Το κλείσιμο που δεν ανακοινώθηκε – Όταν ένα στρατηγικό πέρασμα γίνεται μη ασφαλίσιμο

Ο άνθρωπος που έκλεισε τα Στενά του Ορμούζ δε φορούσε στρατιωτική στολή. Καθόταν σε ένα γραφείο στο Λονδίνο και αποφάσισε να μην ανανεώσει ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Όσο απλοϊκή και αν ακούγεται η παραπάνω περιγραφή, αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό το τι συνέβη τον Μάρτιο του 2026 σε έναν από τους σημαντικότερους κόμβους του παγκόσμιου εμπορίου, τα Στενά του Ορμούζ. 
——— Γράφει η Ειρήνη Βόλη, Ναυτιλιακή Οικονομολόγος
Η στρατηγική σημασία των στενών αναφέρεται συχνά με όρους γεωπολιτικής ισχύος, ναυτικών στόλων και στρατιωτικών ισορροπιών, ωστόσο η καθημερινή λειτουργία της ναυτιλίας στην περιοχή εξαρτάται από έναν παράγοντα που σπάνια γίνεται αντικείμενο δημόσιας συζήτησης και δεν είναι άλλος από τη διαχείριση και την ασφάλιση του κινδύνου.
Η σύγχρονη ναυτιλία βασίζεται σε ένα σύνθετο οικοσύστημα εγγυήσεων που επιτρέπει στο διεθνές εμπόριο να λειτουργεί ακόμη και σε περιοχές έντονης αστάθειας και στο επίκεντρο αυτού του συστήματος βρίσκονται οι ναυτασφαλίσεις που αφορούν τις καλύψεις για το πλοίο, το φορτίο και την ευθύνη προς τρίτους. Κάτι που αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε περιοχές γεωπολιτικής έντασης είναι η ασφάλιση πολεμικού κινδύνου (war risk insurance), η οποία καλύπτει ζημιές που σχετίζονται με πολεμικές ενέργειες, επιθέσεις ή άλλες μορφές ένοπλης απειλής.
Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς λειτουργεί αυτός ο μηχανισμός. Από τη δεκαετία του 1980 και τον λεγόμενο «Tanker War» έως και σήμερα, με τις πιο πρόσφατες εντάσεις στον Περσικό Κόλπο, η ναυτιλιακή δραστηριότητα στην περιοχή επηρεάζεται άμεσα από την αξιολόγηση κινδύνου που πραγματοποιούν οι διεθνείς ασφαλιστικές αγορές. Οι underwriters και τα P&I Clubs αξιολογούν διαρκώς τις γεωπολιτικές εξελίξεις, τις στρατιωτικές κινήσεις και τα περιστατικά που σημειώνονται στη θάλασσα, προσαρμόζοντας αντίστοιχα τους όρους ασφάλισης. Όταν ο κίνδυνος αυξάνεται, το άμεσο αποτέλεσμα είναι η αύξηση των ασφαλίστρων και αυτό σημαίνει πως τα πλοία που διέρχονται από περιοχές υψηλού κινδύνου υποχρεούνται να καταβάλουν πρόσθετα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου, τα οποία μπορούν να μεταβάλουν σημαντικά το κόστος ενός ταξιδιού, κάνοντάς το από ακριβό έως δυσβάσταχτο. Τον Μάρτιο του 2026, το Στενό του Ορμούζ δεν έκλεισε de facto, αλλά λειτούργησε ως de facto κλειστό για μεγάλο μέρος της εμπορικής ναυτιλίας, καθώς η εκτίναξη του κινδύνου και η απόσυρση ασφαλιστικών καλύψεων περιόρισαν δραστικά τις διελεύσεις. Με λίγα λόγια, γίνεται σαφές πως, όταν ο underwriter αποχωρεί από το τραπέζι, δεν υπάρχει πλέον εμπόριο. Τα Στενά του Ορμούζ, λοιπόν, δεν κλείνουν μόνο αν εκτοξευτούν πύραυλοι. Αρκεί να εκτοξευτεί ο κίνδυνος, τόσο ώστε να γίνει «μη ασφαλίσιμος». Αποκαλύπτεται, λοιπόν, μια λιγότερο ορατή διάσταση της γεωπολιτικής πραγματικότητας, πως παρόλο που ο έλεγχος ενός στρατηγικού θαλάσσιου περάσματος παρουσιάζεται συνήθως ως ζήτημα στρατιωτικής ισχύος, εξαρτάται εξίσου από την οικονομική διαχείριση του κινδύνου. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται στα διεθνή ασφαλιστικά κέντρα μπορούν να επηρεάσουν τη δραστηριότητα της ναυτιλίας σχεδόν το ίδιο έντονα όσο και μια στρατιωτική κρίση.
Τα Στενά του Ορμούζ, επομένως, δεν είναι απλώς ένα γεωπολιτικό σημείο έντασης, αλλά και η βασική αρτηρία μέσα από την οποία κατανοούμε τη σύγχρονη οικονομία του κινδύνου. Η συνέχιση της ναυτιλιακής δραστηριότητας στην περιοχή συνδέεται άμεσα με την ικανότητα των ασφαλιστικών αγορών να αποτιμούν, να κατανέμουν και τελικά να τιμολογούν τον κίνδυνο και κάπως έτσι διαμορφώνεται μια σημαντική πραγματικότητα του παγκόσμιου εμπορίου, πως οι θαλάσσιες οδοί δεν διατηρούνται ανοιχτές μόνο από πολεμικά πλοία και διεθνείς συμφωνίες, αλλά και από ένα δίκτυο οικονομικών θεσμών που επιτρέπουν στον κίνδυνο να μετατρέπεται σε υπολογίσιμο κόστος, επομένως τα θαλάσσια περάσματα δεν ελέγχονται μόνο με τη στρατιωτική ισχύ, αλλά συχνά ελέγχονται και με ασφαλιστικά συμβόλαια.
Τρεις δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η παγκοσμιοποίηση στηρίχθηκε στην υπόθεση που ποτέ δεν ειπώθηκε δυνατά, αποτέλεσε όμως για χρόνια αδιαμφισβήτητη υπόθεση: πως οι εμπορικοί δρόμοι παραμένουν σχετικά σταθεροί και δεδομένοι. Τα τελευταία χρόνια η υπόθεση αυτή διαβρώνεται και συνειδητοποιούμε πως ζούμε σε έναν κόσμο με πολύ λιγότερες βεβαιότητες από όσες πιστεύαμε. Η λειτουργία των θαλάσσιων δρόμων, λοιπόν, βασίζεται σημαντικά στην ικανότητα των αγορών να κατανοούν, να αποτιμούν και να διαχειρίζονται την αβεβαιότητα και τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν ένα εργαστήριο διαχείρισης κινδύνου, καθώς δεν είναι μόνο ένα γεωπολιτικό σημείο έντασης, αλλά και ένας χώρος όπου αποκαλύπτεται ο τρόπος με τον οποίο η σύγχρονη οικονομία μετατρέπει τον κίνδυνο σε διαχειρίσιμο κόστος. Οι ναυτασφαλίσεις, που συχνά αντιμετωπίζονται ως τεχνικό ζήτημα της ναυτιλιακής βιομηχανίας, ως μια οικονομική υπηρεσία, αποτελούν στην πραγματικότητα έναν από τους θεσμούς που στηρίζουν την ίδια τη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας. Ιδιαίτερα σε μια εποχή αυξανόμενης αβεβαιότητας, είναι απαραίτητη η ικανότητα να κατανοούμε και να οργανώνουμε τον κίνδυνο. Και όσο ο κόσμος γίνεται πιο ασταθής, η σημασία αυτής της ικανότητας θα γίνεται ολοένα και πιο καθοριστική, γιατί ο πόλεμος είναι πιο θορυβώδης και ο οικονομικός κίνδυνος πιο σιωπηλός, και οι δύο όμως κλείνουν λιμάνια και εμπορικά περάσματα.
Από την έντυπη έκδοση της ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ / 15.3.26

Σε «αδράνεια» η ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο – Εκτίναξη ναύλων και ασφαλίστρων και ο μηχανισμός προστασίας

Η κλιμάκωση της έντασης στη ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου και η αύξηση των επιθέσεων σε εμπορικά πλοία επαναφέρει στο επίκεντρο το ζήτημα της ασφάλειας της ναυσιπλοΐας σε έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους του πλανήτη.
Συνολικά περισσότερα από 200 πλοία (tankers, LNG carriers και φορτηγά) έχουν ρίξει άγκυρα κοντά στο στενό του Ορμούζ περιμένοντας τις εξελίξεις.
Οι επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν έχουν ουσιαστικά παγώσει την κίνηση των δεξαμενόπλοιων μέσω αυτού του παγκόσμιου ναυτικού περάσματος ωθώντας τις τιμές του αργού πετρελαίου υψηλότερα εν μέσω ανησυχιών για την προσφορά.
Εάν η κατάσταση συνεχιστεί, η αύξηση του κόστους των καυσίμων, τα ασφάλιστρα κινδύνου πολέμου και οι λειτουργικές διαταραχές θα μπορούσαν να αυξήσουν το συνολικό κόστος μεταφοράς και να ασκήσουν ανοδική πίεση στα ναύλα των πλοίων.
 
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, οι ΗΠΑ επιχειρούν να διαμορφώσουν ένα νέο πλαίσιο προστασίας της ναυσιπλοΐας, εξετάζοντας την ανάπτυξη στρατιωτικών συνοδειών και οικονομικών μηχανισμών στήριξης των θαλάσσιων εμπορικών συναλλαγών, σε μια προσπάθεια να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη ροή ενέργειας προς τις διεθνείς αγορές.
Μπορεί να αναπτυχθεί μηχανισμός προστασίας στη διέλευση των πλοίων;
Η «ομπρέλα προστασίας» για τη ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο που ανακοίνωσε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Donald J. Trump επιχειρεί να απαντήσει σε ένα κρίσιμο ερώτημα για τη διεθνή οικονομία: μπορούν οι Ηνωμένες Πολιτείες να διασφαλίσουν την ασφαλή διέλευση των πλοίων από το Στενό του Ορμούζ;
Το σχέδιο της Ουάσιγκτον προβλέπει τη δημιουργία ενός πολυεπίπεδου συστήματος προστασίας για τις θαλάσσιες ενεργειακές ροές στην περιοχή, ενώ η πρωτοβουλία αυτή έρχεται σε μια περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής έντασης, καθώς το Στενό του Ορμούζ – αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους του πλανήτη και στρατηγικό θαλάσσιο πέρασμα από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας θαλάσσιας διακίνησης πετρελαίου.
Μέσω ανάρτησής του στην πλατφόρμα Truth Social ο Ν. Τραμπ γνωστοποίησε ότι το United States Navy είναι έτοιμο να ξεκινήσει συνοδείες δεξαμενόπλοιων στο Στενό του Ορμούζ «το συντομότερο δυνατό», με στόχο τη διασφάλιση της ελεύθερης ροής ενέργειας προς τις διεθνείς αγορές. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει και οικονομικά εργαλεία για τη μείωση της αβεβαιότητας στις θαλάσσιες εμπορικές συναλλαγές.
Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, στελέχη της εταιρείας ναυτιλιακής ασφάλειας και διαχείρισης κινδύνου Diaplous ανέφεραν ότι οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία μετά την απόφαση μεγάλων ασφαλιστικών οργανισμών να αποσύρουν την κάλυψη πολεμικού κινδύνου για πλοία που διέρχονται από ύδατα γύρω από το Ιράν και τον Περσικό Κόλπο.
Επεσήμαναν μάλιστα ότι στην ανάρτησή του ο Αμερικανός πρόεδρος έδωσε εντολή στην U.S. International Development Finance Corporation να παρέχει, με «λογικό κόστος», ασφάλιση πολιτικού κινδύνου και οικονομικές εγγυήσεις για θαλάσσιες εμπορικές συναλλαγές – με έμφαση στον ενεργειακό τομέα – που πραγματοποιούνται μέσω της περιοχής.
Η πρωτοβουλία αυτή, όπως τόνισαν, θα είναι διαθέσιμη σε όλες τις ναυτιλιακές εταιρείες. Ωστόσο, τα στελέχη της Diaplous επισημαίνουν ότι μέχρι στιγμής δεν έχουν δοθεί σαφείς λεπτομέρειες ούτε για το πότε και πώς θα εφαρμοστεί, ούτε για το οικονομικό πλαίσιο που θα τη συνοδεύει.
Τι επισημαίνεται στο επιχειρησιακό επίπεδο από τη Diaplous
Στο επιχειρησιακό επίπεδο, πάντως η Diaplous σημειώνει ότι την ευθύνη για την ασφάλεια της περιοχής διατηρεί η Κεντρική Στρατιωτική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM), η οποία διαθέτει ισχυρή παρουσία με αεροπλανοφόρα, μαχητικά αεροσκάφη, μη επανδρωμένα συστήματα επιτήρησης και αντιαεροπορικές συστοιχίες και μπορεί να την υλοποιήσει ανά πάσα στιγμή αλλά όχι άμεσα.
Οι επιχειρησιακές απαιτήσεις όμως ενός τέτοιου εγχειρήματος είναι πολυεπίπεδες και απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό, ιδιαίτερα απαιτητικό συντονισμό, εκτίμηση ρίσκου και πιθανώς περαιτέρω ενίσχυση δυνάμεων.
Σημειώνεται ότι το μοντέλο συνοδείας εμπορικών πλοίων παραπέμπει στην επιχείρηση Operation Earnest Will της δεκαετίας του 1980, όταν το αμερικανικό ναυτικό προστάτευε δεξαμενόπλοια κατά τη διάρκεια του λεγόμενου «Πολέμου των Τάνκερς». Η επιχείρηση Earnest Will πραγματοποιήθηκε την περίοδο 1987-1988 στον Περσικό Κόλπο, στο αποκορύφωμα του λεγόμενου «Πολέμου των Τάνκερς», κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ Ιράν και Ιράκ.
Την εποχή εκείνη, και οι δύο χώρες επιτίθεντο σε δεξαμενόπλοια που μετέφεραν πετρέλαιο από τα κράτη του Κόλπου, με αποτέλεσμα να απειλείται σοβαρά η διεθνής ναυσιπλοΐα και οι ενεργειακές ροές.
Οι επιχειρήσεις και το ενδεχόμενο ναρκοθέτησης του Ορμούζ
Αναφορικά με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην ευρύτερη περιοχή, η Diaplous υπογραμμίζει ότι το Ιράν φαίνεται να εφαρμόζει στρατηγική φθοράς, χρησιμοποιώντας μαζικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη χαμηλού κόστους – περίπου 15.000 δολαρίων το καθένα.
Αντίστοιχα, η αναχαίτισή τους από τις αμερικανικές δυνάμεις απαιτεί τη χρήση αντιαεροπορικών πυραύλων πολλαπλάσιου κόστους, δημιουργώντας μια άνιση οικονομικά αντιπαράθεση.
Παράλληλα, σημειώνουν ότι προβληματισμό προκαλεί το γεγονός πως η Τεχεράνη δεν έχει ενεργοποιήσει ακόμη το πλήρες οπλοστάσιό της, όπως υπερηχητικούς ή προηγμένους βαλλιστικούς πυραύλους, εξέλιξη που εντείνει την αβεβαιότητα για την επόμενη φάση της κρίσης.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί επίσης και το ενδεχόμενο ναρκοθέτησης του Στενού του Ορμούζ, καθώς το Ιράν διαθέτει σημαντικά αποθέματα θαλάσσιων ναρκών.
Αντίστοιχη τακτική εφαρμόζεται στον πόλεμο Ουκρανίας – Ρωσίας με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό θαλασσίων περασμάτων και λιμένων.
Όπως τονίζει η Diaplous ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να οδηγήσει σε παρατεταμένο αποκλεισμό του περάσματος, με σοβαρές οικονομικές συνέπειες για την παγκόσμια αγορά ενέργειας και το θαλάσσιο εμπόριο.
Πάντως παρά την ένταση, οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι μέχρι τώρα επιθέσεις έχουν κυρίως συμβολικό χαρακτήρα, επιδιώκοντας περισσότερο την άσκηση ψυχολογικής πίεσης και την προβολή ισχύος παρά την πρόκληση εκτεταμένων καταστροφών ενώ η εμπόλεμη κατάσταση έχει δημιουργήσει ήδη κόπωση. Σύμφωνα με πίνακα (επισυνάπτεται) που παρουσίασε στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η εταιρεία ναυτιλιακής ασφάλειας Diaplous, οι αναλυτές εκτιμούν πάντως ότι η κάμψη των ιρανικών επιθέσεων μετά την έναρξη των επιχειρήσεων ενδέχεται να υποδηλώνει είτε προετοιμασία για παρατεταμένη σύγκρουση είτε μια στρατηγική αύξησης του κόστους για τους αντιπάλους.
Κατά την ίδια ανάλυση, εάν το Ιράν συνεχίσει τις επιθέσεις, αυτές είναι πιθανό να επικεντρωθούν περισσότερο σε περιφερειακές χώρες και λιγότερο στη θάλασσα. Ένα τέτοιο σενάριο θα απαιτούσε εκτεταμένη ανάπτυξη αντιαεροπορικών συστημάτων και θα μπορούσε να δημιουργήσει παράλληλα προβλήματα στις αεροπορικές μεταφορές στην ευρύτερη περιοχή.
Η ένταση στη Μέση Ανατολή αποτυπώνεται στα στοιχεία του πίνακα για τις εκτοξεύσεις ιρανικών βαλλιστικών πυραύλων και μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones), τα οποία παρουσιάζουν σημαντικές διακυμάνσεις τις τελευταίες ημέρες.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, στις 28 Φεβρουαρίου 2026 καταγράφηκαν περίπου 300 εκτοξεύσεις drones και 350 βαλλιστικοί πύραυλοι. Την 1η Μαρτίου σημειώθηκε η κορύφωση της δραστηριότητας, με τις εκτοξεύσεις drones να φθάνουν τις 550, ενώ οι πύραυλοι περιορίστηκαν στους 175.
Από τις 2 Μαρτίου και μετά παρατηρείται σταδιακή αποκλιμάκωση. Την ημέρα αυτή καταγράφηκαν 200 drones και 125 πύραυλοι, ενώ στις 3 Μαρτίου οι εκτοξεύσεις μειώθηκαν περαιτέρω σε 100 drones και 50 πυραύλους. Η πτωτική τάση συνεχίστηκε και στις 4 Μαρτίου, όταν οι εκτοξεύσεις περιορίστηκαν σε 50 drones και 40 πυραύλους.
Μπορούν οι ΗΠΑ να εξασφαλίσουν την προστασία των πλοίων
Η υλοποίηση ενός σχεδίου προστασίας της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ από τις Ηνωμένες Πολιτείες προϋποθέτει έναν συνδυασμό στρατιωτικών, τεχνολογικών και επιχειρησιακών μέτρων. Στην πράξη, πρόκειται για ένα πολυεπίπεδο σύστημα επιτήρησης και ασφάλειας, το οποίο έχει στόχο να διασφαλίσει ότι τα εμπορικά πλοία – και κυρίως τα δεξαμενόπλοια που μεταφέρουν ενέργεια – θα μπορούν να διέρχονται από την περιοχή με όσο το δυνατόν μικρότερους κινδύνους.
Κεντρικό στοιχείο αυτού του σχεδίου αποτελεί η συνοδεία εμπορικών πλοίων από μονάδες του United States Navy. Αντιτορπιλικά και καταδρομικά εξοπλισμένα με κατευθυνόμενους πυραύλους μπορούν να συνοδεύουν ομάδες δεξαμενόπλοιων σε προκαθορισμένες θαλάσσιες διαδρομές, προσφέροντας προστασία απέναντι σε επιθέσεις με πυραύλους, drones ή ταχύπλοα σκάφη.
Παράλληλα, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η εναέρια επιτήρηση. Μαχητικά αεροσκάφη και αεροσκάφη ναυτικής επιτήρησης πραγματοποιούν συνεχείς περιπολίες πάνω από την περιοχή, ενώ χρησιμοποιούνται και μη επανδρωμένα αεροσκάφη για την παρακολούθηση της θαλάσσιας δραστηριότητας. Αεροσκάφη όπως το P-8 Poseidon έχουν τη δυνατότητα να εντοπίζουν ύποπτες κινήσεις σε μεγάλες αποστάσεις και να παρέχουν έγκαιρη προειδοποίηση στις ναυτικές δυνάμεις.
Σημαντικό στοιχείο του σχεδίου αποτελεί επίσης η αντιαεροπορική και αντιπυραυλική άμυνα.
Τα πολεμικά πλοία που επιχειρούν στην περιοχή διαθέτουν προηγμένα συστήματα όπως το Aegis Combat System, τα οποία μπορούν να εντοπίζουν και να αναχαιτίζουν πυραύλους ή drones πριν αυτά πλησιάσουν εμπορικά πλοία.
Παράλληλα, συστήματα αεράμυνας όπως το Patriot missile system και το THAAD έχουν αναπτυχθεί στην ευρύτερη περιοχή για την αντιμετώπιση πιθανών βαλλιστικών επιθέσεων. Καθοριστικό ρόλο στο σχέδιο ασφάλειας διαδραματίζει και η διεθνής συνεργασία.
Μέσω κοινών περιπολιών και πολυεθνικών αποστολών με τη συμμετοχή συμμάχων και ναυτικών δυνάμεων της περιοχής, δημιουργείται ένα ευρύτερο δίκτυο επιτήρησης που καλύπτει τον Περσικό Κόλπο και τις βασικές θαλάσσιες οδούς μεταφοράς ενέργειας. Συνολικά, το σχέδιο προστασίας της ναυσιπλοΐας στο Στενό του Ορμούζ βασίζεται σε ένα σύνθετο σύστημα.
Παράγοντες που δυνατόν να επηρεάσουν αρνητικά μια επιχείρηση συνοδείας εμπορικών πλοίων είναι μια μαζική επίθεση UAVs (aerial drones) με σκοπό των κορεσμό των αμυντικών συστημάτων των πολεμικών πλοίων, επιθέσεις με ταχύπλοα kamikaze (sea droneς), κάτι που χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον από τους Χούτι, και το εκτεταμένο μήκος της ακτογραμμής του Ιράν, πέραν των Στενών, μέχρι το μυχό του Περσικού Κόλπου, που δίνει τη δυνατότητα να επιχειρήσουν από τις ακτές.
Ένας συνδυασμός των παραπάνω παραγόντων, θα επιφέρει σοβαρά πλήγματα και πιθανώς να οδηγήσει σε ριζική αναθεώρηση όλου του σχεδιασμού.
Τι όπλα έχουν χρησιμοποιήσει έως τώρα οι ΗΠΑ
Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν επιστρατεύσει ένα ευρύ οπλοστάσιο αεροπορικών, ναυτικών και πυραυλικών συστημάτων στο πλαίσιο της επιχείρησης που βρίσκεται σε εξέλιξη στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με πληροφορίες από το αμερικανικό στρατιωτικό επιτελείο, τις πρώτες ώρες των επιχειρήσεων χρησιμοποιήθηκαν στρατηγικά βομβαρδιστικά μεγάλης εμβέλειας, μαχητικά αεροσκάφη, μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones), αλλά και ισχυρά συστήματα αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας.
Στον αέρα επιχειρούν βομβαρδιστικά όπως τα B-1B Lancer, B-2 Spirit και B-52 Stratofortress, τα οποία μπορούν να πλήξουν στόχους σε μεγάλες αποστάσεις με κατευθυνόμενα όπλα υψηλής ακρίβειας.
Παράλληλα, μαχητικά αεροσκάφη όπως τα F-15 Eagle, F-16 Fighting Falcon, F-18 Super Hornet, αλλά και τα προηγμένης τεχνολογίας stealth F-22 Raptor και F-35 Lightning II, αναλαμβάνουν αποστολές προσβολής στόχων και εναέριας υπεροχής.
Σημαντικό ρόλο παίζουν επίσης τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη MQ-9 Reaper, τα οποία χρησιμοποιούνται για αναγνώριση αλλά και για στοχευμένα πλήγματα.
Την προστασία των δυνάμεων αναλαμβάνουν προηγμένα συστήματα αντιπυραυλικής άμυνας όπως το Patriot missile system και το THAAD, που έχουν σχεδιαστεί για την αναχαίτιση βαλλιστικών πυραύλων.
Στη θάλασσα, η επιχείρηση υποστηρίζεται από αμερικανικά αεροπλανοφόρα και αντιτορπιλικά με κατευθυνόμενους πυραύλους, ενώ αεροσκάφη ναυτικής επιτήρησης όπως το P-8 Poseidon πραγματοποιούν συνεχείς περιπολίες για τον εντοπισμό πλοίων και υποβρυχίων.
Παράλληλα, μεταγωγικά αεροσκάφη όπως τα C-17 Globemaster III και C-130 Hercules χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά στρατιωτικού εξοπλισμού και προσωπικού.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, στόχος των επιχειρήσεων είναι στρατιωτικές εγκαταστάσεις, κέντρα διοίκησης, συστήματα αεράμυνας, βάσεις πυραύλων και ναυτικές μονάδες.
Οι επιπτώσεις στην αγορά
Πάντως οι επιπτώσεις από την εμπόλεμη κατάσταση στη θαλάσσια περιοχή αποτυπώνονται ήδη στη διεθνή ναυσιπλοΐα με το μεγαλύτερο βάρος να πέφτει στη αγορά δεξαμενόπλοιων όπου τα ναύλα έχουν φθάσει στα ύψη Την ίδια ώρα το κόστος ασφάλισης ενός πλοίου που διασχίζει το στενό του Ορμούζ έχει αυξηθεί 12 φορές, ακόμη και μετά την υπόσχεση του Ντόναλντ Τραμπ να υποστηρίξει το εμπόριο μέσω του σημαντικού πετρελαϊκού περάσματος.
Οι πλοιοκτήτες έχουν λάβει προσφορές εκατομμυρίων δολαρίων για την κάλυψη της διέλευσης από το Στενό ή της πλεύσης σε κοντινά ύδατα υψηλού κινδύνου, σύμφωνα με μεσίτες, καθώς τα ασφάλιστρα αυξήθηκαν έως και 3% του κόστους ενός πλοίου από περίπου 0,25% πριν από τον πόλεμο.
Ενδεικτική πάντως είναι η εκτίναξη των ναύλων για τα πολύ μεγάλα δεξαμενόπλοια μεταφοράς αργού πετρελαίου (VLCC). Το κόστος ναύλωσης ενός τέτοιου πλοίου για μεταφορά πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή προς την Κίνα αυξήθηκε μέσα σε λίγες ημέρες από περίπου 120.000 δολάρια την ημέρα σε περισσότερα από 450.000 δολάρια.
Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα και τις αγορές ενέργειας. Η Κίνα, που αποτελεί τον μεγαλύτερο εισαγωγέα πετρελαίου στον κόσμο, βλέπει τις τιμές των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης για το αργό να αυξάνονται σημαντικά. Μέσα σε μία εβδομάδα οι τιμές στην κινεζική αγορά κατέγραψαν άνοδο περίπου 31%, τη στιγμή που τα διεθνή συμβόλαια για το Brent και το αμερικανικό αργό αυξήθηκαν κατά περίπου 12% την ίδια περίοδο.
Στο τομέα των containers ship επικρατεί ανάλογη κατάσταση καθώς περίπου 130 πλοία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, συνολικής χωρητικότητας περίπου 470.000 teu, έχουν παγιδευτεί δυτικά του Στενού του Ορμούζ.
Οι περισσότερες μεγάλες εταιρείες μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων έχουν αναδρομολογήσει τα πλοία τους γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας και έχουν περιορίσει τις διελεύσεις από το Σουέζ
Επιχείρηση επιστροφής επιβατών από την MSC Cruises
Σε δύσκολη θέση βρίσκονται χιλιάδες επιβάτες κρουαζιέρας στον Αραβικό Κόλπο, καθώς η αιφνίδια αναστολή πολλών αεροπορικών πτήσεων στην περιοχή έχει καταστήσει αδύνατη, προς το παρόν, την επιστροφή τους στις χώρες τους. Τουλάχιστον έξι κρουαζιερόπλοια παραμένουν αγκυροβολημένα σε λιμάνια του Ντουμπάι, του Άμπου Ντάμπι και της Ντόχα, αναμένοντας εξελίξεις που θα επιτρέψουν την ομαλή αποχώρηση των ταξιδιωτών.
Η MSC Cruises έχει ήδη ξεκινήσει ειδικό σχέδιο για την απομάκρυνση των επιβατών του κρουαζιερόπλοιου MSC Euribia, το οποίο βρίσκεται στο λιμάνι του Ντουμπάι. Στο πλαίσιο της πρώτης φάσης της επιχείρησης έχουν προγραμματιστεί πέντε ναυλωμένες πτήσεις, επιτρέποντας σε περίπου 1.000 επιβάτες να αναχωρήσουν από την περιοχή έως το τέλος της εβδομάδας.
Παράλληλα, η εταιρεία εξετάζει πρόσθετες λύσεις για την εξυπηρέτηση των υπόλοιπων επιβατών, όπως η αξιοποίηση εμπορικών αεροπορικών δρομολογίων και η διοργάνωση επιπλέον ναυλωμένων πτήσεων, σε συνεργασία με αρμόδιες αρχές και κυβερνητικούς φορείς, προκειμένου να επιταχυνθεί ο επαναπατρισμός τους.
Πηγή: ΑΠΕ