ΕΤΕ: Αύξηση 4,4% του ΑΕΠ το α΄ τρίμηνο του 2021 – Επιχειρηματική ανάκαμψη και επενδύσεις

Η ανάκαμψη των επενδύσεων και της επιχειρηματικής δραστηριότητας οδήγησε στη θετική έκπληξη για το ΑΕΠ το 1ο τρίμηνο, συντείνοντας στην ανοδική αναθεώρηση των εκτιμήσεων για ετήσια ανάπτυξη στο +5,7% το 2021, αναφέρει η ΕΤΕ σε έκθεσή της.
Η τράπεζα αναδεικνύει την ανάκαμψη των επενδύσεων και της επιχειρηματικής δραστηριότητας σε παράγοντες που συνέβαλαν προς αυτήν την κατεύθυνση, με την ελληνική οικονομία να επιδεικνύει «αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα στις δύσκολες επιδημιολογικές συνθήκες και την επέκταση των περιορισμών κατά το 1ο τρίμηνο του 2021».
Συγκεκριμένα, το ΑΕΠ αυξήθηκε με απροσδόκητα ισχυρό ρυθμό 4,4% σε σύγκριση με το 4ο τρίμηνο του 2020 (στοιχεία διορθωμένα για εποχικότητα) και μειώθηκε κατά μόλις 2,3% σε σχέση με το αντίστοιχο (προ Covid-19) τρίμηνο του 2020.
Η εν λόγω τριμηνιαία αύξηση κατατάσσεται μεταξύ των τριών ισχυρότερων στην ΕΕ, και συνιστά την Τρίτη συνεχόμενη μετά από αυξήσεις 3,8% και 3,4% το 3ο και το 4ο τρίμηνο του 2020, αντίστοιχα (οι οποίες ακολούθησαν την τριμηνιαία καταβύθιση του ΑΕΠ κατά -12,9% το 2ο τρίμηνο του 2020, όταν εκδηλώθηκε η πανδημία).
Είναι ενθαρρυντικό, σύμφωνα πάντα με την ΕΤΕ, ότι ο επιχειρηματικός τομέας, ο οποίος δέχθηκε το βαρύτερο πλήγμα κατά το 2020, φαίνεται να διαδραματίζει και τον πιο ενεργό ρόλο στην επίδοση του 1ου τριμήνου του 2021.
Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκαν με τον ισχυρότερο ρυθμό των τελευταίων τριών ετών (+8,6% ετησίως), συνεισφέροντας σχεδόν 1 ποσοστιαία μονάδα στην αύξηση του ΑΕΠ.
Οι κατηγορίες επενδύσεων που πρωταγωνίστησαν ήταν οι δαπάνες σε εξοπλισμό τεχνολογίας, πληροφορικής και επικοινωνίας (ICT) και λοιπές κατηγορίες εξοπλισμού (αυξήσεις 39% και 13,7% ετησίως, αντίστοιχα). Σημαντικά ενισχύθηκε, επίσης, η μη-οικιστική κατασκευαστική δραστηριότητα (9% ετησίως), υποστηριζόμενη, όπως και άλλες κατηγορίες επενδυτικής δαπάνης, από την επιτάχυνση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων (αύξηση εκταμιεύσεων 34% ετησίως το 1ο τρίμηνο του 2021). Η εν λόγω δυναμική αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω στο 2ο εξάμηνο με τη συνδρομή περίπου €7 δισ. κεφαλαίων από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης.
Η επιχειρηματική κερδοφορία ανακάμπτει μετά από μια δύσκολη χρονιά, με το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα και μικτό εισόδημα, σε επίπεδο οικονομίας, να ενισχύεται κατά 3,0% ετησίως – σημειώνοντας θετική ετήσια μεταβολή για πρώτη φορά από το 4ο τρίμηνο του 2019. Η σημαντική αύξηση των τραπεζικών δανείων προς τις επιχειρήσεις αρχίζει επίσης σταδιακά να τροφοδοτεί και την επενδυτική δαπάνη. Η καθαρή σωρευτική χορήγηση δανείων προς τον επιχειρηματικό τομέα τη 12μηνη περίοδο από τον Απρίλιο του 2020 έως το Μάρτιο του 2021 ανήλθε σε €5,8 δισ.
Η κρατική στήριξη παρέμεινε σημαντική, με το πρωτογενές έλλειμμα της Γενικής Κυβέρνησης σε τροποποιημένη ταμειακή βάση να διαμορφώνεται στο 2,3% του ΑΕΠ το 1ο τρίμηνο του 2021, σε σύγκριση με περίπου ισοσκελισμένη θέση το 1ο τρίμηνο του 2020 και έλλειμμα 4,2% το 4ο τρίμηνο του 2020. Οι πρωτογενείς δαπάνες σε επίπεδο Γενικής Κυβέρνησης αυξήθηκαν κατά 26% ετησίως, αντανακλώντας κυρίως την επέκταση της επιστρεπτέας προκαταβολής και τα πρόσθετα μέτρα στήριξης της αγοράς εργασίας. Ωστόσο, η δημοσιονομική ώθηση ήταν συγκριτικά μικρότερη από το 4ο τρίμηνο του 2020, καθώς ο ρυθμός μείωσης του κύκλου εργασιών σε πολλούς κλάδους της οικονομίας ήταν σημαντικά ηπιότερος το 1ο τρίμηνο του 2021 σε σχέση με το 2ο εξάμηνο του 2020 – μειώσεις 5,4% και 12,1% ετησίως, αντίστοιχα – αλλά αρκετή ώστε να συγκρατήσει την ετήσια μείωση στην αμοιβή της εργασίας στο 4,6%.
Αναπόφευκτα, η κρατική στήριξη θα αποκλιμακώνεται σταδιακά όσο η οικονομία ανακάμπτει και θα διατηρείται μόνο σε συγκεκριμένους τομείς και δραστηριότητες, που οι επιδράσεις της πανδημίας είναι εντονότερες και με μεγαλύτερη διάρκεια.
Η ιδιωτική κατανάλωση μειώθηκε κατά 4,9% ετησίως – όπως και στο 4ο τρίμηνο του 2020 – με ρυθμό ανάλογο με τη μείωση της συνολικής αμοιβής εργασίας σε επίπεδο οικονομίας, την ίδια περίοδο. Η αρνητική επίδραση της ιδιωτικής κατανάλωσης στο ΑΕΠ αντισταθμίστηκε εν μέρει από την αύξηση στη δημόσια κατανάλωση (4,9% ετησίως το 1ο τρίμηνο του 2021 και 7,3% ετησίως το 4ο τρίμηνο του 2020). Η επιτάχυνση των εμβολιασμών ενισχύει την εμπιστοσύνη και ανοίγει το δρόμο για πλήρη άρση των περιορισμών, στηρίζοντας την ανάκαμψη της κατανάλωσης από το 2ο τρίμηνο του 2021. Περίπου το 40% του πληθυσμού της χώρας είχε λάβει τουλάχιστον μία δόση εμβολίου έως τις 10 Ιουνίου, με το 25% του πληθυσμού να έχει εμβολιαστεί πλήρως.
Δείτε εδώ την ανάλυση της ΕΤΕ
Κομισιόν: Ύφεση 9% φέτος και ανάκαμψη 5% το 2021

Πτώση του ελληνικού ΑΕΠ κατά 9% για το 2020, με ανάκαμψη της τάξης του 5% για το 2021 και 3,5% για το 2022 προβλέπει η Κομισιόν.
Σύμφωνα με τις φθινοπωρινές εκτιμήσεις της επιτροπής, το δημόσιο χρέος αναμένεται να αυξηθεί στο 207% του ΑΕΠ φέτος πριν να υποχωρήσει στο 195% το 2022.
Όπως αναφέρει η Κομισιόν, η ελληνική οικονομία επηρεάστηκε σοβαρά από την πανδημία του κορωνοϊού, καθώς ο μεγάλος τομέας των υπηρεσιών και η υψηλή εξάρτηση από τον εξωτερικό τουρισμό την καθιστούν ιδιαίτερα ευάλωτη στα σοκ που προκαλούν οι περιορισμοί στα ταξίδια και τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης. Πάντως, η μελέτη τονίζει ότι η γρήγορη απάντηση της κυβέρνησης βοήθησε να περιοριστούν οι επιπτώσεις στην απασχόληση και στις επιχειρήσεις, μέχρι στιγμής. Για το 2021, η οικονομική δραστηριότητα αναμένεται να στηριχθεί από τα πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα που περιγράφονται στο προσχέδιο του προϋπολογισμού. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Κομισιόν δεν έχει συμπεριλάβει στις εκτιμήσεις της τα οφέλη που θα προκύψουν από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης.
Η πτώση του ΑΕΠ κατά 14% το δεύτερο τρίμηνο του 2020 υπήρξε πρωτοφανής, αλλά ήταν το αποτέλεσμα των μέτρων που πάρθηκαν για την αντιμετώπιση της πανδημίας και τα οποία επηρέασαν σοβαρά τόσο την εσωτερική ζήτηση όσο και τις εξαγωγές. Η γρήγορη απάντηση για την προστασία της απασχόλησης και τη διασφάλιση της ρευστότητας για τις επιχειρήσεις απέτρεψε μία πιο αρνητική επίδραση στην αγορά εργασίας το πρώτο εξάμηνο του έτους, σημειώνει η Κομισιόν. Έτσι, η ανεργία κορύφωσε στο 18% τον Ιούνιο, από 15,6% που ήταν το Φεβρουάριο, αλλά υποχώρησε στο 16,8% τον Ιούλιο.
Η Κομισιόν εκτιμά ότι η ανάκαμψη της κατανάλωσης θα είναι μόνο σταδιακή έως το 2021, καθώς κάποια από τα περιοριστικά μέτρα για τον κορωνοϊό παραμένουν. Η υψηλή αβεβαιότητα, τα χαμηλά έσοδα και οι περιορισμοί στη ρευστότητα επηρέασαν αρνητικά τιε επενδύσεις το πρώτο εξάμηνο του 2020, όμως οι δημόσιες επενδύσεις και η στήριξη ρευστότητας αναμένεται να διευκολύνουν την ανάκαμψη.
ΕΤΕ: Αναμένεται δυναμική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας κατά 5% στο γ΄ τρίμηνο

Η συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας στο δεύτερο τρίμηνο -με 15,2% «βουτιά» του ΑΕΠ- είναι η μεγαλύτερη όλων των εποχών, όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για τις περισσότερες χώρες διεθνώς. Παρά την ιστορικών διαστάσεων συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας στο τρίμηνο Απριλίου-Ιουνίου, αναμένεται δυναμική ανάκαμψη 5% στο τρίτο τρίμηνο, όπως επισημαίνεται σε έκθεση της Εθνικής Τράπεζας, η οποία προβλέπει ύφεση 7,5% για το 2020.
Η μείωση του ΑΕΠ κατά 15,2% ετησίως το 2ο τρίμηνο (-14,0% σε εποχικά διορθωμένη τριμηνιαία βάση) είναι η μεγαλύτερη που έχει καταγραφεί ιστορικά σε ένα τρίμηνο -όπως και για τις περισσότερες χώρες διεθνώς- για όσο, τουλάχιστον, διάστημα υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία τριμηνιαίων εθνικών λογαριασμών. H εξέλιξη αυτή ήταν, εν πολλοίς, αναμενόμενη, δεδομένης της αβεβαιότητας που δημιούργησε η πανδημία, καθώς και της αναπόφευκτης επιβολής πρωτοφανών περιορισμών τόσο στην κινητικότητα των πολιτών όσο και τη δραστηριότητα πολυάριθμων τομέων της οικονομίας τον Απρίλιο και σε σημαντικό τμήμα του Μαΐου. Ταυτόχρονα, ο τουριστικός κλάδος παρέμεινε ουσιαστικά κλειστός στο σύνολο σχεδόν του 2ου τριμήνου, επισημαίνεται στην έκθεση.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η πτώση του ελληνικού ΑΕΠ ήταν ανάλογη του μέσου όρου της Ευρωζώνης, ενώ συγκριτικά με τις περισσότερες χώρες του Νότου ήταν ελαφρώς χαμηλότερη (-18,7% κατά μέσο όρο για Ισπανία, Ιταλία και Πορτογαλία σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις του ΑΕΠ για αυτές τις χώρες) -παρά το γεγονός ότι οι πλέον πληττόμενοι από την πανδημία κλάδοι των υπηρεσιών (τουρισμός, εστίαση) έχουν σημαντικά μεγαλύτερη βαρύτητα στο Ελληνικό ΑΕΠ.
Η έγκαιρη ενεργοποίηση μέτρων στήριξης από το Δημόσιο -τα οποία ειδικά για την αγορά εργασίας προσέγγισαν τα 1,8 δισ. ευρώ το 2ο τρίμηνο- κατάφερε να συγκρατήσει τη μέση μείωση της συνολικής αμοιβής της εργασίας στην οικονομία (που συναρτάται από τη μέση αμοιβή και την απασχόληση) στο 7,3% ετησίως, παρά τη γενικευμένη παύση στην οικονομική δραστηριότητα.
Παρά τη σημαντική στήριξη και τις αναστολές φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων, η έντονη κάμψη της δραστηριότητας (μείωση κύκλου εργασιών επιχειρήσεων κατά 25,1% το 2ο τρίμηνο) οδήγησε σε πρωτοφανή συρρίκνωση των εισοδημάτων και των κερδών από επιχειρηματική δραστηριότητα. Ειδικότερα, το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα μαζί με το μεικτό εισόδημα μειώθηκε με τον ταχύτερο ρυθμό που έχει καταγραφεί ποτέ (17,4% ετησίως).
Αντιστοίχως, οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου συρρικνώθηκαν κατά 10,3% συγκριτικά με -15,8% στην Ευρωζώνη, υποστηριζόμενες, μεταξύ άλλων, από τις αυξήσεις στην μη οικιστική κατασκευαστική δραστηριότητα (+32,0% ετησίως το 2ο τρίμηνο), τις κατασκευές κατοικιών (+34,5% ετησίως), καθώς και τις αυξημένες δαπάνες σε εξοπλισμό «τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνιών» (ΤΠΕ) που σχετίζονται με τις νέες ανάγκες που δημιούργησε η υγειονομική κρίση.
Αναμφισβήτητα, οι καθαρές εξαγωγές μεγέθυναν την ύφεση, αντιστοιχώντας στο 1/3 αυτής (ήτοι 5 ποσοστιαίες μονάδες στη συρρίκνωση του ΑΕΠ). Αν και οι εξαγωγές αγαθών εμφάνισαν αντοχές, η δραματική μείωση των εξαγωγών υπηρεσιών (-50% ετησίως) διόγκωσε την ύφεση, καθώς υπερκέρασε τη σημαντικά βραδύτερη μείωση των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών.
Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι μια σειρά δεικτών συγκυρίας, εκπέμπουν ενθαρρυντικά σημάδια ανάκαμψης, ενώ οι δείκτες υψηλής συχνότητας και οι πρόδρομοι δείκτες οικονομικής δραστηριότητας έδειξαν ακόμη πιο έντονη βελτίωση τον Ιούλιο και τον Αύγουστο.
Όλα τα ανωτέρω συνηγορούν σε σημαντική ανάκαμψη του ΑΕΠ της τάξης του +5% περίπου, σε εποχικά διορθωμένη τριμηνιαία βάση, το 3ο τρίμηνο και σε μια μέση ετήσια μείωση του ΑΕΠ κατά 7,5% το 2020, με τάσεις περαιτέρω επιτάχυνσης, το 4ο τρίμηνο, καταλήγει η έκθεση.
Γ. Στουρνάρας: Ύφεση 4,5% ως 9,5% το 2020, ανάκαμψη 5,5% το 2021

Την εκτίμηση ότι η ύφεση στην Ελλάδα το 2020, συνεπεία της πανδημίας, θα κυμανθεί από 4,5% έως 9,5% του ΑΕΠ έκανε ο Γιάννης Στουρνάρας, απευθυνόμενος στην κοινοβουλευτική επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων, Τραπεζών, Οργανισμών Κοινής Ωφέλειας και Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης, όπου προσήλθε ως προτεινόμενος για επαναδιορισμό στη θέση του Διοικητού της Τράπεζας της Ελλάδος.
Ο κ. Στουρνάρας, που προέβλεψε ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας το 2021 με αύξηση του ΑΕΠ κατά 5,5%, είπε πως η παγκόσμια πανδημία δημιουργεί αβεβαιότητα, διότι «όσο δεν υπάρχει εμβόλιο και φάρμακο, ο φόβος που φωλιάζει στις ψυχές μας, δημιουργεί συνθήκες στασιμότητας, και ενδεχομένως, εάν συνεχισθεί και φόβους στασιμοπληθωρισμού».
Για την Ελλάδα, σημείωσε, η αντιμετώπιση της πανδημίας υπήρξε μεγάλη επιτυχία, και θέτει τα θεμέλια για μια όσο πιο περιορισμένη ύφεση γίνεται. Σημείωσε μάλιστα ότι η στάση της κυβέρνησης που φάνηκε να ακούει τους ειδικούς και να κινείται γρήγορα, στέλνει ένα θετικό μήνυμα για το τι θα συμβεί από εδώ και στο εξής. Και βέβαια η τύχη παίζει έναν σημαντικό ρόλο, πρόσθεσε ο κ. Στουρνάρας.
Ο Διοικητής της ΤτΕ επανέλαβε ότι όσο δεν υπάρχει εμβόλιο και φάρμακο «μόνο σενάρια» μπορούμε να κάνουμε για τις επιπτώσεις και ειδικότερα για την ύφεση που αναμένεται να έχει εύρος από 4,5% έως 9,5%, με «το βασικό σενάριο» να είναι στο 6% για το 2020. Για το 2021 προβλέπεται ανάκαμψη 5,5%, είπε ο κ. Στουρνάρας, σημειώνοντας ωστόσο ότι οι εκτιμήσεις θα αλλάζουν κάθε φορά που θα δημοσιοποιούνται (νέα) στοιχεία.
Εξάλλου, ο κ. Στουρνάρας σημείωσε ότι φέτος θα έχουμε σημαντική πιστωτική επέκταση, την οποία υπολογίζουμε σε 15 δισεκατομμύρια ευρώ, τουλάχιστον. Τόνισε μάλιστα ότι από πλευράς ρευστότητας και κεφαλαίων, οι τράπεζες είναι απόλυτα καλυμμένες για να συμβάλουν στη διατήρηση του παραγωγικού ιστού της οικονομίας. Βεβαίως, πρόσθεσε, οι τράπεζες οφείλουν να δανειοδοτούν φερέγγυους δανειολήπτες (με βάση τα στοιχεία που έχουν έως 31/12/2019).
Εισηγούμενος τον επαναδιορισμό του κ. Στουρνάρα, ο παρακαθήμενος υπουργός Οικονομικών Χρ. Σταϊκούρας είπε ότι ο Διοικητής συνέβαλε ουσιαστικά στη διαφύλαξη χρηματοπιστωτικής σταθερότητας όταν κυβερνητικές επιλογές κλόνισαν την εμπιστοσύνη καταθετών και επενδυτών και έθεσαν σε κίνδυνο τη τραπεζική ευστάθεια. Από την πλευρά του, ο υφυπουργός Οικονομικών Γ. Ζαββός εξέφρασε την πεποίθηση ότι στη νέα εξαετία του, ο κ. Στουρνάρας θα συνεχίσει να συντρέχει στην προσπάθεια της χώρας και θα στηρίξει τη γενική πολιτική της κυβέρνησης όπως προβλέπεται από το καταστατικό της ΤτΕ.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
ΗΠΑ: Ανέκαμψαν οι επικείμενες πωλήσεις κατοικιών τον Αύγουστο

Κατά 1,6% αυξήθηκαν οι επικείμενες πωλήσεις κατοικιών τον Αύγουστο στις ΗΠΑ σε σχέση με τον Ιούλιο, περισσότερο από ό,τι ανέμεναν οι αναλυτές (0,9%).
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Αμερικανικής Ένωσης Μεσιτών (NAR), ο δείκτης επικείμενων πωλήσεων ανήλθε στις 107,3 μονάδες. Toν Ιούλιο είχε υποχωρήσει κατά 2,5%.
Ο δείκτης παρακολουθεί τις επικείμενες πωλήσεις μέσω των συναλλαγών όπου έχει υπογραφεί ένα συμβόλαιο, αλλά δεν έχει ακόμα κλείσει οριστικά η συμφωνία.
Σε ανάκαμψη η μεταποίηση

Οι δείκτες παραγωγής, παραγγελιών και επιχειρηματικού κλίματος παρουσιάζουν σε γενικές γραμμές θετική τάση, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική του μεταποιητικού τομέα τα τελευταία έτη. Τούτο αποτυπώνεται στη σταδιακή ενίσχυση της συμβολής της μεταποίησης τόσο στη συνολική προστιθέμενη αξία της ελληνικής οικονομίας, όσο και στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, αναφέρουν οικονομικοί αναλυτές της Alpha Bank, στην εβδομαδιαία οικονομική ανάλυση της τράπεζας.
Σύμφωνα με τις πρόσφατες ανακοινώσεις της ΕΛΣΤΑΤ, όπως αναφέρουν οι αναλυτές της τράπεζας, ο γενικός δείκτης της βιομηχανικής παραγωγής αυξήθηκε κατά 1,2% σε ετήσια βάση το διάστημα Ιανουαρίου-Μαΐου, έναντι ανόδου κατά μόλις 0,8% την ίδια περίοδο του 2018. Η αύξηση αυτή οφείλεται στην άνοδο της παραγωγής στον ευρύ τομέα της μεταποίησης (+2,2%), η οποία υπεραντιστάθμισε τη μείωση στην παραγωγή των ορυχείων-λατομείων (-12,8%), ηλεκτρισμού (-0,6%) και παροχής νερού (-1,2%).
Όπως επισημαίνουν οι αναλυτές της Alpha Bank, η διατήρηση της ανάκαμψης της ελληνικής μεταποίησης συνιστά ένα ιδιαίτερα ενθαρρυντικό στοιχείο για την εγχώρια βιομηχανία, δεδομένης της βιομηχανικής επιβράδυνσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Συγκεκριμένα, η υποχώρηση στην παραγωγή της ευρωπαϊκής μεταποίησης, ήδη από το τέλος του 2018 συνδέεται, μεταξύ άλλων, με την άνοδο του προστατευτισμού στο παγκόσμιο εμπόριο, τις αυστηρότερες συνθήκες χρηματοδότησης και, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την αυτοκινητοβιομηχανία, με την αποδυνάμωση της ζήτησης και την εισαγωγή νέων ρυθμίσεων για τα όρια εκπομπής καυσαερίων
Όπως αναφέρεται στην οικονομική ανάλυση, η βαρύτητα που αποδίδει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη μεταποιητική βιομηχανία είναι ιδιαίτερα σημαντική, ενώ ήδη από το 2014 έχει τεθεί ως ευρωπαϊκός στόχος η αύξηση της συμμετοχής της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας της στο 20% του ΑΕΠ έως το 2020.
Οι προοπτικές του τομέα της μεταποίησης, εκτιμούν οι αναλυτές της τράπεζας, βαίνουν θετικές, με τον εποχικά προσαρμοσμένο Δείκτη Υπευθύνων για τις Προμήθειες στη μεταποίηση (IHS Markit, PMI) να διαμορφώνεται σε επίπεδο άνω των 50 μονάδων για διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών. Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι η μεταποίηση βρίσκεται σε φάση ανάπτυξης, παρά την ελαφρά υποχώρηση τον Ιούνιο στις 52,4 μονάδες (από 54,2 μονάδες τον Μάιο). Η εξασθένηση της διεθνούς ζήτησης οδήγησε σε οριακή μόνο αύξηση των νέων παραγγελιών από το εξωτερικό, ενώ οι εταιρείες αύξησαν το εργατικό τους δυναμικό αν και με χαμηλότερο ρυθμό. Επιπρόσθετα, οι τιμές μειώθηκαν λόγω του αυξανόμενου ανταγωνισμού και τα αποθέματα προϊόντων υποχώρησαν περαιτέρω, ενώ οι επιχειρήσεις παρέμειναν έντονα αισιόδοξες ως προς την αύξηση της παραγωγής εντός των επόμενων δώδεκα μηνών.
Η αισιοδοξία ως προς την αναμενόμενη παραγωγική δραστηριότητα τους επόμενους μήνες επιβεβαιώνεται άλλωστε και από την ανοδική πορεία του δείκτη επιχειρηματικών προσδοκιών στη Βιομηχανία που δημοσιεύει το ΙΟΒΕ, ο οποίος κυμαίνεται σε επίπεδα πάνω από το μακροχρόνιο μέσο όρο του από το τέλος του 2017 (με εξαίρεση το τετράμηνο Οκτωβρίου 2018- Ιανουαρίου 2019). Τον Ιούνιο του 2019 αυξήθηκε ελαφρώς στις 104,2 (από 102,9 τον Μάιο) μονάδες.
Κατά το πρώτο πεντάμηνο του έτους, καταγράφεται στην μελέτη, 15 από τους 24 κλάδους της μεταποίησης παρουσίασαν θετικό ετήσιο ρυθμό μεταβολής στην παραγωγή τους, ενώ 18 εξ αυτών κυμαίνονται σε επίπεδο άνω των 100 μονάδων, δηλαδή του έτους βάσης 2015. Σημαντικές θετικές μεταβολές κατέγραψαν οι κλάδοι του καπνού (+33,9%), των φαρμακευτικών προϊόντων (+28,6%), της εγκατάστασης μηχανημάτων και εξοπλισμού (+9,6%) και των χημικών (+7,6%). Αντίθετα, μείωση της παραγωγής παρουσίασαν ο εξοπλισμός μεταφορών (-18,5%), τα παράγωγα πετρελαίου και άνθρακα (-7,7%), τα μηχανοκίνητα οχήματα (-7,3%), η κλωστοϋφαντουργία (-6,4%) και τα είδη ένδυσης (-6,5%).
Η μεταποίηση συνιστά έναν τομέα με σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, τον εξαγωγικό της προσανατολισμό και τη στήριξη της παραγωγικότητας της εργασίας, ενώ συχνά αποτελεί φορέα νέων τεχνολογιών και καινοτομικής δραστηριότητας. Μάλιστα, οι επενδύσεις σε μηχανολογικό εξοπλισμό και εξοπλισμό τεχνολογίας, οι οποίες αποτελούν σημαντικό τμήμα των βιομηχανικών επενδύσεων, αυξήθηκαν συνολικά το 2018 κατά 17% και κατά 1,9% το πρώτο τρίμηνο του 2019 σε ετήσια βάση.
Το μερίδιο της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της μεταποίησης στο ΑΕΠ διαμορφώθηκε συνολικά το 2018 στο 9,6%, ποσοστό αρκετά χαμηλότερο από το αντίστοιχο της ευρωζώνης (15,4%). Ωστόσο, η συμμετοχή της έχει αυξηθεί κατά 2,4 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2010. Αντιστοίχως, η απασχόληση στη μεταποίηση ως ποσοστό στη συνολική απασχόληση, διαμορφώθηκε στο 9,4% το 2018, με το αντίστοιχο ποσοστό στην ευρωζώνη να είναι αρκετά υψηλότερο (15,6%).
Σε ανάκαμψη οι τιμές των ακινήτων

Ανακάμπτουν με γοργό ρυθμό οι τιμές των οικιστικών ακινήτων, όπως φαίνεται από τα στοιχεία που δημοσίευσε η Τράπεζα της Ελλάδος.
Οι τιμές των διαμερισμάτων στο πρώτο τρίμηνο του έτους κατέγραψαν αύξηση κατά 4%, έναντι αύξησης 1,4% που κατέγραψαν για το σύνολο του 2018. Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η ΤτΕ και προέρχονται απο πιστωτικά ιδρύματα, η αύξηση των τιμών το πρώτο τρίμηνο του 2019 σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2018 ήταν 4% για τα «νέα» διαμερίσματα, δηλαδή ηλικίας έως 5 ετών, και 3,9% για τα «παλαιά», δηλαδή ηλικίας άνω των 5 ετών. Για το σύνολο του 2018, με βάση τα αναθεωρημένα στοιχεία, η αύξηση των τιμών σε σχέση με το 2017 ήταν 1,8% για τα «νέα» διαμερίσματα, έναντι μείωσης 0,8% το 2017, ενώ η αντίστοιχη αύξηση για τα «παλαιά» διαμερίσματα ήταν 1,4% το 2018, έναντι μείωσης 1,2% το 2017.
Από την ανάλυση των στοιχείων κατά γεωγραφική περιοχή προκύπτει ότι οι τιμές των διαμερισμάτων το α΄ τρίμηνο του 2019 σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2018 αυξήθηκαν κατά 5,8% στην Αθήνα, 3,9% στη Θεσσαλονίκη, 1,9% στις άλλες μεγάλες πόλεις και 2,6% στις λοιπές περιοχές της χώρας. Για το σύνολο του 2018, με βάση τα αναθεωρημένα στοιχεία, η μέση αύξηση των τιμών των διαμερισμάτων στις ίδιες περιοχές σε σχέση με το 2017 ήταν 2,5%, 1%, 0,7% και 0,9% αντίστοιχα.
Και για το σύνολο των αστικών περιοχών της χώρας, το α΄ τρίμηνο του 2019 οι τιμές των διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 4,4% σε σύγκριση με το α΄ τρίμηνο του 2018, ενώ για το σύνολο του 2018, η μέση ετήσια αύξηση διαμορφώθηκε σε 1,6%, έναντι μείωσης κατά 1,1% το 2017.
Ι. Χατζηθεοδοσίου, πρόεδρος ΕΕΑ: «Χρήσιμες οι παροχές αλλά χρειάζονται πολλά ακόμη για την ανάκαμψη της οικονομίας»

Θα είναι εκτός πραγματικότητας όποιος υποστηρίξει ότι τα μέτρα που ανακοινώθηκαν χθες από τον πρωθυπουργό δεν είναι προς την σωστή κατεύθυνση. Κάθε παρέμβαση που μπορεί να ενισχύσει το εισόδημα των πολιτών -όπως η 13η σύνταξη- είναι σημαντική, γιατί έτσι όχι ανακουφίζονται τα πολύπαθα νοικοκυριά αλλά παράλληλα τονώνεται και η αγορά. Όπως ήταν απαραίτητη και η μείωση του ΦΠΑ σε εστίαση, τρόφιμα και ενέργεια. Είναι κινήσεις που στηρίζουν πραγματικά το σύνολο πολιτών, επαγγελματιών και επιχειρήσεων και αυτό δεν μπορεί να το αμφισβητήσει κανείς.Δεν μπορούμε όμως να μην σημειώσουμε και ορισμένους “αστερίσκους” στα όσα ανακοινώθηκαν χθες. Όπως το ότι δεν ακούστηκαν μέτρα ανάκαμψης της μεσαίας τάξης που είναι και η περισσότερο «πληγωμένη» από τις συνέπειες της πολύχρονης κρίσης. Επίσης δεν ακούστηκε τίποτα για την ουσιαστική μείωση των συντελεστών φορολογικής κλίμακας και την αποκατάσταση των αδικιών των περασμένων ετών. Ούτε για περαιτέρω μείωση του ΕΝΦΙΑ ανακοινώθηκε κάτι, ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι απαιτείται και η έγκριση των θεσμών για το θέμα των πλεονασμάτων. Τέλος, αρκετά από τα μέτρα που ανακοινώθηκαν χθες είναι προγραμματισμένο να ισχύσουν από το 2020, δηλαδή μετά τις εθνικές εκλογές, άρα υπάρχει και εδώ ένα γκρίζο σημείο, καθώς κανείς δεν μπορεί να προδικάσει το αποτέλεσμα της εκλογικής αναμέτρησης. Σε γενικότερες γραμμές, είναι καλοδεχούμενο καθετί που έχει ως στόχο τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών και την στήριξη των επιχειρήσεων, όμως είναι επιτακτική η ανάγκη να ξεφύγουμε από τα μέτρα ανακούφισης και να προχωρήσουμε στον σχεδιασμό για την αναπτυξιακή στροφή που έχει ανάγκη η οικονομία και η χώρα. Και αυτό πρέπει να το λάβουν πολύ σοβαρά υπόψη τους οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου. Αν θέλουμε να προχωρήσουμε μπροστά, δεν αρκούν αποσπασματικά μέτρα αλλά συντονισμένες δράσεις που θα προκύψουν μέσα από μία ευρεία συναίνεση.