (ΕΕ 2009, L 263, σ. 11)2. Άρθρο 1, σημείο 1, της οδηγίας 2009/1033. Άρθρο 3, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 2009/1034. Άρθρο 10, παράγραφος 1, της οδηγίας 2009/1035. Άρθρο 4 της οδηγίας 2009/1036. Οδηγία 2009/103