ΕΔΟΕΑΠ: Αναπροσαρμόζεται το ασφάλιστρο ανεργίας

Στα 50,62 ευρώ (από 47,07) επανακαθορίζεται μηνιαίως το ποσόν της εισφοράς ασθενείας λόγω ανεργίας και στα 25,31 ευρώ (από 23,54) της μειωμένης εισφοράς, μετά από την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 713 ευρώ (μεικτά). Τα νέα ασφάλιστρα ανεργίας ισχύουν από την 1η Μαΐου 2022.
Το ΔΣ του ΕΔΟΕΑΠ προχώρησε στην αναπροσαρμογή του ποσού της εισφοράς ασθενείας, βάσει της σχετικής απόφασης του υπουργού Εργασίας (αριθμ. 38866/21.4.2022, ΦΕΚ 2030/Β/21-4-2022) για την αύξηση του κατώτατου μισθού.
Δικαιούχοι μειωμένου ασφαλίστρου ασθενείας λόγω ανεργίας είναι οι ασφαλισμένοι με συνολικό οικογενειακό φορολογητέο εισόδημα έως 14.000 ευρώ, με βάση το εκκαθαριστικό σημείωμα του προηγούμενου φορολογικού έτους.
Αντιστοίχως και το ασφάλιστρο για διαζευγμένους διαμορφώνεται στα 50,62 ευρώ μηνιαίως.

Αντίδραση από την Ε.Π.Κ. Κρήτης για τη νομοθετική ρύθμιση της αναπροσαρμογής των ασφαλίστρων υγείας

Ανακοίνωση εξέδωσε η Ένωση Προστασίας Καταναλωτών Κρήτης (Ε.Π.Κ. Κρήτης) αντιδρώντας στο νομοσχέδιο που ήρθε στη Βουλή για τη «Ρύθμιση οφειλών και παροχή δεύτερης ευκαιρίας», τονίζοντας ότι με το άρθρο 268 ευνοούνται οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις και όχι οι καταναλωτές.
Όπως επισημαίνει αναλυτικά στην ανακοίνωσή της:
«Μόνο ΝΤΡΟΠΗ, για τους Κυβερνώντες, μπορεί να φέρει το ‘έκτρωμα’ άρθρο 268, για τους ασφαλισμένους καταναλωτές, που δεν είναι άλλο ,παρά αφαίρεση των δικαιωμάτων τους, και προνόμια μόνο για τις ασφαλιστικές εταιρείες…στρώσιμο “κόκκινου χαλιού”, μήπως και τους κακοκαρδίσουν.΄Ελεος  κύριοι….
Με  το άρθρο 268 του νομοσχεδίου επιχειρείται, αφενός η κάμψη της προστασίας του ασφαλισμένου στις νέες συμβάσεις και, αφετέρου, μία επέμβαση στις υφιστάμενες συμβάσεις, μακροχρόνιων νοσοκομειακών ασφαλίσεων.

 

Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές, που έχουν συνάψει ασφάλιση υγείας ,είναι οι υπέρογκες αυξήσεις των ασφαλίστρων σε κάθε επέτειο του ασφαλίστρου
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1, στις νέες συμβάσεις, θα αρκεί να αναφέρονται μόνο τα αντικειμενικά και επαληθεύσιμα κριτήρια αναπροσαρμογής του πρώτου εδαφίου (πχ. δείκτης υγείας και ηλικία ασφαλισμένου), χωρίς να ειδικεύεται σε τι ποσοστό το κάθε κριτήριο συμμετέχει στην αναπροσαρμογή.
Έτσι, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις θα μπορούν να χρησιμοποιούν τα κριτήρια αυτά κατά το δοκούν, χωρίς να μπορεί να ελέγξει ο ασφαλισμένος την τελική αναπροσαρμογή.
Επιπλέον, η παρ.2 του άρθρου περιέχει μίαν εντελώς παράδοξη και παράλογη ρύθμιση, η οποία επιδοκιμάζει και ανέχεται την παραβίαση αρχής της διαφάνειας στην αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου.
Οι ασφαλιστικές εταιρείες μπορούν να παραβιάζουν τα κριτήρια και τους αντικειμενικούς δείκτες αναπροσαρμογής του ασφαλίστρου αφού σε περίπτωση που η αναπροσαρμογή βρίσκεται εκτός των ορίων και των παραγόντων και δεικτών της παρ.1, ενημερώνουν απλώς και παρέχουν διευκρινίσεις, για την απόκλιση 60 ημερών πριν την κάθε αναπροσαρμογή.
Κατόπιν των παραπάνω, η Ένωση Προστασίας Καταναλωτών Κρήτης καλεί την Κυβέρνηση, αφού αναλογιστεί τις Κρίσεις που έχουν τα τελευταία χρόνια υπερφορτωθεί οι καταναλωτές, και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, να αποσύρει άμεσα το άρθρο 268, που δεν φέρει βελτίωση στο τομέα των ασφαλίστρων των καταναλωτών, αντίθετα θεωρείται αύξηση του κέρδους των ασφαλιστικών επιχειρήσεων
Η Πρόεδρος
Της Ένωσης Προστασίας Καταναλωτών Κρήτης
Ιωάννα Μελάκη»

Η ΟΑΣΕ σχετικά με τη ρύθμιση για την αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων

Την αντίθεσή της στο νομοσχέδιο που περιλαμβάνει ρύθμιση για την αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων υγείας γνωστοποίησε με ανακοίνωσή της η Ομοσπονδία Ασφαλιστικών Συλλόγων Ελλάδας (ΟΑΣΕ).
Στην ανακοίνωσή της αναφέρεται συγκεκριμένα:
«Συνάδελφοι,
Αυτή την χρονική περίοδο βρίσκεται σε διαδικασία ψήφισης στην Βουλή, νομοσχέδιο που εμπεριέχει ρύθμιση για την αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων στα συμβόλαια ζωής (προγράμματα υγείας).
Η ρύθμιση αυτή θεωρητικά προσπαθεί να καθορίσει αντικειμενικούς κανόνες ως προς την αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων. Δυστυχώς όμως, το κείμενο της ρύθμισης έχει αρκετές αοριστίες: όπως τι εννοούμε μακροχρόνια σύμβαση; Με τι κριτήρια καθορίζονται και ποιοι είναι οι αντικειμενικοί παράγοντες που στηρίζουν την αρχή της καταλληλότητας, ποιοι είναι οι σαφείς και αντικειμενικοί δείκτες που λαμβάνονται υπόψη για να είναι είναι πραγματικά και επίκαιρα τα δεδομένα της ιδιωτικής ασφάλισης υγείας κ.α . Επίσης, παρέχει νομοθετική εξουσιοδότηση στον εκάστοτε υπουργό να εκδίδει υπουργική απόφαση ώστε να καθορίζει τους κρίσιμους δείκτες και παράγοντες από τους οποίους θα εξαρτάται η όποια αναπροσαρμογή.
Η εν λόγω ρύθμιση με τις αοριστίες και ασάφειές της αντίκειται στην απόφαση 1030/2001 του Αρείου Πάγου που ορίζει ότι η αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου πρέπει να γίνεται με βάση κριτήρια που προβλέπονται στη σύμβαση και τα οποία είναι εύλογα, αντικειμενικά και προβλέψιμα για τον καταναλωτή, ώστε να μπορεί να ελέγχει την εγκυρότητα της αύξησης του ασφαλίστρου.
Επιπλέον, η παρ. 2 του άρθρου 268 του νομοσχεδίου δεν είναι συμβατή με την αρχή της διαφάνειας που θα πρέπει να διέπει την αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου. Συγκεκριμένα, οι ασφαλιστικές εταιρίες μπορούν να διαμορφώνουν τα κριτήρια και τους αντικειμενικούς δείκτες αναπροσαρμογής του ασφαλίστρου. Σε περίπτωση που η αναπροσαρμογή βρίσκεται εκτός των ορίων και των παραγόντων και δεικτών της παρ.1, ενημερώνουν απλώς και παρέχουν διευκρινίσεις για την απόκλιση στους ασφαλισμένους, 60 ημέρες πριν την κάθε αναπροσαρμογή.
Επίσης, στην παρ. 3 αναφέρεται ότι σε περίπτωση που οι συμβατικές ρήτρες είναι ασαφείς ή ελλιπείς και δεν προβλέπουν κριτήρια που να πληρούν τις αρχές της διαφάνειας και της καταλληλότητας , τότε εφαρμόζονται εκ του νόμου οι παράγοντες και τα κριτήρια της παρ.1. Ωστόσο, η παρ. 1 δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένους παράγοντες ή δείκτες με αποτέλεσμα να αφήνει τις εταιρίες να καθορίσουν οι ίδιες τους παράγοντες.
Συνάδελφοι,
Η ΟΑΣΕ πρεσβεύει ότι η δυνατότητα αναπροσαρμογών ασφαλίστρων υγείας θα πρέπει να υπακούει την αρχή της διαφάνειας με αντικειμενικούς δείκτες που θα καθορίζονται εκ των προτέρων από τις αρμόδιες αρχές (πχ ΕΛΣΤΑΤ) και όχι από τον εκάστοτε υπουργό. Οι όροι αναπροσαρμογής πρέπει να αναφέρονται ρητά και με σαφήνεια στις ασφαλιστικές συμβάσεις Υγείας.
Επίσης, αντί να προβλέπει μόνο το ήδη υπάρχον δικαίωμα του καταναλωτή να μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση αν δεν εγκρίνει την επιπλέον αύξηση, να λαμβάνει μέριμνα για τυχόν παραβιάσεις των αντικειμενικών κριτήριων που ορίζει ο νόμος.
Η ΟΑΣΕ στηρίζει την εύρυθμη και διαφανή λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς και για αυτό ζητά η υπό συζήτηση ρύθμιση να βάζει σαφείς όρους, ρήτρες και κανόνες στην αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων, να βασίζεται στην αρχή της διαφάνειας και της αντικειμενικότητας και είναι δίκαιη, προστατεύοντας τα συμφέροντα των καταναλωτών και λαμβάνοντας υπόψη την βιωσιμότητα των ασφαλιστικών εταιριών.
Επίσης ζητά να θεσμοθετηθούν ταυτόχρονα παρόμοιοι δείκτες αναπροσαρμογών και για τις ιδιωτικές νοσηλευτικές μονάδες καθώς και για τις ιδιωτικές μονάδες πρωτοβάθμιας υγείας ώστε οι ασφαλιστικές εταιρίες να μην επιμερίζονται μονομερώς τα κόστη της αυθαίρετης αύξησης των νοσηλίων.
Για το Εκτελεστικό Συμβούλιο της ΟΑΣΕ
Ο Πρόεδρος
Χρήστος Παπαδόγιαννης
Ο Γεν. Γραμματέας
Γιάννης Πετσαλάκης»

Προβληματισμοί και επιφυλάξεις του ΣΠΑΤΕ για τη ρύθμιση αναπροσαρμογής των ασφαλίστρων υγείας

Με αφορμή την τροπολογία που κατατέθηκε πρόσφατα στη Βουλή και αφορά στη ρύθμιση των αυξήσεων των ασφαλίστρων των μακροχρόνιων συμβολαίων υγείας, ο Σύλλογος Ασφαλιστικών Πρακτόρων Ν. Αττικής (ΣΠΑΤΕ) δράττεται της ευκαιρίας να εκφράσει τους προβληματισμούς και τις επιφυλάξεις του αναφορικά με τις ενδεχόμενες επιπτώσεις των προτεινόμενων ρυθμίσεων στους καταναλωτές, αλλά και στις προοπτικές προώθησης των εν λόγω προϊόντων ειδικά σε αυτή τη χρονική στιγμή που είναι ιδιαιτέρως κρίσιμη από υγειονομικής απόψεως.
Όπως συμπληρώνεται στη σχετική ανακοίνωση του Συλλόγου: «Αν και έχουμε την πεποίθηση ότι η πρόθεση του νομοθέτη είναι προς τη σωστή κατεύθυνση αφού στόχος του είναι να τεθεί πλαίσιο διαχείρισης σωρείας παραπόνων που κατέληγαν κατά καιρούς στον Συνήγορο του Καταναλωτή και αφορούσαν στις αυθαίρετες αυξήσεις ασφαλίστρων, κρίνουμε ότι η μέθοδος που προτείνεται για την αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων αδικεί τους υφιστάμενους πελάτες αλλά και αποθαρρύνει νέους πελάτες να εισέλθουν στον κλάδο Υγείας.
Το νομοσχέδιο διευκρινίζει ότι μια ασφαλιστική εταιρεία δικαιούται να προχωρήσει σε αύξηση ασφαλίστρων μεγαλύτερη από αυτή των ενδεδειγμένων δεικτών αρκεί να ενημερώσει τους καταναλωτές – πελάτες της και να τεκμηριώσει την αύξηση αυτή 60 ημέρες πριν, με συστημένη επιστολή ή μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος. Στην περίπτωση που οι καταναλωτές δεν είναι σύμφωνοι με την προτεινόμενη αύξηση τότε μπορούν να προχωρήσουν σε καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης. Αφενός, η έννοια της καταγγελίας της σύμβασης τυπικά δεν είναι απαραίτητη, αφού εάν ο καταναλωτής δεν καταβάλει το ασφάλιστρο εντός του ενδεδειγμένου από τον νόμο χρονικού περιθωρίου, η σύμβασή του καθίσταται άκυρη και, αφετέρου ,ο καταναλωτής που δεν συμφωνεί με την αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου δεν έχει καμία εναλλακτική ως προς την διατήρηση του συμβολαίου του. Όπως είναι επακόλουθο, ο καταναλωτής που δεν επιθυμεί ή δεν δύναται να καταβάλλει το αναπροσαρμοσμένο ασφάλιστρο, αναγκάζεται να καταφύγει σε άλλη ασφαλιστική εταιρία η οποία είτε λόγω προ υπάρχουσας ασθένειας είτε λόγω των συνθηκών ασφαλισιμότητας δύναται να μην τον ασφαλίσει καθόλου, ή να τον ασφαλίσει με σημαντικό επασφάλιστρο ή /και εξαιρέσεις στις καλύψεις. Συνεπώς , οι συνθήκες ασφάλισης και ασφαλισιμότητας του καταναλωτή αλλάζουν προς το χειρότερο, ως αποτέλεσμα μονομερούς ενέργειας ενός εκ των δύο συμβαλλομένων στην ασφαλιστική σύμβαση.
Ο ΣΠΑΤΕ , με γνώμονα πάντα την προστασία του καταναλωτή αλλά και αναγνωρίζοντας το εμπορικό δικαίωμα των ασφαλιστικών εταιριών να αναπροσαρμόζουν τα ασφάλιστρα σύμφωνα με τις ανάγκες του εν ισχύ χαρτοφυλακίου τους, υποστηρίζει την αναπροσαρμογή ασφαλίστρων υγείας μόνο εντός του εύρους των επιτρεπόμενων δεικτών και παραγόντων όπως αυτοί θα οριστούν με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων με εξαίρεση των περιπτώσεων όπου οι αναπροσαρμογές είναι προσυμφωνημένες και κοινοποιούνται στον καταναλωτή από την έναρξη της ασφαλιστικής σύμβασης.
Στην περίπτωση που μια ασφαλιστική εταιρία κρίνει ότι πρέπει να προχωρήσει σε αναπροσαρμογή μεγαλύτερη των προσυμφωνημένων αναπροσαρμογών ή των προαναφερθέντων δεικτών, προτείνουμε όπως η νομοθεσία να μεριμνήσει για ειδική διαδικασία έγκρισης της εν λόγω αναπροσαρμογής από τις Εποπτικές Αρχές ,προνοώντας παράλληλα και για ιδιαίτερες συνθήκες μεταφοράς των μακροχρόνιων συμβολαίων των καταναλωτών που θίγονται σε άλλη ασφαλιστική εταιρία. Σε μια εποχή, που η προστασία του καταναλωτή απετέλεσε θεμέλιο λίθο της αναθεώρησης της ασφαλιστικής νομοθεσίας , είναι αδιανόητο ο καταναλωτής να υποφέρει τις συνέπειες των τιμολογιακών πρακτικών των εταιριών. Η τελική τροπολογία θα πρέπει να βρειτη χρυσή τομή και να ισορροπήσει μεταξύ της ανάγκης αναπροσαρμογών στα ασφάλιστρα και ουσιαστικής προστασίας του καταναλωτή».

ΕΚΠΟΙΖΩ: Η κυβέρνηση να αποσύρει τη ρύθμιση περί αναπροσαρμογής ασφαλίστρων

Με ανακοίνωσή της η ΕΚΠΟΙΖΩ ζητεί από την κυβέρνηση να αποσύρει τη ρύθμιση για την αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων από το νομοσχέδιο για το νέο πτωχευτικό δίκαιο, καταγγέλλοντάς την ότι επιχειρεί να ικανοποιήσει τις παράνομες απαιτήσεις των ασφαλιστικών επιχειρήσεων εις βάρος χιλιάδων ασφαλισμένων καταναλωτών.
«Αφού ο Υπουργός Ανάπτυξης ακύρωσε αναιτιολόγητα και με πρωτοφανή τρόπο το πρόστιμο που είχε επιβληθεί από τη Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή σε ασφαλιστική επιχείρηση για παράνομες αυξήσεις ασφαλίστρων, τώρα προβαίνει σε τροποποίηση της νομοθεσίας, ώστε οι τελευταίες να προβαίνουν ανεμπόδιστα πλέον σε αυθαίρετες αυξήσεις.
Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι καταναλωτές που έχουν συνάψει ασφάλιση υγείας είναι οι υπέρογκες αυξήσεις των ασφαλίστρων σε κάθε επέτειο του ασφαλίστρου. Όπως έχει κριθεί με την απόφαση 1030/2001 του Αρείου Πάγου έπειτα από συλλογική αγωγή της ΕΚΠΟΙΖΩ, η αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου πρέπει να γίνεται με βάση κριτήρια που προβλέπονται στη σύμβαση, είναι εύλογα, αντικειμενικά και προβλέψιμα για τον καταναλωτή, ώστε να μπορεί να ελέγχει την εγκυρότητα της αύξησης του ασφαλίστρου.
Ακολούθως, τα δικαστήρια, στα οποία προσέφυγαν καταναλωτικές ενώσεις και ασφαλισμένοι, έχουν κρίνει, σε όλες τις αποφάσεις που έχουν εκδοθεί, καταχρηστικούς τους όρους που χρησιμοποιούν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, δικαιώνουν τους καταναλωτές, μειώνουν το ασφάλιστρο, επιστρέφουν αδικαιολόγητα εισπραχθέντα ασφάλιστρα, συμπληρώνουν τις συμβάσεις με αντικειμενικούς δείκτες που θα πρέπει να ακολουθούν οι εταιρείες στην αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου (π.χ. δείκτης υγείας της Στατιστικής αρχής).
Μάλιστα, η Γενική Γραμματεία Καταναλωτή έχει επιβάλει πρόστιμα για τις εν λόγω ασφαλίσεις, όλες δε οι αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων έπειτα από προσφυγές των ασφαλιστικών επιχειρήσεων (και εφετειακές) διαπιστώνουν την αδιαφάνεια και καταχρηστικότητα των όρων και τη νομιμότητα της επιβολήςπροστίμου.
Με το άρθρο 268, όμως, του νομοσχεδίου επιχειρείται αφενός η κάμψη της προστασίας του ασφαλισμένου στις νέες συμβάσεις και αφετέρου μία επέμβαση στις υφιστάμενες συμβάσεις μακροχρόνιων νοσοκομειακών ασφαλίσεων. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1, στις νέες συμβάσεις θα αρκεί να αναφέρονται μόνο τα αντικειμενικά και επαληθεύσιμα κριτήρια αναπροσαρμογής του πρώτου εδαφίου (πχ. δείκτης υγείας και ηλικία ασφαλισμένου), χωρίς να εξειδικεύεται σε τι ποσοστό το κάθε κριτήριο συμμετέχει στην αναπροσαρμογή. Έτσι, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις θα μπορούν να χρησιμοποιούν τα κριτήρια αυτά κατά το δοκούν, χωρίς να μπορεί να ελέγξει ο ασφαλισμένος την τελική αναπροσαρμογή. 
Επιπλέον, η παρ. 2 του άρθρου περιέχει μία εντελώς παράδοξη και παράλογη ρύθμιση, η οποία επιδοκιμάζει και ανέχεται την παραβίασης αρχής της διαφάνειας στην αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου. Οι ασφαλιστικές εταιρίες μπορούν να παραβιάζουν τα κριτήρια και τους αντικειμενικούς δείκτες αναπροσαρμογής του ασφαλίστρου, αφού σε περίπτωση που η αναπροσαρμογή βρίσκεται εκτός των ορίων και των παραγόντων και δεικτών της παρ. 1, ενημερώνουν απλώς και παρέχουν διευκρινίσεις για την απόκλιση, 60 ημέρες πριν την κάθε αναπροσαρμογή.
Η παρ. 3 επιτείνει ακόμη περισσότερο την ανασφάλεια των καταναλωτών. Προβλέπει μεν ότι σε περίπτωση που οι όροι είναι αδιαφανείς και δεν προβλέπουν κριτήρια, τότε εφαρμόζονται εκ του νόμου οι παράγοντες και τα κριτήρια της παρ. 1. Με δεδομένο, ωστόσο, ότι η παρ. 1 δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένους παράγοντες ή δείκτες, αφήνει τις εταιρίες να καθορίσουν οι ίδιες τους παράγοντες που τους εξυπηρετεί και την επιρροή τους στη σύμβαση. Μπορούν δηλαδή να καθορίσουν λ.χ. ένα οποιοδήποτε ετήσιο ποσοστό λόγω ηλικίας (π.χ. 4 %), αφού η ηλικία αναφέρεται ως παράγοντας στην παρ. 1, και οποιοδήποτε άλλο παράγοντα ή παράγοντες που κρίνουν ότι τους εξυπηρετούν καλύτερα για πρόσθετες αυξήσεις.
Ο εμπαιγμός δε των ασφαλισμένων κορυφώνεται με τη ρύθμιση ότι ο καταναλωτής μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση αν δεν εγκρίνει την αύξηση (το δικαίωμα καταγγελίας το έχει έτσι κι αλλιώς). Ωστόσο, ο καταναλωτής που θα υποχρεωθεί, λόγω της αύξησης του ασφαλίστρου να διακόψει μία ασφαλιστική σύμβαση υγείας δεν είναι σε θέση να βρει ανάλογη κάλυψη σε άλλη εταιρία, ενώ οι ασφαλιστικές εταιρίες σήμερα προσφέρουν κυρίως ετήσια συμβόλαια, τα οποία κάθε χρόνο ανανεώνουν και όχι ισόβια.
Το επίμαχο άρθρο περιλαμβάνει διατάξεις που σκοπό έχουν να επέμβουν σε υφιστάμενες συμβάσεις και να ανατρέψουν τη διαφάνεια, όπως την έχουν αποκαταστήσει και τα δικαστήρια, σε βάρος του αδύναμου μέρους, του καταναλωτή, δίνοντας εξουσίες αυθαιρεσίας στις ασφαλιστικές εταιρίες. Υπό αυτό το πρίσμα οι διατάξεις είναι και αντισυνταγματικές αλλά και υπονομεύουν την αποτελεσματικότητα της Οδηγίας 93/13 για τους καταχρηστικούς όρους.
Κατόπιν των παραπάνω, η ΕΚΠΟΙΖΩ καλεί την κυβέρνηση να αποσύρει το άρθρο 268 από το σχέδιο νόμου “Ρύθμιση οφειλών και παροχή δεύτερης ευκαιρίας” και να αρχίσει επιτέλους να εξυπηρετεί και τα συμφέροντα των καταναλωτών και όχι μόνο των ασφαλιστικών επιχειρήσεων».

Δυνατότητα αναπροσαρμογής ασφαλίστρων σε μακροχρόνιες συμβάσεις ασφάλισης υγείας προβλέπει σχέδιο νόμου

«Με απόφαση του υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων μπορεί να καθορίζονται οι κρίσιμοι δείκτες ή παράγοντες από τους οποίους εξαρτάται η αναπροσαρμογή ασφαλίστρων», όπως προβλέπεται στο σχέδιο νόμου του Yπουργείου Οικονομικών «Ρύθμιση οφειλών και παροχή δεύτερης ευκαιρίας».
Συγκεκριμένα παρέχεται η δυνατότητα αναπροσαρμογής των ασφαλίστρων σε μακροχρόνιες συμβάσεις ασφάλισης υγείας, σύμφωνα με τους ειδικότερα αναφερόμενους όρους, και προβλέπεται ότι έχει το δικαίωμα ο ασφαλιζόμενος να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση, εφόσον δεν συμφωνεί, εντός προθεσμίας 30 ημερολογιακών ημερών από τη γνωστοποίηση της αναπροσαρμογής.
Το άρθρο
Στον ν. 2251/1994 (A’ 191) προστίθεται άρθρο 2 Α ως εξής:
Άρθρο 2 Α Αναπροσαρμογή ασφαλίστρων
1. Συμβατικές ρήτρες αναπροσαρμογής ασφαλίστρων σε μακροχρόνιες συμβάσεις ασφάλισης υγείας μπορούν να εξαρτούν την αναπροσαρμογή από αντικειμενικούς παράγοντες, που στηρίζονται στην αρχή της καταλληλότητας, ήτοι σε πραγματικά και επίκαιρα δεδομένα της ιδιωτικής ασφάλισης υγείας, όπως ιδίως η ηλικία του ασφαλισμένου και δείκτες, που είναι σαφείς, αντικειμενικοί, ευρέως προσβάσιμοι και επαληθεύσιμοι από τα συμβαλλόμενα μέρη, οι οποίοι διαμορφώνουν την τελική τιμή του ασφαλίστρου ανά έτος αναφοράς.
Η συμμόρφωση των προαναφερόμενων ρητρών με την αρχή της διαφάνειας και ιδίως με τις παρ.1, 6 και 7 περ. ε) και ια) του άρθρου 2 πληρούται με μόνο τον προσδιορισμό των παραγόντων και δεικτών, από τους οποίους εξαρτάται η αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων, στη σύμβαση ασφάλισης.
Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Επενδύσεων μπορεί να καθορίζονται οι κρίσιμοι δείκτες ή παράγοντες από τους οποίους εξαρτάται η αναπροσαρμογή.
2. Σε περίπτωση που η αναπροσαρμογή ευρίσκεται εκτός των ορίων των παραγόντων και δεικτών της παρ. 1, οι ασφαλιστικές εταιρίες οφείλουν να ενημερώνουν τους λήπτες της ασφάλισης για το ύψος της αναπροσαρμογής των ασφαλίστρων, παρέχοντας διευκρινίσεις για την απόκλιση από τα όρια των παραγόντων και δεικτών της παρ. 1. Η ενημέρωση γίνεται από την ασφαλιστική εταιρία εντός προθεσμίας εξήντα (60) τουλάχιστον ημερολογιακών ημερών πριν από κάθε επερχόμενη αναπροσαρμογή.
3. Αν η συμβατική ρήτρα για την αναπροσαρμογή των ασφαλίστρων είναι ασαφής ή ελλιπής ή αν έχει προβλεφθεί κατά τρόπο που δεν πληροί τις αρχές της διαφάνειας και της καταλληλότητας κατά την παρ. 1, χωρεί εκ του νόμου αναπροσαρμογή σύμφωνα με τους παράγοντες και δείκτες της παρ. 1, μόνο εάν ο λήπτης της ασφάλισης ενημερωθεί για κάθε επερχόμενη αναπροσαρμογή και τον τρόπο με τον οποίο αυτή υπολογίζεται εντός προθεσμίας εξήντα (60) τουλάχιστον ημερολογιακών ημερών πριν τη θέση σε ισχύ της επερχόμενης αναπροσαρμογής.
Στην περίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης δεν συμφωνεί με την αναπροσαρμογή, μπορεί να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση, εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερολογιακών ημερών από τη γνωστοποίηση της αναπροσαρμογής. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται με τη λήξη της περιόδου υπολογισμού του τρέχοντος ασφαλίστρου.
4. Οι παρ. 2 και 3 ισχύουν και για μακροχρόνιες συμβάσεις ασφάλισης υγείας που έχουν καταρτισθεί μέχρι την έναρξη ισχύς του παρόντος.
5. Οι πάσης φύσεως ενημερώσεις και απευθυντέες δηλώσεις από την ασφαλιστική εταιρία προς τον λήπτη της ασφάλισης μπορεί να γίνονται με αποστολή συστημένης επιστολής στην πιο πρόσφατη διεύθυνση που έχει δηλώσει ο λήπτης της ασφάλισης ή στην πιο πρόσφατη δηλωθείσα διεύθυνση του αντικλήτου του. Στην περίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης έχει ζητήσει εγγράφως με κάθε μέσο να λαμβάνει τις πάσης φύσεως ενημερώσεις ή απευθυντέες δηλώσεις με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail), η σχετική επικοινωνία λαμβάνει χώρα στην τελευταία ηλεκτρονική διεύθυνση την οποία έχει δηλώσει ο λήπτης της ασφάλισης στην ασφαλιστική εταιρία. Η παράδοση της συστημένης επιστολής κατά το πρώτο εδάφιο και η αποστολή μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) κατά το δεύτερο εδάφιο αντίστοιχα, αποτελούν τεκμήριο ότι οι πάσης φύσεως ενημερώσεις ή απευθυντέες δηλώσεις περιήλθαν στον λήπτη της ασφάλισης και ότι ο τελευταίος έλαβε γνώση αυτών.