Συρρίκνωση της γερμανικής οικονομίας κατα 0,3% το β΄ τρίμηνο

Συρρίκνωση κατά 0,3% εμφάνισε η γερμανική οικονομία το β΄ τρίμηνο του 2025 σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο, όπως έδειξαν τα στοιχεία που ανακοίνωσε σήμερα η ομοσπονδιακή στατιστική υπηρεσία, αναθεωρώντας καθοδικά την αρχική της εκτίμηση για μείωση 0,1%.
Η βιομηχανική παραγωγή ιδιαίτερα, εμφάνισε χειρότερες επιδόσεις απ’ ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί, ανακοίνωσε η υπηρεσία.
Η κατανάλωση των νοικοκυριών, στο μεταξύ, αναθεωρήθηκε καθοδικά σε αύξηση μόλις 0,1%, ενώ οι κυβερνητικές δαπάνες αυξήθηκαν κατά 0,8% το προηγούμενο τρίμηνο. Οι επενδύσεις μειώθηκαν σημαντικά κατά 1,4% το β΄ τρίμηνο.
«Η βιομηχανική παραγωγή, ειδικότερα, αποδείχθηκε πιο αδύναμη απ’ ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί», σημείωσε η στατιστική υπηρεσία.
Η συρρίκνωση αποτελεί σοβαρό πλήγμα για τη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, ανατρέποντας τις προσδοκίες για ταχεία έξοδο από τη διετή ύφεση που ακολούθησε τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία, μεταδίδει το Bloomberg. Το πρώτο τρίμηνο του 2025, το ΑΕΠ είχε σημειώσει αύξηση 0,3%, κυρίως λόγω των προεξοφλημένων εξαγωγών προς τις ΗΠΑ, ώστε να αποφευχθούν οι δασμοί.
Στη σκιά των δασμών Τραμπ, οι συνολικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών υποχώρησαν κατά 0,1% από το α΄ τρίμηνο, σύμφωνα με τα στοιχεία της υπηρεσίας.

Στάσιμη για τρίτη συνεχή χρονιά η γερμανική οικονομία

Στο 0,0% αναθεώρησε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση την πρόβλεψή της για την ανάπτυξη της οικονομίας κατά το τρέχον έτος, επιβεβαιώνοντας τις εκτιμήσεις για στασιμότητα. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η οικονομία δεν θα αναπτυχθεί για τρία διαδοχικά χρόνια.
Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές τις οποίες επικαλείται η Handelsblatt, η γερμανική οικονομία αναμένεται να παραμείνει στάσιμη και για το 2025, κάτω από το 0,3% που προέβλεπε ακόμη τον Ιανουάριο. Για το 2026, η κυβέρνηση αναμένει ανάπτυξη 1%, οριακά χαμηλότερη από το 1,1% της τελευταίας πρόβλεψης.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναθεώρησε επίσης επί τα χείρω τις προοπτικές ανάπτυξης της Γερμανίας, ενώ τον Ιανουάριο προέβλεπε ανάπτυξη 0,3%. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η Γερμανία είναι η μόνη χώρα της Ομάδας των Επτά (G7) η οποία θα έχει φέτος στασιμότητα στην οικονομία της. Το Ταμείο είναι επίσης απαισιόδοξο και για το 2026, καθώς προβλέπει ασθενή ανάπτυξη, ύψους 0,9% έναντι 1% που προέβλεπε τον περασμένο Ιανουάριο.
Όπως επισημαίνει η Handelsblatt, ο μελλοντικός κυβερνητικός συνασπισμός μεταξύ της Χριστιανικής Ένωσης (CDU/CSU) και Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) «δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στο πακέτο δανεισμού για τις επενδύσεις και την άμυνα το οποίο έχει ήδη εγκρίνει το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο, αλλά θα έχει το τριπλό καθήκον να εξαλείψει άμεσα την αβεβαιότητα, να προσφέρει βραχυπρόθεσμα οικονομικά κίνητρα και να προστατεύσει μεσοπρόθεσμα τις δυνατότητες της γερμανικής οικονομίας».
Η περαιτέρω πορεία της γερμανικής οικονομίας εντός του έτους θεωρείται ωστόσο δύσκολο να προβλεφθεί, κυρίως λόγω του ενδεχομένου επιβολής επιπλέον δασμών από τις ΗΠΑ. «Οι γερμανικές εταιρίες είναι ήδη πολύ αναστατωμένες από τον διεθνή ανταγωνισμό και η αβεβαιότητα για τα επόμενα βήματα του Ντόναλντ Τραμπ τους κάνει τώρα να αναβάλλουν ακόμη περισσότερο τις επενδύσεις τους», αναφέρει η οικονομική εφημερίδα. Πρόσφατα το Ινστιτούτο Οικονομικών Μελετών (IfW) του Κιέλου είχε εκτιμήσει ότι εάν τελικά επιβληθούν δασμοί ύψους 20% στα εισαγόμενα από την Ευρωπαϊκή Ένωση προϊόντα, οι απώλειες για την Γερμανία θα έφθαναν τα 13 δισεκατομμύρια ευρώ, οι οποίες θα συνεπάγονταν επιπλέον συρρίκνωση του ΑΕΠ, το οποίο μειώθηκε το 2024 κατά 0,2%.

Αδύναμη η γερμανική οικονομία στο τέλος του έτους

Ενώ διανύουμε ήδη το δεύτερο μισό του Δεκεμβρίου, πλησιάζοντας το τέλος άλλης μιας δύσκολης χρονιάς, η γερμανική οικονομία “παραμένει αδύναμη”, σύμφωνα με τον Κλέμενς Φουστ, επικεφαλής του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών Ifo του Μονάχου. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι ενόψει Χριστουγέννων θα έπρεπε να παρατηρείται αυξημένη κινητικότητα σε πολλούς τομείς της οικονομίας.

 

 

Σύμφωνα με τα νέα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το Ιfο, ο δείκτης επιχειρηματικού κλίματος, που προκύπτει από στοιχεία και αξιολογήσεις περίπου 9.000 διευθυντικών στελεχών ανά τη Γερμανία, υποχώρησε τον Νοέμβριο στις 86,4%, παρά μια μικρή ανοδική τάση που είχε καταγράψει τους προηγούμενους μήνες και παρά την ανοδική τάση που καταγράφει ο δείκτης DAΧ στο Χρηματιστήριο της Φρανκφούρτης.
Πιέσεις στον κατασκευαστικό κλάδο και τη μεταποίηση
Βάσει της έρευνας του οικονομικού ινστιτούτου του Μονάχου, το θετικό επιχειρηματικό κλίμα στον τομέα της γερμανικής μεταποίησης έχει μειωθεί “αισθητά”, με τις παραγγελίες να καταγράφουν διαρκώς πτωτική τάση. Αρνητική είναι και η τάση που καταγράφεται στον τομέα του λιανικού εμπορίου, με το Ifo να χαρακτηρίζει “απογοητευτική” την γενική επιχειρηματική εικόνα ενόψει Χριστουγέννων.
Ο κλάδος εκείνος όμως που φαίνεται ότι σημειώνει την χειρότερη πτώση στον δείκτη επιχειρηματικού κλίματος από το 2005 είναι ο κατασκευαστικός, ο οποίος εμφανίζεται ιδιαίτερα πιεσμένος εξαιτίας δύο βασικών παραγόντων: του αυξημένου κόστους παραγωγής εξαιτίας των ακόμη υψηλών τιμών ενέργειας, αλλά και της έλλειψης εργατικών χεριών.
Αντίθετα οι κλάδοι που εμφανίζουν μικρή βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος είναι ο κλάδος των υπηρεσιών και της γαστρονομίας. Αξίζει να σημειωθεί όμως ότι από 1ης Ιανουαρίου αναμένεται και στον τομέα της εστίασης αύξηση του ΦΠΑ, γεγονός που ενδέχεται να απομακρύνει πολλούς πελάτες από τα τραπέζια των ρεστοράν.
Αύξηση φόρων, μείωση δαπανών και αβεβαιότητα
Όπως σχολιάζει στο δίκτυο ZDF o Aντρέας Σόιερλε, ειδικός στην DekaBank, “οι επιχειρήσεις δεν τα βρίσκουν όλα εύκολα στη Γερμανία. Το ενεργειακό κόστος, οι μισθοί και οι φόροι είναι πολύ υψηλοί, το επίπεδο επαγγελματικής κατάρτισης πέφτει και η ψηφιακή υποδομή της χώρας κρίνεται ανεπαρκής”. Μάλιστα εκτιμά ότι παρά τη συμφωνία για τον προϋπολογισμό, η δημοσιονομική κρίση θα αφήσει το αποτύπωμά της και στους παραγωγικούς κλάδους με πρόσθετες επιβαρύνσεις που θα προκύψουν από “αυξήσεις φόρων, μείωση δαπανών και αρκετή αβεβαιότητα”.
Όπως επισημαίνει το ίδιο ρεπορτάζ του ZDF, ούτε το 2024 η προοπτική της γερμανικής οικονομίας αναμένεται ρόδινη, παρά τις εκτιμήσεις της Bundesbank για ελαφρά ανάπτυξη. Πάντως κορυφαία γερμανικά οικονομικά ινστιτούτα όπως το Ifo, το DIW του Βερολίνου και το IWH από το Χάλε μειώνουν προς τα κάτω τις προβλέψεις τους για το 2024 αναμένοντας ανάπτυξη μόλις στο 0,5% έως το πολύ 0,9% του ΑΕΠ.
Έρευνα της Deutsche Bank αναφέρει μάλιστα ότι το 16% των γερμανικών επιχειρήσεων δεν επιθυμεί να προχωρήσει σε καμία νέα επένδυση το 2024, ενώ το 27% θα επενδύσει περιορισμένα σε σχέση με το 2023. Το 13% αναμένει αύξηση των εξόδων τους και το 45% των γερμανικών επιχειρήσεων υπολογίζει σε ίδια έξοδα, και όχι λιγότερα, σε σχέση με το 2023.Πηγή: Deutsche Welle

Bundesbank: Σε ύφεση η γερμανική οικονομία το α΄ τρίμηνο

Ύφεσης… συνέχεια και το τρέχον τρίμηνο για τη γερμανική οικονομία προβλέπει η Bundesbank, καθώς τα νέα κρούσματα του κορωνοϊού κρατούν πολλούς εργαζομένους μακριά από τη δουλειά τους. 
Η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης κατέγραψε υποχώρηση από τους ρυθμούς ανάκαμψης και το τελευταία τρίμηνο του 2021, καθώς η βιομηχανία αντιμετώπισε εκτεταμένα προβλήματα στον εφοδιασμό, λόγω των διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Και αυτή η παράμετρος μπορεί να υποχωρεί σταδιακά, ωστόσο, η εξάπλωση της παραλλαγής Όμικρον δημιουργεί νέα προβλήματα επηρεάζοντας τις υπηρεσίες και συνολικά την απασχόληση.
Όπως επισημαίνει στη μηνιαία της έκθεση η κεντρική τράπεζα της Γερμανίας, σε αντίθεση με τα προηγούμενα κύματα της πανδημίας, αυτήν τη φορά δεν είναι μόνο η δραστηριότητα στον τομέα των υπηρεσιών που πιθανότατα επηρεάζεται από τα μέτρα περιορισμού και τις αλλαγές στην κινητικότητα.
Οι απουσίες εργαζομένων λόγω της πανδημίας είναι πιθανό να επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό την οικονομική δραστηριότητα και σε άλλους τομείς.
Η Bundesbank εκτιμά ότι χάρη στη σταδιακή αντιμετώπιση των διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα και στην αυξημένη ζήτηση, η βιομηχανία θα δώσει ώθηση στην οικονομία, θέτοντας τις βάσεις για ανάκαμψη την άνοιξη, υπό την προϋπόθεση ότι η πανδημία θα υποχωρήσει.

Ifo Μονάχου: Αναμένεται συρρίκνωση της γερμανικής οικονομίας κατά 6,6%

Κατά 6,6% θα συρρικνωθεί η γερμανική οικονομία για το τρέχον έτος, ενώ το 2021 θα αναπτυχθεί κατά 10,2%, προβλέπει το Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών Ifo του Μονάχου.
Σύμφωνα με την επικαιροποιημένη Οικονομική Πρόβλεψη του Ifo για την περίοδο 2020-21, η οποία δόθηκε σήμερα στην δημοσιότητα, οι συμμετέχοντες στην έρευνα εκτιμούν ότι η κατάσταση των επιχειρήσεων θα επιστρέψει πιθανότατα σε κανονικά επίπεδα σε εννέα μήνες, επισημαίνει ο επικεφαλής των ερευνών του Ινστιτούτου Τίμο Βόλμερσχόιζερ.
«Αυτό σημαίνει ότι έπειτα από μια “βουτιά” 12,4% κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2020, η οικονομία λογικά θα ανακάμψει περίπου στα μέσα του 2021. Μόνο τότε η παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών θα επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα», εξηγεί, αλλά διευκρινίζει ταυτόχρονα και ότι η πρόβλεψη εξαρτάται κατά πολύ από το πόσο γρήγορα θα μπορέσει κάθε επιχείρηση να εξομαλύνει την δική της παραγωγή. Οι ίδιες οι επιχειρήσεις, που αποτελούν το δείγμα τακτικής έρευνας του Ifo, εκτιμούν ότι αυτό θα συμβεί σε διάστημα πέντε μηνών.
Σε αυτήν την περίπτωση, η συρρίκνωση της οικονομίας για φέτος θα περιοριζόταν στο 3,9%, ενώ αντίστοιχα η ανάκαμψη για το 2021 θα έφθανε το 7,4%. Στο «χειρότερο σενάριο» όμως, εάν οι επιχειρήσεις χρειάζονταν 16 μήνες προκειμένου να επανέλθουν σε κανονική λειτουργία, η ύφεση θα έφθανε φέτος το 9,3%, ενώ η οικονομία θα ανέκαμπτε το 2021 κατά 9,5% και η ανοδική πορεία της θα συνεχιζόταν και το 2022.
Την πιο αργή επιστροφή σε κανονικούς ρυθμούς προβλέπει για τον εαυτό του ο κλάδος του τουρισμού, ενώ ακολουθούν η γαστρονομία και η αυτοκινητοβιομηχανία. Επιπλέον, οι υπεύθυνοι για την έρευνα διευκρινίζουν ότι οι εκτιμήσεις τους δεν βασίζονται στην υπόθεση ότι ο κορονοϊός έχει ηττηθεί, αλλά στο «δεδομένο» ότι η εξάπλωσή του μπορεί να τεθεί υπό έλεγχο και ότι ένα δεύτερο κύμα της πανδημίας ενδεχομένως να αποφευχθεί. Συνεκτιμά πάντως το «κύμα χρεοκοπιών» που προβλέπεται τόσο για την Γερμανία όσο και για τις συνεργαζόμενες αγορές, το οποίο «μπορεί να οδηγήσει σε στρεβλώσεις στο οικονομικό σύστημα και να απαιτήσει διορθώσεις στις παγκόσμιες αλυσίδες αξιών».
Ιδιαίτερα φαίνεται ότι πλήττεται από την κρίση και ο κλάδος των κατασκευών, ο οποίος, σύμφωνα με την Ένωση Κατασκευαστικών Βιομηχανιών (HDB), προβλέπει στασιμότητα για το τρέχον έτος, με τζίρο στα επίπεδα του 2019, κοντά στα 135 δισεκατομμύρια ευρώ και μείωση των τιμών κατά 3% σε πραγματικούς όρους.
«Ο ανταγωνισμός αυξάνεται και οι τιμές πέφτουν. Ας μην προσποιούμαστε, τα περιθώρια θα μειωθούν πολύ», δηλώνει ο Πρόεδρος της Ένωσης Πέτερ Χούμπνερ και εκτιμά ότι η πανδημία του κορωνοϊού θα αφήσει και σε αυτόν τον κλάδο έντονα τα σημάδια της, αλλά θα καταστεί τελικά εφικτή η διατήρηση των 870.000 θέσεων εργασίας. Ιδιαίτερα επιβαρυντικό ήταν για τον κλάδο το γεγονός ότι το 2020 ξεκίνησε με καθυστερήσεις ύψους 52 δισεκατομμυρίων στις παραγγελίες από τους προμηθευτές του εξωτερικού, οι οποίοι είχαν ήδη αρχίσει να πλήττονται από την κρίση. Τώρα, η παραγωγή επιβραδύνεται επιπλέον από τους νέους κανόνες υγιεινής και από την ακύρωση παραγγελιών.
«Οι κατασκευές άντεξαν πάντως περισσότερο από άλλους κλάδους», επισημαίνει ο κ. Χούμπνερ και προβλέπει ότι στην μετά την πανδημία εποχή «θα ηγηθούν της προσπάθειας οικονομικής ανάκαμψης». 
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ