Χρ. Σταϊκούρας: Η επιδότηση ρεύματος αφορά το 95% των νοικοκυριών

Τέλος Μαΐου με αρχές Ιουνίου θα ανοίξει η πλατφόρμα για τις επιστροφές των επιπλέον χρεώσεων στο ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ οι πληρωμές θα γίνουν εντός του Ιουνίου, τόνισε ο υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταϊκούρας μιλώντας στο ΣΚΑΪ.
Ο υπουργός εξήγησε ότι τα ποσά που θα πιστωθούν στο λογαριασμό IBAN που θα δηλώσουν οι δικαιούχοι, είναι αφορολόγητα και ακατάσχετα.
Η επιδότηση αυτή αφορά χρήματα που έχει ήδη πληρώσει ο πολίτης την περίοδο από τον Δεκέμβριο του 2021 έως και τον Μάιο του 2022 και αφορά τους λογαριασμούς που έχουν υποβληθεί στον πολίτη από τους παρόχους και όχι την περίοδο κατανάλωσης.
Ο κ. Σταϊκούρας τόνισε ότι με τα εισοδηματικά κριτήρια των 45.000 ευρώ οικογενειακό καλύπτεται το 95% των νοικοκυριών. Ο υπουργός τόνισε ότι θα δουν πίσω στους λογαριασμούς τους το 60% αυτών που πλήρωσαν την προηγούμενη περίοδο, αφαιρώντας τις επιδοτήσεις κράτους και παρόχων.
Ανέφερε ότι υπολογίζεται ότι οι καταναλωτές έχουν καταβάλει το προηγούμενο διάστημα 460 εκατ. ευρώ και από αυτά θα επιστραφούν τα 280 εκατ. με χρηματοδότηση απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό.
Ειδικά για τις φοιτητικές εστίες, εξήγησε ότι εάν ο φοιτητής υποβάλλει φορολογική δήλωση ο ίδιος και δηλώνει το σπίτι ως κύρια κατοικία, τότε επιδοτείται κανονικά. Σε περίπτωση που η οικία δηλώνεται από το γονέα ως δευτερεύουσα κατοικία, θα υπάρχει στην πλατφόρμα η δυνατότητα ο φοιτητής να το δηλώσει ως κύρια κατοικία και να επιδοτηθεί κανονικά.
Ο υπουργός Οικονομικών τόνισε, επίσης, ότι στόχος των επόμενων μηνών για το 2023, είναι να βρεθεί ο δημοσιονομικός χώρος ώστε να επεκταθεί η κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης και για το δημόσιο. Επεσήμανε ότι είναι μια από τις δύο κυβερνητικές εκκρεμότητες μαζί με τη μονιμοποίηση των μειώσεων φόρων και εισφορών.
ΣΒΑΠ: Απαιτείται κυβερνητική παρέμβαση για τον έλεγχο των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας

Τις τελευταίες ημέρες διαπιστώνεται η αδικαιολόγητη εκτόξευση των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας στο επίπεδο των € 360-400/Mwh, με αναφορά στην εκτόξευση των χρηματιστηριακών τιμών του Φ.Α. λόγω της κρίσης στην Ουκρανία, η οποία όμως θα επηρεάσει την ελληνική αγορά τον Απρίλιο, αναφέρεται στην ανακοίνωση του Συνδέσμου Βιομηχανιών Αττικής-Πειραιώς, σχετικά με την άνοδο των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας
Η αύξηση των τιμών, διευρύνει περαιτέρω το διαχρονικό πρόβλημα του υψηλού κόστους ηλεκτρικής ενέργειας, από το οποίο επιβαρύνεται η ελληνική βιομηχανία με αρνητικές επιπτώσεις στη διεθνή ανταγωνιστικότητα της. Ε
ίναι γνωστό, ότι στη χώρα μας η τιμή που προμηθεύονται το Φ.Α. όλοι οι προμηθευτές και οι ηλεκτροπαραγωγοί διαμορφώνεται από τις χρηματιστηριακές τιμές TTF του προηγούμενου μήνα (front month), όπως αυτό καθορίζεται στις σχετικές συμβάσεις τους, καθώς στη χώρα μας δεν υπάρχει spot αγορά (hub), αντίθετα με ότι συμβαίνει στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές, η τιμή προμήθειας για τον Μάρτιο είναι € 80/Μwh, βάσει της οποίας το υπολογιζόμενο μεταβλητό κόστος για μια μονάδα φυσικού αερίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα € 200/Μwh, εάν λάβουμε υπόψη μας και τη σημαντική πτώση των τιμών των δικαιωμάτων CO2 στα € 60/Mwh από το επίπεδο των € 90/Mwh που είχε φθάσει τους δύο τελευταίους μήνες.
Επομένως, οι τιμές των € 360/Mwh στην ελληνική χρηματιστηριακή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας κρίνονται ως υπερβολικές και αδικαιολόγητα υψηλές, επιφέροντας απροσδόκητα οφέλη αλλά τα οποία πλήττουν την ανταγωνιστικότητα των βιομηχανικών καταναλωτών ενέργειας.
Η επίκληση των τιμών που διαμορφώνονται στις ευρωπαϊκές χονδρεμπορικές αγορές δεν αποτελεί πλήρη αιτιολογία για την άνοδο των τιμών στην ελληνική αγορά, διότι αφενός στις ευρωπαϊκές χονδρεμπορικές αγορές ηλεκτρισμού διαπραγματεύεται μόνο το 20-30% της κατανάλωσης σε κάθε χώρα, αφετέρου στις εν λόγω αγορές η διαπραγμάτευση του Φ.Α. γίνεται μέσω των spot αγορών και όχι βάσει των τιμών του προηγούμενου μήνα.
Η επιδότηση των € 65 /Μwh, που δίδεται στις βιομηχανίες για τον μήνα Μάρτιο, προφανώς δεν επαρκεί για να καλύψει τις κατά πολύ επαυξημένες τιμές.
Είναι πλέον σαφές ότι η κρίση θα διαρκέσει τουλάχιστον έως και τις αρχές του επομένου έτους.
Το πλήγμα που θα υποστεί η βιομηχανία της χώρας θα είναι καίριο και τίθεται ζήτημα βιωσιμότητας για την πλειοψηφία αυτών.
Θεωρούμε ότι η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να προχωρήσει άμεσα στην λήψη πιο αποτελεσματικών μέτρων στήριξης της βιομηχανίας, στο πλαίσιο που καθορίστηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την αντιμετώπιση της υπερβολικής αύξησης των τιμών στην χονδρεμπορική αγορά συμπεριλαμβανομένης και της φορολόγησης των υπερκερδών των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας.
Η παρέμβαση της κυβέρνησης στη διαμόρφωση των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά σύμφωνα με το παράδειγμα και άλλων ευρωπαϊκών χωρών, κρίνεται αναγκαία προϋπόθεση για την βιωσιμότητα της ελληνικής μεταποίησης.
Οι Σύνδεσμοι μας χαιρετίζουν τις χθεσινές έξι προτάσεις του Έλληνα πρωθυπουργού ενόψει της συνόδου κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αναμένουν την έμπρακτη στήριξη της ελληνικής μεταποίησης.
ΓΣΕΕ: Η επέλαση της ακρίβειας στα νοικοκυριά δεν αντιμετωπίζεται με μόλις 13€ αύξηση του κατώτατου μισθού

«Μπορεί το κύμα ακρίβειας να επελαύνει εδώ και μήνες στη χώρα μας ακολουθώντας τον γενικότερο ευρωπαϊκό «καλπασμό» του πληθωρισμού. Μπορεί οι αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος να μην αναμένεται να αποκλιμακωθούν πριν από το τέλος του 2022 (με τις εκτιμήσεις διαρκώς να μεταβάλλονται επί τα χείρω). Μπορεί να θεωρείται δεδομένο ότι και ο ελληνικός πληθωρισμός θα εκτοξευτεί σε επίπεδα άνω του 5% από τον Ιανουάριο. Μπορεί όλες οι μέχρι σήμερα εκτιμήσεις να προβλέπουν περαιτέρω ανατιμήσεις προϊόντων αμέσως μετά τις γιορτές, κατά μέσο όρο στο 20% σε αρκετά βασικά είδη διατροφής, αλλά και ευρύτερης ακόμη κατανάλωσης, και που όμως σε κάποιες περιπτώσεις θα αγγίξουν και το 30%», αναφέρει η ΓΣΕΕ σε ανακοίνωσή της, και συμπληρώνει:
«Μπορεί όλα τα παραπάνω να συνιστούν μια αναπόφευκτη εξέλιξη, στην αλυσίδα που ξεκινάει από την πανδημική κρίση, συνεχίζεται με την «έκρηξη» του ενεργειακού κόστους, όπου το ρόλο τους ασφαλώς παίζουν και άλλοι παράγοντες και επιταχύνεται με καταλύτη την παγκόσμια διαταραχή της εφοδιαστικής αλυσίδας. Όμως, οι εργαζόμενοι στη χώρα μας καλούνται να αντιμετωπίζουν όλες τις παραπάνω ανατιμήσεις, που έρχονται να προστεθούν σε εκείνες που έχουν σημειωθεί σε διάφορα βασικά αγαθά/προϊόντα από την αρχή του 2021, με ποσοστιαία αύξηση μόλις 2% στον κατώτατο μισθό, δηλαδή 13€ μεικτά το μήνα (!).
Με «αρνητικούς πρωταθλητές» τα απορρυπαντικά, τα όσπρια, τα τυροκομικά κ.ά. κυρίως βασικά τρόφιμα, ο βασικός στόχος θεσμοθέτησης του κατώτατου μισθού που είναι η προστασία ενός τμήματος της κοινωνίας από τη φτωχοποίηση έχει αποτύχει παταγωδώς. Το ύψος του κατώτατου μισθού στη χώρα μας και η μόλις 2% αύξηση που ανακοίνωσε η Κυβέρνηση, δε μπορεί σε καμία περίπτωση να διασφαλίσει ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Η οριακή αύξηση του κατώτατου μισθού και μάλιστα από 1.1.2022, δεν ενισχύει σε καμία περίπτωση την οικονομική και κοινωνική σταθερότητα και ανάπτυξη, δε βελτιώνει τις συνθήκες διαβίωσης και φυσικά δε μειώνει την ανασφάλεια και επισφάλεια που διακρίνουν σήμερα την αγορά εργασίας.
Η ΓΣΕΕ, έχει τεκμηριώσει μέσω του Ινστιτούτου εργασίας της Συνομοσπονδίας, το αίτημά της για την αναγκαιότητα άμεσης επαναφοράς του κατώτατου μισθού στα 751 ευρώ και στη συνέχεια της προσαρμογής του στο 60% του διαμέσου ακαθάριστου μισθού πλήρους απασχόλησης, δηλαδή στα 809 ευρώ, με την υπογραφή Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας μεταξύ των κοινωνικών εταίρων. Η αύξηση των 13 ευρώ την οποία αποφάσισε η κυβέρνηση δεν αλλάζει το γεγονός ότι ο κατώτατος μισθός βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας, με ότι αυτό συνεπάγεται για τους εργαζόμενους και τις οικογένειές τους.
Οι εργαζόμενοι στη χώρα μας, κρίνουν κατώτερη των προσδοκιών και των αναγκών τους την απόφαση της Κυβέρνησης. Σε μία κρίσιμη για αυτούς περίοδο λόγω και της πανδημίας -και μετά από 11 συνεχή χρόνια μνημονίων και σκληρών δημοσιονομικών μέτρων- χρειάζονται την ουσιαστική ενίσχυση των εισοδημάτων και της προστασίας τους, την καταπολέμηση της παραβατικότητας σε βάρος τους και τη θεσμική κατοχύρωση και ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συμβάσεων εργασίας.
Τα συνδικάτα, οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι, οι απολυμένοι δεν ξεχνούμε ότι τον Ιούνιο του 2021 τέθηκαν σε ισχύ με το ν. 4808/2021 αντεργατικά μέτρα τα οποία, επιτείνοντας τους εργασιοκτόνους περιορισμούς των μνημονιακών μέτρων, θίγουν θεμελιώδεις αρχές και δικαιώματα του Εργατικού Δικαίου της χώρας και επιφέρουν καίρια πλήγματα στο θεσμό των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και στο μοντέλο της ασφαλούς και αξιοπρεπώς αμειβόμενης εργασίας. Σειρά μέτρων αποδυνάμωσης της συνδικαλιστικής ελευθερίας και της συλλογικής προστασίας των εργαζομένων, με παράλληλη ενίσχυση του διευθυντικού δικαιώματος και της ατομικής σύμβασης εργασίας επιβλήθηκαν σε ένα εργασιακό, κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον απαγορευτικό για τέτοιου είδους νομοθετικές παρεμβάσεις, εν μέσω παρατεινόμενης για δεύτερο χρόνο διακινδύνευσης της κοινωνίας από την πανδημία του κορωνοϊού, με όλες τις ήδη επελθούσες και αναμενόμενες στο μέλλον συνέπειες στην οικονομία, την εργασία και την κοινωνία.
Σε ένα περιβάλλον ακραίας ευελιξίας της αγοράς εργασίας και έντονης επισφάλειας του εργατικού δυναμικού της χώρας, που τροφοδοτείται από τα υψηλά ποσοστά ανεργίας, την εκτεταμένη χρήση ευέλικτων μορφών απασχόλησης, την αποδιοργάνωση των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους και την απειλή της πανδημίας, το βασικό ρυθμιστικό πλαίσιο της εργασίας αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα έχει αντεργατικό και αντισυνδικαλιστικό προσανατολισμό και πλέον έντονα αντικοινωνικά χαρακτηριστικά.
Τέλος, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε σε όλους την Πρωθυπουργική δέσμευση για αύξηση του κατώτατου μισθού για διπλάσιο ποσοστό του ρυθμού ανάπτυξης».