Ράμμος: Προσβλητικό για την τιμή και την υπόληψή μου ότι φιλοδοξώ να παίξω ρόλο πολιτικού παράγοντα

Ανακοίνωση εξέδωσε ο πρόεδρος της ΑΔΑΕ, Χρήστος Ράμμος, στην οποία αναφέρει τα εξής:
«Με όλο τον δέοντα σεβασμό προς τον κ. Κυβερνητικό Εκπρόσωπο, προς αποκατάσταση της αλήθειας οφείλω να σημειώσω τα ακόλουθα:
1. Την πρωτοβουλία για τις συναντήσεις με τον κ. Αρχηγό της Αξιωματικής Αντιπολιτεύσεως και πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ ουδέποτε την πήρα εγώ. Πάντα και οσάκις επισκέφτηκε την ΑΔΑΕ, αυτό έγινε ύστερα από δικό του αίτημα. Και όπως έχω δηλώσει και με άλλη ευκαιρία, η πόρτα της ΑΔΑΕ είναι ανοικτή σε όλους τους αρχηγούς των κομμάτων που εκπροσωπούνται στην Βουλή, τους οποίους το άρθρο 8 §6 του πρόσφατου νόμου 5002/2022 (όπως εξ άλλου και το προϊσχύσαν άρθρο 5 §4 του ν.2225/1994) καθιστά θεσμικούς συνομιλητές μου.
2. Ο κ. Πρωθυπουργός ουδέποτε ζήτησε να με συναντήσει. Και τούτο έγινε προφανώς διότι είχα τακτική επικοινωνία για θέματα αρμοδιότητας της ΑΔΑΕ όλα αυτά τα χρόνια που είμαι Πρόεδρος της Αρχής, με τον αρμόδιο Υπουργό κ. Γεραπετρίτη. Είχα επίσης δύο συναντήσεις με δική μου πρωτοβουλία και με τον κ. Υπουργό της Δικαιοσύνης.
3. Ουδέποτε ανέφερα ότι η ενημέρωση των αρχηγών των πολιτικών κομμάτων πρέπει να περιορίζεται σε αναφορά στατιστικών στοιχείων σε σχέση με την άρση του απορρήτου. Αυτά ούτως ή άλλως δημοσιοποιούνται με την ετήσια έκθεση πεπραγμένων που συντάσσει η ΑΔΑΕ. Εκείνο το οποίο είχα αναφέρει τόσο στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής σε απάντηση σχετικής ερωτήσεως βουλευτού καθώς και σε επιστολή μου προς τον κ. Υπουργό της Δικαιοσύνης ήταν ότι η διάταξη του άρθρου 5 §4 του ν. 2225/1994 (ο οποίος δεν ισχύει πλέον), η οποία όριζε ότι ο Πρόεδρος της ΑΔΑΕ ενημερώνει τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων για κάθε περίπτωση εισαγγελικής διάταξης άρσης του απορρήτου, κατά την επικρατήσασα στην ΑΔΑΕ, ήδη πριν από την εκ μέρους μου ανάληψη της Προεδρίας της, αντίληψη, δεν μπορούσε να ερμηνευθεί ότι έχει την έννοια ότι υπάρχει υποχρέωση κοινοποιήσεως και στους εν λόγω αρχηγούς του πλήρους περιεχομένου της καθ’ έκαστον εισαγγελικής διάταξης με τα απόρρητα αυτής στοιχεία, διότι ο νόμος παραφύλαττε την κοινοποίηση των διατάξεων αυτών μόνο στον Υπουργό Δικαιοσύνης. Συμπληρωματικά δε, είχα εξηγήσει ότι, ανεξαρτήτως των ανωτέρω, εκ των πραγμάτων είχε καταστεί αδύνατη η ενημέρωση των αρχηγών των κομμάτων για κάθε διάταξη, όταν αυτές το 2021, για παράδειγμα, έφτασαν τις 18.000 συνολικά. Τέλος, σημειώνω ως προς το θέμα αυτό ότι εκτός από την από 7.12.2022 αίτηση του κ. Αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης ουδέποτε πολιτικός αρχηγός μου είχε ζητήσει να τον ενημερώσω για οποιοδήποτε θέμα άρσης του απορρήτου.
4. Εκτός του ότι από καμία διάταξη του Συντάγματος ή του νόμου δεν απαγορεύεται στους Προέδρους των ανεξαρτήτων αρχών να αρθρογραφούν επί επιστημονικών θεμάτων, ένα και μοναδικό άρθρο συνέταξα καθ’ όλη την διάρκεια της τετραετούς σχεδόν περιόδου που βρίσκομαι στην Προεδρία της ΑΔΑΕ και αυτό ήταν η διατύπωση μιας επιστημονικής απόψεως, για την οποία είχα ρητώς διευκρινίσει ότι δεν απηχεί τις απόψεις της ΑΔΑΕ, σε άρθρο μου της 7.4.2021 στον νομικό διαδικτυακό τόπο www.constitutionalism.gr.
5. Εξ όσων γνωρίζω δεν απαγορεύεται στους Έλληνες κρατικούς λειτουργούς να καταθέτουν μαρτυρίες σε επιτροπές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (στο οποίο ως γνωστόν μετέχουν και Έλληνες ευρωβουλευτές). Δύο φορές σε όλη την διάρκεια της θητείας μου κατέθεσα στην Εξεταστική Επιτροπή PEGA του Ευρωκοινοβουλίου στο πλαίσιο ακροάσεων και όχι ως μάρτυρας και αυτό ουδέποτε με δική μου πρωτοβουλία, αλλά κατόπιν κλήσεως. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις εκτός από εμένα κατέθεσαν και πολλοί άλλοι Έλληνες κρατικοί λειτουργοί, όπως για παράδειγμα ο κ. Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Δικαιοσύνης στην πρώτη εξ αυτών.
6. Οφείλω να ξαναθυμίσω ότι σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 6 § 1 περ α του ν.3115/2003 “Η ΑΔΑΕ διενεργεί, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας, τακτικούς και έκτακτους ελέγχους, σε εγκαταστάσεις, τεχνικό εξοπλισμό, αρχεία, τράπεζες δεδομένων και έγγραφα της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (Ε.Y.Π.), άλλων δημοσίων υπηρεσιών, οργανισμών, επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καθώς και ιδιωτικών επιχειρήσεων που ασχολούνται με ταχυδρομικές, τηλεπικοινωνιακές ή άλλες υπηρεσίες σχετικές με την ανταπόκριση και την επικοινωνία”. Δεν μπορώ, συνεπώς, να κατανοήσω ποιο πρόβλημα νομιμότητας δημιουργούν οι έλεγχοι τους οποίους πραγματοποίησε πρόσφατα η ΑΔΑΕ σε παρόχους.Σε ό,τι αφορά το αρχείο της ΑΔΑΕ , πέρα από το γεγονός ότι και άριστο ψηφιοποιημένο αρχείο να είχε η Αρχή , και πάλι θα έπρεπε να διενεργεί ελέγχους στους παρόχους για να διαπιστώσει πως έχει εφαρμοστεί από αυτούς μια συγκεκριμένη διάταξη άρσης απορρήτου και αν τηρείται η νομιμότητα, έχω επανειλημμένα εξηγήσει στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας ότι η ΑΔΑΕ δεν ευθύνεται για την ανυπαρξία ειδικού ψηφιοποιημένου και επεξεργάσιμου ηλεκτρονικού αρχείου, εφόσον η ελληνική πολιτεία επέλεξε παγίως να διαβιβάζεται ο τεράστιος αριθμός των διατάξεων άρσης του απορρήτου σε έγχαρτη μορφή. Η συσσώρευση πολλών δεκάδων χιλιάδων διατάξεων και βουλευμάτων σε ειδικούς αποθηκευτικούς χώρους της Αρχής καθιστά παντελώς αδύνατη την διαχείριση και επεξεργασία του από μια ακραία υποστελεχωμένη αρχή, όπως η ΑΔΑΕ. Τούτο καθίσταται, επιπλέον, σχεδόν αδύνατο και με το νέο νόμο 5002/22, στο άρθρο 8 παρ 2 του οποίου ορίζεται ότι η αναζήτησή στοιχείων από το αρχείο της ΑΔΑΕ μπορεί να γίνεται μόνο από τον Πρόεδρο της και άλλα δύο μέλη της Ολομέλειας, απαγορευόμενης με τον τρόπο αυτό της αρωγής ως προς το θέμα αυτό από το προσωπικό της Αρχής. Θέλω, τέλος, να υπενθυμίσω ως προς το θέμα αυτό ότι η Ελληνική Πολιτεία δεν έχει μέχρι στιγμής εκδώσει την κοινή υπουργική απόφαση, η οποία είχε προβλεφθεί από το νόμο (άρθρο 37 παρ.2 Ν.4786/2021,ΦΕΚ Α 43/23.3.2021) και η οποία αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για να καταστεί επιτέλους εφικτή η λειτουργία αξιοποιήσιμου ηλεκτρονικού αρχείου της ΑΔΑΕ και τούτο παρά την πάροδο 22 μηνών.
7. Σε ό,τι αφορά την αναφορά σε έλλειψη δήθεν σεβασμού εκ μέρους μου και εκ μέρους της Αρχής του κ. Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, οφείλω να παρατηρήσω ότι, όπως εξέθεσα και στο από 10.1.2023 δελτίο τύπου, οι γνωμοδοτήσεις των εισαγγελικών οργάνων είναι μεν σεβαστές ως επιστημονικά νομικά κείμενα, αλλά δεν είναι νομικά δεσμευτικές. Περαιτέρω, βεβαίως και υπάγονται και οι ανεξάρτητες αρχές στην αρχή της νομιμότητας, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπορεί να τους ασκηθεί προληπτικός έλεγχος και να διατυπωθούν δεσμευτικές υποδείξεις από οποιοδήποτε άλλο κρατικό όργανο για το πως θα ασκήσουν τις αρμοδιότητες τους. Αν κάποιος φρονεί ότι μια πράξη ανεξάρτητης αρχής δεν είναι σύννομη, μπορεί να προσφύγει στην αρμόδια να αποφανθεί σχετικώς εκ του Συντάγματος και εκ του νόμου Διοικητική Δικαιοσύνη.
8. Θεωρώ βαθύτατα προσβλητικό για την τιμή και υπόληψη μου τον ισχυρισμό ότι φιλοδοξώ να παίξω ρόλο πολιτικού παράγοντα. Από που αντλεί την διαπίστωση αυτή ο κ. κυβερνητικός εκπρόσωπος; Το παρελθόν μου επί 40 σχεδόν χρόνια στο Συμβούλιο της Επικρατείας και 4 σχεδόν χρόνια στην ΑΔΑΕ το αποδεικνύουν πέραν πάσης αμφισβητήσεως. Περί αυτού μπορούν να μαρτυρήσουν όλοι όσοι με γνωρίζουν. Τίποτε δεν είναι πιο ξένο από τον χαρακτήρα μου και τις επιδιώξεις μου από την ανάμιξη μου στην πολιτική.
9. Τέλος -δυστυχώς φοβούμαι όχι εκ του περισσού-, είμαι υποχρεωμένος να θυμίσω ότι η ανεξαρτησία της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου των Επικοινωνιών της οποίας έχω την τιμή να προΐσταμαι, ίσταται εκ του Συντάγματος και έναντι της εκτελεστικής εξουσίας, λογοδοτεί δε ενώπιον του Κοινοβουλίου. Είναι αυτονόητο επίσης ότι όπως και οι λοιπές ανεξάρτητες αρχές, η ΑΔΑΕ οφείλει να λειτουργεί ως θεσμικό αντίβαρο και εγγυητής των αρχών του κράτους δικαίου στο πεδίο αρμοδιότητάς της. Τούτο και μόνο είμαι αποφασισμένος να συνεχίσω να πράττω τιμώντας τη δέσμευση που ανέλαβα αποδεχόμενος τον ορισμό μου ως επικεφαλής της Αρχής από την ευρύτατη πλειοψηφία της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής.
Γεραπετρίτης: Καλοδεχούμενη η πρόταση μομφής

Στην πολιτική αντιπαράθεση μετά την επιστολή του προέδρου της ΑΔΑΕ, Χρήστου Ράμμου, για τις παρακολουθήσεις, αναφέρθηκε ο υπουργός Επικρατείας Γιώργος Γεραπετρίτης.
Ουπουργός Επικρατείας υποστήριξε ότι η στην περίπτωση που κατατεθεί από τον Αλέξη Τσίπρα πρόταση μομφής σήμερα στη Βουλή κατά τη διάρκεια συζήτησης του νομοσχεδίου του υπουργείου Υγείας αυτή είναι «καλοδεχούμενη» και θα τον «ευγνωμονούμε», καθώς -όπως είπε- θα δοθεί ευκαιρία να «συζητήσουμε για τις δύο κυβερνητικές θητείες».
Όσον αφορά στο ζήτημα των παρακολουθήσεων, ο κ. Γεραπετρίτης εξέφρασε την απορία «πώς είναι δυνατόν ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης να γνώριζε τα πρόσωπα που φέρονται να παρακολουθούνται, τα οποία μόλις χθες η ΑΔΑΕ ενημέρωσε τον πρωθυπουργό».
Υποστήριξε, μάλιστα, μιλώντας στον ΣΚΑΪ, ότι η κυβέρνηση δεν είχε καμία ενημέρωση και καμία έκθεση της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών δεν είχε φτάσει στον κ. Μητσοτάκη.
Τσίπρας: «Να παραιτηθεί ο Μητσοτάκης μετά τις αποδείξεις της ΑΔΑΕ»
Υπενθυμίζεται ότι για «εγκληματικό δίκτυο εντός του Μεγάρου Μαξίμου» έκανε λόγο ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Τσίπρας, μετά τη χθεσινή συνάντησή του με την Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου, με αφορμή τη νέα επιστολή του Χρήστου Ράμμου προς τον πρόεδρο της Βουλής, τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, τους αρχηγούς των κοινοβουλευτικών κομμάτων και τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Κώστα Τσιάρα, για το ζήτημα των παρακολουθήσεων. Ο κ. Τσίπρας ζήτησε να «παραιτηθεί ο πρωθυπουργός των υποκλοπών και της εκτροπής». Μάλιστα, άφησε ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο να καταθέσει πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης, αναφέροντας χαρακτηριστικά στην κατακλείδα των δηλώσεών του πως: «τα υπόλοιπα θα τα πούμε με λεπτομέρειες αύριο στη Βουλή».
Αλ. Τσίπρας στην ΑΔΑΕ: Το φως της Δημοκρατίας νίκησε για άλλη μία φορά το σκοτάδι

Μια λακωνική δήλωση επικαλούμενος την περιώνυμη φράση του Ελευθερίου Βενιζέλου έκανε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Τσίπρας, κατά την έξοδό του από τα γραφεία της Αρχής Διασφάλισης Απορρήτου Επικοινωνιών, μετά τη συνάντηση που είχε με τον επικεφαλής της Αρχής, Χρήστο Ράμμο.
«Ευτυχώς υπάρχουν ακόμα δικασταί εις τας Αθήνας. Και το φως της Δημοκρατίας για ακόμα μία φορά νίκησε το σκοτάδι».
Στήριξη Ντογιάκου από την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων για το θέμα της ΑΔΑΕ

Υπέρ της δυνατότητας του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να γνωμοδοτεί επί θεμάτων που παρουσιάζουν γενικότερο ενδιαφέρον τάσσεται η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων (ΕΔΕ), με αφορμή τη γνωμοδότηση του Ισίδωρου Ντογιάκου για το απόρρητο των επικοινωνιών και τις αρμοδιότητες της ΑΔΑΕ.
Αναλυτικότερα, η ανακοίνωση της ΕΔΕ έχει ως εξής:
«Κατά το Σύνταγμα, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και όλοι οι εισαγγελικοί λειτουργοί εντάσσονται στη δικαστική λειτουργία της Πολιτείας και απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας.
»Καθήκον της εισαγγελικής Αρχής, μεταξύ άλλων, είναι η τήρηση της νομιμότητας, παρέχεται δε από το νόμο και ειδικότερα από τη διάταξη του άρθρου 29 παρ. 2 Ν. 4938/2022 (ΚΟΚΔΛ), στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου η αρμοδιότητα να γνωμοδοτεί επί θεμάτων που παρουσιάζουν γενικότερο ενδιαφέρον, ερμηνεύοντας διατάξεις νόμων.
»Σχετικά δε με διατάξεις νόμων που αφορούσαν το απόρρητο των επικοινωνιών, έχουν εκδοθεί στο παρελθόν οι με αριθμούς 9/2009, 12/2009 και 9/2011 γνωμοδοτήσεις εισαγγελέων του Αρείου Πάγου.
»Αμφισβητήσεις ως προς το αντικείμενο και τα όρια της γνωμοδοτικής αρμοδιότητας του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όπως και της με αριθμό 1/2023 γνωμοδότησής του, θα μπορούσαν να εγερθούν εάν το περιεχόμενο αυτής αφορούσε συγκεκριμένο θέμα για το οποίο είχαν επιληφθεί τα αρμόδια δικαστικά όργανα, ώστε να αποκλειστεί κάθε ενδεχόμενο επηρεασμού της κρίσης τους, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.
»Η έκφραση επιστημονικών και άλλων απόψεων που αξιολογούν ή παρερμηνεύουν το περιεχόμενό της δεν μπορεί να αποτελεί την αφορμή για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων πολιτικών σκοπιμοτήτων και αφενός μεν να βάλλεται ο θεσμός και αφετέρου δε να επιχειρείται να παρεμποδιστεί η δικαιοδοτική κρίση και η έκφραση γνώμης δικαστικής Αρχής».
ΔΣΑ για γνωμοδότηση Ντογιάκου: Ανεπίτρεπτη παρέμβαση στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρμοδιότητα της ΑΔΑΕ

Κατηγορηματικά αντίθετος στη γνωμοδότηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ισίδωρου Ντογιάκου, σε σχέση με το έργο και τη λειτουργία της ΑΔΑΕ, δηλώνει ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, που μετά από έκτακτη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου του, εξέδωσε απόφαση, στην οποία τονίζει ότι «ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου παρεμβαίνει ανεπίτρεπτα στην άσκηση της συνταγματικά και νομοθετικά κατοχυρωμένης ελεγκτικής αρμοδιότητας της ΑΔΑΕ».
Ολόκληρη η ανακοίνωση του ΔΣΑ:
Το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, το οποίο συνεδρίασε εκτάκτως σήμερα 12.1.2023, σε κοινή συνεδρίαση με την Επιτροπή Συνταγματικών Δικαιωμάτων και Ατομικών Ελευθεριών του ΔΣΑ (Χριστόφορος Αργυρόπουλος Πρόεδρος, Νικόλαος Αλιβιζάτος, Άγγελος Βρεττός, Θεόδωρος Σχινάς, Χάρης Τσιλιώτης και ο Βασίλειος Χειρδάρης). με αφορμή την έκδοση της Αρ. 1/2023 Γνωμοδότησης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και αφού έλαβε υπόψη του τη δήλωση των 16 Καθηγητών Συνταγματικού Δικαίου, με την οποία συμφωνεί απολύτως, έλαβε, κατά πλειοψηφία, την ακόλουθη απόφαση:
1. Το ΔΣ του ΔΣΑ εκφράζει την απόλυτη και κατηγορηματική αντίθεσή του τόσο για την έκδοση όσο και για το περιεχόμενο της Αρ. 1/2023 Γνωμοδότησης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.
2. Το απόρρητο των επικοινωνιών, όπως κατοχυρώνεται στα άρθρα 19 του Συντάγματος και 8 της ΕΣΔΑ, αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, άμεσα συνδεδεμένο και με τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Γι’ αυτό και, σε αντίθεση με άλλα ατομικά δικαιώματα, το Σύνταγμα το κατοχυρώνει ως «απόλυτα απαραβίαστο» και δεν αναφέρεται σε περιορισμούς ή εξαιρέσεις, παρά μόνο σε «εγγυήσεις» για την άρση του από τη «δικαστική αρχή» και αυτό μόνο «για λόγους εθνικής ασφάλειας» ή «για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων». Για το λόγο αυτό η προστασία του αποτελεί ύψιστη υποχρέωση της πολιτείας και δεσμεύει όλες τις κρατικές λειτουργίες.
3. Το δικηγορικό σώμα, κατά την κοινοβουλευτική διαδικασία θέσπισης του νεοπαγούς ν. 5002/2022, είχε επισημάνει ότι η σχετική νομοθετική πρωτοβουλία δεν ανταποκρίνεται ούτε στις απαιτήσεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, ούτε στις εύλογες προσδοκίες των δημοκρατικών πολιτών, καθώς απέβλεψε σχεδόν αποκλειστικά στην επικοινωνιακή διαχείριση της υπόθεσης της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, χωρίς να αναβαθμίζει λυσιτελώς την παρεχόμενη έννομη προστασία.
Είναι χαρακτηριστικό ότι:
α) η υπό προϋποθέσεις ενημέρωση του θιγόμενου πολίτη μετά από τριετία δεν πληροί τις εγγυήσεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι θα έχει προηγηθεί η καταστροφή του σχετικού υλικού (κατά κανόνα σε έξι μήνες μετά την παύση ισχύος της σχετικής εισαγγελικής διάταξης)·
β) είναι δυνατή στην πράξη η επ’ αόριστον άρση του απορρήτου με την επίκληση λόγων εθνικής ασφαλείας· γ) αντί να ενισχύονται οι εποπτικές και ελεγκτικές αρμοδιότητες της ΑΔΑΕ, δημιουργείται έρεισμα αμφισβήτησής τους.
4. Η ρητή συνταγματική κατοχύρωση της ΑΔΑΕ ως ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 19 παρ. 2 του Συντάγματος) με αποστολή τη διασφάλιση του «απολύτως απαραβίαστου» δικαιώματος απορρήτου των επικοινωνιών, έχει ως αυτόθροη κανονιστική συνέπεια, κατά σύμφωνη με το Σύνταγμα ερμηνεία των διατάξεων του νόμου -και όχι κατά σύμφωνη με τον νόμο ερμηνεία του Συντάγματος, όπως το επιχείρησε απροκάλυπτα ο γνωμοδοτών Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου- ότι :
α) καμία κρατική αρχή δεν μπορεί να παρεμποδίσει την ΑΔΑΕ κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της με βάση τις διατάξεις του εκτελεστικού του Συντάγματος ν. 3115/2003, που περιλαμβάνουν και την ελεγκτική αρμοδιότητα της Αρχής επί τηλεπικοινωνιακών παρόχων
β) ο κοινός νομοθέτης (όπως είναι ο νομοθέτης του ν. 5002/2022) δεν μπορεί να απαγορεύσει από την Αρχή να ασκεί τη συνταγματική αρμοδιότητά της, ούτε μπορεί να αφαιρέσει ουσιώδεις αρμοδιότητες που της έχουν ήδη απονεμηθεί,
γ) κανένα όργανο, μηδέ των δικαστικών εξαιρουμένων, δεν νομιμοποιείται να υπεισέρχεται στο έργο της ΑΔΑΕ και να την υποκαθιστά κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της·
δ) κανένα κρατικό όργανο δεν μπορεί να ασκεί επ’ αυτής οιαδήποτε μορφή προληπτικού ελέγχου ή προληπτικής εποπτείας, καθώς η Αρχή υπόκειται αποκλειστικά και μόνο στον δικαστικό έλεγχο από τον αρμόδιο, κατά τους δικονομικούς κανόνες, δικαστικό σχηματισμό.
5. Η κατά το άρθρο 29 ν. 4938/2022 γνωμοδοτική αρμοδιότητα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, τελεί υπό διττό περιορισμό:
α) τα σχετικά νομικά ζητήματα «δεν [πρέπει να] έχουν εισαχθεί στα δικαστήρια» και
β) το ζήτημα πρέπει να είναι «γενικότερο», επομένως, εξ ορισμού, να μην αφορά ατομικές περιπτώσεις.
Άλλωστε, μέχρι σήμερα, παγίως γινόταν δεκτό ότι η γνωμοδοτική αρμοδιότητα του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου συνίσταται στη διατύπωση της γνώμης του γενικώς και αφηρημένως ως προς την αμφιλεγόμενη έννοια διατάξεων νόμων επί ζητημάτων γενικότερου ενδιαφέροντος και πάντως όχι επί υποθέσεων επί των οποίων επελήφθησαν οι αρμόδιες δικαστικές και εισαγγελικές αρχές ή επί των θεμάτων που πρόκειται να απασχολήσουν τα δικαστήρια ή τα δικαστικά συμβούλια προς αποφυγή επηρεασμού της κρίσης τους ενόψει μάλιστα των προβλεπόμενων ενδίκων μέσων και βοηθημάτων» [βλ. Γνωμοδοτήσεις Εισαγγελέα ΑΠ 7/2022 (Αρ. Χριστόπουλος), 5/2022 (Αν . Δημητριάδου), 3/2022 (Δ. Παπαγεωργίου), 22/2021 (Αν. Δημητριάδου), 20/2021 (Λ. Σοφουλάκης), 15/2021 (Δ. Παπαδημητρίου ), 12/2020 (Λ. Σοφουλάκης ), 10/2018 (Δ. Παπαδημητρίου), 4/2014 (Χ. Βουρλιώτης)].
Πάγια επίσης θέση μέχρι σήμερα ήταν επίσης ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δεν γνωμοδοτεί επί ερωτημάτων που θέτουν ιδιώτες, και δη διάδικοι ή εν δυνάμει διάδικοι ή με οποιονδήποτε τρόπο εμπλεκόμενοι σε συναφή δικαστική διαδικασία [βλ. ενδεικτικά Γνωμοδότηση Εισαγγελέα ΑΠ 3/2022 ( Δ. Παπαδημητρίου) για εκκρεμή ποινική υπόθεση και 22/2021 (Αν. Δημητριάδου) για υπόθεση δεκτική ακυρωτικού ελέγχου ενώπιον του ΣτΕ].
6. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την Αρ. 1/2023 γνωμοδότησή του:
α) Παρεμβαίνει ανεπίτρεπτα (κατά παράβαση των άρθρων 19 και 101Α Συντ.) στην άσκηση της συνταγματικά και νομοθετικά κατοχυρωμένης ελεγκτικής αρμοδιότητας της ΑΔΑΕ, καθώς γνωμοδοτεί ότι η Αρχή όχι μόνο αδυνατεί να αποφανθεί επί ατομικού αιτήματος ενημέρωσης του θιγομένου προ της παρέλευσης τριετίας από την επιβολή της άρσης, αλλά και να πραγματοποιήσει έλεγχο με σκοπό τη διαπίστωση παραβιάσεων της νομοθεσίας που καθιστούν επιβεβλημένη την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, την ενημέρωση της Βουλής, αλλά και τη γνωστοποίηση στις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές.
β) Επισημαίνει απειλητικά στα μέλη της ΑΔΑΕ τις προβλεπόμενες ποινικές κυρώσεις.
γ) Λαμβάνει θέση, κατά παράβαση του ν. 4938/2022, επί ατομικών περιπτώσεων, καθώς εκκρεμούν ενώπιον της Δικαιοσύνης και της ΑΔΑΕ καταγγελίες συγκεκριμένων προσώπων για παραβίαση των δικαιωμάτων τους, τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος ο γνωμοδοτών εσφαλμένα καθ’ ημάς αποδέχεται ότι οι διατάξεις του ν. 5022/2022 έχουν αναδρομική ισχύ και καταλαμβάνουν και τις άρσεις απορρήτου προ της 9.12.2022·
δ) Τοποθετείται επί ερωτήματος ιδιώτη, και δη ελεγχόμενου τηλεπικοινωνικού παρόχου, που πιθανώς καταστεί επ’ αφορμή του συγκεκριμένου ελέγχου διάδικος στο μέλλον· ε) Παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της δικαστικής προστασίας των πολιτών (Συντ. 20 παρ. 1) και της δικαστικής ανεξαρτησίας (Συντ. 87), η οποία καταλαμβάνει και τους εισαγγελικούς λειτουργούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 4938/2022), καθώς έχουν υποβληθεί μηνυτήριες αναφορές θιγομένων από την άρση του απορρήτου προσώπων, οι οποίες βρίσκονται στο στάδιο της ποινικής προδικασίας, ενώ είναι πιθανό να δημιουργηθεί αντιδικία, υπαγόμενη στα διοικητικά δικαστήρια, μεταξύ της ΑΔΑΕ και του τηλεπικοινωνικού παρόχου, σε περίπτωση που η Αρχή επιβάλλει κυρώσεις σε αυτόν.
7. Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έχει νομική και ηθική υποχρέωση να συμβάλλει εκ της θέσεώς του στην πλήρη και ταχεία διερεύνηση όλων των καταγγελιών που έχουν υποβληθεί για παράνομες επισυνδέσεις πολιτών και για τη λειτουργία παράνομων κατασκοπευτικών λογισμικών.
8. Οι αντισυνταγματικοί νόμοι δεν τυγχάνουν εφαρμογής και δεν δύνανται να θεραπευτούν με εισαγγελικές γνωμοδοτήσεις.
Ο ΔΣΑ ως θεματοφύλακας των δημοκρατικών ιδεωδών και υπερασπιστής των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και ελευθεριών θα αντισταθεί αποφασιστικά σε κάθε προσπάθεια φαλκίδευσής τους.
Σε ζητήματα δημοκρατίας και κράτους δικαίου δεν χωρούν εκπτώσεις και συμψηφισμοί αλλά υπάρχει υποχρέωση απαρέγκλιτης τήρησης του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής δικαιϊκής τάξης.
Η Δημοκρατία σε αυτόν τον τόπο έχει βαθιές ρίζες και οι δικηγόροι έχουν ταχθεί να την υπηρετούν διαχρονικά και αταλάντευτα.
Δεκαέξι καθηγητές Συνταγματικού Δικαίου σχολιάζουν τη γνωμοδότηση Ντογιάκου

Τη γνωμοδότηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ισίδωρου Ντογιάκου, στην οποία αναφέρεται ότι η ΑΔΑΕ δεν έχει αρμοδιότητα να διαχειρίζεται αιτήματα πολιτών που ζητούν να πληροφορηθούν εάν υπήρξε παρακολούθηση των τηλεφώνων τους για λόγους εθνικής ασφάλειας, σχολιάζουν 16 καθηγητές του Συνταγματικού Δικαίου.
Στο κείμενό τους αναφέρουν τα εξής:
«Οι υπογραφόμενοι ομότιμοι καθηγητές, εν ενεργεία καθηγητές και λοιποί διδάσκοντες Συνταγματικό Δίκαιο στις δύο παλαιότερες νομικές σχολές και τα άλλα πανεπιστήμια της χώρας, εκφράζουμε τη ζωηρή μας ανησυχία για την υπ’ αριθμ. 1/2023 γνωμοδότηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, σε ερώτημα τηλεπικοινωνιακού παρόχου. Και τούτο διότι η γνωμοδότηση αυτή υποπίπτει σε μια σειρά σοβαρών ατοπημάτων:
1. Ο κ. εισαγγελέας συγχέει αβασάνιστα το δικαίωμα ενημέρωσης των θιγομένων με την ελεγκτική αρμοδιότητα της ΑΔΑΕ. Το μεν πρώτο, μπορεί πράγματι να ρυθμιστεί από τον νομοθέτη, όπως έγινε πρόσφατα με τον ν. 5002/2022. Η ρύθμιση του τελευταίου και ειδικά η προβλεπόμενη τριετία, είναι προβληματική. Εν τούτοις, μέχρις ότου κριθεί αντισυνταγματική ή και αντίθετη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ισχύει.
2. Τουναντίον, η ελεγκτική αρμοδιότητα της ΑΔΑΕ, απονέμεται σε αυτήν απευθείας από το Σύνταγμα (άρθρο 19§2) και η έκτασή της δεν μπορεί να περιοριστεί ουδ’ επ’ ελάχιστο από τον νομοθέτη. Αρμόδια κατά το Σύνταγμα να διασφαλίζει το απόρρητο, η ΑΔΑΕ δεν έχει απλώς τη δυνατότητα αλλά την υποχρέωση να ελέγχει την ΕΥΠ, τους παρόχους και κάθε άλλον εμπλεκόμενο παράγοντα για το αν κάνουν καλά τη δουλειά τους. Και τούτο ανά πάσα στιγμή, αυτεπαγγέλτως, ή κατόπιν καταγγελίας και χωρίς να μπορεί να της αντιταχθεί οποιοδήποτε απόρρητο, ακόμη και για λόγους εθνικής ασφαλείας. Είναι άλλο η ενημέρωση του θιγομένου, ύστερα από αίτησή του, και άλλο ο έλεγχος της ΑΔΑΕ, ο οποίος αποβλέπει στην τήρηση της αντικειμενικής νομιμότητας. Αυτό θέλησε ο συνταγματικός νομοθέτης και η περί του αντιθέτου άποψη του κ. εισαγγελέα, ότι δηλαδή ο εκάστοτε νομοθέτης μπορεί να καθορίζει κατά το δοκούν την έκταση της ελεγκτικής αρμοδιότητας της ΑΔΑΕ, δεν έχει το παραμικρό έρεισμα.
3. Σε κάθε περίπτωση, ενόψει της εκκρεμούς δίκης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας για το δικαίωμα ενημέρωσης των θιγομένων, η έκδοση της ανωτέρω γνωμοδότησης ήταν άτοπη, διότι, όπως έχει αποφανθεί παλαιότερα η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, γνωμοδοτήσεις δεν εκδίδονται για υποθέσεις «επί των οποίων επελήφθησαν ήδη ή πρόκειται να επιληφθούν οι αρμόδιες δικαστικές αρχές». Και τούτο, «προς αποφυγή επηρεασμού της κρίσης τους». (ΓνωμΕισΑΠ 10/2018, 15/2021 και 3/2022). Για το ζήτημα άλλωστε του αθέμιτου επηρεασμού εκκρεμών δικών έχουν αποφανθεί από μακρού οι Ολομέλειες τόσο του Αρείου Πάγου όσο και του Συμβουλίου της Επικρατείας, κάθε φορά που η κυβερνώσα πλειοψηφία θέλησε να παρακάμψει την ετυμηγορία της Δικαιοσύνης [ΑΠ(Ολ.)40/1988, ΣτΕ(Ολ.) 542/1999, 677/2010].
4. Μια φράση, τέλος, όσον αφορά την αναφορά του κ. εισαγγελέα για πιθανή άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον, μεταξύ άλλων, και μελών της ΑΔΑΕ, ακόμη και για κατασκοπεία (άρθρο 148 ΠΚ). Επισημαίνουμε ότι η δύσκολα αποκρυπτόμενη αυτή απειλή δεν είναι σε καμιά περίπτωση ο προσήκων τρόπος για την υπέρβαση των διαφωνιών δύο άμεσων οργάνων του κράτους.
Νίκος Κ. Αλιβιζάτος (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Ευάγγελος Βενιζέλος (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), Γιώργος Δελλής (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Γιάννης Δρόσος (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Ακρίτας Καϊδατζής (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), Ιφιγένεια Καμτσίδου (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), Αλέξανδρος Κεσσόπουλος (Πανεπιστήμιο Κρήτης), Ξενοφών Κοντιάδης (Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου), Χαράλαμπος Κουρουνδής (Ανοικτό Πανεπιστήμιο), Παναγιώτης Μαντζούφας (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), Λίνα Παπαδοπούλου (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), Νίκος Παπασπύρου (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Φίλιππος Σπυρόπουλος (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Γιώργος Σωτηρέλης (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Γιάννης Τασόπουλος (Πανεπιστήμιο Αθηνών), Βασιλική Χρήστου (Πανεπιστήμιο Αθηνών)».
ΑΔΑΕ: Πρόστιμο 3,2 εκατ. ευρώ σε Cosmote για διαρροή προσωπικών δεδομένων

Πρόστιμο 3,2 εκατ. ευρώ επέβαλε η ΑΔΑΕ (Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών)στην εταιρεία κινητής τηλεφωνίας Cosmote, για διαρροή αρχείου που περιείχε δεδομένα συνδρομητών τόσο της εταιρείας όσο και άλλων παρόχων.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση:
«Στην Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών υποβλήθηκε στις 10.9.2020 αναφορά Περιστατικού Ασφάλειας από την εταιρεία COSMOTE. Από την αναφορά αυτή συνήγετο ότι έλαβε χώρα διαρροή αρχείου, που περιείχε δεδομένα συνδρομητών (δεδομένα κίνησης και συντεταγμένες σταθμών βάσης μεγάλου αριθμού συνδρομητών τόσο της εταιρείας COSMOTE, όσο και άλλων παρόχων) προς αλλοδαπό πάροχο υπολογιστικού νέφους κατά το χρονικό διάστημα 1/9/2020 – 5/9/2020.
Από τους ελέγχους που διεξήγαγε ακολούθως η Αρχή, προέκυψαν τελικώς τα εξής:
α) διέρρευσαν στοιχεία προσδιοριστικά της εταιρείας και του λογαριασμού πρόσβασης (όνομα χρήστη και κωδικός πρόσβασης) με δικαιώματα διαχειριστή ΠΕΣ (Πληροφοριακών και Επικοινωνιακών Συστημάτων) της εταιρείας, κατά παράβαση της κείμενης νομοθεσίας περί προστασίας του απορρήτου των επικοινωνιών και συγκεκριμένα των διατάξεων των παρ. 1 και 2 του άρθρου 2 , 3 παρ. 3 και 4 παρ. 1 του ν. 3674/2008 και
β) διαπιστώθηκαν αποκλίσεις, κατά τον χρόνο εκδήλωσης του υπό εξέταση περιστατικού, ως προς την εφαρμογή της Πολιτικής Ασφάλειας για τη Διασφάλιση του Απορρήτου των Επικοινωνιών της εταιρείας COSMOTE, όπως έχει εγκριθεί με τις υπ’ αριθμ. 155/2012 και 327/2013 Αποφάσεις της Α.Δ.Α.Ε.
Για τις διαπιστωθείσες παραβάσεις και λαμβανομένων υπόψη όλων των νομίμων κριτηρίων η Αρχή επέβαλε κατά την συνεδρίαση της 30ης.5ου.2022, κατά πλειοψηφία, στην εταιρεία COSMOTE πρόστιμο συνολικού ύψους 3.200.000 ευρώ».
ΑΔΑΕ: Νέος πρόεδρος ο Χρήστος Ράμμος

Νέος Πρόεδρος της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) ανέλαβε ο κ. Χρήστος Ράμμος, Επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Ο κ. Ράμμος ορίστηκε Πρόεδρος της ΑΔΑΕ με την υπ’ αριθμ. 34051οικ./29.5.2019 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ τ. ΥΟΔΔ 326/05.06.2019), αφού επελέγη από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής με διακομματική συναίνεση των 4/5 των μελών του Σώματος.
Γεννήθηκε το 1951. Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά τα 38 έτη της θητείας του στο Συμβούλιο Επικρατείας (ΣτΕ) διετέλεσε Εισηγητής, Πάρεδρος, Σύμβουλος και στη συνέχεια Αντιπρόεδρος από το 2015 έως το 2018. Το ίδιο χρονικό διάστημα ανέλαβε διαδοχικά Πρόεδρος του ΣΤ Τμήματος (2015 – 2017) και του Δ Τμήματος του ΣτΕ (2017 – 2018). Διετέλεσε μέλος του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου Διοικητικής Δικαιοσύνης και έχει διδάξει στη Σχολή Δικαστών. Παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Paris II και πραγματοποίησε άσκηση ενώπιον του Γαλλικού Συμβουλίου Επικρατείας (Conseil d’État). Έχει διατελέσει μέλος επιστημονικών σωματείων, έχει συγγράψει άρθρα, βιβλιοκρισίες και μελέτες νομικού περιεχομένου και έχει συμμετάσχει σε νομικά συνέδρια και σεμινάρια. Ομιλεί γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά και ιταλικά.