Ούτε ένα περιστατικό γρίπης στην Ελλάδα για πρώτη φορά στα χρονικά

Ένας από τους μεγαλύτερους φόβους που υπήρχε το περασμένο φθινόπωρο όσον αφορά τις αντοχές του Εθνικού Συστήματος Υγείας, ήταν η πιθανή χρονική σύμπτωση της πανδημίας και ειδικότερα της νόσου covid-19.
Τελικά, οι φόβοι αυτοί αποδείχθηκαν αβάσιμοι, καθώς από τον Σεπτέμβριο του 2020 έως σήμερα και μετά από 15 χρόνια παρατήρησης και αναφοράς, οι επιστήμονες φέτος δεν απομόνωσαν τον ιό της γρίπης στα εργαστήριά τους.
Κατά τη διάρκεια της φετινής επιτήρησης της γρίπης για την περίοδο 2020-2021 (ξεκίνησε την εβδομάδα 28 Σεπτεμβρίου 2020), τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και στην Ελλάδα, η δραστηριότητα της γρίπης μέχρι και σήμερα παρέμεινε σε χαμηλά για την εποχή επίπεδα.

Βήχουν περισσότερο όσοι έχουν μολυνθεί με τον μεταλλαγμένο κορωνοϊό

Όσοι έχουν βρεθεί θετικοί στην νέα παραλλαγή του κορωνοϊού, που εντοπίστηκε πρώτα στη Βρετανία, είναι πιθανότερο να εμφανίζουν συμπτώματα όπως βήχας, πονόλαιμος και κόπωση, αλλά λιγότερο πιθανό να εμφανίσουν αγευσία και ανοσμία, όπως προκύπτει από μια βρετανική μελέτη.
Η παραλλαγή, η οποία εμφανίστηκε τον Δεκέμβριο στη νοτιοανατολική Αγγλία, θεωρείται ότι είναι περισσότερο μεταδοτική και ενδεχομένως να συνδέεται με υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας παρότι τα στοιχεία που υποδηλώνουν αυξημένα ποσοστά θανάτων δεν είναι ακόμη ισχυρά και είναι αβέβαια.
Η Βρετανική Στατιστική Υπηρεσία ανακοίνωσε ότι έχουν παρατηρηθεί και άλλες διαφορές μεταξύ εκείνων που έχουν μολυνθεί από την παραλλαγή του Ηνωμένου Βασιλείου και άλλων με COVID-19.
«Η απώλεια της γεύσης και η απώλεια της όσφρησης ήταν σημαντικά λιγότερο κοινές στα θετικά τεστ που ήταν συμβατά με την νέα παραλλαγή παρά στα τριπλά θετικά», ανέφερε η Υπηρεσία σε μια ανάλυση των χαρακτηριστικών ανθρώπων στην Αγγλία με COVID-19, η οποία αφορά την περίοδο από 15 Νοεμβρίου 2020 ως 16 Ιανουαρίου 2021.
Ένα «τριπλά θετικό» αποτέλεσμα σε PCR τεστ (δηλαδή με την μοριακή μέθοδο ανάλυσης PCR) υποδηλώνει ότι κάποιος έχει μολυνθεί με τον κορωνοϊό, αλλά όχι με τη βρετανική παραλλαγή.
«Άλλα συμπτώματα ήταν περισσότερο κοινά στους μολυσμένους με τη νέα παραλλαγή με τις μεγαλύτερες διαφορές να είναι ο βήχας, ο πονόλαιμος, η κόπωση, η μυαλγία και ο πυρετός», επισημαίνει η Υπηρεσία.
«Δεν υπάρχουν αποδείξεις για διαφορές αναφορικά με τα συμπτώματα του γαστρεντερικού συστήματος, της δύσπνοιας και των πονοκεφάλων», προστίθεται.
ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η απώλεια όσφρησης πιο αξιόπιστο σημάδι από τον βήχα για Covid-19

Η απώλεια της αίσθησης της όσφρησης αποτελεί πιθανώς πιο αξιόπιστο δείκτη ως σύμπτωμα για τη νόσο Covid-19 από ό,τι είναι ο βήχας, σύμφωνα με Βρετανούς επιστήμονες.
Οι ερευνητές του Πανεπιστημιακού Κολλεγίου του Λονδίνου (UCL), με επικεφαλής την καθηγήτρια Ρέιτσελ Μπάτερχαμ, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό «PLoS Medicine», μελέτησαν 590 ανθρώπους που κατά τον προηγούμενο μήνα είχαν χάσει την όσφρηση τους ή/και τη γεύση τους και βρήκαν ότι το 78% (οι τέσσερις στους πέντε) είχαν αντισώματα έναντι του κορονοϊού SARS-CoV-2. Από όσους είχαν αντισώματα, το 40% ήταν κατά τα άλλα ασυμπτωματικοί, χωρίς καθόλου βήχα ή πυρετό.
Η μελέτη βρήκε ότι τα άτομα με αιφνίδια και οξεία απώλεια όσφρησης έχουν σχεδόν τριπλάσια πιθανότητα να έχουν αντισώματα κατά του κορονοϊού, σε σχέση με όσους έχουν απώλεια γεύσης. Οι ερευνητές ανέφεραν ότι η υπερβολική έμφαση στον πυρετό και στον βήχα ως κύρια συμπτώματα της Covid-19 είναι πιθανώς εσφαλμένη και τόνισαν ότι η απώλεια όσφρησης πρέπει πλέον να αναγνωριστεί διεθνώς ως βασικό σύμπτωμα της Covid-19 και όχι ως δευτερεύον.
«Σήμερα, οι περισσότερες χώρες του κόσμου δεν αναγνωρίζουν την ξαφνική απώλεια όσφρησης ως σύμπτωμα της Covid-19. Τα ευρήματα μάς δείχνουν ότι οι άνθρωποι που προσέχουν πως χάνουν την ικανότητά τους να μυρίζουν π.χ. το σκόρδο, τον καφέ και τα αρώματα, πρέπει να αυτο-απομονωθούν και να κάνουν μοριακό τεστ», ανέφερε η δρ Μπάτερχαμ.
Μολονότι η απώλεια όσφρησης δεν εκδηλώνεται σε όλους τους ασθενείς Covid-19, το φαινόμενο είναι τελικά αρκετά συχνό (περίπου στο 60% των ασθενών σύμφωνα με προηγούμενη μελέτη του Βασιλικού Κολλεγίου του Λονδίνου) και πρέπει να δημιουργεί υποψίες, ακόμη κι αν δεν συνοδεύεται από βήχα ή πυρετό. Η απώλεια όσφρησης λόγω της λοίμωξης από τον κορονοϊό είναι κάτι διαφορετικό και πιο έντονο από ό,τι το μπλοκάρισμα της όσφρησης και την αλλοίωση της γεύσης εξαιτίας ενός κρυολογήματος.
Οι άνθρωποι με κορωνοϊό που χάνουν μόνο την όσφρησή τους, χωρίς άλλο σύμπτωμα, είναι ιδιαίτερα επικίνδυνοι να μεταδώσουν τον ιό σε άλλους, επειδή συνήθως νιώθουν καλά, δεν έχουν επίγνωση ότι είναι φορείς του κορωνοϊού και δεν παίρνουν ιδιαίτερα μέτρα προστασίας των άλλων.
ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ