Alpha Bank: Στα 4,9 δισ. δολάρια το δανειακό χαρτοφυλάκιο του shipping το 2026

Τον κομβικό ρόλο της στην ναυτιλιακή αγορά επισφραγίζει για ακόμα μια χρονιά η Alpha Bank με την ενεργό παρουσία της στο Ποσειδώνια 2026, τον κορυφαίο διεθνή θεσμό για τη ναυτιλία, επιβεβαιώνοντας τη θέση της ως σταθερού και διαχρονικού υποστηρικτή και χρηματοδότη της ελληνόκτητης ναυτιλίας και ως αξιόπιστου εταίρου της διεθνούς ναυτιλιακής αγοράς. Στο πλαίσιο της διοργάνωσης, η τράπεζα συμμετέχει ενεργά σε ένα ευρύ φάσμα εκδηλώσεων και συζητήσεων, ενισχύοντας τον διάλογο με πελάτες, συνεργάτες και θεσμικούς φορείς και συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διαμόρφωση των εξελίξεων στον κλάδο.
Όπως αναφέρεται σε σημερινή ανακοίνωση, μέσα από την πολυετή παρουσία της στη διοργάνωση, η τράπεζα συνεχίζει δυναμικά να αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην ελληνική ναυτιλιακή επιχειρηματικότητα και τη διεθνή αγορά, διευκολύνοντας τη ροή κεφαλαίων και την πρόσβαση σε σύγχρονα χρηματοοικονομικά εργαλεία.
Με συνέπεια, εξειδίκευση και βαθιά γνώση του κλάδου, η Alpha Bank επενδύει διαχρονικά στη ναυτιλία, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διατήρηση της ηγετικής θέσης της Ελλάδας στις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές και στη βιώσιμη ανάπτυξη ενός από τους σημαντικότερους πυλώνες της ελληνικής οικονομίας. Μάλιστα, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα οικονομικά στοιχεία, το δανειακό χαρτοφυλάκιο της τράπεζας στον τομέα της ναυτιλίας αγγίζει το α’ τρίμηνο 2026 τα 4,9 δισ. δολάρια έχοντας σημειώσει ετήσια αύξηση 19% σε σχέση με το α’ τρίμηνο του 2025 (4,1 δισ.δολάρια).
Η ισχυρή αυτή επίδοση αποτυπώνει τη στρατηγική επιλογή της Alpha Bank να στηρίζει σταθερά τη ναυτιλία σε όλες τις φάσεις του κύκλου της, ακόμη και σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας.
Αυτό που διαφοροποιεί την Alpha Bank στην αγορά, «είναι η σταθερή και διαχρονική στήριξη της ελληνικής ναυτιλίας σε όλο τον κύκλο της αγοράς», υπογράμμισε ο Chief of Shipping της Alpha Bank, Γιάννης Καραμανώλης, στο 10ο Ναυτιλιακό Συνέδριο της «Ναυτεμπορικής».
Ιδιαίτερα κρίσιμη χαρακτήρισε, επίσης, ο κ. Καραμανώλης τη στήριξη των μικρομεσαίων και οικογενειακών ναυτιλιακών επιχειρήσεων, τονίζοντας ότι συνιστούν τον βασικό πυλώνα της ελληνικής ναυτιλίας και ένα από τα διαχρονικά ανταγωνιστικά της πλεονεκτήματα. Με γνώμονα αυτό, η Alpha Bank δεν περιορίζεται στον ρόλο του χρηματοδότη, αλλά λειτουργεί ως στρατηγικός συνεργάτης, ενισχύοντας επενδύσεις, τον τεχνολογικό μετασχηματισμό και τη βιώσιμη ανάπτυξη του κλάδου. «Στόχος μας είναι η διατήρηση της ηγετικής θέσης της ελληνικής ναυτιλίας στη νέα εποχή της πράσινης μετάβασης, με στρατηγικές επενδύσεις στην καινοτομία, την εξωστρέφεια και τις σύγχρονες χρηματοοικονομικές λύσεις», δήλωσε ο Chief of Shipping της Alpha Bank.
Κλειδί η ανθεκτικότητα των επενδύσεων κόντρα στην αβεβαιότητα
O ρόλος των τραπεζών είναι από μόνος του ιδιαίτερα κομβικός για την πορεία της ελληνικής ναυτιλιακής επιχειρηματικότητας, ιδίως όταν αυτό συμβαίνει μέσα σε ένα ασταθές και ευμετάβλητο διεθνές περιβάλλον. Όπως εξήγησε ο κ. Καραμανώλης, οι γεωπολιτικές εξελίξεις, οι μεταβολές στις διεθνείς εμπορικές ισορροπίες και το αυστηρότερο κανονιστικό πλαίσιο έχουν μεταβάλει ακόμα και τον τρόπο αξιολόγησης του κινδύνου από τις τράπεζες.
Ειδικότερα, οι τράπεζες έχουν οδηγηθεί σε μια συντηρητική και προσεκτική αξιολόγηση κινδύνου λόγω της αυξημένης αβεβαιότητας του διεθνούς ναυτιλιακού γίγνεσθαι. Ωστόσο, παρά τις συνθήκες αυτές, η ελληνική ναυτιλία βρίσκεται στο επίκεντρο μιας νέας επενδυτικής περιόδου, με το order book των Ελλήνων πλοιοκτητών για την επόμενη τριετία να εκτιμάται στα 55 δισ. δολάρια, όπως επισήμανε ο ίδιος. Όλα αυτά «καθιστούν ακόμη πιο κρίσιμη την ύπαρξη ισχυρών τραπεζικών συνεργατών, σε μια πορεία ανανέωσης και του εκσυγχρονισμού του παγκόσμιου στόλου», υπογράμμισε, μεταξύ άλλων, ο κ. Καραμανώλης.

Επιδεινώνεται το δανειακό χαρτοφυλάκιο των τραπεζών

Ο ελληνικός τραπεζικός τομέας είναι σε καλύτερη θέση σε σχέση με το παρελθόν για να αντιμετωπίσει πιθανές διαταραχές και να επιτελέσει τον διαμεσολαβητικό του ρόλο, παρά την επιδείνωση που εμφανίζουν τα δανειακά χαρτοφυλάκια των πιστωτικών ιδρυμάτων, διαπιστώνει η Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας που δημοσιοποίησε σήμερα η Τράπεζα της Ελλάδος.
Όπως διαπιστώνει η Έκθεση, το πρώτο εξάμηνο του 2024 οι ελληνικές τράπεζες κατέγραψαν κέρδη μετά από φόρους και διακοπτόμενες δραστηριότητες ύψους 2,3 δισ. ευρώ, έναντι κερδών 1,9 δισ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2023.
Στην εξέλιξη αυτή συνέβαλε καθοριστικά η αύξηση των καθαρών εσόδων από τόκους και προμήθειες, με θετική συμβολή των εσόδων από πράξεις πληρωμών και τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων.
H κεφαλαιακή επάρκεια του τραπεζικού τομέα παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη το πρώτο εξάμηνο του 2024, καθώς η αύξηση των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων αντισταθμίστηκε από την αύξηση του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ενεργητικού.
Συγκεκριμένα, ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 ratio – CET1 ratio) σε ενοποιημένη βάση μειώθηκε οριακά σε 15,4% τον Ιούνιο του 2024 από 15,5% το Δεκέμβριο του 2023 και ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαίου (Total Capital Ratio – TCR) παρέμεινε αμετάβλητος στο 18,8%. Οι δείκτες αυτοί εξακολουθούν όμως να υπολείπονται του ευρωπαϊκού μέσου όρου (δείκτες CET1: 15,8% και TCR: 19,9% τον Ιούνιο του 2024). Επίσης, οι συνθήκες ρευστότητας του ελληνικού τραπεζικού τομέα παρέμειναν ικανοποιητικές το πρώτο εξάμηνο του 2024. 
Η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων το εν λόγω χρονικό διάστημα επιδεινώθηκε ελαφρώς, εξαιτίας της ενσωμάτωσης συγκεκριμένων κατηγοριών δανείων με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου στην περίμετρο των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), μετά από εποπτική απαίτηση. Επισημαίνεται ότι ο δείκτης ΜΕΔ σε επίπεδο τραπεζικού τομέα (Ιούνιος 2024: 6,9%) εξακολουθεί να παραμένει υψηλός και πολλαπλάσιος του ευρωπαϊκού μέσου όρου (Ιούνιος 2024: 2,3%).
Οι προοπτικές του ελληνικού τραπεζικού τομέα διαγράφονται θετικές. Ωστόσο, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τη μακροοικονομική πορεία της χώρας, η οποία επηρεάζεται και από εξωγενείς παράγοντες.
Η περαιτέρω όξυνση των γεωπολιτικών κινδύνων μπορεί να λειτουργήσει αρνητικά, ενώ μια απότομη ανατιμολόγηση των περιουσιακών στοιχείων στις διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίων μπορεί να επιφέρει σημαντικές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία. Επιπρόσθετα, η κλιματική αλλαγή και ο κίνδυνος κυβερνοεπιθέσεων αποτελούν σημαντικούς κινδύνους για την εύρυθμη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Συμπερασματικά, η εξασφάλιση συνθηκών χρηματοπιστωτικής σταθερότητας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την περαιτέρω θωράκιση του ελληνικού τραπεζικού τομέα. Ταυτόχρονα, αναδεικνύεται η σημασία της προώθησης των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων με στόχο την εμβάθυνση της Τραπεζικής Ένωσης και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας σε επίπεδο ΕΕ.