Αυγενάκης για πρώτο χρόνο εφαρμογής του ΣΣ ΚΑΠ: Ζητούμενα η ευελιξία και επικουρικότητα, αλλά και απλούστερες διαδικασίες με μείωση της γραφειοκρατίας

Η ανάγκη για περαιτέρω ευελιξία και επικουρικότητα σε όλα τα επίπεδα αλλά η ανάγκη για απλούστευση των διαδικασιών και η μείωση της πολυπλοκότητας εφαρμογής των απαιτήσεων, προβάλλονται από την ηγεσία του ΥΠΑΑΤ ως βασικά συμπεράσματα στον απολογισμό του πρώτου έτους εφαρμογής των Στρατηγικών Σχεδίων της ΚΑΠ, που συζητήθηκε στο Συμβούλιο Υπουργών Γεωργίας και Αλιείας, στις Βρυξέλλες, με τη συμμετοχή, από ελληνικής πλευράς του αρμοδίου υπουργού, Λευτέρη Αυγενάκη.Διαπίστωση είναι ότι το αγροτικό εισόδημα παραμένει σημαντικά χαμηλότερο από τον μέσο μισθό, που σημαίνει ότι η διαφύλαξη και ενίσχυση της ΚΑΠ είναι επιβεβλημένη. Ωστόσο το αποτέλεσμα των στρατηγικών σχεδίων της ΚΑΠ θα εξαρτηθεί, σε μεγάλο βαθμό, από το επίπεδο συμμετοχής της αγροτικής κοινότητας.
Εκτίμηση του Έλληνα υπουργού είναι ότι το κρισιμότερο στοιχείο για τη διευκόλυνση της πρόσβασης των γεωργών στις αγροτικές ενισχύσεις είναι η απλούστευση των διαδικασιών και η μείωση της πολυπλοκότητας εφαρμογής των απαιτήσεων. «Η στρατηγική για την επίτευξη των φιλοδοξιών της ΕΕ δεν πρέπει να αναλώνεται σε χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες και εξαντλητικές λεπτομέρειες, αλλά να επικεντρώνεται στην ανάδειξη των ωφελειών και των κινήτρων για τους γεωργούς. Η μετάβαση από τη συμμόρφωση στην απόδοση έχει ήδη υπονομευθεί από ένα σύνολο περίπλοκων κανόνων που περιορίζουν τις επιλογές των κρατών μελών και ενίοτε καθιστούν αδύνατη την πλήρη αξιοποίηση της διαθέσιμης χρηματοδότησης. Επιπλέον, θέτουν διοικητικά και τεχνικά εμπόδια στην εφαρμογή συμπληρωματικών ενισχύσεων από άλλες πολιτικές, σε μια περίοδο κρίσιμη για την επιβίωση των γεωργών», επισημαίνει στον απολογισμό εφαρμογής του πρώτου έτους των ΣΣ ΚΑΠ, ο ΥπΑΑΤ.Και προσθέτει στην αναφορά του, ότι «οι αλλεπάλληλες και απρόβλεπτες κρίσεις ξεπερνούν τις δυνατότητες του αρχικού σχεδιασμού μας και απαιτούν συνεχή εγρήγορση για έγκαιρες αναπροσαρμογές, χωρίς να απαιτείται κάθε φορά χρονοβόρα διαβούλευση με όλες τις συναρμόδιες Υπηρεσίες της Επιτροπής».
Στη συνέχεια κατέγραψε τις μεγάλες προκλήσεις με τους νέους ποιοτικούς ελέγχους για το Σύστημα Γεωχωρικής Αίτησης και το Σύστημα Παρακολούθησης Αγροτεμαχίων και τις καθυστερήσεις που υπάρχουν στην παροχή οδηγιών, που ουσιαστικά επιβαρύνουν σημαντικά τους Οργανισμούς πληρωμών.Συμπερασματικά, ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Λευτέρης Αυγενάκης, ανέφερε ότι «ο απολογισμός του πρώτου έτους εφαρμογής ανέδειξε κυρίως την ανάγκη περαιτέρω ευελιξίας και επικουρικότητας σε όλα τα επίπεδα. Οι εθνικές ιδιαιτερότητες και δυνατότητες και τα τοπικά και περιφερειακά χαρακτηριστικά των αγροτικών περιοχών επηρεάζουν καταλυτικά την προσαρμογή των κρατών μελών στους νέους κανόνες. Συνεπώς, η διαφύλαξη του ισχύοντος επιπέδου ενίσχυσης των αγροτών στα κράτη μέλη προσφέρει την απαραίτητη προβλεψιμότητα και σταθερότητα στις επιλογές τους».

ΕΛΣΤΑΤ: Μειώθηκε κατά 14,3% η αλιεία το 2020

Μείωση κατά 0,8% σημείωσε ο αριθμός των μηχανοκίνητων αλιευτικών σκαφών μέσης και παράκτιας αλιείας, στη χώρα πέρυσι σε σύγκριση με το 2019 και ανήλθε σε 13.763 σκάφη, έναντι 13.877 σκαφών το 2019.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, οι μεταβολές του αριθμού των μηχανοκίνητων αλιευτικών σκαφών (μέσης και παράκτιας αλιείας), κατά τύπο αλιευτικού εργαλείου, είναι οι εξής:
Ο αριθμός των σκαφών μέσης αλιείας (μηχανότρατες και γρι-γρι) παρουσίασε μείωση 0,2% και ανήλθε σε 484 (245 μηχανότρατες και 239 γρι-γρι) το 2020 από 485 (246 μηχανότρατες και 239 γρι-γρι) το 2019.
Ο αριθμός των σκαφών παράκτιας αλιείας (βιντζότρατες και λοιπά εργαλεία) παρουσίασε μείωση 0,8% και ανήλθε σε 13.279 (221 βιντζότρατες και 13.058 λοιπά σκάφη) το 2020 από 13.392 (221 βιντζότρατες και 13.171 λοιπά σκάφη) το 2019.
Η συνολική ποσότητα των αλιευμάτων μέσης και παράκτιας αλιείας μειώθηκε κατά 14,3% και η αξία τους μειώθηκε κατά 12,9%. Συγκεκριμένα, η συνολική αλιευθείσα ποσότητα ανήλθε σε 70.182,5 τόνους και η αξία σε 238.190,4 χιλιάδες ευρώ το 2020, έναντι 81.920,0 τόνων και 273.420,8 χιλιάδων ευρώ το 2019.
Πέρυσι, από τους 70.182,5 τόνους της συνολικής αλιευθείσας ποσότητας μέσης και παράκτιας αλιείας, το 79,6% αφορούσε σε ιχθύες, το 9,9% σε κεφαλόποδα, το 9,2% σε μαλακόστρακα και το 1,3% σε οστρακοειδή.