Alpha Bank: Στο 6,7% η δαπάνη των νοικοκυριών για διαρκή αγαθά στο β΄ τρίμηνο του 2023

Η συμμετοχή των διαρκών αγαθών στη συνολική καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών ακολουθεί ανοδική πορεία την τελευταία επταετία, φθάνοντας το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους στα υψηλά επίπεδα που είχαν καταγραφεί το 2008, σύμφωνα με το εβδομαδιαίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων της Alpha Bank. Τούτο αντανακλάται, μεταξύ άλλων, στην αύξηση των εσόδων από τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ), καθώς τα διαρκή αγαθά τείνουν να φορολογούνται με υψηλότερους συντελεστές.
Σημειώνεται ότι τα νοικοκυριά δεν αντλούν χρησιμότητα άμεσα από την κατανάλωση διαρκών αγαθών, την τρέχουσα περίοδο, αλλά κυρίως από τη μελλοντική ροή των υπηρεσιών που αυτά παρέχουν.
Συνεπώς, η καταναλωτική ζήτηση για διαρκή αγαθά παρουσιάζει μεγαλύτερη ευαισθησία στις μεταβολές του οικονομικού κύκλου σε σύγκριση με τις λοιπές κατηγορίες, δηλαδή τα μη διαρκή αγαθά και τις υπηρεσίες, καθώς τα νοικοκυριά, σε περιόδους μείωσης των εισοδημάτων τους, πιθανόν να αναστείλουν την απόκτηση διαρκών αγαθών, χωρίς να μειωθεί σημαντικά η χρησιμότητα που αντλούν σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα.
Η αλλαγή του μείγματος της κατανάλωσης με την αύξηση του μεριδίου των διαρκών αγαθών επιβεβαιώνεται και από την εξέλιξη ορισμένων βραχυχρόνιων δεικτών καταναλωτικής ζήτησης, όπως οι πωλήσεις ΙΧ επιβατικών αυτοκινήτων, καθώς και από τη βελτίωση των προθέσεων των καταναλωτών για την πραγματοποίηση μείζονων αγορών που συνιστούν πρόδρομο δείκτη διατήρησης της δυναμικής της ιδιωτικής κατανάλωσης.
Πιο αναλυτικά, τη διετία 2007-2008, δηλαδή πριν από την οικονομική κρίση, η κατανάλωση διαρκών αγαθών αντιπροσώπευε, κατά μέσο όρο, το 7,6% της καταναλωτικής δαπάνης των νοικοκυριών, με το εν λόγω ποσοστό στη συνέχεια να υποχωρεί σημαντικά και να διαμορφώνεται σε μόλις 3%, το τρίτο τρίμηνο του 2015. Έκτοτε ανέκαμψε σταδιακά, ενώ, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, διαμορφώθηκε σε 6,7%, το δεύτερο τρίμηνο του 2023. Η ανοδική πορεία της ζήτησης για διαρκή αγαθά προσδοκάται ότι θα συνεχιστεί, τα επόμενα τρίμηνα, καθώς υποστηρίζεται από παράγοντες, όπως:
• Η συνεχιζόμενη άνοδος της απασχόλησης κατά 1,6%, το πρώτο εννεάμηνο του τρέχοντος έτους, σε σύγκριση με το ίδιο διάστημα του 2022.
• Η αύξηση των μισθών όπως προσεγγίζεται από τον Δείκτη Μισθολογικού Κόστους3 , ο οποίος αυξήθηκε κατά 7,4% σε ετήσια βάση, το πρώτο εξάμηνο, δηλαδή σε υψηλότερο επίπεδο από τον πληθωρισμό με βάση τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (5,1%).
• Η επαναφορά και η παραμονή σε θετικό έδαφος, ήδη από τον Μάρτιο του 2022, της χρηματοδότησης για καταναλωτικούς σκοπούς -καθώς τα διαρκή αγαθά συνήθως έχουν υψηλότερο κόστος κτήσης- με την ετήσια αύξηση να διαμορφώνεται σε 2,6%4 , τον Σεπτέμβριο.
Επιπρόσθετα, οι νέες άδειες Ι.Χ. επιβατικών αυτοκινήτων καταγράφουν σημαντική αύξηση, κατά 14% σε ετήσια βάση, το πρώτο εννεάμηνο του 2023, και κατά 22% τον Σεπτέμβριο και 13,3% το τρίτο τρίμηνο του έτους.
Παράλληλα, το πρώτο οκτάμηνο του έτους, οι λιανικές πωλήσεις της κατηγορίας έπιπλαηλεκτρικά είδη-οικιακός εξοπλισμός, δηλαδή των διαρκών αγαθών, σημειώνουν μέση αύξηση κατά 6,1% σε όρους όγκου, δηλαδή έχοντας αφαιρέσει την επίδραση του πληθωρισμού.
Επιπλέον, αξίζει να εξετάσουμε την πορεία της ιδιωτικής οικοδομικής δραστηριότητας, η οποία, αν και αποτελεί δείκτη επενδυτικής ζήτησης, σε συνδυασμό με την άνοδο των τιμών των ακινήτων (βλ. Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων Alpha Bank της 28.9.2023) αντανακλά την ενισχυμένη ζήτηση για το αγαθό της κατοικίας.
Συγκεκριμένα, η ιδιωτική οικοδομική δραστηριότητα σε όρους όγκου (μ3 ) αυξήθηκε κατά 18,5%, τον Ιούλιο και κατά 16,4%, από την αρχή του έτους, ενώ παρόμοια θετική εικόνα καταγράφεται τόσο σε όρους επιφάνειας (μ2 ), όσο και σε αριθμό αδειών.
Όσον αφορά στις βραχυπρόθεσμες προοπτικές, σύμφωνα με τη μηνιαία έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, οι προθέσεις των καταναλωτών για πραγματοποίηση μείζονων αγορών το επόμενο δωδεκάμηνο, αν και παραμένουν έντονα αρνητικές, κατέγραψαν σημαντική βελτίωση, τον Οκτώβριο, στις -39 μονάδες, από -47,6 μονάδες, τον Αύγουστο.
Στην ίδια έρευνα εξειδικεύονται οι προθέσεις των καταναλωτών για αγορές διαρκών καταναλωτικών αγαθών τους προσεχείς δώδεκα μήνες σε τρία πρόσθετα ερωτήματα, που αφορούν στην πρόθεση: (i) αγοράς αυτοκινήτου, (ii) αγοράς, ή κατασκευής κατοικίας και (iii) πραγματοποίησης σημαντικών δαπανών για βελτίωση ή ανανέωση κατοικίας. Ο τελευταίος δείκτης ακολουθεί ανοδική πορεία κατά το τρέχον έτος, σημειώνοντας, στο τρίτο τρίμηνο, την υψηλότερη επίδοση που έχει καταγραφεί από το τέταρτο τρίμηνο του 2019, δηλαδή πριν από τις διαδοχικές εξωγενείς κρίσεις που έλαβαν χώρα την τελευταία τριετία. Ελαφρώς βελτιωμένος ήταν και ο δείκτης που αφορά στην πρόθεση των νοικοκυριών για αγορά αυτοκινήτου, το τρίτο τρίμηνο του 2023, σε σύγκριση με το προηγούμενο, ενώ οι προθέσεις για αγορά ή κατασκευή κατοικίας επιδεινώθηκαν. Το τελευταίο, ωστόσο, μπορεί εν μέρει να εξηγηθεί από την ανοδική πορεία των τιμών των οικιστικών ακινήτων (14,5% το πρώτο εξάμηνο του 2023 σε ετήσια βάση), αλλά και από την άνοδο του κόστους των οικοδομικών υλικών. Συγκεκριμένα, ο Δείκτης Τιμών Υλικών Κατασκευής Νέων Κτηρίων Κατοικιών συνεχίζει να αυξάνεται, αν και ο ρυθμός αύξησής του βαίνει μειούμενος (6,4%, τον Σεπτέμβριο του 2023 έναντι 12,4% τον ίδιο μήνα του 2022).

ΕΛΣΤΑΤ: Στα €17.037,48 η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών για αγορές

Στα 17.037,48 ευρώ ανήλθε το 2021 η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών για αγορές (1.419,79 το μήνα), καταγράφοντας αύξηση σε τρέχουσες τιμές 6,6% και σε σταθερές τιμές 1,4%, σε σχέση με το έτος 2020, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας Οικογενειακών Προϋπολογισμών της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής.
Όπως έδειξε η έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ:
-Το 50% των νοικοκυριών δαπανούν περισσότερα από 1.297 ευρώ το μήνα.
-Τα νοικοκυριά που διαμένουν σε ενοικιασμένη κατοικία δαπανούν το 18,9% του προϋπολογισμού τους, κατά μέσο όρο, για ενοίκιο.
-Το μερίδιο της μέσης δαπάνης για είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά και στέγαση των νοικοκυριών του φτωχότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 58,1% των δαπανών των νοικοκυριών, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ανέρχεται στο 36,3%.
-Η υψηλότερη μέση ετήσια δαπάνη καταγράφηκε στην Περιφέρεια Αττικής και ανήλθε σε 19.687,92 ευρώ, ενώ η χαμηλότερη στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδος και ανήλθε σε 12.236,64 ευρώ.
-Η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών το 2021 εμφανίζεται μειωμένη κατά 33,0% σε σύγκριση με το 2008.
Η συνολική ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών (αγορές), για το έτος 2021, ανήλθε στα 69.402.651,82 χιλιάδες ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 6,5% σε σύγκριση με το έτος 2020.
Η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών για αγορές, κατά το έτος 2020, ανήλθε σε 17.037,48 ευρώ (1.419,79 το μήνα), καταγράφοντας ετήσια αύξηση 6,6% (1.055,52 ευρώ) σε σχέση με το 2020. Σε πραγματικούς όρους, η μέση ετήσια δαπάνη των νοικοκυριών αυξήθηκε σε ποσοστό 1,4% ή 240,48 ευρώ, λόγω της επίδρασης του πληθωρισμού, σύμφωνα με τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του έτους 2020 (5,1%).
Η μέση ετήσια δαπάνη για κάθε άτομο, το 2021, ανήλθε στα 6.669,00 ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 6,6% ( 413,40 ευρώ ετησίως) σε σύγκριση με το 2020.
Σε τρόφιμα και ποτά οι περισσότερες δαπάνες
Το μεγαλύτερο μερίδιο των δαπανών του μέσου προϋπολογισμού των νοικοκυριών, σε τρέχουσες τιμές, αφορά:
o στα είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά (22,0%),o στη στέγαση (14,7%) καιo στις μεταφορές (12,7%),ενώ το μικρότερο μερίδιο των δαπανών (3,4%) αντιστοιχεί στις υπηρεσίες εκπαίδευσης
Η μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση δαπανών των νοικοκυριών, σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα (2020), παρουσιάζεται σε:
o εστιατόρια, καφενεία και ξενοδοχεία (18,6%),o αναψυχή και πολιτισμό (15,1%),o είδη ένδυσης και υπόδησης (14,6%),ενώ η μικρότερη ποσοστιαία αύξηση παρουσιάζεται στα είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά (1,3%).
Μείωση παρουσιάστηκε μόνο στις υπηρεσίες εκπαίδευσης (-3,8%).
Η μεγαλύτερη θετική μεταβολή στην ποσοστιαία συμμετοχή των διαφόρων δαπανών σε σταθερές τιμές 2021, σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα του έτους 2020, παρατηρείται στα εστιατόρια, καφενεία και ξενοδοχεία (1,1 ποσοστιαίες μονάδες), ενώ η μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση συμμετοχής στη στέγαση (-2,4 ποσοστιαίες μονάδες).
Όσον αφορά στις δαπάνες για είδη διατροφής και μη οινοπνευματώδη ποτά σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα (2020), αύξηση της μέσης μηνιαίας δαπάνης (τρέχουσες τιμές), παρατηρείται στα παρακάτω είδη:
o καφές, τσάι και κακάο (8,2%),o λοιπά είδη διατροφής (4,6%),o φρούτα (3,9%),o γαλακτοκομικά προϊόντα και αυγά (3,8%),o λαχανικά (2,9%),o ψάρια (2,0%),o κρέας (1,2%),ενώ μείωση της μέσης μηνιαίας δαπάνης (τρέχουσες τιμές), παρατηρείται στα παρακάτω είδη:o έλαια και λίπη (-6,7%),o ζάχαρη, μαρμελάδες, μέλι, σιρόπια, σοκολάτα (-6,1%) και,o μεταλλικά νερά, αναψυκτικά, χυμοί φρούτων και λαχανικών (-0,9%).
Υψηλότερες δαπάνες σε αστικά κέντρα
Σύμφωνα με την έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ, τα νοικοκυριά που διαμένουν σε αγροτικές περιοχές δαπανούν κατά μέσο όρο 1.105,47 ευρώ το μήνα, ενώ αυτά που διαμένουν σε αστικές περιοχές 1.514,96 ευρώ.
Επομένως, τα νοικοκυριά που διαμένουν σε αγροτικές περιοχές δαπανούν, κατά μέσο όρο, 27,0% λιγότερο από τα νοικοκυριά που διαμένουν σε αστικές περιοχές.
Τα νοικοκυριά που διαμένουν στην Περιφέρεια Αττικής δαπανούν, κατά μέσο όρο, το 115,6% της μέσης μηνιαίας δαπάνης των νοικοκυριών της Χώρας, ενώ αυτά που διαμένουν στην Περιφέρεια Στερεάς Ελλάδος το 71,8% αυτής.
Τα νοικοκυριά που διαμένουν στην Περιφέρεια Αττικής αύξησαν τις δαπάνες τους, κατά μέσο όρο, κατά 7,0%, ενώ αυτά που διαμένουν στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας κατά 3,2%.