Eurobank – mprostagiatinpaideia.gr: Η νέα πλατφόρμα διασύνδεσης της αγοράς εργασίας με τους νέους

Ιδιαίτερη έμφαση σε μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα μας, που είναι η διασύνδεση της νέας γενιάς με την αγορά εργασίας, δίνει η Eurobank.
Στο πλαίσιο αυτό μια νέα πρωτοβουλία εντάχθηκε στο αναβαθμισμένο πρόγραμμα Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης της Τράπεζας, «Μπροστά για την Παιδεία», που υλοποιεί η Eurobank από το 2003 σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού. Πρόκειται για τη δημιουργία της νέας πλατφόρμας mprostagiatinpaideia.gr, που σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε από την CollegeLink με την οικονομική στήριξη της Eurobank,η οποία προσφέρει στους νέους εφόδια για να εκπαιδευτούν, να δικτυωθούν και να εντοπίζουν ευκαιρίες στην αγορά εργασίας. Η πλατφόρμα ξεκινά τη λειτουργία της με 4.000 μέλη – βραβευμένους αριστούχους του Μπροστά για την Παιδεία των τεσσάρων τελευταίων ετών, ενώ τον Φεβρουάριο του 2024 τελειόφοιτοι φοιτητές ελληνικών πανεπιστημίων θα έχουν τη δυνατότητα να αιτηθούν συμμετοχής στη νέα πλατφόρμα.
Η πλατφόρμα mprostagiatinpaideia.gr απευθύνεται:
– Σε τελειόφοιτους φοιτητές από όλα τα ελληνικά πανεπιστήμια. Η πρώτη περίοδος υποδοχής αιτήσεων για τη συμμετοχή στην πλατφόρμα θα διαρκέσει από τις 19/2 έως τις 17/3, ενώ οι επόμενες περίοδοι υποβολής αιτήσεων θα ανακοινωθούν από την Eurobank και την CollegeLink.
– Σε όλους τους φοιτητές που έχουν βραβευτεί στο πλαίσιο του προγράμματος Μπροστά για την Παιδεία, από το 2019 και μετά.
Μέσα από την πλατφόρμα, οι φοιτητές αποκτούν πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες του προγράμματος, όπως:
-Ενημέρωση για εξελίξεις της ακαδημαϊκής κοινότητας και τάσεις της αγοράς.
-Εξατομικευμένη καθοδήγηση από επαγγελματίες και mentoring.
-Εύρεση ευκαιριών πρακτικής άσκησης.
-Ανάπτυξη και καλλιέργεια μη τεχνικών δεξιοτήτων (soft skills).
-Εκπαίδευση και εξειδίκευση σε τεχνολογικά θέματα αιχμής με πιστοποίηση από παρόχους τεχνολογίας, συμβουλευτικές εταιρίες και ακαδημαϊκά ιδρύματα.
Ήδη, για τον πρώτο χρόνο λειτουργίας της πλατφόρμας, έχουν εξασφαλιστεί εκπαιδευτικά προγράμματα και συνεργασίες με την Microsoft, την Accenture, τη Deloitte, το ACEin του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, το ALBA αλλά και το egg, τον startup incubator & accelerator της Eurobank, με πολυετή εμπειρία στη στήριξη της νεοφυούς επιχειρηματικότητας και της καινοτομίας.
Οι φοιτητές, μέλη της κοινότητας του mprostagiatinpaideia.gr, θα έχουν επίσης τη δυνατότητα υποβολής αιτήσεων για το πρόγραμμα Πρακτικής ‘Ασκησης της Eurobank, με στόχο την απόκτηση πολύτιμων γνώσεων μέσα από ένα πραγματικό, δημιουργικό εργασιακό περιβάλλον. Μέσα από την πλατφόρμα, οι φοιτητές θα ενημερώνονται για ένα σημαντικό αριθμό θέσεων έμμισθης πρακτικής διάρκειας 2 μηνών, στον όμιλο Eurobank, σε αντικείμενα όπως είναι το IT & Digital, το Marketing και η Εταιρική Επικοινωνία, το ESG, το Retail και Private Banking κ.ο.κ.. Επιπλέον, θα μπορούν να υποβάλλουν την αίτησή τους και για ένα πλήθος θέσεων πρακτικής άσκησης και εργασίας και σε τρίτες εταιρείες που συνεργάζονται με την CollegeLink, η οποία διαθέτει μεγάλη εξειδίκευση σε οικονομοτεχνικές θέσεις και θέσεις τεχνολογίας με μηδενική έως και μεσαία εμπειρία.
egg – enter grοw go – Συνδέοντας τη νεοφυή επιχειρηματικότητα με την πραγματική οικονομία
Ώθηση όμως στα σχέδια των νέων δίνει διαχρονικά και το πρόγραμμα egg που συνδέει τη νεοφυή επιχειρηματικότητα με την πραγματική οικονομία, κάνοντας τα σχέδια των νέων επιχειρηματιών πράξη.
Πρόκειται, όπως αναφέρει και η τράπεζα σε ενημερωτικό σημείωμα, για μια σημαντική συμβολή του επιχειρηματικού επιταχυντή egg – enter grοw go της Eurobank στη στήριξη της νέας, καινοτόμου, επιχειρηματικότητας αλλά και στη διασύνδεση της ακαδημαϊκής έρευνας με την πραγματική οικονομία. Στο egg – enter grow go, η Eurobank έχει επενδύσει πάνω από 12 εκατ.ευρώ, υποστηρίζοντας, 11 χρόνια μετά την ίδρυσή του, 1.200 επιχειρηματίες, 350 startups, υποστηρίζοντας σταθερά την ελληνική κοινότητα νεοφυών επιχειρήσεων στο να βελτιώνει συνεχώς την ανταγωνιστικότητά της σε μια δύσκολη παγκόσμια αγορά, κάτω από τρεις βασικούς πυλώνες: την εξωστρέφεια, τη χρηματοδότηση και την επιχειρηματική δικτύωση. Παράλληλα το egg παίζει καθοριστικό ρόλο στη διεύρυνση του οικοσυστήματος των νεοφυών επιχειρήσεων στην Ελλάδα & τη Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, προσφέροντας ελκυστικές ευκαιρίες για χρηματοδότηση και εμπορικές δραστηριότητες, με κατάλληλες υποδομές, καθοδήγηση και εξαγωγικές δραστηριότητες μέσω των πλατφορμών egg Start-Up (θερμοκοιτίδα) και egg Scale-Up (επιταχυντής), καθώς και ενός Cluster Καινοτομίας στον Τουρισμό/Πολιτισμό. Ο επιταχυντής στα χρόνια λειτουργίας του μεταξύ άλλων έχει εξασφαλίσει συνεργασία με 15 ελληνικά πανεπιστήμια και ανάπτυξη συνεργειών μεταξύ ερευνητικών ομάδων και start-ups, υποστήριξη 46 spin-offs ελληνικών και κυπριακών Πανεπιστημίων.
Ιδιαίτερη είναι η έμφαση που δίνεται στην ανάδειξη της γυναικείας καινοτόμου επιχειρηματικότητας καθώς το egg επιδιώκει να συμβάλλει στην ενίσχυση της εκπροσώπησης των γυναικών σε ηγετικούς ρόλους λήψης αποφάσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, με τη χρηματοδότηση του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννη Σ. Λάτση, εισήγαγε ένα δίμηνο πρόγραμμα μίνι επιτάχυνσης – Female entrpreneurship – mini acceleration, με τη συμμετοχή γυναικών ερευνητριών και φοιτητριών στις τεχνολογίες STEM που ολοκληρώθηκε επιτυχώς. Aπέφερε 23 ερευνητικές ομάδες από 15 Ελληνικά Πανεπιστήμια, με τις ομάδες να χαρακτηρίζονται από εντυπωσιακή γυναικεία παρουσία 65% ενώ πολλές από αυτές είχαν επικεφαλής γυναίκες ιδρυτές. Το egg υλοποιεί ήδη και το 2ο Πρόγραμμα – Female entrpreneurship – mini acceleration επίσης με τη χρηματοδότηση του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννη Σ. Λάτση, όπου εμπλέκονται 24 ερευνητικές ομάδες γυναικών σε διάφορους κλάδους αιχμής από 10 διακεκριμένα ελληνικά πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα και διατηρεί τη δέσμευσή να παρέχει ένα ολοκληρωμένο σύστημα υποστήριξης για γυναίκες ερευνητές και φοιτήτριες στις τεχνολογίες STEM.

Eurobank: Ανθεκτική η ελληνική αγορά εργασίας

Η θετική πορεία της εγχώριας αγοράς εργασίας συνεχίστηκε στο τέλος του τρίτου τριμήνου 2022. Σύμφωνα με τη μηνιαία έρευνα εργατικού δυναμικού της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), το εποχικά διορθωμένο ποσοστό ανεργίας μειώθηκε στο 11,8% του εργατικού δυναμικού τον Σεπτέμβριο 2022 από 12,1% τον Αύγουστο 2022 και 13,3% τον Σεπτέμβριο 2021.
Για το σύνολο της περιόδου Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2022, ο μέσος όρος του ποσοστού ανεργίας στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 12,5% από 15,4% το αντίστοιχο διάστημα πέρυσι.
Όπως επισημαίνει η Eurobank στο εβδομαδιαίο της report για την αγορά εργασίας, το εν λόγω αποτέλεσμα καθιστά συντηρητική την εκτίμηση στο προσχέδιο κρατικού προϋπολογισμού 2023 για ποσοστό ανεργίας στο 12,9% το 2022. Όταν κατατεθεί το τελικό σχέδιο κρατικού προϋπολογισμού 2023 στο κοινοβούλιο, το οποίο αναμένεται να συμβεί έως τις 20 Νοεμβρίου 2022, είναι πιθανόν να καταγραφεί αναθεώρηση επί τα βελτίω της εκτίμησης για το ποσοστό ανεργίας του 2022. Το ίδιο ισχύει και για τον πραγματικό ρυθμό μεγέθυνσης του ίδιου έτους, ενώ για τον πληθωρισμό, λόγω της παρατεταμένης ενεργειακής κρίσης και της διεύρυνσης των ανοδικών πιέσεων στις τιμές πολλών αγαθών και υπηρεσιών, θεωρείται πιθανή η αναθεώρηση των εκτιμήσεων επί τα χείρω, δηλαδή υψηλότερος πληθωρισμός σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις, τόσο για το 2022 όσο και για το 2023.
Σε ό,τι αφορά τις δύο βασικές μεταβλητές που συνθέτουν το ποσοστό ανεργίας, ήτοι τον αριθμό των απασχολούμενων και τον αριθμό των ανέργων, τα αποτελέσματα είχαν ως ακολούθως τον Σεπτέμβριο 2022:
· Ο αριθμός των απασχολούμενων ανήλθε στα €4.149,7 χιλ. άτομα, από τις υψηλότερες τιμές που έχει λάβει η εν λόγω μεταβλητή τα τελευταία έντεκα και πλέον χρόνια. Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής διαμορφώθηκε στο θετικό έδαφος του 2,1% τον Σεπτέμβριο 2022 (83,6 χιλ. άτομα) από 1,6% τον Αύγουστο 2022, ενώ για το σύνολο του τρίτου τριμήνου 2022, η μέση ετήσια αύξηση της απασχόλησης ήταν 2,1% από 6,5% το δεύτερο τρίμηνο 2022. Η εν λόγω επιβράδυνση, αναμενόμενη σε έναν βαθμό λόγω της εξάλειψης των επιδράσεων βάσης του προηγούμενου έτους, πιθανόν να αποτυπωθεί και σε μείωση του πραγματικού ρυθμού μεγέθυνσης το τρίτο τρίμηνο 2022 (1,2% QoQ, 7,7% YoY το δεύτερο τρίμηνο 2022, επόμενη δημοσίευση στις 7/12/2022).
· Ο αριθμός των ανέργων διαμορφώθηκε στα 556,3 χιλ. άτομα καταγράφοντας ετήσια μείωση 10,5% (65,1 χιλ. άτομα), ελαφρώς βραδύτερη σε σύγκριση με τον Αύγουστο 2022 (12,7%).
Βάσει των παραπάνω στοιχείων, η ετήσια αύξηση των απασχολούμενων υπερέβη την ετήσια μείωση των ανέργων τον Σεπτέμβριο 2022 με αποτέλεσμα την ενίσχυση του εργατικού δυναμικού. Αναλυτικά, ο αριθμός των ατόμων που ανήκουν στο εργατικό δυναμικό ανήλθε στις 4.706,0 χιλ. καταγράφοντας ετήσια αύξηση 0,4%, ενώ ο αριθμός των ατόμων που ανήκουν στον μη ενεργό πληθυσμό κινήθηκε πτωτικά κατά 1,6% στις 3.117,6 χιλ. Τέλος, ο πληθυσμός ηλικιακής ομάδας 15-74 ετών μειώθηκε κατά 0,4% στα 7.823,6 χιλ. άτομα. Όπως έχουμε αναφέρει σε παλαιότερα τεύχη του δελτίου 7 Ημέρες Οικονομία, το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας αποτελεί έναν πολύ σοβαρό μακροπρόθεσμο καθοδικό κίνδυνο για την ελληνική οικονομία. Ceteris paribus, η μείωση του πληθυσμού οδηγεί μακροπρόθεσμα σε μείωση του εργατικού δυναμικού, της απασχόλησης και της παραγωγής.
Εν κατακλείδι, η εγχώρια αγορά εργασίας, παρά την ενεργειακή κρίση και την αβεβαιότητα, παρουσίασε ανθεκτικότητα στο 9-μηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 2022 με το ποσοστό ανεργίας να μειώνεται και την απασχόληση να αυξάνεται. Παρά ταύτα το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα παραμένει κατά πολύ υψηλότερο σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης (11,8% σε σχέση με 6,6%) στερώντας πόρους από την οικονομία, ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας είναι κατά πολύ μικρότερη σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης, στοιχείο που επηρεάζει αρνητικά το επίπεδο των πραγματικών μισθών και τη δυναμική του ΑΕΠ.
Τέλος, η χειροτέρευση των δεικτών οικονομικού κλίματος και PMI μεταποίησης τον Οκτώβριο 2022 παράλληλα με τους καθοδικούς κινδύνους για τις οικονομίες σημαντικών εμπορικών εταίρων της Ελλάδας που στήριξαν την εγχώρια απασχόληση στο 9-μηνο Ιανουαρίου-Σεπτέμβριου 2022, δύνανται να επιβραδύνουν σημαντικά τον ρυθμό μείωσης του ποσοστού ανεργίας ή τον ρυθμό αύξησης της απασχόλησης στα επόμενα τρίμηνα.

Alpha Bank: H αγορά εργασίας εν μέσω πανδημικής κρίσης

Οι ασύμμετρες επιπτώσεις ανά ηλικία, φύλο και επίπεδο εκπαίδευσης και τα πρώτα σημάδια ανάκαμψης στην αγορά εργασίας εν μέσω της πανδημικής κρίσης βρίσκονται στο επίκεντρο του Εβδομαδιαίου Δελτίου Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank.
Με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία για την απασχόληση και την ανεργία από την ΕΛΣΤΑΤ και το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, καθώς και για τις προσδοκίες των επιχειρηματιών σχετικά με την πορεία της απασχόλησης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εξάγεται το συμπέρασμα ότι η αγορά εργασίας στη χώρα μας σταδιακά ανακάμπτει από τις δυσμενείς επιπτώσεις που επέφερε η πανδημική κρίση.
Συγκεκριμένα, το ποσοστό της ανεργίας διαμορφώθηκε, τον Μάιο του 2021, σε 15,9% (εποχικά προσαρμοσμένες εκτιμήσεις), σε σημαντικά χαμηλότερο επίπεδο από το αντίστοιχο ποσοστό του Μαΐου του 2020 (16,8%), αλλά και του προηγούμενου μήνα (17,1%).
Παράλληλα, το φετινό Ιούνιο, καταγράφηκε η υψηλότερη θετική επίδοση του ισοζυγίου ροών απασχόλησης για τον εν λόγω μήνα, από το 2001 μέχρι σήμερα, ενώ ο δείκτης Επιχειρηματικών Προσδοκιών για την Απασχόληση (Employment Expectations Indicator, EEI) ανήλθε, τον Ιούλιο, στην Ελλάδα, στις 115 μονάδες, από 112 μονάδες τον προηγούμενο μήνα. Η τιμή του Ιουλίου αποτελεί την καλύτερη επίδοση του δείκτη EEI, από την αρχή της πανδημίας (Μάρτιος 2020: 115,8 μονάδες).
Υπάρχουν, ωστόσο, κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας, τα οποία οφείλονται, σε κάποιο βαθμό, στην επίδραση της πανδημικής κρίσης που χρήζουν περαιτέρω ανάλυσης. Συγκεκριμένα, οι -μέχρι σήμερα- επιπτώσεις της πανδημίας στην αγορά εργασίας φαίνεται ότι παρουσιάζουν σημαντικό βαθμό ασυμμετρίας όσον αφορά σε τρία κυρίως κριτήρια, την ηλικία, το φύλο και το επίπεδο εκπαίδευσης.
Σύμφωνα με τον International Labor Organization (ILO), η τρέχουσα κρίση είχε σοβαρό αντίκτυπο στην απασχόληση παγκοσμίως, αλλά και στη χώρα μας, επηρεάζοντας περισσότερο τους νέους συγκριτικά με τις άλλες ηλικιακές ομάδες.
Ενδεικτικά, σε παγκόσμιο επίπεδο, η απασχόληση των νέων μειώθηκε κατά 8,7% το 2020, έναντι μείωσης κατά μόλις 3,7% για την απασχόληση των μεγαλύτερων σε ηλικία.
Ομοίως, στην Ελλάδα, το αποτύπωμα της πανδημικής κρίσης για τους νέους ήταν έντονο, καθώς η ανεργία αυξήθηκε, έναντι πτώσης σε άλλες ηλικιακές ομάδες και παράλληλα η απασχόληση σημείωσε εντονότερη μείωση. Επιπρόσθετα, αρκετοί νέοι οδηγήθηκαν εκτός εργατικού δυναμικού, ή στην ανεργία με αποτέλεσμα την άνοδο του ποσοστού όσων δεν εργάζονται, ούτε σπουδάζουν, ή παρακολουθούν προγράμματα κατάρτισης (neither in employment nor in education or training, NEET). Η πανδημία, επίσης, επηρέασε και άλλες ομάδες της αγοράς εργασίας, όπως τις γυναίκες -ειδικά τις νεότερες σε ηλικία- και τα άτομα χαμηλότερης εκπαιδευτικής βαθμίδας.
Απασχόληση νέων: Άνοδος της ανεργίας και του ποσοστού των ΝΕΕΤ
Πιο αναλυτικά, όπως παρατηρείται στο Γράφημα 1α, η απασχόληση στους νέους ηλικίας από 15 έως και 29 ετών μειώθηκε σε όλα τα τρίμηνα από το δεύτερο τρίμηνο του 2020 και μετά και μάλιστα περισσότερο σε σύγκριση με την επόμενη ηλικιακή ομάδα (30-44 ετών).
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις τριμηνιαίες εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ (χωρίς εποχική διόρθωση), το πρώτο τρίμηνο του 2021 οι απασχολούμενοι έως 29 ετών μειώθηκαν κατά 13,9% σε ετήσια βάση, έναντι πτώσης κατά 10,8% για τις ηλικίες μεταξύ 30 και 44 ετών. Αντίθετα, η απασχόληση αυξήθηκε σε ετήσια βάση κατά τη διάρκεια της πανδημικής κρίσης για τους άνω των 45 ετών.
Επιπρόσθετα, ενώ οι άνεργοι των ηλικιακών ομάδων 30-44 ετών και άνω των 45 ετών μειώθηκαν, σε όλα τα τρίμηνα από το δεύτερο τρίμηνο του 2020 έως και το πρώτο τρίμηνο του 2021, η ανεργία στους νέους έως 29 ετών, αυξήθηκε στο ίδιο χρονικό διάστημα.
Το πρώτο τρίμηνο του 2021, η άνοδος της ανεργίας των νέων ήταν της τάξης του 16,4%, σε ετήσια βάση. Τέλος, το εργατικό δυναμικό για τις δύο ηλικιακές ομάδες έως 45 ετών μειώθηκε κατά τη διάρκεια της πανδημικής κρίσης, σε ετήσια βάση, ενώ για τους άνω των 45 ετών σημείωσε αύξηση σε όλα τα τρίμηνα του 2020 και οριακή μείωση (-0,7% σε ετήσια βάση), το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους.
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη, στις χώρες του ΟΟΣΑ (OECD Employment Outlook 2021: “Navigating the Covid-19 Crisis and Recovery”, July 2021), ο αντίκτυπος της πανδημικής κρίσης στους νέους ήταν έντονος, καθώς η ανεργία σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα σημείωσε άνοδο, ενώ οι ώρες απασχόλησης των νέων μειώθηκαν περισσότερο σε σύγκριση με τις αντίστοιχες ώρες των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας.
Πολλοί νέοι, οι οποίοι μάλιστα εργάζονταν σε κλάδους που επηρεάστηκαν ιδιαιτέρως από την πανδημία, έχασαν την θέση εργασίας τους, ενώ όσοι ολοκλήρωσαν τις σπουδές τους κατά τη διάρκεια αυτής δυσκολεύτηκαν να εισέλθουν στην αγορά εργασίας, καθώς οι κενές θέσεις εργασίας ήταν περιορισμένες. Ως εκ τούτου, το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 15-29 ετών που δεν εργάζονται, ούτε σπουδάζουν (NEET) αυξήθηκε το 2020, αντιστρέφοντας την καθοδική τάση που ακολούθησε κατά τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας.
Το ποσοστό αυτό στην Ελλάδα, αν και μειώθηκε σημαντικά, από 23% του πληθυσμού το 2011, σε 17,7% το 2019, εξακολουθούσε να είναι αρκετά υψηλότερο από το μέσο όρο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (12,6%). Το ποσοστό των NEET αυξήθηκε έντονα το δεύτερο τρίμηνο του 2020, δηλαδή στο πρώτο διάστημα της πανδημικής κρίσης, τόσο στην Ελλάδα (+2,2 ποσοστιαίες μονάδες, σε ετήσια βάση), όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση (+2,1 π.μ.).
Οι νέοι που δεν εργάζονται, ούτε σπουδάζουν συνέχισαν να αυξάνονται μέχρι το τέλος του 2020, με μικρότερο ρυθμό και στις δύο περιπτώσεις, ενώ το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος σημειώθηκε εκ νέου σημαντική άνοδος, η οποία στη χώρας μας ήταν της τάξης των 3,4 π.μ.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, το δεύτερο τρίμηνο του 2020, στην πλειονότητα των χωρών το ποσοστό των ΝΕΕΤ αυξήθηκε, πρωτίστως, διότι οι νέοι οδηγήθηκαν εκτός της αγοράς εργασίας και δευτερευόντως λόγω της ανεργίας (Γράφημα 2β), ενώ η τάση αυτή αντιστράφηκε το τέταρτο τρίμηνο του ίδιου έτους.
Στην Ελλάδα, η κατά 2,2 π.μ. άνοδος του ποσοστού των ΝΕΕΤ στο δεύτερο τρίμηνο του 2020, προήλθε σχεδόν εξ ολοκλήρου από το γεγονός ότι οι νέοι ηλικίας 15-29 ετών παρέμειναν εκτός εργατικού δυναμικού. Αντίστοιχα, η αύξηση του εν λόγω ποσοστού, κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2020, εξηγείται σε ποσοστό 30%, από την ανεργία των νέων αυτής της ηλικιακής ομάδας.
Δείτε αναλυτικά το δελτίο της Τράπεζας

Eurobank: Έντονη μεταβλητότητα στην αγορά εργασίας

Το εποχικά διορθωμένο ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα μειώθηκε στο 15,9% του εργατικού δυναμικού τον Μάιο 2021 από 17,1% τον Απρίλιο 2021. Στο 5μηνο Ιανουαρίου-Μαΐου 2021 διαμορφώθηκε στο 16,6%, οριακά υψηλότερα σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα πέρυσι.
Σημειώνουμε ότι η Ελλάδα και η Ισπανία παραμένουν με διαφορά οι χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας ανάμεσα στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27. Στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, η προαναφερθείσα αρνητική πρωτιά είναι απότοκη της κρίσης χρέους και αντανακλά σε έναν βαθμό την απόκλιση ανάμεσα στο πραγματικό ΑΕΠ του 2019 με αυτό του 2007 (-23,5%).
Η μείωση του ποσοστού ανεργίας σε μηνιαία βάση τον Μάιο 2021 αντικατοπτρίζει την αύξηση της απασχόλησης. Αναλυτικά, ο αριθμός των απασχολούμενων ενισχύθηκε κατά 168,5 χιλιάδες άτομα (4,5%) όταν τον Ιανουάριο 2021 είχε μειωθεί κατά 231,4 χιλιάδες άτομα (5,9%). Η άνοδος της απασχόλησης τον Μάιο 2021 δύναται να συνδεθεί με το σταδιακό άνοιγμα της οικονομίας και την έναρξη της τουριστικής περιόδου.
Η κύρια δεξαμενή άντλησης των εν λόγω πόρων ήταν ο μη ενεργός πληθυσμός (πτώση κατά 141,4 χιλιάδες άτομα ή 4,2%) και ακολούθησε το σύνολο των ανέργων (μείωση κατά 31,0 χιλιάδες άτομα ή 4,0%).
Από τα στοιχεία της έρευνας εργατικού δυναμικού τεκμαίρεται ότι κατά τη διάρκεια της υγειονομικής κρίσης αυξήθηκε η μεταβλητότητα βασικών μεγεθών που σχετίζονται με την αγορά εργασίας. Επί παραδείγματι, καταγράφηκαν πρωτόγνωρα υψηλές μηνιαίες εκροές και εισροές από και προς τον μη ενεργό πληθυσμό.
Οι ιδιαίτερες συνθήκες που δημιούργησε η πανδημία (π.χ. lockdowns), τα μέτρα στήριξης της απασχόλησης (π.χ. αναστολές συμβάσεων εργασίας) και οι μεθοδολογικοί κανόνες ταξινόμησης των ατόμων σε απασχολούμενους, ανέργους και εκτός εργατικού δυναμικού, εξηγούν εν μέρει την προαναφερθείσα παρατήρηση.
Επί παραδείγματι, κατά τη διάρκεια των αυστηρών μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης και αναστολής λειτουργίας πολλών επιχειρήσεων, τα άτομα που ήταν ήταν σε καθεστώς αναστολής σύμβασης εργασίας άνω των 3 μηνών έπαυαν να ανήκουν στην απασχόληση και ταξινομούνταν στον μη ενεργό πληθυσμό. Αντιστρόφως, κατά τη διάρκεια του ανοίγματος των οικονομικών δραστηριοτήτων, τα άτομα που είχαν μεταπηδήσει στον μη ενεργό πληθυσμό λόγω των lockdown αναζητούσαν εκ νέου εργασία και ως εκ τούτου επέστρεφαν στον ενεργό πληθυσμό.
Η έντονη μεταβλητότητα που παρουσιάζουν τα μεγέθη που σχετίζονται με την αγορά εργασίας, αυξάνει την αβεβαιότητα για το τελικό μέγεθος του ποσοστού ανεργίας το 2021. Σύμφωνα με το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2022-2025 (ΜΠΔΣ 2022-2025) και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΕ), ο λόγος των ανέργων προς το εργατικό δυναμικό στην Ελλάδα το 2021 προβλέπεται να παραμείνει κατά μέσο όρο σταθερός στα επίπεδα του 2020.
Η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και το περιοδικό Focus Economics (μέση εκτίμηση αγοράς) εκτιμούν οριακή αύξηση.

Eurobank: Ρίσκα στην αγορά εργασίας μετά την πανδημία

Παρά τη μεγάλη ύφεση στην ελληνική οικονομία το 2020, το ποσοστό ανεργίας κινήθηκε πτωτικά, όπως αναφέρει η Eurobank στο εβδομαδιαίο της δελτίο. Η μείωση του βαθμού εκμετάλλευσης του παραγωγικού συντελεστή της εργασίας αποτυπώθηκε κυρίως στις ώρες απασχόλησης και σε πολύ μικρότερο βαθμό στον αριθμό των απασχολούμενων ατόμων.
Το ποσοστό ανεργίας διαμορφώθηκε στο 16,3% του εργατικού δυναμικού το 2020 από 17,3% το 2019.  Δύο παράγοντες οδήγησαν σε αυτό το αποτέλεσμα: 1ον τα μέτρα των ασκούντων την οικονομική πολιτική για τη στήριξη της απασχόλησης (π.χ. επιδοτήσεις μισθωτής απασχόλησης) και 2ον η προερχόμενη από τη μείωση του αριθμού των ανέργων αύξηση του μη ενεργού πληθυσμού. 
Σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα εκτιμάται ότι θα παραμείνει σταθερό στο 16,3% το 2021 και στη συνέχεια θα μειωθεί με αργό ρυθμό στο 16,1% το 2022.
Βάσει των προαναφερθεισών προβλέψεων, σύμφωνα με το δελτίο, η υγειονομική κρίση αναμένεται να βάλει φρένο στην πτωτική πορεία του ποσοστού ανεργίας των προηγούμενων ετών (μέση ετήσια μεταβολή την 7ετία 2013-2020 στις -1,6 ποσοστιαίες μονάδες έναντι -0,1 ποσοστιαίων μονάδων που εκτιμώνται για τη διετία 2020-2022). Την επαύριο της πανδημίας τα ρίσκα για την ελληνική αγορά εργασίας εστιάζονται: 1ον στην αντίδραση των επιχειρήσεων (ζήτηση εργασίας) όταν θα γίνει άρση των τρεχόντων μέτρων ενίσχυσης της απασχόλησης και 2ον στην ανάγκη για ανακατανομή θέσεων εργασίας, λόγω των εξελίξεων που πυροδότησε ή επιτάχυνε η υγειονομική κρίση στο μέτωπο των δομικών χαρακτηριστικών της οικονομίας (π.χ. ψηφιοποίηση, τηλεργασία). Σημειώνουμε ότι η διαρθρωτική ανεργία έχει υψηλή συμμετοχή στο τρέχον ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα. Αυτό σε έναν βαθμό αντανακλάται στο μεγάλο, πλην όμως μειούμενο τα τελευταία χρόνια, ποσοστό μακροχρόνια ανέργων (66,5% του συνόλου των ανέργων το 2020 από 73,6% το 2014).
Συνεπώς, η προβλεπόμενη ανάκαμψη των επόμενων ετών, ναι μεν δύναται να μειώσει την κυκλική συνιστώσα του ποσοστού ανεργίας στην Ελλάδα (σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το παραγωγικό κενό εκτιμάται ότι θα συρρικνωθεί στο -2,1% του δυνητικού ΑΕΠ το 2022 από -10,8% το 2020), εντούτοις για να διατηρηθεί η αναπτυξιακή πορεία μεσοπρόθεσμα χωρίς πληθωριστικές πιέσεις θα πρέπει να συνδυαστεί και με συρρίκνωση της διαρθρωτικής συνιστώσας του ποσοστού ανεργίας.
Μειωμένα τα φορολογικά έσοδα τον Απρίλιο 2021
Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού (ΚΠ), σε τροποποιημένη ταμειακή βάση, για την περίοδο Ιανουαρίου – Απριλίου 2021, το πρωτογενές αποτέλεσμα διαμορφώθηκε σε έλλειμμα ύψους €6.211 εκατ., έναντι στόχου για πρωτογενές έλλειμμα €5.248 εκατ. (που έχει περιληφθεί για το αντίστοιχο διάστημα του 2021 στην εισηγητική έκθεση του Προϋπολογισμού 2021) και πρωτογενούς ελλείμματος €1.516 εκατ. την ίδια περίοδο του 2020.
Το ισοζύγιο ΚΠ παρουσίασε έλλειμμα ύψους €8.807 εκατ. έναντι στόχου για έλλειμμα €7.768 εκατ. (ήτοι υψηλότερο έλλειμμα κατά €1.039 εκατ.) και έναντι ελλείμματος €4.072 εκατ. για το αντίστοιχο διάστημα του 2020.
Αναλυτικότερα, για την περίοδο Ιαν. – Απρ. 2021, τα καθαρά έσοδα ΚΠ διαμορφώθηκαν σε €15.115 εκατ., παρουσιάζοντας υστέρηση κατά €477 εκατ. (ή κατά -3,1%) σε σχέση με τον στόχο των €15.592 εκατ., ενώ σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2020 παρουσίασαν αύξηση κατά €1.015 εκατ. (ή κατά 7,2%).
Τα έσοδα από φόρους εμφανίστηκαν μειωμένα σε σχέση με τον στόχο κατά €144 εκατ. (ή -1%), όπως και τα έσοδα από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ) τα οποία παρουσίασαν υστέρηση κατά €344 εκατ. (ή -20,4%). Πιο συγκεκριμένα για τον μήνα Απρίλιο, τα καθαρά έσοδα ανήλθαν σε €3.607 εκατ., αυξημένα κατά €181 εκατ. (η κατά 5,3%) σε σχέση με τον μηνιαίο στόχο.
Η εν λόγω θετική απόκλιση οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι τον Απρίλιο 2021 εισπράχτηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος το ποσό των €633,2 εκατ. που αφορά στο μέρισμα  ύψους €470,5 εκατ. και στα έσοδα από ANFAs & SMPs  ύψους €162,7 εκατ.  Συνεπώς, αν ληφθεί υπόψη ότι η είσπραξη του προαναφερθέντος μερίσματος της Τράπεζας της Ελλάδος είχε προϋπολογισθεί να εισπραχθεί τον προηγούμενο μήνα, τα έσοδα από φόρους για τον μήνα Απρίλιο – τα οποία εμφανίζονται αυξημένα κατά €215 εκατ. (ή 6,6%) σε σχέση με τον μηνιαίο στόχο – στην ουσία είναι μειωμένα κατά €256 εκατ. (ή 7,9%).
Από την πλευρά των δαπανών, για την περίοδο Ιανουαρίου – Απριλίου 2021, καταγράφηκε υπέρβαση έναντι του στόχου της τάξης των €562 εκατ. (τροποποιημένη ταμειακή βάση, €23.992 εκατ. σε σύγκριση με τον στόχο των €23.360 εκατ.), ενώ σε σχέση με το αντίστοιχη χρονική περίοδο του 2020 καταγράφηκε αύξηση κατά €5.750 εκατ. (ή κατά 31,6%).
Η υποεκτέλεση του Τακτικού Προϋπολογισμού ύψους €1.043 εκατ. οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι υπήρξε μεταγενέστερη του προϋπολογισμού απόφαση, να εξυπηρετηθεί μερικώς το μέτρο της επιστρεπτέας προκαταβολής και από πόρους του ΠΔΕ (αντί από τον Τακτικό Προϋπολογισμό). Συνεπώς,  το σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, παρουσίασε αύξηση σε σχέση με τον στόχο κατά €1.605 εκατ.
Τα κυριότερα μέτρα κατά της πανδημίας για το πρώτο τετράμηνο του 2021 ανέρχονται σε €4,6 δις (έναντι του επικαιροποιημένου στόχου για συνολικά μέτρα ύψους €15 δις για το 2021) και συνοψίζονται στα εξής:
α) στη δαπάνη αποζημίωσης ειδικού σκοπού λόγω της πανδημίας του COVID-19 (μισθωτών) ύψους €1.385 εκατ., η οποία πληρώθηκε από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων,β) στην επιστρεπτέα προκαταβολή ύψους €1.399 εκατ. από την κατηγορία των μεταβιβάσεων και €1.108 εκατ. από το ΠΔΕ,γ) στην κρατική αποζημίωση εκμισθωτών ακινήτων ύψους €351 εκατ., λόγω των μειωμένων μισθωμάτων που λαμβάνουν,δ) στην επιχορήγηση προς τον ΟΠΕΚΑ ύψους €155 εκατ., για την αποπληρωμή δανείων πληγέντων από την πανδημίαε) στην ενίσχυση μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων που επλήγησαν από τον COVID-19 στις Περιφέρειες ύψους €140 εκατ. από το ΠΔΕστ) στην επιδότηση τόκων δανείων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων ύψους €47 εκατ. από το ΠΔΕ.

Alpha Bank: Οι γυναίκες στην αγορά εργασίας και την οικονομική δραστηριότητα

Οι ανισότητες μεταξύ γυναικών και ανδρών, οι επιπτώσεις της πανδημικής κρίσης και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που προσδιορίζουν τη συμβολή των γυναικών στην αγορά εργασίας εξετάζονται στο τελευταίο Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα.
Η Διεύθυνση Οικονομικών Μελετών της Alpha Bank παρουσιάζει παράλληλα ένα φάσμα πολιτικών για την αντιμετώπιση του ζητήματος.
Όπως αναφέρει, ακόμη και μετά από δεκαετίες προόδου προς την κατεύθυνση της ισότητας των δύο φύλων, το χάσμα μεταξύ τους παραμένει σημαντικό. Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (“Global Gender Gap Report 2021”, World Economic Forum), η Δυτική Ευρώπη εξακολουθεί να έχει την καλύτερη επίδοση σε σχέση με άλλες γεωγραφικές περιοχές του πλανήτη, καλύπτοντας σήμερα πάνω από τα ¾ του έμφυλου χάσματος (77,6%).
Η χώρα μας κατατάσσεται στην 98η θέση σε σύνολο 156 χωρών και καλύπτει το 68,9% του έμφυλου χάσματος. Στο Γράφημα 1α εξετάζονται οι επιμέρους συνιστώσες που συνθέτουν το γενικό δείκτη. Η απόσταση των γραμμών της Ελλάδος και του δυτικοευρωπαϊκού μέσου από την γκρι διακεκομμένη γραμμή, η οποία αναπαριστά το ιδανικό της πλήρους ισότητας, επιβεβαιώνει ότι οι μεγαλύτερες διαφορές εντοπίζονται στον οικονομικό και τον πολιτικό στίβο, ενώ στην Εκπαίδευση και την Υγεία σημειώνονται εξαιρετικές επιδόσεις στους σχετικούς δείκτες (99,4% και 96,6%, αντίστοιχα).
Στον τομέα της Οικονομίας παρουσιάζεται μέτρια επίδοση (67,2%), κυρίως λόγω των μισθολογικών ανισοτήτων, αλλά και του χαμηλού ποσοστού των γυναικών που κατέχουν θέση ευθύνης (ανώτεροι αξιωματούχοι, διευθυντικά στελέχη: 38,9%). Αξιοσημείωτο είναι ότι ο τομέας της Πολιτικής παρουσιάζει ιδιαίτερα χαμηλή βαθμολογία, μόλις 12,3%, κυρίως εξαιτίας του χαμηλού ποσοστού των γυναικών που κατέχουν υπουργικές θέσεις.
Η ανισότητα στη συμμετοχή στην αγορά εργασίας και οι ίσες ευκαιρίες μεταξύ γυναικών και ανδρών είναι ένα  διαχρονικό ζήτημα, ωστόσο, σήμερα, ένα χρόνο μετά την εξάπλωση της πανδημίας, καθίσταται επίκαιρο, αφού η κρίση ενδέχεται να επιδείνωσε τις συνθήκες στην αγορά εργασίας. Το θέμα αυτό αφορά σχεδόν όλες τις χώρες του κόσμου, προηγμένες και αναπτυσσόμενες, μεταξύ των οποίων και την Ελλάδα.
Ένδειξη της ύψιστης σημασίας και της πολυδιάστατης επίπτωσης του φαινομένου στην οικονομία και την κοινωνία αποτελεί το γεγονός ότι η προαγωγή της ισότητας των φύλων και η διασφάλιση ίσων ευκαιριών για όλους στον επαγγελματικό βίο συμπεριλήφθηκε ως βασικός στόχος στον Πυλώνα 3 του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.  
Μέτρα έμφυλου χάσματος και συμβολή των γυναικών στην αγορά εργασίας: Επαγγελματική εξέλιξη, μισθολογικές διαφορές και ποσοστά ανεργίας
Η αξιολόγηση της θέσης των γυναικών στην αγορά εργασίας μπορεί να προσεγγιστεί μέσω της εξέτασης ορισμένων δεικτών και της σύγκρισης αυτών με τους αντίστοιχους δείκτες που ισχύουν για τους άνδρες, όπως είναι η συμμετοχή στην αγορά εργασίας, το ποσοστό της ανεργίας, το είδος της απασχόλησης (πλήρης, ή μερική απασχόληση), το επίπεδο των αποδοχών, καθώς και η αναλογία ανδρών και γυναικών σε θέσεις ευθύνης. Στην παρούσα ενότητα, παραθέτουμε ορισμένους από τους εν λόγω δείκτες και εξετάζουμε κατά πόσο βελτιώθηκαν ή επιδεινώθηκαν, κατά το προηγούμενο έτος, εξαιτίας της πανδημικής κρίσης.   
Δείκτες Έμφυλης Ανισότητας Ι: Μορφωτικό επίπεδο, επαγγελματική εξέλιξη και μισθολογικές διαφορές κατά φύλο
Παρά το γεγονός ότι το ποσοστό του γυναικείου πληθυσμού, ηλικίας 25-64 ετών, με πανεπιστημιακή εκπαίδευση υπερβαίνει το αντίστοιχο ποσοστό των ανδρών (33,6%, έναντι 30,2%, Γράφημα 2α), εντούτοις, η αναλογία των γυναικών στα διευθυντικά στελέχη ήταν 28%, το 2019, ενώ οι γυναίκες-μέλη διοικητικών συμβουλίων των μεγαλύτερων εισηγμένων εταιριών στη χώρα, κατέλαβαν μόλις το 10,3%, κατά το ίδιο έτος.
Σημειώνεται ότι οι αντίστοιχες αναλογίες των γυναικών στις χώρες του ΟΟΣΑ ήταν, το 2019, περίπου 1/3 στα διευθυντικά στελέχη και 1/4 στα μέλη Δ.Σ. των μεγαλύτερων εισηγμένων εταιριών. Παράλληλα, οι μισθολογικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών παραμένουν σημαντικές.
Συγκεκριμένα, ο σχετικός δείκτης του ΟΟΣΑ -που ορίζεται ως η διαφορά μεταξύ του διάμεσου μισθού των ανδρών και του διάμεσου μισθού των γυναικών, προς το διάμεσο μισθό των ανδρών- διαμορφώθηκε το 2018 στην Ελλάδα, σε 5,9 μονάδες, έναντι 4,5 μονάδες το 2017. Αξίζει να σημειωθεί, ωστόσο, ότι έχει μειωθεί σημαντικά, σε σύγκριση με το 2013, όταν είχε διαμορφωθεί στις 11,2 μονάδες, ενώ βρίσκεται σε αρκετά χαμηλότερο επίπεδο από το μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ (12,8 μονάδες).
Δείκτες Έμφυλης Ανισότητας ΙI: Ανεργία, απασχόληση και ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας κατά φύλο
Όπως παρατηρείται στο Γράφημα 3α, η δομική παθογένεια της ελληνικής αγοράς εργασίας ως προς την έμφυλη ανισότητα παραμένει, καθώς η διαφορά του ποσοστού της ανεργίας ανδρών και γυναικών ανήλθε, τον Δεκέμβριο 2020, σε 6,7 μονάδες και ήταν η υψηλότερη μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ-27).
Συγκεκριμένα, το εποχικά διορθωμένο ποσοστό της ανεργίας των γυναικών διαμορφώθηκε σε 19,5%, τον Δεκέμβριο 2020, που αποτελεί, επίσης, το υψηλότερο στην ΕΕ-27, ενώ των ανδρών σε 12,8%, το οποίο ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο, μετά το αντίστοιχο ποσοστό της Ισπανίας. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι τα ποσοστά της ανεργίας τόσο των γυναικών, όσο και των ανδρών βαίνουν μειούμενα στη χώρα μας, τα τελευταία χρόνια, έχοντας σημειώσει σωρευτική πτώση, τον Δεκέμβριο 2020, σε σύγκριση με τον Ιούλιο 2013, κατά 12,3 και 12,6 μονάδες, αντίστοιχα.
Πτώση του ποσοστού της ανεργίας των γυναικών αλλά και των ανδρών σημειώθηκε, επίσης, και σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο 2019, κατά 0,9 και 0,5 μονάδες, αντίστοιχα. Παράλληλα, το 2020, ο αριθμός των απασχολούμενων ανδρών, σύμφωνα με τα τριμηνιαία μη εποχικά διορθωμένα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (ηλικίες έως 74 ετών), μειώθηκε κατά 1,6%, ενώ, αντίθετα, των γυναικών αυξήθηκε οριακά, κατά 0,2%. Συνεκτιμώντας τις μεταβολές των παραπάνω μεγεθών συμπεραίνουμε ότι, παρά την πανδημική κρίση, το χάσμα απασχόλησης των δύο φύλων (gender employment gap) μειώθηκε το 2020, γεγονός που οφείλεται, κυρίως, στα μέτρα στήριξης της απασχόλησης που εφαρμόστηκαν για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας.
Όπως αναφέρει και το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, υπάρχουν ενδείξεις ότι μετά το πέρας της πανδημικής κρίσης και της σταδιακής κατάργησης των μέτρων στήριξης, το χάσμα απασχόλησης μεταξύ των δύο φύλων θα διευρυνθεί εκ νέου.
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την Τελική Έκθεση Πισσαρίδη (Νοέμβριος 2020), το ποσοστό συμμετοχής στην αγορά εργασίας, δηλαδή το εργατικό δυναμικό προς τον πληθυσμό, είναι συγκριτικά χαμηλό στην Ελλάδα (Eurostat, 2019: 68,4% έναντι 73,4% στην ΕΕ-27, για ηλικίες έως 64 ετών), γεγονός που οφείλεται πρωτίστως στη χαμηλή συμμετοχή των γυναικών. Όπως παρατηρείται στο Γράφημα 3β, ο λόγος των γυναικών που συμμετέχουν στο εργατικό δυναμικό, προς τον πληθυσμό των γυναικών, υπολείπεται σημαντικά τόσο του αντίστοιχου λόγου των ανδρών, όσο και του μέσου όρου της ΕΕ-27, αν και η τάση του, από το 2002, έως και το 2019, ήταν ανοδική.
Το 2020, εκτιμάται -σύμφωνα με τα τριμηνιαία μη εποχικά διορθωμένα στοιχεία της Eurostat- ότι το ποσοστό συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας, στην Ελλάδα, μειώθηκε εκ νέου, κατά μία ποσοστιαία μονάδα περίπου, σε 59,4%, ενώ και το ποσοστό των ανδρών σημείωσε αντίστοιχη πτώση (2019: 76,7%, 2020: 75,5%).
Το τελευταίο ήταν απόρροια της πανδημίας που οδήγησε, μεταξύ άλλων, στη μείωση του οικονομικά ενεργού πληθυσμού στην Ελλάδα κατά 2,3%, σε ετήσια βάση, καθώς, λόγω των μέτρων περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας και των υγειονομικών συνθηκών, αρκετά άτομα που αναζητούσαν εργασία δήλωσαν ότι δεν είναι άμεσα διαθέσιμα να εργαστούν. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ετήσιος ρυθμός μείωσης των οικονομικά ενεργών γυναικών υπερέβη, το 2020, τον αντίστοιχο των ανδρών (-2,4%, έναντι -2,2%).
Δείκτες Έμφυλης Ανισότητας ΙIΙ: Κλαδική ανάλυση και μερική απασχόληση κατά φύλο
Ένας λόγος για τον οποίο εκτιμάται, σε παγκόσμιο επίπεδο, ότι ο αρνητικός αντίκτυπος της πανδημικής κρίσης ήταν ισχυρότερος για τις γυναίκες, σε σύγκριση με τους άνδρες, είναι ότι το ποσοστό των γυναικών που απασχολείται στον τομέα των υπηρεσιών είναι υψηλότερο. Στην Ελλάδα, οι εργαζόμενες γυναίκες στον τομέα των υπηρεσιών, ως ποσοστό στο σύνολο των απασχολούμενων γυναικών, ανήλθε το 2019 σε 81,5% έναντι 66,9% που ήταν το αντίστοιχο ποσοστό για τους άνδρες.
Επίσης, οι εργαζόμενες γυναίκες είναι περισσότερες (δηλαδή άνω του 50% του συνόλου των εργαζομένων) στον κλάδο της Υγείας που βρέθηκε στην πρώτη γραμμή αντιμετώπισης της πανδημίας αλλά και σε κλάδους που επλήγησαν ιδιαίτερα από αυτήν, όπως οι αεροπορικές μεταφορές, το λιανικό εμπόριο, οι υπηρεσίες παροχής καταλύματος, οι τέχνες και οι πολιτιστικές δραστηριότητες, οι δραστηριότητες παροχής προσωπικών υπηρεσιών και οι δραστηριότητες νοικοκυριών ως εργοδοτών οικιακού προσωπικού.
Σε ό,τι αφορά την τελευταία κατηγορία, σημειώνεται ότι σε επίπεδο ΕΕ-27 εκτιμάται ότι το 70% της παροχής υπηρεσιών κατ’ οίκον, συμπεριλαμβανομένης της παροχής φροντίδας στο σπίτι, είναι αδήλωτη (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, “2021 report on gender equality in the EU”) και, ως εκ τούτου, τα σχετικά μέτρα στήριξης που υιοθέτησαν οι ευρωπαϊκές χώρες ήταν περιορισμένα, καθιστώντας την εν λόγω κατηγορία εργαζομένων ιδιαίτερα ευάλωτη στον αντίκτυπο της πανδημίας.
Παράλληλα, το ποσοστό των γυναικών που εργάζεται υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης (ως ποσοστό της συνολικής απασχόλησης) είναι υπερδιπλάσιο του αντίστοιχου των ανδρών (13,5%, έναντι 5,9% το 2019). Το υψηλό ποσοστό της μερικής απασχόλησης, αφενός μεν αποτελεί κληροδότημα της οικονομικής κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας, αφετέρου δε, αντανακλά τον περισσότερο χρόνο που είθισται να αφιερώνουν οι γυναίκες στη φροντίδα των παιδιών ή των ηλικιωμένων μελών της οικογένειας. Το 2020, ωστόσο, υποχώρησε ο αριθμός τόσο των ανδρών, όσο και των γυναικών που εργάζονται με μερική απασχόληση.
Συμπερασματικά, τα μέτρα προστασίας της απασχόλησης που τέθηκαν σε εφαρμογή, από τον Μάρτιο 2020, έως σήμερα, με σκοπό την αντιμετώπιση των αρνητικών επιπτώσεων της πανδημίας, είχαν ως αποτέλεσμα, τη συγκράτηση του ποσοστού της ανεργίας στη χώρα μας και για τα δύο φύλα, ενώ το ποσοστό των άνεργων γυναικών που οδηγήθηκε εκτός αγοράς εργασίας ήταν ελαφρώς υψηλότερο.
Επιπρόσθετα, οι γυναίκες απασχολούνται σε μεγαλύτερο ποσοστό σε κλάδους της οικονομίας που έχουν πληγεί σε σημαντικό βαθμό από την πανδημική κρίση. Άρα, είναι κρίσιμης σημασίας η σταδιακή κατάργηση των μέτρων στήριξης να γίνει, μεταξύ άλλων, με γνώμονα την προστασία της απασχόλησης μετά την πανδημική κρίση και για τα δύο φύλα.  
Προτάσεις πολιτικής για τη μείωση του έμφυλου χάσματος σε μακροχρόνιο ορίζοντα
H ανισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών δεν είναι μόνο ένα ευαίσθητο, ηθικό και κοινωνικό ζήτημα, αλλά και μια σημαντική οικονομική πρόκληση. Δεδομένου του σχετικά υψηλού μορφωτικού επιπέδου των γυναικών στην Ελλάδα, οι απώλειες, σε όρους οικονομικής ανάπτυξης, μακροχρόνια, θα είναι σημαντικές, εάν δεν συμμετάσχουν στην αγορά εργασίας με την πλήρη παραγωγική δυναμικότητά τους.
Η ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικότητας δεν συνδέεται απλά με την αύξηση της συμμετοχής τους στο εργατικό δυναμικό της χώρας -μια εξέλιξη που έλαβε χώρα σταδιακά τις περασμένες δεκαετίες- αλλά και με την ένταξή τους σε θέσεις λειτουργικά και ιεραρχικά ανάλογες των υψηλών δεξιοτήτων και του μορφωτικού τους επιπέδου, ώστε να ενισχυθούν τα κίνητρα για εργασία, να υπάρξει καλύτερη αντιστοίχιση των ταλέντων και των δεξιοτήτων στις θέσεις εργασίας και εν τέλει να βελτιστοποιηθεί η διοικητική αποτελεσματικότητα (managerial efficiency) των ελληνικών επιχειρήσεων. Ως προς την κατεύθυνση της μείωσης του έμφυλου χάσματος, μια σειρά προτεινόμενων πολιτικών παρατίθενται κάτωθι.  
-Υλοποίηση περισσότερων επενδύσεων στον τομέα βρεφονηπιακών σταθμών και χώρων φύλαξης παιδιών στις επιχειρήσεις. Οι επενδύσεις στο συγκεκριμένο πεδίο αναμένεται να έχουν σημαντική επίδραση στην έμμεση ανάπτυξη του ανθρωπίνου κεφαλαίου, μέσω της διευκόλυνσης  των γυναικών που επιθυμούν πιο ενεργή συμμετοχή στην αγορά εργασίας.
-Εφαρμογή κατάλληλων πολιτικών και πρακτικών από τις επιχειρήσεις, ώστε προληπτικά να αντιμετωπίζεται η τυχόν άνιση μεταχείριση των δύο φύλων στον επαγγελματικό τομέα, όπως για παράδειγμα αμερόληπτες πρακτικές πρόσληψης και προαγωγών προσωπικού και εξάλειψη των μισθολογικών ανισοτήτων, μέσω της δίκαιης σύνδεσης ποιότητας εργασίας και αμοιβής.  
Προς την κατεύθυνση της γεφύρωσης των ανισοτήτων μεταξύ των δύο φύλων, κινείται, όπως προαναφέρθηκε, ο Πυλώνας 3 του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που περιλαμβάνει πολιτικές και πρακτικές, με στόχο την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ προσωπικής και επαγγελματικής ζωής και για τα δύο φύλα, την ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας, καθώς και την ομαλή επανένταξή τους σε αυτήν, μετά την απόκτηση παιδιού.
Συγκεκριμένα, το Σχέδιο περιλαμβάνει την επιδότηση δημιουργίας βρεφονηπιακών σταθμών και χώρων φύλαξης παιδιών στις επιχειρήσεις αλλά και την ενίσχυση δράσεων που αφορούν στην ενημέρωση και την αλλαγή της κουλτούρας στον επαγγελματικό τομέα αλλά και την κοινωνία (ενίσχυση Παρατηρητηρίου Ισότητας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, διαμόρφωση μηχανισμού απονομής “Σήματος Διαφορετικότητας” στις επιχειρήσεις που θα υιοθετούν πρακτικές και πολιτικές για την προώθηση της διαφορετικότητας, επιδότηση Κέντρων Δημιουργικής απασχόλησης για μαθητές, με στόχο την εξοικείωση με τις επιστήμες και την τεχνολογία και για τα δύο φύλα, από μικρή ηλικία).
Τέλος, προβλέπεται βελτίωση της πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας για τις γυναίκες αλλά και ανάπτυξη των υπηρεσιών φροντίδας (θεσμοθέτηση του “Προσωπικού Βοηθού”), με στόχο την εξασφάλιση και αναγνώριση των ατόμων που παρέχουν αντίστοιχες υπηρεσίες.

Alpha Bank: H αγορά εργασίας μετά την πανδημία

Την εξέλιξη της αγοράς εργασίας μετά την πανδημία αναλύει η Alpha Bank στο «Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων» που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα.
Όπως αναφέρει, «η εξάπλωση της πανδημίας Covid-19, τον Μάρτιο 2020 προκάλεσε έντονες πιέσεις στις αγορές εργασίας των χωρών της ΕΕ-27. Όπως παρατηρείται στο Γράφημα 1, τον Οκτώβριο 2020, το ποσοστό της ανεργίας παρουσιάζεται αυξημένο, σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο 2019, στην πλειονότητα των χωρών της ΕΕ-27, με εξαίρεση την Ιταλία όπου το ποσοστό της ανεργίας παρέμεινε σχεδόν σταθερό».
Κατά μέσο όρο, στην ΕΕ-27 η αύξηση ανήλθε σε 1,1 εκατοστιαία μονάδα. Αξίζει να σημειωθεί ότι, στη χώρα μας, αν και το ποσοστό της ανεργίας παρέμεινε, τον Οκτώβριο 2020, στο υψηλότερο επίπεδο μεταξύ των χωρών της ΕΕ-27 (16,7%), εντούτοις σημείωσε τη μικρότερη αύξηση σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες, εκτός της Ιταλίας.
Συγκεκριμένα, η αύξηση του εποχικά προσαρμοσμένου ποσοστού της ανεργίας, τον Οκτώβριο 2020, σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο 2019, διαμορφώθηκε σε μόλις 0,2%.
Οι αρνητικές επιπτώσεις της πανδημίας στις αγορές εργασίας των χωρών της ΕΕ-27 αμβλύνθηκαν, εν μέρει, από τα προγράμματα βραχυπρόθεσμης εργασίας (short-time work schemes, STW) που υιοθέτησαν αρκετά κράτη-μέλη, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα (μηχανισμός ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ, βλ. Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων 22.5.2020), υποστηριζόμενα από το ευρωπαϊκό εργαλείο προσωρινής στήριξης για το μετριασμό του κινδύνου της ανεργίας SURE (Support to mitigate Unemployment Risks in an Emergency).
Επιπλέον, θετικά συνέβαλαν στη συγκράτηση του ποσοστού της ανεργίας τα μέτρα που έθεσε σε εφαρμογή η Ελληνική Κυβέρνηση για την υποστήριξη των επιχειρήσεων (επιστρεπτέα προκαταβολή, αναβολές πληρωμών κ.λπ.), στα οποία, μάλιστα, είχαν πρόσβαση οι πληττόμενες επιχειρήσεις, υπό την προϋπόθεση της διατήρησης των θέσεων εργασίας.
Τέλος, ένα σημαντικό μέτρο για την ενίσχυση της απασχόλησης αλλά και για τη στήριξη των εισοδημάτων ήταν η παροχή της αποζημίωσης ειδικού σκοπού προς τους εργαζόμενους που τέθηκαν σε αναστολή σύμβασης εργασίας.
Ο αντίκτυπος της πανδημικής κρίσης στην αγορά εργασίας έχει, έως σήμερα, αποτυπωθεί στα ακόλουθα πεδία:
Πρώτον, στη μείωση των ωρών εργασίας και στην άνοδο των απουσιών από την εργασία, ως αποτέλεσμα των μέτρων που υιοθετήθηκαν για τις πληττόμενες από την πανδημία επιχειρήσεις και τους εργαζoμένους τους. Συγκεκριμένα, σημαντικό μέρος των απασχολουμένων τέθηκε σε καθεστώς αναστολής σύμβασης εργασίας, θεσπίστηκαν άδειες ειδικού σκοπού για εργαζόμενους γονείς, ενώ τέθηκε σε εφαρμογή το πρόγραμμα ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ που προβλέπει τη διατήρηση των θέσεων απασχόλησης, με περιορισμό του χρόνου εργασίας έως και 50%.
Δεύτερον, στην αύξηση των ευέλικτων μορφών απασχόλησης, όπως η εργασία από απόσταση (βλ. Εβδομαδιαίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων 29.6.2020). Συγκεκριμένα, το ποσοστό των απασχολουμένων που εργάζεται από το σπίτι αυξήθηκε, τα πρώτα τρία τρίμηνα του 2020, κατά μέσο όρο, κατά 3,7 ποσοστιαίες μονάδες, σε ετήσια βάση.
Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (European Economic Forecast, Autumn 2020), το 2021, οι ώρες εργασίας, σε επίπεδο ΕΕ-27, αναμένεται να ανακάμψουν ταχύτερα σε σύγκριση με την απασχόληση (μετρούμενη με τον αριθμό εργαζομένων και όχι σε ώρες εργασίας, headcount employment), η οποία προβλέπεται ότι θα μειωθεί ελαφρώς (-0,2%). Η πρόβλεψη αυτή βασίζεται στην εκτίμηση ότι η λήξη των προσωρινών μέτρων στήριξης, για την αντιμετώπιση των αρνητικών επιπτώσεων της πανδημικής κρίσης, θα έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια θέσεων εργασίας, η οποία με τη σειρά της θα αντισταθμίσει την αύξηση της ζήτησης εργασίας που θα προέλθει από την άνοδο της οικονομικής δραστηριότητας.
Ως εκ τούτου, τα προσωρινά μέτρα στήριξης της απασχόλησης που υιοθέτησαν οι ευρωπαϊκές χώρες κατάφεραν μεν να συγκρατήσουν την άνοδο της ανεργίας, θα πρέπει δε, σταδιακά, να αναπροσαρμοστούν, ώστε να δημιουργηθούν κίνητρα αφενός για τις επιχειρήσεις να αποδεσμευτούν από την κρατική στήριξη και αφετέρου για τους εργαζόμενους να μεταβούν σε πιο «λειτουργικά βιώσιμες» θέσεις εργασίας.
Ο σχεδιασμός της πολιτικής στήριξης της απασχόλησης στη μετά την πανδημική κρίση περίοδο οφείλει να εξασφαλίζει την ομαλή κατάργηση των προσωρινών μέτρων:
Πρώτον, τα τρέχοντα προγράμματα θα πρέπει να αναπροσαρμοστούν, ώστε η σταδιακή ανάληψη της ευθύνης μισθοδοσίας από τις επιχειρήσεις να καθιστά τη χρήση της κρατικής βοήθειας περισσότερο ορθολογική και στοχευμένη σε εκείνους τους κλάδους που οι επιπτώσεις της πανδημίας έχουν μεγαλύτερη διάρκεια. Με άλλα λόγια, η αύξηση της επιβάρυνσης των εργοδοτών θα πρέπει να αξιολογείται σύμφωνα με τις συνθήκες που επικρατούν και με το βαθμό στον οποίο πλήττεται ο κάθε κλάδος από την πανδημία (βλ. σχετική έκθεση του ΟΟΣΑ, Employment Outlook 2020: Worker Security and the Covid-19 crisis).
Δεύτερον, η περαιτέρω μείωση του μη μισθολογικού κόστους των επιχειρήσεων, μέσω συνδυαστικής υποχώρησης φορολογικών συντελεστών και ασφαλιστικών εισφορών, στο πλαίσιο του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα σημαντικό εργαλείο προστασίας θέσεων απασχόλησης.
Τρίτον, είναι αναγκαία η παροχή ισχυρών κινήτρων για την προώθηση της κινητικότητας των εργαζομένων από επιδοτούμενες σε μη επιδοτούμενες θέσεις εργασίας (π.χ. βοήθεια για αναζήτηση εργασίας, επαγγελματική καθοδήγηση και κατάρτιση).
Από την άλλη όμως πλευρά, η παροχή κρατικής υποστήριξης θα πρέπει να είναι χρονικά καθορισμένη.
Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, η επιβολή ορίων στη μέγιστη διάρκεια των μέτρων στήριξης της απασχόλησης αναμένεται να συμβάλει στη μείωση του κινδύνου υποστήριξης θέσεων εργασίας που δεν θα είναι βιώσιμες, μακροπρόθεσμα. Ωστόσο, και σε αυτήν την περίπτωση, τα μέγιστα χρονικά όρια θα πρέπει να αξιολογηθούν και σύμφωνα με την διάρκεια των επιπτώσεων της πανδημίας, ανά κλάδο της οικονομίας.Τα μέτρα στήριξης της αγοράς εργασίας σε μακροχρόνιο ορίζοντα
Η πανδημική κρίση θα μπορούσε να αφήσει βαθύτερα και πιο μακροχρόνια σημάδια στην αγορά εργασίας, με αποτέλεσμα την απώλεια θέσεων εργασίας αλλά και την απαξίωση δεξιοτήτων από την πλευρά του εργατικού δυναμικού. Η αναστολή της παραγωγικής δραστηριότητας, λόγω της πανδημίας Covid-19 και η επακόλουθη παγκόσμια ύφεση, το 2020, έχουν δημιουργήσει εξαιρετικά αβέβαιες προοπτικές για την αγορά εργασίας. Πως εκτιμάται, λοιπόν, ότι θα αλλάξει το εργασιακό τοπίο τα επόμενα έτη;
Ο ρυθμός υιοθέτησης της τεχνολογίας αναμένεται να παραμείνει αμείωτος και ενδεχομένως να επιταχυνθεί σε ορισμένους κλάδους. Στο Γράφημα 2, απεικονίζεται το ποσοστό των θέσεων εργασίας που αντιμετωπίζουν υψηλό κίνδυνο αυτοματοποίησης, ή σημαντικό κίνδυνο αλλαγής, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ (Employment Outlook 2019: The Future of Work).
Όπως παρατηρείται στο γράφημα, το ποσοστό των θέσεων εργασίας που αντιμετωπίζουν υψηλό κίνδυνο αυτοματοποίησης (δηλαδή εκεί που η πιθανότητα αυτοματοποίησης είναι τουλάχιστον 70%) ήταν 23% στην Ελλάδα, έναντι 14% κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ. Επιπλέον, ένα μεγάλο μέρος των υφιστάμενων θέσεων εργασίας μπορεί να αλλάξει σημαντικά ως προς τον τρόπο με τον οποίο εκτελούνται, υπό την έννοια ότι μπορεί να αυτοματοποιηθεί μέρος των καθηκόντων τους, ή να προκύψουν νέα. Το ποσοστό αυτό για την Ελλάδα ήταν, σύμφωνα με την εν λόγω έρευνα, 35%, έναντι 32% στις χώρες του ΟΟΣΑ.
Ωστόσο, στα ανωτέρω στοιχεία δεν έχει ληφθεί υπόψη ο αριθμός θέσεων εργασίας που αναμένεται να δημιουργηθεί από την εξέλιξη της τεχνολογίας. Για παράδειγμα, η ανάπτυξη υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους (cloud computing), ανάλυσης πολύ μεγάλων σειρών δεδομένων (big data) και ηλεκτρονικού εμπορίου (e-commerce) παραμένουν υψηλές προτεραιότητες των πολύ μεγάλων εταιρειών παγκοσμίως, μια τάση που ξεκίνησε τα προηγούμενα έτη και συνεχίζεται. Επίσης, παρατηρείται σημαντική αύξηση της ανάπτυξης υπηρεσιών κρυπτογράφησης (encryption), των μη ανθρωποειδών ρομπότ (non-humanoid robots) και της τεχνητής νοημοσύνης (artificial intelligence).
Η αύξηση της αυτοματοποίησης της παραγωγής αγαθών και παροχής υπηρεσιών, σε συνδυασμό με την οικονομική συρρίκνωση, εξαιτίας της πανδημικής κρίσης το 2020, προκαλούν μια «διπλή διαταραχή» στην αγορά εργασίας παγκοσμίως.
Η τεχνολογική αναβάθμιση και η αυτοματοποίηση εκτιμάται ότι θα οδηγήσουν στον «μετασχηματισμό» αντικειμένων εργασίας και δεξιοτήτων, έως το 2025 και, επομένως, σε περικοπές θέσεων εργασίας σε ορισμένους κλάδους, αλλά παράλληλα σε αύξηση σε κάποιους άλλους που σχετίζονται με τη νέα τεχνολογία, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του World Economic Forum («The Future of Jobs Report 2020», Οκτώβριος 2020).
Επίσης, η επιβολή των περιοριστικών μέτρων (lockdowns) οδήγησε στη μεγάλη αύξηση της εργασίας από απόσταση, γεγονός που, εκτός από πλεονεκτήματα, έχει και μειονεκτήματα, τα οποία πρέπει να αντιμετωπίσουν οι επιχειρήσεις, όπως η εργασιακή απομόνωση και η σύνδεση και συνεργασία (networking and teamwork) μεταξύ των εργαζομένων.
Δεδομένων των ανωτέρω εξελίξεων, θα πρέπει να ληφθούν προληπτικά μέτρα από το κράτος και τις επιχειρήσεις, ώστε να μην επιδεινωθεί η ανισότητα μεταξύ των απασχολουμένων από το διπλό αντίκτυπο -της οικονομικής ύφεσης, λόγω πανδημίας και της αυξανόμενης χρήσης της τεχνολογίας. Σύμφωνα με τη μελέτη του WEF, οι εργαζόμενοι χαμηλότερου εκπαιδευτικού επιπέδου, οι νέοι και οι γυναίκες επηρεάστηκαν αρνητικά, περισσότερο από άλλες κατηγορίες εργαζομένων, τουλάχιστον στην πρώτη φάση της οικονομικής συρρίκνωσης.
Συνεπώς, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να επενδύσουν σε ανθρώπινο κεφάλαιο. Η σημασία των μηχανισμών επανακατάρτισης (reskilling), καθώς και της βελτίωσης των δεξιοτήτων και των προσόντων των εργαζομένων (upskilling) είναι μείζονος σημασίας για το μέλλον, καθώς αποφέρουν, εκτός από κοινωνικά οφέλη και οικονομικά (μείωση του κόστους, αύξηση της απόδοσης/κέρδους) τόσο σε μικροοικονομικό επίπεδο (επιχειρήσεις), όσο και σε μακροοικονομικό επίπεδο (οικονομία).
Σε αυτό το πεδίο, ο δημόσιος τομέας θα πρέπει να προσφέρει μεγαλύτερη οικονομική στήριξη στις επιχειρήσεις για την επανακατάρτιση και αναβάθμιση των προσόντων, ιδιαίτερα των ευάλωτων απασχολουμένων που κινδυνεύουν να χάσουν τη θέση εργασίας τους, ή να απομονωθούν εργασιακά, λόγω έλλειψης εξειδικευμένων δεξιοτήτων. Η συμμετοχή στην εκπαίδευση, κατά τη διάρκεια των μειωμένων ωρών εργασίας, μπορεί να βοηθήσει τους εργαζόμενους, αφενός να βελτιώσουν τη βιωσιμότητα της τρέχουσας εργασίας τους και αφετέρου να βελτιώσουν την προοπτική εύρεσης διαφορετικής εργασίας.
Εάν ληφθεί υπόψη ότι η πανδημική κρίση ουσιαστικά επίσπευσε τη μεγαλύτερη χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας (άνοδος της εργασίας από απόσταση) αλλά και τα ήδη υψηλά ποσοστά των θέσεων που βρίσκονταν σε κίνδυνο αυτοματοποίησης, πριν την εξάπλωση της πανδημίας, η κατάρτιση των εργαζομένων κρίνεται ως ιδιαίτερα κρίσιμη για τη στήριξη της απασχόλησης, σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα. Θα πρέπει να σχεδιαστούν κίνητρα για επενδύσεις στους κλάδους και τις «θέσεις εργασίας του αύριο». Επιπλέον, σε αυτό το μεταβατικό στάδιο, η πολιτική απασχόλησης θα πρέπει να παράσχει ένα ισχυρότερο, κοινωνικό «δίχτυ ασφαλείας» για εργαζομένους που πλήττονται από την ανάπτυξη της τεχνολογίας.
Τέλος, απαιτείται μια θεμελιώδης μεταρρύθμιση στον τρόπο λειτουργίας των συστημάτων εκπαίδευσης και στον τρόπο με τον οποίο αυτά συνδέονται με την αγορά εργασίας και με τα προγράμματα επιμόρφωσης των εργαζομένων.

Συνεργασία Attica Bank και The Tipping Point στο mentoring μαθητών 12 σχολείων

H Attica Bank εγκαινιάζει τη συνεργασία της με τον οργανισμό The Tipping Point, υποστηρίζοντας την υλοποίηση του προγράμματος σε 12 σχολεία, τα οποία βρίσκονται σε περιοχές όπου δραστηριοποιείται και παρέχει τις υπηρεσίες της.
Μαθητές από Ιωάννινα, Καλαμάτα, Λαμία, Λάρισα, Πάτρα, Πύργο, Ρόδο, Ηράκλειο, Τρίκαλα, Χαλκίδα, Χανιά και Χίο, μέσω live ομαδικών τηλεδιασκέψεων ή/και ασύγχρονων ερωτήσεων-απαντήσεων, έχουν τη δυνατότητα να αλληλεπιδράσουν με επαγγελματίες (μέντορες) από όλο τον κόσμο προκειμένου να ανακαλύψουν τα ενδιαφέροντα τους, καθώς και να εμπνευστούν για τα πρώτα τους επαγγελματικά και ακαδημαϊκά βήματα.
Μέσω του Tipping Point, οι μαθητές συνδέονται άμεσα με την αγορά εργασίας, ενημερώνονται για πολλαπλά επαγγέλματα ή ειδικότητες που επιθυμούν, ενώ παράλληλα καλλιεργούν σημαντικές δεξιότητες στο πλαίσιο της συζήτησης τους με τους μέντορες, όπως είναι οι επικοινωνιακές δεξιότητες, η κριτική σκέψη και η συνεργασία.
Επιπλέον, η συνεργασία της Attica Bank με το Tipping Point διευρύνεται, καθώς στελέχη της Τράπεζας θα έχουν τη δυνατότητα να αναλάβουν το ρόλο του μέντορα, προκειμένου να μοιραστούν τις γνώσεις τους και τις εμπειρίες τους από την επαγγελματική τους πορεία και καθημερινότητα με μαθητές από όλη την Ελλάδα
Το TTP έχει ως σκοπό να συμβάλλει στη δημιουργία ενημερωμένων και ενσυνείδητων νέων, σε ότι αφορά τις ακαδημαϊκές επιλογές τους και τη μελλοντική τους επαγγελματική σταδιοδρομία.
Με τη χρήση της τεχνολογίας, μαθητές, σε νησιά, σε απομακρυσμένα χωριά της περιφέρειας, σε προάστια των μεγάλων πόλεων, διευρύνουν τους ορίζοντες & τις επιλογές τους, λαμβάνουν απαντήσεις στις δικές τους ερωτήσεις από ανθρώπους-πρότυπα (μέντορες) σε όλο τον κόσμο – από γιατρούς και αγρότες του διπλανού νησιού, μέχρι αθλητές και μηχανικούς της NASA.